Μικρή εισαγωγή σε post για τον γάμο.

Λίγο πριν μου συνέβη κάτι που το θεώρησα σημαδιακό, ότι πια ήρθε ή ώρα να ανεβάσω το “σεντόνι” για τον γάμο, που “απειλώ” εδώ και καιρό ότι θα το κάνω. Η αλήθεια είναι ότι ήμουν έτοιμος να το τελειώσω και να το ανεβάσω εδώ στις 4 Δεκεμβρίου, επέτειο του γάμου μας με την (δεύτερη, όπως σας εξήγησε η ίδια) κυρία Παραμυθά, ή Άιναφετς ή ΚΜΝΒ, αλλά είδα ότι ετοίμαζε κι εκείνη κάτι για την επέτειο κι επειδή είμαι παλαιών αρχών -σύμφωνα με τις οποίες “οι κυρίες προηγούνται”- αποφάσισα για άλλη μια φορά να το αναβάλλω. Σήμερα το βράδυ, όμως, περνώντας από τον πεζόδρομο με τα σχολεία απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, παρακολούθησα μια σκηνή που μ’ έκανε να τρέχουν δάκρυα τα μάτια μου από τα γέλια! Σκέφτηκα να σας την μεταφέρω εδώ και πια να ανεβάσω μέχρι το Σάββατο το post για τον γάμο. Να η ιστορία, λοιπόν:

Η ώρα ήταν γύρω στις δέκα απόψε, κι είχα βγει να βρω μια εφημερίδα που ήθελα. Γυρνώντας πέρασα από τον πεζόδρομο που βρίσκεται ανάμεσα στα σχολεία στην οδό Τιμολέοντος Φιλήμονος (από αυτόν το δρόμο πήρε το όνομά του ο Τιμολέων στη “ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ” το ’83),  που το τέλος της είναι στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Εκεί έπαιζε -παρά την περασμένη ώρα-  μια παρέα από 4- 5 αγοράκια. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα χρονών και κάνανε διάφορα “ακροβατικά” με τα ποδήλατά τους. Κάθησα για λίγο να τους χαζέψω. Ήταν πολύ καλοί στα κόλπα ισορροπίας που έκαναν! Γέλαγαν με την καρδιά τους και ήταν φανερό ότι την είχαν καταβρεί, αδιαφορώντας για  το κρύο και για την περασμένη ώρα. Το κινητό κάποιου αγοριού χτύπησε δυνατά, κι εκείνο σταμάτησε τα κόλπα που έκανε κι απάντησε στο τηλέφωνο. Φυσικά λείπει εδώ τι του λέγανε, αλλά θα το καταλάβετε εύκολα. Να τι άκουσα εγώ:
– Έλα μαμά, λέγε.
– ….
– Ρε μαμά, μ’ έχεις πάρει τρεις φορές έως τώρα. Αφού σου είπα ότι παίζουμε με τα παιδιά, θα ‘ρθω σε λίγο.
– …
– Δεν κρυώνω ρε μαμά, αφού φοράω το χοντρό μπουφάν.
– …
– Μαμά, σταμάτα… Θα ‘ρθω σε λίγο σου λέω, μη με πρήζεις… Κάνουμε αγώνες με τα ποδήλατα.
– …

– Τι βλακείες λες ρε μαμά, αφού είμαι μπροστά στο σχολείο… δεν περνάνε αυτοκίνητα από ‘δω…

– …
– Όχι δεν έρχομαι τώρα, σε λίγο…
– …
– Μαμά, σταμάτα… Θα σε χωρίσω…

Και εδώ δεν μπόρεσα ν’ ακούσω άλλο, γιατί ξέσπασα σε γέλια. Άλλωστε το αγοράκι της έκλεισε το τηλέφωνο, έβαλε το κινητό στην τσέπη και ξανάρχισε χαρούμενο τις ισορροπίες με το ποδήλατό του.

Έφυγα και συνέχισα να γελάω περπατώντας. Προφανώς, το  αγόρι το είπε αυτό στη μάνα του, γιατί θα είχαν χωρίσει με τον πατέρα του κι αυτό την απειλούσε ότι  θα την χωρίσει κι εκείνο!  Χα, χα, χα… Αυτή η σκηνή, λοιπόν, εκτός που μ’ έκανε να γελάσω πολύ μου έβγαλε και το αγοράκι που έχω μέσα μου, όπως όλοι οι άντρες κρύβουν ένα αγοράκι μέσα τους, αλλά όπως και οι γυναίκες κρύβουν ένα κοριτσάκι μέσα τους. (Για κάποιο τέτοιο λόγο μπαίνετε στο blog του ΠΑΡΑΜΥΘΑ). Αυτή η σκηνή, με πήγε πάρα πολλά χρόνια πίσω, όταν “έγραφα” κανονικά τη μάνα μου κι έκανα αυτό που ήθελα. Και μου ‘ρθε να σας πω κάτι για τα σχόλιά σας σε σχέση με αυτό. Λοιπόοον… Από μικρό παιδί είχα ένα χαραχτηριστικό -ξέρετε τι σφαλιάρα έχω φάει γι’ αυτό χωρίς “να βάλω μυαλό”;-  ένα χαρακτηριστικό που τώρα στα 67 μου το έχω εκτιμήσει ιδιαίτερα: Για ό,τι κάνω, μου είναι εντελώς αδιάφορο από πάντα το “τι θα πει ο κόσμος”, και αδιαφορώ τελείως για τη γνώμη των άλλων για πράγματα που μου άρέσουν ή τα θέλω με την καρδιά μου. Σας παρακαλώ, λοιπόν, μην ανησυχείτε μήπως με θίξετε ή με ενοχλήσετε  ή με στενοχωρήσετε με κάποιο σχόλιό σας. Δεν παθαίνω τίποτα. Για παράδειγμα, σας λέω ότι ούτε οι καλές κριτικές ούτε οι κακές κριτικές για την ταινία ΜΙΚΡΕΣ ΧΑΡΕΣ του γιου μου, αυξάνουν ή μειώνουν το πόσο πολύ μου αρέσει και πόσο -μετά από σαράντα χρόνια στο επάγγελμα- τη θεωρώ εξαιρετική. Δεν πάει να λέει ό,τι θέλει ο “Τιμογιαννάκης”.  Αν και πρέπει να πω ότι μάλλον δεν πρέπει να είναι αυτός που έγραψε στο blog. Έχω τη σατανική υποψία ότι, επειδή είναι γνωστό το πόσο “ξυνός” κριτικός κινηματογράφου είναι, κάποιος πήρε το ψευδώνυμο για να “την πει” κατά βάθος στην κριτική με την οποία λέει ότι συμφωνεί. Όπως και να ‘ναι του αφιερώνω αυτό το post.
Σας φιλώ όλους, ανεξαρτήτως σχολίων σας φυσικά,
Π.
Υ.Γ. Αχ, πολύ το διασκέδασα αυτό το post!

Μικρές Χαρές

Άλλη μια ανατροπή σ’ αυτό που σχεδίαζα να ανεβάσω σήμερα. Αλλά όταν το δείτε – όσοι δεν το έχετε δει ήδη αλλού – πιστεύω θα συμφωνήσετε για την επιλογή μου. Είναι η ταινία “Μικρές Χαρές” του “μάστορα“, που παιζόταν φέτος στα VILLAGE CINEMAS και από χθες είναι ελεύθερο να ανέβει στο ίντερνετ. Οπότε κι εγώ του “το ‘κλεψα” από το blog του και το ανέβασα εδώ.

Καλό βράδυ
Π.

Το μυρμηγκάκι και το κοριτσάκι που το λέγανε Μαρία

Ένα από τα πράγματα που μ’ αρέσει με το blog και βοηθάει να μην το βαριέμαι ύστερα από τρία -σχεδόν- χρόνια που υπάρχει, είναι ότι αφήνει τη δυνατότητα να ανατρέπεται κάτι που έχεις σχεδιάσει να ανεβάσεις  και άλλο να υπολόγιζες να βάλεις, σε άλλο να καταλήγεις και τελικά να ανεβάζεις ένα τρίτο. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα post για το γάμο που το έχω αναβάλει πάνω από 5 φορές και μία έκτη φορά σήμερα, που θα το ανέβαζα επειδή χτες έκλεισα 40 χρόνια παντρεμένος. Μια σύντομη συνέντευξη, όμως, του “μάστορα”  γιου μου, σε ένα περιοδικό  που κυκλοφόρησε προχτές, μου άλλαξε τα σχέδια.
Αυτά που θα πω παρακάτω, ίσως ενδιαφέρουν κυρίως όσους από σας έχουν παιδιά. Σ’ αυτή τη συνέντευξή του, λοιπόν,  λέει ότι όταν ήταν μικρός του έλεγα παραμύθια με μυρμηγκάκια που τα έβγαζα από το νου μου. Έτσι ήταν, αλλά δεν το καλοθυμάται. Δεν έπαιρνα εγώ ένα χαπάκι, αλλά εκείνος ·και γινόταν πολύ μικρός, σαν μυρμήγκι, για να μπορεί να μπαίνει στη φωλιά ενός φίλου του μυρμηγκιού και να τα λένε. Και στα δύο παιδιά μου, εκτός από κάποια κλασσικά παραμύθια που τους έλεγα, είχα βρει ένα τρόπο να τους λέω κάποια παραμύθια που ήταν ήρωες τα ίδια κι έτσι μέσα από αυτά τα παραμύθια, μπορούσα να τους περνάω πράγματα που ήθελα να μάθουν για τη συμπεριφορά τους, για τις σχέσεις τους με άλλα παιδιά, για τη ζωή και πιο πολύ – καθώς έβλεπαν σαν παραμύθι κάτι που είτε είχαν ζήσει είτε είχε τα ίδια σαν ήρωες- να μάθουν να βλέπουν αυτά που τους συνέβαιναν από απόσταση και έτσι αργότερα να μην ταυτίζονται, όσο γίνεται,  συναισθηματικά και να μην θολώνει ο νους τους. Στη Μαρία, όταν ήταν μικρή -και σχεδόν μέχρι τα οχτώ της- έλεγα παραμύθια που ήταν πάντα ηρωίδα ένα κοριτσάκι που το λέγανε Μαρία, δηλαδή η ίδια, και οι ιστορίες ήταν πάντα κάτι που είχε συμβεί την ίδια μέρα ή πριν λίγες μέρες. Ένα πάρτυ, μια επίσκεψη στο Λούνα Παρκ, κάποιος καυγάς μας, κάποιο επεισόδιο με μια φίλη της ή ακόμα και ο θάνατος του παππού της (του πατέρα μου) ήταν τα θέματα των “παραμυθιών” μου. Ανάλογα ήταν κι εκείνα που έλεγα στον Κωνσταντίνο, μόνο που ενώ τα παραμύθια για τη Μαρία γίνονταν μέσα σε ένα ρεαλιστικό περιβάλλον, του Κωνσταντίνου ήταν σε ένα εντελώς φανταστικό κόσμο. Γινόταν μικρός με κάποιο μαγικό χάπι που του είχε χαρίσει ένα μυρμηγκάκι, έμπαινε και κυκλοφορούσε στη φωλιά των μυρμηγκιών, γνώριζε τους γονείς του φίλου του και τ’ αδέλφια του, και λέγαν ο ένας στον άλλον τις ιστορίες τους, που όλες, όμως, ήταν του Κωνσταντίνου.
Όλα αυτά τα θυμήθηκα, διαβάζοντας τη συνέντευξή του στο περιοδικό και για πρώτη φορά μου πέρασε κάτι από το νου: Αναρωτήθηκα μήπως κάποια διαφορετικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους οφείλονται στα παραμύθια που τους έλεγα.  Νομίζω ότι σας έχω ξαναπεί ότι θα πρέπει κάποιοι που είναι γονείς μικρών παιδιών, να είναι πολύ προσεκτικοί στο τι λένε και τι κάνουν γιατί μέχρι τα έξι – επτά κυρίως, τα παιδιά ρουφάνε τα πάντα χωρίς να μπορούν να φιλτράρουν οτιδήποτε. Μία απότομη χειρονομία, ένα κακό βλέμμα, κάποιες άγριες φωνές ή άσχημα λόγια, μπορεί να χαραχτούν για πάντα στο παιδί και να παίζουν αργότερα, ασυνείδητα, ρόλο στη συμπεριφορά του. Μια προσπάθεια πολλών ωρών για να μάθεις το παιδί σου να λέει αλήθεια, μπορεί να χαθεί σε δευτερόλεπτα, αν κάποια στιγμή που χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνει το παιδί, σου λέει ότι είναι ο τάδε, κι εσύ ψιθυριστά και γρήγορα του λες: “Πες ότι δεν είμαι εδώ, πες ότι δεν είμαι εδώ…”
Έτσι, λοιπόν, καθώς θυμήθηκα το στυλ των παραμυθιών που τους έλεγα, για πρώτη φορά μου πέρασε από το νου ότι αυτό το διαφορετικό στυλ των παραμυθιών μπορεί να έχει παίξει ρόλο. Όπως σας είπα, τα παραμύθια της Μαρίας είχαν ένα καθημερινό, πραγματικό περιβάλλον, ενώ του Κωνσταντίνου σε ένα εντελώς φανταστικό, μη πραγματικό. Αν και οι δύο έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, από το ζώδιο έως κάποιες οπτικές γωνίες που βλέπουν τη ζωή και τις εσωτερικές τους αναζητήσεις υπάρχει μία βασική διαφορά στη συμπεριφορά τους. Ο ένας είναι ψιλοφευγάτος και  χύμα, ενώ η άλλη είναι πιο συγκεντρωμένη και οργανωμένη. Σίγουρα, αυτές οι διαφορές έχουν σχέση και με τον χαραχτήρα τους, αλλά μήπως έχουν παίξει και κάποιο ρόλο τα παραμύθια που τους έλεγα, στα 3 με  8 σε εκείνη  και 3 με 6 σ’ αυτόν; Δεν θα μάθω ποτέ. Αν σας τα είπα όλα αυτά εδώ, είναι για να σας πω γιατί πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί με τα παιδιά σας.
Διαβάζοντας τη συνέντευξη του “μάστορα” θυμήθηκα και κάτι άλλο: από πού μου γεννήθηκε η ιδέα να του λέω τις ιστορίες με το μυρμηγκάκι. Το 1987 – όταν ο Κωνσταντίνος ήταν 3 χρονών περίπου – με ένα φίλο μου, τον Άγγελο τον Ρούβα (όχι Ρουβά),από τους καλύτερους στο χώρο του animation σήμερα, σκεφτήκαμε να προτείνουμε στην ΕΡΤ (ήταν μερικούς μήνες πριν παραιτηθώ) μία σειρά με κινούμενα σχέδια για μικρά παιδιά, που θα είχαν για ήρωες δύο φίλους: ένα σαλιγκάρι και ένα μυρμήγκι, τον Γκάρι και τον Μήγκι! Μόλις το θυμήθηκα αυτό, έψαξα σε κάποιες κούτες που έχω με παλιές ιδέες και προτάσεις για τηλεοπτικές εκπομπές και βρήκα τα σχέδια δείγμα του Άγγελου!!! Δεν βρήκα το κείμενο που είχα γράψει τότε, αλλά κοιτώντας τα σχέδια, θυμήθηκα πάνω κάτω το κείμενο που συνόδευε αυτά τα σχέδια. Κι αποφάσισα να το βάλω εδώ. Ελπίζω να σας αρέσει.
Καλή Κυριακή.
Π.

Garry . Migi 1
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα σαλιγκάρι που το λέγαν Γκάρι. Ήταν ένα πολύ καλό σαλιγκάρι που το αγαπούσαν οι φίλοι του, που είχε ένα πρόβλημα. Ήταν πάντα μισοκοιμισμένος και τα μάτια του μισόκλειναν από τη νύστα. Αυτός ήταν ο καημός του. Δεν φτάνει που πήγαινε αργά – αργά από το ένα μέρος στο άλλο, ήταν και μισοκοιμισμένος. Γιατί να μην είναι κι αυτός ζωηρός και ξύπνιος όπως τα άλλα σαλιγκάρια; Ώσπου μια μέρα, άκουσε ότι είχε έρθει στην περιοχή, ένα σοφό μυρμήγκι, που είχε ταξιδέψει στις Ινδίες και μπορούσε να τον κάνει για πάντα ξύπνιο και ζωηρό. Μια και δυο, λοιπόν, ο Γκάρι, έμαθε που έμενε το σοφό μυρμήγκι, που το λέγαν Μήγκι.
Garry . Migi 2Ο Μήγκι, το σοφό μυρμήγκι, άκουσε προσεκτικά το πρόβλημα του Γκάρη, κι αφού εξέτασε το μισόκλειστο μάτι του, τον κοίταξε στα μάτια και του έστειλε  με το δάχτυλό του όση πιο πολλή ενέργεια μπορούσε. Του έδωσε ύστερα να φάει και κάτι ειδικά βότανα που είχε κόψει από το χωράφι.
Garry . Migi 3
Κι εκεί που ο Γκάρι μάσαγε τα βοτάνια, ξαφνικά… “παφ”,  ένοιωσε να ζωηρεύει και τα μάτια του άνοιξαν εντελώς και κοίταξαν γύρω χαρούμενα. Πω, πω, πω… Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ένοιωθε ξύπνιος και ζωηρός. “Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μήγκι”, είπε ο Γκάρι. “Ούτε να το συζητάς”, απάντησε ο Μήγκι, “είναι κάτι  που το κάνω με την καρδιά μου και μου δίνει χαρά”.

Garry . Migi 4


Κι από τότε, ο Γκάρι το σαλιγκάρι και ο Μήγκι το μυρμήγκι, έγιναν δυο καλοί φίλοι και έζησαν πολλές τρομερές  περιπέτειες μαζί.

Τεστ ύπνου

Κάποια στιγμή, λοιπόν, το καλοκαίρι με το που ξύπνησα ένα πρωί, μου λέει η κυρία Παραμυθά: “Χτες το βράδυ, έπαθες άπνοια και τρόμαξα. Μέτρησα μέχρι το 45 και μετά έκανες σαν να πνίγηκες κι άρχισες πάλι ν’ ανασαίνεις”. Μου φάνηκε περίεργο αυτό γιατί δεν ένοιωσα κάτι τέτοιο. Πριν πολλά χρόνια – πάνω από επτά – έκανα άπνοιες και ξέρω πώς πεταγόμουν όρθιος. Κι όπως έμαθα αργότερα, όταν κάνεις άπνοια πάνω από δώδεκα δευτερόλεπτα τα “τινάζεις”. Οπότε η κυρία Παραμυθά ή θα μετρούσε πάαααααααρα πολύ γρήγορα ή απλώς εγώ πια κοιμάμαι τόσο βαθιά και χαλαρωμένος, που θα έπρεπε να βάλει καθρεφτάκι στη μύτη μου για να δει αν αναπνέω. Όμως, το περιστατικό το είπαμε στο γιατρό μας, το έμαθε και μια φίλη μας που βρίσκεται στον ιατρικό χώρο, κι όλοι μαζί βάλθηκαν να με πείσουν να κάνω τεστ ύπνου, για να δούμε αν παθαίνω άπνοιες. Άρχισα να ψήνομαι, αν και, όπως είχα εξηγήσει, ακόμα και να αποδεικνυόταν ότι κάνω άπνοιες δεν υπήρχε περίπτωση να αρχίσω να κοιμάμαι με τη μάσκα που πρέπει να βάζεις πια όταν κοιμάσαι! Καλύτερα να τα κακαρώσω από άπνοια. Μια χαρά είναι, να πεθάνεις στον ύπνο σου και στο κρεβάτι σου. Υπάρχει τίποτα καλύτερο; Τέλος πάντων, αποφάσισα να κάνω το τεστ για χάρη τους, αλλά κυρίως γιατί μετά από 20 χρόνια που πληρώνω την Ασφαλιστική Εταιρία και δεν έχω πάθει τίποτα, επιτέλους θα μου πλήρωναν και κάτι. Έτσι έκλεισα ραντεβού στο ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, που κάνει αυτό το τεστ και χτες το βράδυ ξεκίνησα με τα πόδια από ένα χώρο που έχω στην Αθήνα, στους Αμπελόκηπους, για το Νοσοκομείο. Μπαίνοντας στο τεράστιο κτίριο – κάτι ανάμεσα σε τεράστιο Μουσείο και Μουσολινικό κτίριο στη Ρώμη –  ένοιωσα μια παγερή αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο, μια αίσθηση που δεν υπάρχει στα Δημόσια Νοσοκομεία. Πέρασα από το γραφείο κινήσεως -θυμήθηκα ότι έτσι λέγαμε στο στρατό το γραφείο που κανόνιζε τα δρομολόγια των αυτοκινήτων- έβαλα τις υπογραφές μου, συνάντησα τη φίλη μου που έχει σχέση με τον ιατρικό χώρο και θα την άφηναν γι’ αυτό ακριβώς να είναι μαζί μου σε όλα τα στάδια και στις 9 η ώρα έμπαινα στο δωμάτιο 435. Τέλειο! Σαν να ήμουν σε ξενοδοχείο πολυτελείας!

30112009874

“Χα, χα, χα…”, είπα στη φίλη  μου, “νοιώθω σαν να έχω έρθει για γύρισμα κάποιας ταινίας, κι όχι στ’ αλήθεια”!  Άφησα τα πράγματά μου και πήγαμε στην νοσηλεύτρια που ήταν στην υποδοχή των ασθενών. Μας είπε ότι η τεχνολόγος  που θα μου πέρναγε τα καλώδια θα άρχιζε στις δέκα και μισή, ενώ ο τεχνολόγος που θα με παρακολουθούσε όλη τη νύχτα καθώς θα κοιμόμουν, θα ερχόταν στις έντεκα. Και τότε,  έγινε αυτό που μ’ έκανε να νοιώσω για πρώτη φορά ανθρώπινη ζεστασιά σ’ αυτό χώρο: “Κάπου σας ξέρω”, είπε η κοπέλα μ’ ένα βλέμμα  μεταξύ περιέργειας και απορίας. “Είσαστε τριάντα και κάτι;” την ρώτησα. “Ναι, 33”, μου απάντησε. “Ε, τότε θα βλέπατε μικρή τον Παραμυθά στην τηλεόραση”, κατέληξα. “Αααα…” έκανε η κοπέλα και τα μάτια της γέμισαν μ΄εκείνη την γλυκιά παιδική τρυφερότητα, που βλέπω τα τελευταία πέντε χρόνια, στα μάτια νέων γυναικών και αντρών που συναντώ σε διάφορα μέρη. Είπαμε διάφορα περί “Παραμυθά” κι ύστερα κατεβήκαμε με τη φίλη μου στο μπαρ του Νοσοκομείου, ενώ είχα αρχίσει να ξεχνάω γιατί είχα πάει εκεί, αφού δεν ένοιωθα καθόλου ασθενής, αντίθετα θα έλεγα, έσκαγα από υγεία! Στις δέκα η ώρα έκλεισε το μπαρ, ανεβήκαμε πάνω και ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο για να βάλω ένα λεπτό καλοκαιρινό παντελόνι και ένα φανελάκι που θα έπαιζαν το ρόλο της πυτζάμας, όπως εγώ έπαιζα τον άρρωστο, γιατί η κυρία Παραμυθά είπε ότι αφού δεν φοράω ποτέ πυτζάμα, δεν υπάρχει λόγος να αγοράσω για μια φορά. Σωστήηηηη…

30112009873

Στην άλλη μεριά του δωματίου, ήταν ο χώρος με τα μηχανήματα απ’ όπου ο τεχνολόγος θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου!  “Δουλειά κι αυτή!” σκέφτηκα και κάθησα να συμπληρώσω ένα ιστορικό μου με ερωτήσεις (πέντε σελίδων) για το γιατρό. Ξανακοιτάζοντας τις απαντήσεις που έδωσα, βεβαιώθηκα ότι δεν μπορεί να έχω άπνοια. Αλλά πια η ιστορία με διασκέδαζε πραγματικά, λες και κάναμε γύρισμα για ταινία. Πάνω εκεί, ήρθε η βοηθός του τεχνολόγου που θα με καλωδίωνε. “Σηκώστε το φανελάκι σας” μου είπε, και έμεινε το χέρι της ακίνητο.  “Κάτι μου θυμίζετε”, μου λέει με ένα ύφος σαν να μην θέλει να πιστέψει αυτό που έβλεπε μπροστά της. “Μήπως βλέπατε τον Παραμυθά;”  την ρώτησα. “Αχ, ναι…” είπε εκείνη και τα μάτια της γέμισαν με μια τρυφερότητα, που μ’ έκανε να ξεχάσω πού βρισκόμουν. “Είδατε τι είναι η ζωή”, της λέω. “Ποιος να σας το ‘λεγε όταν βλέπατε την εκπομπή ως κοριτσάκι, ότι θα ‘ρχόταν μια μέρα που θα καλωδιώνατε τον Παραμυθά”. Ήταν στα όρια να βουρκώσει από τη συγκίνηση και μου κόλλησε μηχανικά, μ’ ένα φαρδύ ειδικό τσιρότο, το πρώτο καλώδιο στο στήθος  μου. “Άουτς”, έκανα καθώς ένοιωσα σαν να μου βγάζουν τις τρίχες με τσιμπιδάκι. “Συγνώμη, σας πόνεσα;” με ρώτησε στενοχωρημένη η κοπέλα. ” Όχι, όχι μη στενοχωριέσαι…εντάξει…” της είπα. “Ξέρετε, αύριο θα είναι το δύσκολο που θα κάνετε μία ελαφριά αποτρίχωση, καθώς θα τα  βγάζουμε”.  Και το στόλισμα του επιτάφιου άρχισε. “Βγάζε φωτογραφίες”, είπα στη φίλη μου. Τσιρότα, ζώνες, σωληνάκια μέσα στη μύτη…

30112009879

… καλώδια πάνω στο κεφάλι, μπροστά στο μέτωπο, πίσω από το κεφάλι, στο λαιμό, στα  χέρια, στα πόδια, κάναμε μισή ώρα για να ολοκληρωθεί το πράγμα. Οπότε ήρθε η κρίσιμη στιγμή να πάω τουαλέτα.

30112009883

Μου εξήγησε η κοπέλα ότι, στη διάρκεια της νύχτας,  θα πρέπει να φωνάζω τον τεχνολόγο που θα παρακολουθεί τον ύπνο μου να βγάζει το βύσμα που θα συνδέει τον πίνακα με τα καλώδια και το κομπιούτερ του δωματίου ή να μου φέρνει πάπια. “Ούτε γι’ αστείο πάπια”. Μόνο που σκέφτομαι τον άνθρωπο να το παίρνει και να το κουβαλάει γεμάτο, καταντράπηκα. Έτσι πήρα τον πίνακα με τα καλώδια και πήγα στην τουαλέτα. Αν προσέξετε, θα δείτε ότι ο δείκτης του δεξιού χεριού έχει κάτι σαν μεγάλο άσπρο μανταλάκι, αυτό ήταν και η δυσκολία. Όλα έπρεπε να γίνουν με το αριστερό χέρι… Και καλά το φερμουάρ κατέβηκε. Αλλά έχετε δοκιμάσει ποτέ να ανεβάσετε φερμουάρ σε λεπτό παντελόνι, χωρίς να κρατάτε κόντρα με το άλλο χέρι; Ε, δεν γίνεται. Έτσι, βγήκα με ένα ανέμελο ύφος έχοντας το φερμουάρ κατεβασμένο. Ε, οι άρρωστοι δεν παρεξηγούνται. “Πώς τα αισθάνεστε;” με ρώτησε η κοπέλα. “Με στενεύουν λίγο οι ζώνες στο στήθος και στη κοιλιά και με γαργαλάνε τα καλώδια στο μάγουλο”. Έκανε κάτι ψιλοδιορθώσεις, και χάθηκε στο δωμάτιο παρακολούθησης. “Βγάλε με και καμιά χαρούμενη”, είπα στη φίλη μου και πήρα πόζα.

30112009882

Κι εκείνη τη στιγμή μπήκε ο τεχνολόγος που θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου. “Πώς νοιώθετε; Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω”, είπε ο τρίτος των παραμυθομεγαλωμένων, που είχε πληροφορηθεί από τη βοηθό του για ποιον θα ξενυχτήσει, κι ήρθε με τα μάτια ήδη γεμάτα από εκείνη τη γλυκειά παιδική τρυφερότητα. Τρεις στους τρεις! σκέφτηκα συγκινημένος πια. Έχω πέσει σε φωλιά παραμυθομεγαλωμένων! “Πόσω χρονών είσαι;” τον ρώτησα.  “Τριάντα πέντε”, μου απάντησε. “Αν φύγω θα το γλυτώσεις το ξενύχτι;” τον ρώτησα γελώντας. “Μπα, όχι είναι άλλοι δύο που θα παρακολουθώ όλη τη νύχτα”, απάντησε κι αυτός γελώντας σαν παιδί. “Πόσες ώρες θα πρέπει να κοιμηθώ  για να βγει συμπέρασμα;” ζήτησα να μάθω. “Τουλάχιστον τρεις, για να υπάρξει η κατάσταση REM που ελέγχουμε”.  (Έβαλα link για όποιον θέλει να μάθει τι είναι ο REM). “Και τώρα θα πρέπει να ξαπλώσετε”, συνέχισε, ο Βαγγέλης (έτσι τον λέγανε)  “για να τεστάρω τις συνδέσεις”. Ξάπλωσα και ζήτησα από τη φίλη μου να μου βγάλει μια τελευταία φωτογραφία, πριν πάει μαζί με το συνάδελφό της στο διπλανό δωμάτιο, καθώς την έτρωγε η περιέργεια να δει τα μηχανήματα.

30112009884

Όταν έμεινα μόνος μου, πήρα την αγαπημένη μου στάση ύπνου, τη στάση του νεκρού στο φέρετρο  – ανάσκελα δηλαδή και με σταυρωμένα χέρια στο στήθος – κι άρχισα να παρατηρώ το δωμάτιο από την καινούργια μου οπτική γωνία και να χαλαρώνω. Στην πάνω δεξιά μου γωνία είχε μία τηλεόραση και στην αριστερή μία κάμερα, απ’ όπου θα με παρακολουθούσαν όλη τη νύχτα, πέρα από τις πληροφορίες που θα έπαιρναν για τις ζωτικές λειτουργίες μου από τα καλώδια. Είχα χαλαρώσει τελείως. Σε λίγο μπήκε η φίλη μου, μου είπε ότι κάποια στιγμή ήμουν πιο ακίνητος από τους άλλους δύο που είχαν ήδη κοιμηθεί και νόμισαν ότι κάτι είχε πάθει η κάμερα και πάγωσε η εικόνα. “Έχεις κι αυτή τη στάση και τρόμαξα…” μου είπε γελώντας η φίλη μου. Χαιρετηθήκαμε και έσβησε τα φώτα πριν φύγει και κλείσει την πόρτα. Κοίταξα την ώρα, πατώντας το κουμπάκι που φωτίζει το καντράν του ρολογιού μου: 12 και 5. Έκλεισα τα μάτια μου. Χαλάρωσα εντελώς. Μετά από λίγο, άνοιξα τα μάτια. Ένοιωθα φοβερά ξύπνιος. Κοίταξα πάλι το ρολόι. Δεν ήταν μετά από λίγο, είχε περάσει ένα τέταρτο. Αυτό το παθαίνω αρκετές φορές. Μπορώ να κοιμηθώ δέκα – δεκαπέντε λεπτά και μετά να νοιώθω ξύπνιος και ξεκούραστος για ώρες. “Ωχ”, σκέφτηκα. “Αν κάθε τόσο κοιμάμαι έτσι, δεν θα πιάσω ποτέ το τρίωρο!”  Άρχισα να παρατηρώ μέσα στο σκοτάδι γύρω μου για να μην σκέφτομαι και τότε πρόσεξα ένα μικρό απαλό κόκκινο φωτάκι στο αριστερό μου χέρι. Το άσπρο μανταλάκι στον δείχτη, έβγαζε ένα απαλό κόκκινο φως! “Χα, χα, χα… Σαν τον Ε.Τ. (ι – τι) είμαι που έβγαζε από αυτό το δάχτυλό του φως! (Την έχετε δει την ταινία φαντάζομαι. Αν όχι δείτε την. Είναι υπέροχη).   Και τότε, πρόσεξα ότι η κάμερα απέναντί μου έβγαζε μια θολή κόκκινη λάμψη από το φακό της. Κατάλαβα. Για να μπορεί να “βλέπει” στο σκοτάδι, είχε εκείνη την τεχνολογία που είχαν και οι διόπτρες των όπλων στο Βιετνάμ, για να μπορούν οι στρατιώτες να βλέπουν να σημαδεύουν και να σκοτώνουν στο σκοτάδι. Τι ύπουλο!.. Σκέφτηκα κάτι που είχα ακούσει: ότι τα περισσότερα πράγματα της τεχνολογίας που χρησιμοποιούμε, φτιάχτηκαν πρώτα για τον πόλεμο ή για τη διαστημική έρευνα. Κι εκείνη τη στιγμή μου ήρθε να κάνω ένα χοντρό αστείο στον Βαγγέλη, τον τεχνολόγο που με παρακολουθούσε με την κάμερα εκείνη τη στιγμή: Να σηκώσω το αριστερό μου χέρι προς την κάμερα, και με το “φωτεινό” μου δάχτυλο τεντωμένο να κάνω τη γνωστή κίνηση που σημαίνει, “άει γα*%$ ου”. Χα, χα, χα… Ενθουσιάστηκα. Δεν το έκανα βέβαια αλλά σκέφτηκα κι άλλο. Να σηκώσω το χέρι μου προς τη κάμερα σφιγμένο σε γροθιά και να κάνω την επίσης γνωστή κίνηση που υποδηλώνει την ενδοπαλαμική ψευδοσυνουσία. (Χα, χα, χα… έτσι στην καθαρεύουσα, δεν χρειάζεται να αντικαταστήσω κάποια γράμματα με σύμβολα. Χα, χα, χα…) Ούτε αυτό το έκανα βέβαια. Και τότε σκέφτηκα ότι αυτός ο νεαρός άντρας που τώρα με παρακολουθούσε στο μόνιτορ  που είχε μπροστά του, κάποτε, ως μικρό αγόρι καθισμένο μπροστά σε μια άλλη οθόνη, με έβλεπε να κάνω τον Παραμυθά. Κι ύστερα σκέφτηκα τα άλλα δύο κορίτσια, τη νοσηλεύτρια και τη βοηθό τεχνολόγου, που ως μικρά κορίτσια με έβλεπαν στην τηλεόραση σαν Παραμυθά.  Και μού ‘ρθατε στο νου εσείς, που τρία χρόνια σχεδόν που υπάρχει το blog, μου στέλνετε αγάπη, μια αγάπη που έχω δει στα μάτια όσων έβλεπαν την εκπομπή και με συναντάνε ξαφνικά, μια αγάπη που έχει ανιδιοτέλεια, γιατί βγαίνει μέσα από την αθωότητα και το άνοιγμα της παιδικής ηλικίας, μια αγάπη που με τα χρόνια κρύβεται σιγά σιγά, ίσως χάνεται, μια αγάπη που έχει και μια αγνότητα ευγνωμοσύνης γι΄αυτό που εκείνος ο παππούς στην τηλεόραση έκανε εκείνα τα παιδιά να νοιώθουν. Όπως εκείνο το κοριτσάκι που άντεχε την αθλιότητα του σπιτιού του, μόνο και μόνο επειδή έπαιρνε δύναμη κάθε φορά που έβλεπε την εκπομπή και φανταζόταν ότι πετάει μαζί με εκείνον τον παππού και ότι έτσι θα φύγει πετώντας κάποια μέρα από το παλιόσπιτο που την έκανε δυστυχισμένη. Ή όπως εκείνο το αγόρι που του άρεσε τόσο πολύ να βλέπει τον Παραμυθά να πετάει που όταν μεγάλωσε, πήγε και έγινε πιλότος, για να μπορεί κι αυτός να πετάει. Ή όπως εκείνα τα δύο αδελφάκια που μεγάλωναν σε Ορφανοτροφείο και κάθε Σάββατο στις πέντε, το έσκαγαν από το Ορφανοτροφείο που δεν είχε τηλεόραση και πήγαιναν σε ένα διπλανό σπίτι που είχαν γνωρίσει τα παιδιά που έμεναν εκεί, και έβλεπαν τον Παραμυθά, που γι’ αυτούς -όπως του είπαν μεγάλα πια όταν τον συνάντησαν- συμβόλιζε την ελευθερία. Ή όπως εκείνο το αγόρι που είχε γεννηθεί με σχιζοφρένεια κι έβλεπε την εκπομπή, κι όταν τον ζόριζαν και πάθαινε κρίση, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά και φώναζε: “Θα το πω στον Παραμυθά… Θα το πω στον Παραμυθά…” Ή όπως τόσες άλλες ιστορίες που άκουσα, όταν άρχισα να συναντάω κάποιους από σας. Και καθώς ήμουν έτσι ξαπλωμένος και τα σκεφτόμουν όλα αυτά, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα… Κι ένοιωθα μια φοβερή χαρά μέσα μου. Το σώμα μου το πλημμύριζε μια φοβερή ενέργεια, που ένοιωθα ότι θα μπορούσα να ρίξω μια στον τοίχο και να τον γκρεμίσω. Πλημμύριζα από υγεία και δύναμη. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ‘ταν να ήμουν τώρα έξω και να περπάταγα στους άδειους δρόμους, μέσα σ’ αυτή γλυκειά νύχτα. Ήμουν εντελώς ξύπνιος, σαν να είχα κοιμηθεί ώρες… Κοίταξα το καλωδιωμένο σώμα μου, και καθώς ένοιωσα να μην με νοιάζει καθόλου αυτή η ιστορία, να μην με νοιάζει αν έχω ή δεν έχω άπνοια, κι αν θα πεθάνω σε δύο ώρες ή σε δύο ή σε είκοσι χρόνια, αισθάνθηκα, έτσι τυλιγμένος με όλα αυτά τα καλώδια, πολύ μαλάκας! Κάποια στιγμή πριν είχα σκεφτεί ότι αν δεν νυστάξω έως τις μία η ώρα, θα φύγω. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μία και πέντε. Έδωσα μια κι ανακάθησα στο κρεβάτι. Χτύπησα το κουδούνι ανάγκης, κι αμέσως μπήκε ο Βαγγέλης και άναψε το φως. “Έλα, Βαγγέλη”, του είπα χαμογελώντας, “ξήλωνε να φύγω”. “Μήπως κάποια καλώδια σας ενοχλούν και θέλετε να τα μετακινήσουμε;” με ρώτησε διστακτικά. “Όχι, παιδί μου”, του είπα, “θέλω μόνο να φύγω”.  Ήμουν τόσο ήσυχος και σίγουρος, που δεν έκανε άλλη προσπάθεια να με πείσει και μέσα σε δέκα λεπτά τα είχε αποσυνδέσει όλα. Ντύθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου, υπόγραψα το χαρτί που έλεγε ότι έφυγα με τη θέλησή μου, χαιρέτησα τον Βαγγέλη ευχαριστώντας τον και κατέβηκα με το ασανσέρ στον άνευ λόγου φαρδύ, ψηλό και μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο, και που ήταν φτιαγμένος έτσι όχι για κανένα πρακτικό, λειτουργικό λόγο, αλλά για να κάνει αυτούς που μπαινόβγαιναν να νοιώθουν ότι είναι “κάποιοι” κι έτσι να ‘ναι ευχαριστημένοι που τους τα μασάνε.
Βγήκα στο δρόμο. Ήταν δύο παρά εικοσιπέντε το πρωί. Πέρασα το μικρό σακίδιο στην πλάτη μου. Η Μεσογείων ήταν άδεια και η νύχτα πολύ γλυκειά. Ένοιωσα φοβερά χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Ένοιωθα όπως τότε που ήμουν μικρό αγόρι και την έκανα κοπάνα από το σχολείο, με την τσάντα στον ώμο. Το τι σκασιαρχεία έκανα μικρός, δεν λέγεται! Τι φοβερή ελευθερία!… Ρούφαγα τον βραδυνό γλυκό αέρα και δεν τον χόρταινα. Ούτε κοίταξα πίσω μου. Έστριψα στην Αλεξάνδρας. Κι αυτή άδεια. Περπάταγα απίστευτα ανάλαφρα. Ήταν -αλήθεια σας λέω- σαν να πέταγα!!! Σας σκεφτόμουν, σκεφτόμουν όλα τα παιδιά του κόσμου και στα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα από χαρά… Έφτασα μετά από μισή ώρα περπάτημα στο χώρο όπου  θα κοιμόμουν και πριν πέσω για ύπνο, άνοιξα το κομπιούτερ μου και σας έγραψα το “Μικρό trailer για το αυριανό post”, που έγινε τελικά μεθαυριανό και που μόλις τέλειωσε.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους σας.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ γλυκά.
Νίκος

Μικρή παράταση σας παρακαλώ.

PARAMITHAS HERETAEI

Συγνώμη βρε παιδιά, αλλά δεν προλαβαίνω να τελειώσω το ποστ, νύσταξα. Ευχαριστώ για τα σχόλιά σας, να σας πω μόνο ότι δεν συνέβη τίποτα, απλώς μπήκα στο ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ για να κάνω ένα τεστ ύπνου, αλλά στη μία ώρα πάνω βαρέθηκα κι έφυγα. Λεπτομέρειες αύριο.
Καλό μήνα
Φιλιά
Π.

Μικρό trailer για το αυριανό post

Επειδή είναι τρεις παρά εικοσιπέντε το πρωί, γύρισα πριν λίγο και είμαι ψιλοπτώμα με όσα τράβηξα, μόνο αυτά τα δυο λόγια και μια φωτογραφία, έτσι σαν σύντομο trailer της ιστορίας που θα γράψω αύριο.

Καλό ξημέρωμα.
Π.

30112009884