Αγαπάμε πραγματικά τα παιδιά μας;

Ακούγοντας αυτές τις μέρες να λένε ότι τα Χριστούγεννα είναι γιορτή των παιδιών, θυμήθηκα το βιβλίο που είχα γράψει παλιότερα με τίτλο, Τα ευτυχισμένα παιδιά θέλουν γονείς χωρίς “εγώ” και που πριν είχε βγει με τον τίτλο, “Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται”, από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Έτσι σκέφτηκα να ανεβάσω σήμερα ένα κεφάλαιο από αυτό,  με τον τίτλο “Αγαπάμε πραγματικά τα παιδιά μας”;  Και με αυτό το post  -και με αυτό το ερώτημα βέβαια-  λέω να κλείσω τη χρονιά.

Καλή πρωτοχρονιά
Π.

“Καθώς μεγάλωνα τα πρώτα χρόνια την κόρη μου, παρατήρησα ότι το μυαλό μου είχε την τάση να φτιάχνει κάποια ιδανική εικόνα πατέρα που θα έπρεπε να φτάσω για να μεγαλώσω σωστά το παιδί μου. Ώσπου μια μέρα μου πέρασε από το νου ότι αντί να σκέφτομαι τι καλός πατέρας που θα ήμουν αν γινόμουν ετούτο ή εκείνο, θα ήταν καλύτερο να κάτσω να δω, να μάθω αυτό που είμαι. Αναρωτήθηκα μήπως οι ενοχές που νοιώθουμε εμείς οι γονείς για κάτι που δεν είμαστε, μήπως η δημιουργία ενός ιδανικού που πρέπει να φτάσουμε κάποια μέρα, είναι άλλοθι για να μπορούμε να συνεχίσουμε έως τότε να είμαστε αυτό που είμαστε; Μήπως, αν βλέπαμε καθαρά αυτό που είμα­στε, αν δεν κάναμε καμία κίνηση απομάκρυνσης, καμιάς φυγής απ’ αυτό, αλλά μέναμε εκεί εξετάζοντας το, κι ας μην μας αρέσει αυτό που βλέπουμε, μήπως τότε θα τελείωνε αμέσως, χωρίς να χρειαστεί να φτιάξουμε το αντίθετό του ή να έχουμε ενοχές; Αυτό το παιχνίδι της παρεμβολής του χρόνου ανάμεσα στο τώρα και σε ένα μελλοντικό ιδανικό που θα φτάσουμε κάποια μέρα, αυτό το κόλπο της δημιουργίας του αντίθετου, του ιδανικού, που τρέχουμε πίσω του για να το φτάσουμε… κάποτε, το παίζει ο αν­θρώπινος νους εδώ κι αιώνες τώρα. Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πώς γίνεται να υπάρχουν τόσες οργανώσεις ειρήνης στον κόσμο, τόσα κινήματα ειρήνης, διεθνείς οργανισμοί κύρους για την ειρήνη, προσπάθειες της Εκκλησίας και συναντήσεις κορυφής με στόχο την ειρήνη, κι όμως να έχουμε συνέχεια πολέμους; Αν βλέπαμε τον πόλεμο πραγματικά σαν θανάσιμο κίνδυνο, δεν θα σταματούσε αμέσως κάθε πόλεμος, χωρίς να χρειάζεται η δημιουργία του ιδανικού της ειρήνης; Αυτό δεν είναι μία από τις υποκρισίες που μέσα τους μεγαλώνουν τα παιδιά μας; Όταν βρεθούμε μπροστά σ’ έναν γκρεμό, κάνουμε πίσω. Δεν συνεχίζουμε να περπατάμε στο κενό ονειροπολώντας για το πώς θα εξαφανίσουμε τους γκρεμούς!
      Κι εδώ, όταν νοιώθουμε να μην μπορούμε –να μην θέλουμε, δηλαδή να αλλάξουμε- λέμε την κλασική φράση, «άνθρωποι είμαστε κι εμείς…», που είναι από τα καλύτερα άλλοθι που έχουμε βρει για να μην κάνουμε ποτέ αυτό που πρέπει. Και θα συγ­χωρούσαμε ποτέ έναν πιλότο που θα έριχνε το αεροπλά­νο του, επειδή «άνθρωπος είναι κι αυτός, κι έκανε ένα λά­θος»; Είναι λιγότερο εγκληματικό να μεγαλώνει κανείς στραβά ένα παιδί; Κι αν ήταν ένα δύο, δεν θα πείραζε, αλλά είναι εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο που μεγαλώνουν έτσι! Δηλαδή, είναι εκατομμύρια… «αεροπλάνα» που πέφτουν από… «πιλότους» που ε, άν­θρωποι είναι κι αυτοί, με τα ελαττώματα τους… Και χρειάζεται κανείς να προσπαθεί να γίνει «τέλειος γονιός» ή, μήπως, υπάρχει κάτι πιο εύκολο για ν’ αρχίσουμε, όπως το να κάνουμε πρώτα εμείς τα μικρά καθημερινά πράγματα που απαι­τούμε από τα παιδιά μας;
   Οπότε, νομίζω ότι γεννιέται αυτό το ερώτημα: Αγαπάμε πραγματικά τα παιδιά μας; Μήπως πίσω από κάθε ερώτημα, κάθε πρόβλημα ανα­τροφής των παιδιών και των σχέσεων μας μαζί τους, υ­πάρχει μόνο αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα;
    Δεν νομίζω ότι είναι θεωρητικό αυτό το ερώτημα. Είναι το πιο πρακτικό και σοβαρό ερώτημα που υπάρχει στις σχέσεις μας. Ξέρω, μοιάζει σοκαριστικό, αλλά μήπως δεν πρέπει να θεω­ρούμε σαν δεδομένο γεγονός ότι τ’ αγαπάμε τα παιδιά μας; Γι’ αυτό ας βάλουμε ετούτο το ερώτημα στον εαυτό μας. Και, προς Θεού, όχι για να δώσουμε απάντηση. Το αντί­θετο: να το αφήσουμε να πλανιέται συνέχεια μέσα στο νου μας, σε οτιδήποτε κάνουμε σχετικό με τα παιδιά μας. Όταν τα συμβουλεύουμε, όταν τα χαϊδεύουμε, όταν τα δέρνουμε, όταν καπνίζουμε, όταν λέμε ψέματα, όταν γι­νόμαστε βίαιοι, όταν νιώθουμε κολλημένοι πάνω τους, όταν αγωνιούμε γι’ αυτά, όταν αδιαφορούμε γι’ αυτά και κυρίως κάθε φορά που λέμε ότι τα αγαπάμε. Συνέχεια, μέχρι να μεγαλώσουν και να γίνουν ικανά να… μας φύ­γουν.

 

 

 

Ο Γουρλομάτης Γάιδαρος

Για σήμερα λέω να ανεβάσω άλλο ένα βίντεο από την εκπομπή, “ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ” της Εκπαιδευτικής τηλεόρασης. Είναι για το γράμμα “Γ” και έχει τίτλο, “Ο Γουρλοματης Γάιδαρος”.
Καλό Σαββατοκύριακο και καλά Χριστούγεννα.
Π.

 

 

 

 

 

Για την ψυχολογική καταγραφή

Σήμερα λέω να ανεβάσω άλλο ένα απόσπασμα από το βιβλίο  του Κρισναμούρτι που μεταφράζω αυτόν τον καιρό, το “ΣΥΝΑΝΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ”, όπου μιλάει για την καταγραφή των ψυχολογικών γεγονότων στη μνήμη μας.
Καλή εβδομάδα
Π.

 ” Ο ακροατής ρωτάει:  πώς τραβάει κανείς τη γραμμή ανάμεσα στον παράγοντα που συσσωρεύει γνώσεις αναγκαίες για επιδέξια δράση και στον παράγοντα της ψυχής που καταγράφει. Που καταγράφει τα πληγώματά μου, τις προσβολές, τις κολακείες, τις καταπιέσεις και όλα αυτά; Πώς τραβάει κανείς τη γραμμή ανάμεσα στα δύο; Δεν τραβάς γραμμή. Από τη στιγμή που έχεις τραβήξει αυτή τη γραμμή έχεις κάνει ένα διαχωρισμό και επομένως θα γίνεις αιτία σύγκρουσης ανάμεσα στην καταγραφή και στην μη καταγραφή. Μετά ρωτάς, «πώς μπορώ να μην καταγράφω;» Με έχουν προσβάλλει προσωπικά, πώς μπορώ να μην καταγράψω την προσβολή ή την κολακεία – , η κολακεία και η προσβολή είναι το ίδιο πράγμα, είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Στο πεδίο της τεχνολογίας πρέπει να καταγράφω, αλλά  και όταν με προσβάλλεις το μυαλό μου το καταγράφει αμέσως. Γιατί θα πρέπει να το καταγράφω; Γιατί θα πρέπει αυτή η προσβολή να μεταφέρεται από τη μία ημέρα στην άλλη και αυτή την προσβολή όταν σε ξανασυναντώ να στην ανταποδίδω;

 Τώρα, είναι δυνατόν να μην καταγράφεις καθόλου, οποιουσδήποτε ψυχολογικούς παράγοντες; Καταλαβαίνετε την ερώτησή μου; Η γυναίκα μου, εάν έχω, μου λέει κάτι σκληρόκαρδο όταν γυρίζω κουρασμένος από το γραφείο, επειδή εκείνη είχε περάσει μία κουραστική μέρα με άτακτα παιδιά κι έτσι μου λέει κάτι βίαιο. Κι επειδή είμαι κουρασμένος και θέλω κάποιο είδος γαλήνης στο σπίτι, το καταγράφω αμέσως. Τώρα ρωτάω εάν είναι δυνατόν να μην καταγράψω καθόλου αυτό το γεγονός. Διαφορετικά χτίζω μία εικόνα για εκείνη κι εκείνη χτίζει μία εικόνα για μένα, οπότε η σχέση είναι ανάμεσα σε εικόνες και όχι ανάμεσα σε εμάς. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να μην καταγράφεις; Η διαδικασία καταγραφής δίνει δύναμη, δίνει ζωντάνια σε ένα κέντρο που είναι το «εγώ». Αυτό είναι προφανές. Είναι δυνατόν να μην καταγράφει κανείς, όσο κουρασμένος κι αν είναι, με το να δίνει την προσοχή του σε εκείνη τη στιγμή που η γυναίκα του ή ο ίδιος είναι βάρβαρος, επειδή όπως είπαμε προχθές μιλώντας για τον διαλογισμό, όταν υπάρχει προσοχή δεν υπάρχει καταγραφή”.

 

 

Ένα φοβερό κοριτσάκι

Για σήμερα είχα κάτι άλλο στο νου μου για ποστ, αλλά βρήκα στο YOUTUBE  ένα βίντεο με το γνωστό τραγούδι  του Έλβις Πρίσλεϋ, Can’t help falling in love, να το λέει ένα κοριτσάκι 6 χρονών, παίζοντας την κιθάρα του! Φοβερό! Δείτε το.
Καλή εβδομάδα.
Π.

 

 

 

 

Ένας μύθος του Αισώπου

Σήμερα συνειδητοποίησα ότι δεν έχω ανεβάσει ποτέ καμία ιστορία του αρχαιότερου Παραμυθά ή του πρώτου Παραμυθά, όπως τον λένε, του Αισώπου. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω τίποτε άλλο. Βρήκα ένα ωραίο βίντεο με κινούμενα σχέδια, βασισμένο στην ιστορία του Αισώπου, “Ο ψεύτης βοσκός”.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

 

 

 

Ένα παραμύθι του Παραμυθά

Και μετά τα “Παραμύθια της γιαγιάς” του προηγούμενου ποστ, για σήμερα είπα να ανεβάσω και ένα παραμύθι του Παραμυθά.  Είναι απο το βιβλίο του Παραμυθά “Ο Δράκος της Κίνας” που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα και που έχω ανεβάσει άλλα δύο παραμύθια από αυτό. Το σημερινό έχει τίτλο, “Ο γίγαντας και οι ομπρέλες του  κυρ Νώντα”.
Καλή εβδομάδα και καλό μήνα.

                    Π.

Προχθές, πέρασα από το φίλο μου τον κυρ Νώντα τον ομπρελά για να δω τι κάνει και πώς πάνε οι δουλειές του. «Χάλια», μου λέει. «Έχει μέρες να βρέξει, Παραμυθά, και δεν έχω πουλήσει ούτε μία ομπρέλα». «Μη σε νοιάζει κυρ Νώντα, θα βρω γιατί σταμάτησε έτσι ξαφνικά να βρέχει». Σε λίγο ήμουν πετώντας σε ένα σύννεφο. Το χτυπάω κι ακούω ένα ξερό ήχο. «Άδειο είναι», σκέφτηκα. Και τότε βλέπω κάτι νάνους να πετούν στα σύννεφα κουβαλώντας κουβάδες και να αδειάζουν τα σύννεφα από το νερό! «Που το πάνε άραγε», αναρωτήθηκα και τους ακολούθησα πετώντας. Σε λίγο βρέθηκα σε ένα λιβάδι με ένα τεράστιο αντίσκηνο και δίπλα του μια μεγάλη δεξαμενή όπου οι νάνοι άδειαζαν τους κουβάδες τους! «Για ποιον να’ ναι», απόρησα. «Θα πρέπει να είναι μέσα στο αντίσκηνο». Έγινα μικρός σαν καρφίτσα και τρύπωσα μέσα στο αντίσκηνο. Εκεί καθόταν ένας γίγαντας που έτρωγε συνέχεια πασατέμπους κι έπινε νερό για να ξεδιψάει. Θύμωσα πολύ και κάποια στιγμή που αποκοιμήθηκε ο γίγαντας έτρεξα στους νάνους. «Δεν είναι σωστό αυτό που κάνετε. Επειδή αυτός θέλει να τρώει πασατέμπους θα μαραθούν όλα τα φυτά και ο κυρ Νώντας δεν θα πουλάει ομπρέλες;». «Δεν μπορούμε να σταματήσουμε, Παραμυθά, γιατί τότε ο κακός μάγος Κατσουφάκιας, που είναι πατέρας του γίγαντα, θα μας μεταμορφώσει σε κατσαρίδες». Εκείνη τη στιγμή, μου ήρθε μια ιδέα. «Καλά», τους λέω, «αλλά τουλάχιστον υποσχεθείτε μου ότι το πρωί θα πάρετε νερό από το σύννεφο που θα σας δείξω». Οι νάνοι συμφώνησαν κι εγώ όλη νύχτα άδειασα ένα μεγάλο σύννεφο και το γέμισα με αλμυρό νερό από τη θάλασσα. Μόλις ξημέρωσε οι νάνοι ήρθαν κι άρχισαν να παίρνουν νερό απ’ αυτό το σύννεφο. «Φτου! Τι αηδία είναι αυτή!», ούρλιαξε ο γίγαντας, που μετά την αλμύρα του πασατέμπου ήπιε και το αλάτι της θάλασσας κι έφυγε τρέχοντας χωρίς να ξαναγυρίσει ποτέ. Ύστερα από λίγο άρχισε να βρέχει δυνατά. Τα λουλούδια χαμογέλασαν και ο κυρ Νώντας, καταχαρούμενος, δεν προλάβαινε να πουλάει ομπρέλες.