Ο Δράκος της Κίνας

Τον Ιανουάριο είχα ανεβάσει ένα ποστ με τίτλο, “Το παραμυθένιο ξημέρωμα”, που είναι από το βιβλίο του ΠΑΡΑΜΥΘΑ, που ήταν να βγει φέτος, αλλά που τελικά δεν έχει αποφασιστεί αν και πότε θα βγει. Έτσι, αποφάσισα να ανεβάσω ακόμα μία ιστορία από αυτό το βιβλίο με τίτλο, “Ο Δράκος της Κίνας”, που είναι και ο τίτλος του βιβλίου.
Καλό Σαββατοκύριακο.
               Π.

Ο Δράκος της Κίνας

Ένα πρωί πριν από μερικές ημέρες, ήρθε ο ταχυδρόμος και μου έφερε ένα τηλεγράφημα από τον φίλο μου τον Τσεν, τον Κινέζο. Το άνοιξα αμέσως και το διάβασα. «Φίλε μου Παραμυθά, έλα γρήγορα εδώ γιατί είναι μεγάλη ανάγκη. Τσεν». Σκέφτηκα ότι για να γράφει κάτι τέτοιο ο φίλος μου, που συνήθως είναι πολύ ψύχραιμος, θα πρέπει να συμβαίνει κάτι πραγματικά σοβαρό. Έκλεισα το σπίτι μου, κι έφυγα πετώντας για την Κίνα. Τη διαδρομή αυτή μέχρι το χωριό του φίλου μου την είχα ξανακάνει και είναι υπέροχη! Και κάποια στιγμή, έφτασα και κατέβηκα στο σπίτι του φίλου μου, που με είχε δει από το παράθυρο και βγήκε έξω να με υποδεχτεί.
«Καλώς τον φτερωτό μου φίλο», είπε ο Τσεν, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση όπως συνηθίζεται στην Κίνα.
«Καλώς σε βρήκα, Τσεν», του απαντάω κι εγώ κι αμέσως εκείνος μου λέει: «Ήρθες πάνω στην ώρα του φαγητού, πέρασε μέσα».
Έτσι, κάθισα αμέσως στο τραπέζι μαζί με τον Τσεν και την οικογένειά του και φάγαμε ένα υπέροχο ρύζι με λαχανικά. Όταν τελειώσαμε το φαγητό λέω στον φίλο μου: «Και τώρα πες μου γιατί με κάλεσες, Τσεν».
«Πάμε να σου δείξω, Παραμυθά», μου λέει εκείνος. Βγήκαμε από το σπίτι κι αρχίσαμε να περπατάμε. Ύστερα από λίγο βρεθήκαμε μπροστά σε ένα καμένο δάσος, που ήταν δίπλα σε ένα μεγάλο ποτάμι.
«Πω, πω… Πώς κάηκε, Τσεν», ρώτησα τον φίλο μου.
«Έχει έρθει ένα δράκος στον τόπο μας, Παραμυθά. Ένας δράκος που βγάζει φλόγες από το στόμα του. Και δεν φτάνει που καίει τα φυτά που είναι γύρω του, αλλά πίνει και το νερό του ποταμού και θα μαραθούν όλα τα φυτά μας που είναι δίπλα στο ποτάμι. Γι’ αυτό σε φώναξα Παραμυθά, για να μας βοηθήσεις».
«Πάμε Τσεν. Πήγαινέ με εκεί που είναι ο Δράκος», είπα αμέσως και ξεκινήσαμε. Σε λίγο είχαμε πλησιάσει κοντά στο μέρος όπου ζούσε ο Δράκος. «Δεν προχωράω άλλο, φοβάμαι», μου λέει ο Τσεν. «Καλά, κάτσε εδώ και περίμενε», του είπα.
Έτσι, άφησα τον Τσεν και ξεκίνησα να πάω στον Δράκο, που ήταν εκεί κοντά. Ύστερα από λίγο περπάτημα, είδα στο βάθος του δάσους τον Δράκο. Ήταν πολύ μεγάλος, τεράστιος, και με εντυπωσίασε. «Πω… πω… ένας Δράκος!..», είπα δυνατά.
«Ποιος είσαι εσύ;» μου λέει ο Δράκος με μια φωνή τόσο ψιλή, που ήταν σαν να μιλούσε ένα μικρό κοριτσάκι, κι εγώ έβαλα τα γέλια.
«Χα, χα, χα… Πρώτη φορά βλέπω Δράκο που να έχει τόσο ψιλή φωνή… χα, χα, χα…»
«Δεν σε ακούω, έλα επάνω», μου είπε ο Δράκος κι εγώ πέταξα και κάθισα σε ένα κλαδί στο κεφάλι του. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά από την πρώτη στιγμή συμπάθησε ο ένας τον άλλον.
«Δεν ντρέπεσαι Δράκο μου, να καις τα δέντρα και να αδειάζεις το ποτάμι», του είπα ύστερα από λίγο.
«Αχ, δεν το θέλω κι εγώ που βγάζω αυτές τις φλόγες, αλλά ξέρεις τι δίψα με πιάνει. Ούτε αν πιω όλο το ποτάμι δεν μπορώ να ξεδιψάσω».
«Έχω μια ιδέα», του λέω, «θέλεις να γίνεις μικρός; Να γίνεις ένα μικρό, συμπαθητικό Δρακάκι; Έτσι και οι φλόγες σου δεν θα κάνουν κακό και θα ξεδιψάς εύκολα».
Κι εκεί που δεν το περίμενα, με ρωτάει ο Δράκος: «Θέλω, αλλά πώς θα γίνει αυτό»;
«Θα πάω σε ένα φίλο μου μάγο και θα μου δώσει κάτι για να το πιεις και να γίνεις μικρός. Ξέρω ότι μπορεί».
«Κάνε ό,τι θέλεις», μου φωνάζει ο Δράκος. «αλλά διψάω..»
«Κάνε υπομονή. Θα πάω και θα έρθω γρήγορα και θα ξεδιψάσεις με πολύ λίγο νερό».
Έτσι έφυγα πετώντας για τον φίλο μου τον μάγο. Πέταξα πάρα πολύ γρήγορα, όπως δεν πετάω συνήθως και σε λίγο έφτασα στο σπίτι του μάγου.
«Γεια σου, φίλε μου», του λέω, «έχεις κανένα μαγικό υγρό που να το πιεί ένας τεράστιος Δράκος και να γίνει μικρός;»
«Θα σου φτιάξω ένα, Παραμυθά μου», μου είπε ο μάγος. Πήγαμε μαζί στο εργαστήριό του κι εκεί μου ετοίμασε ένα μαγικό υγρό για τον Δράκο, που το έβαλε σε ένα γυάλινο μπουκάλι. Μόλις ήταν έτοιμο το πήρα, ευχαρίστησα τον φίλο μου τον μάγο και έφυγα πετώντας γρήγορα.
 Όταν έφτασα εκεί που ήταν ο Δράκος, πέταξα πάνω από το κεφάλι του και του φώναξα: «Άνοιξε το στόμα σου, άνοιξε το στόμα σου…». Μόλις άνοιξε το στόμα του, άδειασα εκεί όλο το μπουκάλι.
«Μμμ… πολύ ωραίο ήταν», είπε ο Δράκος γλύφοντας τα χείλια του και περίμενα να δω τι θα γίνει. Και πριν περάσει ένα λεπτό, ο Δράκος άρχισε να μικραίνει, να μικραίνει, μέχρι που έγινε λίγο πιο μικρός κι από ένα κοτόπουλο! Έγινε ένα όμορφο… Δρακάκι. Του έδωσα να πιει νερό και ξεδίψασε με πολύ λίγο πια. Τότε τον πήρα και πήγαμε πετώντας στο σπίτι του φίλου μου του Τσεν. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Τα παιδιά του Τσεν ενθουσιάστηκαν με το Δρακάκι  κι έτσι η οικογένεια αποφάσισε να το κρατήσει. Ήταν όλοι ενθουσιασμένοι. Η οικογένεια επειδή είχαν κάτι σαν ένα παράξενο ζωάκι στο σπίτι που το φρόντιζαν, κράτησαν  και το Δρακάκι, επειδή πια μπορούσε να πίνει λίγο νερό και να ξεδιψάει.

 

 

 

Σχολιάστε