Μια ζόρικη συνάντηση

Εδώ και μια εβδομάδα, αναβάλλω να σας γράψω για κάτι που μου συνέβη. Δεν είμαι σίγουρος, ακόμα και σήμερα, αν έχει κανένα νόημα να το κάνω. Αλλά το υποσχέθηκα και κάποιοι το εντόπισαν στα σχόλιά τους…

Κάθε φορά που συναντώ στο δρόμο κάποιον ή κάποια  από σας -από όλους εσάς που βλέπατε την εκπομπή του ΠΑΡΑΜΥΘΑ, όχι μόνο όσους μπαίνουν εδώ στο blog- συγκινούμαι με αυτό που βλέπω στα μάτια σας και νοιώθω χαρά από τα σχόλια ή τη γρήγορη συζήτηση που κάνουμε. Να, όμως, που υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις.
Το καινούργιο γραφείο που έπιασε ο «μάστορας» είναι στα Εξάρχεια. Δεν έχει αρχίσει ακόμα να λειτουργεί, αλλά έχουμε αρχίσει και πηγαίνουμε για να τακτοποιούμε τους χώρους. Καμιά τετρακοσαριά μέτρα από το γραφείο,  είναι ένα παράρτημα του ΟΚΑΝΑ  (ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ).  Το μεγαλύτερο μέρος της μέρας, πηγαινοέρχονται  εκεί – περνώντας μπροστά από το γραφείο μας που είναι γωνία και έχει γύρω γύρω μεγάλα τζάμια –  πολλοί «χρήστες» και των δύο φύλλων, όπου παίρνουν μέρος σε διάφορα προγράμματα του ΟΚΑΝΑ. Είναι φορές που το θέαμά τους σου σκίζει την καρδιά – κυρίως όταν κάποιος ή κάποια σε πετύχουν έξω και σε σταματούν για να σου ζητήσουν λίγα ψηλά ή κανένα τσιγάρο. Λένε ότι δεν πρέπει να δίνεις, αλλά εγώ δεν μπορώ να μην δίνω. Τη βρίσκω πολύ λογική και ψυχρή την άποψη…

Την περασμένη Τετάρτη το απόγευμα, καθώς  ετοιμαζόμουν να μπω  στο γραφείο,  άκουσα μια φωνή πίσω  μου: «Μήπως έχετε να μου δώσετε ένα ευρώ να πάρω τσιγάρα, σας παρακαλώ…». Γύρισα. Ήταν ένας νέος άντρας γύρω στα τριάντα. Τρομερά αδύνατος και ψηλός. Με περνούσε περισσότερο από ένα κεφάλι. Δεν μπέρδευε τις λέξεις  ούτε ψεύδιζε όπως άλλοι, τα μάτια του όμως είχαν εκείνο το κάπως φευγάτο, κάπως κενό από συναίσθημα. Έβγαλα και του ‘δωσα. Και καθώς ετοιμαζόμουν να φύγω, τα μάτια του γέμισαν χαρά – γυάλισαν – και με ένα χαμόγελο γεμάτο έκπληξη, μου είπε: «Είσαι ο Παραμυθάς»! «Ναι», του είπα,  αλλά με ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα μέσα μου για τέτοια συνάντηση. Βούρκωσα. «Πόσο χρονών είσαι»,  τον ρώτησα. «Τριάντα ένα. Σε έβλεπα όταν ήμουν μικρός», συνέχισε χαρούμενος σαν μικρό παιδί, «μας έβαζε ο πατέρας μου με την αδελφή μου και σε βλέπαμε κάθε Σάββατο… Πω,  πω!… Ποιος θα μου το ‘λεγε ότι θα ζήταγα λεφτά από τον Παραμυθά!!!» Το βλέμμα του σκοτείνιασε και συνέχισε: «Τα ‘ χω κάνει μαντάρα. Αλλά εδώ και τρεις μέρες έπιασα δουλειά και θα τα σταματήσω…».  Σήκωσα το χέρι μου να του χαϊδέψω το κεφάλι, αλλά ήταν πολύ ψηλός και δεν τον έφτανα κι έτσι του χάιδεψα το σβέρκο. Του έδειξα τη γυάλινη πόρτα του γραφείου και του είπα: «Σε κάνα μήνα θα έρχομαι εδώ, θα είναι το γραφείο μου. Όταν με δεις να είμαι μέσα μπες να μου πεις τις μαλακίες που έχεις κάνει στη ζωή σου».  Του ‘ριξα μια απαλή, χαϊδευτική καρπαζιά. «Αν επιτρέπετε, τι δουλειά θα κάνετε εδώ», με ρώτησε. «Εκπομπές για την τηλεόραση, διαφημιστικά, ταινίες… ό,τι μας κάτσει», του απάντησα.  «Έχεις κομπιούτερ», τον ρώτησα. «Έχει ο θείος μου»,  είπε.  Έγραψα σε ένα χαρτάκι τη διεύθυνση του blog μου και του το έδωσα λέγοντας. «Πήγαινε εδώ και θα βρεις παλιές εκπομπές του Παραμυθά». Τα μάτια του γυάλισαν πάλι. «Ααα!… Θα τις δω οπωσδήποτε…», είπε χαρούμενος. Του ξαναχάιδεψα το σβέρκο,  έβγαλα  όλα τα κέρματα που είχα στη τσέπη και του γέμισα τη φούχτα. «Φχαριστώ πολύ… φχαριστώ πολύ…» μουρμούρισε. «Να ‘ρθεις να με δεις», του είπα και μπήκα στο γραφείο χωρίς να τον ξανακοιτάξω καθώς εκείνος απομακρύνθηκε ψιλοσέρνοντας τα πόδια του. Έκλεισα την πόρτα κι έπεσα στον καναπέ. Τα μάτια μου τρέχανε δάκρυα, καθώς θυμήθηκα για χιλιοστή φορά στη ζωή μου, τη φράση που είχα πρωτοδεί στα 18 μου, όταν πήγαινα Δραματική Σχολή, στο θεατρικό έργο «Ο Διάβολος και ο καλός Θεός», του Σαρτρ:  «Ο ανθρώπινος πόνος είναι απέραντος…»

Καλό βράδυ…. Και να φροντίζετε τα παιδιά σας. Και φροντίδα δεν είναι να τα κάνετε όπως θέλετε εσείς, αλλά να τα βοηθήσετε με την καρδιά σας να ανθίσει εκείνο που πραγματικά είναι τα ίδια·  να  τα βοηθήσετε να μην φοβούνται να έχουν πάντα ανοιχτή την καρδιά τους, που σημαίνει ότι πρέπει πρώτα εσείς να μην φοβάστε να την έχετε ανοιχτή, δηλαδή να μην φοβάστε τον πόνο, γιατί απ’ αυτόν μαθαίνουμε.

Σας φιλώ
Π.

18 Σχόλια στο “Μια ζόρικη συνάντηση”

      νατασσάκι
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 0:47

      …………..
      δεν ξέρω αν πρέπει να ευχηθώ να έρχεται να σε βρίσκει (που σημαίνει ότι θα είναι εκεί κοντά, άρα θα συνεχίζει) ή να μην έρχεται, να «ξεκόψει»….

      Είναι ζόρικο, ξέρω… Είδες όμως, όλων τα μάτια γυαλίζουν από χαρά, όταν θυμηθούν τι καλά που ήταν όταν ήμασταν παιδιά.
      ———————–
      Και φροντίδα δεν είναι να τα κάνετε όπως θέλετε εσείς, αλλά να τα βοηθήσετε με την καρδιά σας να ανθίσει εκείνο που πραγματικά είναι τα ίδια· να τα βοηθήσετε να μην φοβούνται να έχουν πάντα ανοιχτή την καρδιά τους, που σημαίνει ότι πρέπει πρώτα εσείς να μην φοβάστε να την έχετε ανοιχτή, δηλαδή να μην φοβάστε τον πόνο, γιατί απ’ αυτόν μαθαίνουμε.

      Ευχαριστώ 🙂
      Φιλί

      Καλημέρα

      Sweet and bitter
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 1:49

      Φαίνεται ότι οι ζόρικες συναντήσεις είναι αυτές που μας μένουν! Κι ακόμη κι από αυτές, κάτι θετικό βγαίνει!

      «να μην φοβάστε τον πόνο, γιατί απ’ αυτόν μαθαίνουμε»: ναι, και βγαίνουμε πιο δυνατοί!

      Καλό βράδυ, Παραμυθά μου!

      Γιαννης απο ΝΥ
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 6:01

      papiera σου απαντησα στο προηγουμενο ποστ.

      Εμενα αυτο που μου κανει εντυπωση ειναι που αυτο το παιδι αρχισε να δικαιολογειται στον Παραμυθα οτι τα εκανε «μανταρα» λες και ο Παραμυθας ειναι καποιος θειος του που ειχε να τον δει για χρονια…

      Παραμυθακο εχεις πολλα παιδια και πολλα απο αυτα εχουν φαει πολλες κλωτσιες, αλλα οπως και το παιδι αυτο, σε εσενα βλεπουν μια αληθεια που τους χαριζες απο την μικρη τους ηλικια. Κατηγορησε τον εαυτο του, κι οχι τον παλιοκολοκοσμο για την μανταρα κατασταση του, γιατι ο κοσμος του Παραμυθα δεν τον προειδοποιησε ποτε για ασχημιες. Δεν χρειαζοταν. Του εδειχνε μονο αγαπη και η αγαπη ειναι αληθινη και μενει. Αυτην ειδε το παιδι αυτο και τα ματια του «γυαλισαν». Μεσα απο ολη αυτη την μαυριλα που θα κουβαλαει μεσα του η μνημη του Παραμυθα «πεταχτηκε»και του ελαμψε την καρδια, την ψυχη, και τα ματια. Εστω και για λιγο…

      philos
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 10:29

      Και ένα πολύ «ζόρικο» κείμενο για όλους εμάς…

      Το σχόλιο του Γιάννη απο ΝΥ είναι εξαιρετικό και νομίζω με καλύπτει πλήρως.
      Μακάρι αυτή η μικρή ελπίδα που έλαμψε μέσα σε αυτό το παιδί να τον βοηθήσει να ξεφύγει. Να πιστεψει ότι υπάρχει ένας φύλακας άγγελος που είναι εκεί να τον βοηήσει να ξεκολλήσει!

      andi
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 10:49

      πραγματικά συγκινήθηκα! και εγώ συναντώ στο δρόμο κόσμο που ζητάει λεφτά και πάντα κάνω την ίδια ερώτηση στον εαυτό μου να δώσω ή να μη δώσω…
      Όμως είδες μια λάμψη στο πρόσωπο του όταν κατάλαβε ότι είσαι ο παραμυθάς. Τουλάχιστον εσύ παραμυθά έχεις βάλει κάποια λιθαράκια σε μας τους 30 και κάτι.. είναι πολύ σημαντικό. Τα βιώματα της παιδικής ηλικίας είναι πολύ σημαντικά στη ζωή του κάθε ανθρώπου.

      QwfwqN
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 11:53

      Μια φορά μόνον έδωσα λεφτά: σε ένα παλλικάρι που ‘εχε (έχει, ελπίζω) τ’ όνομα του γιού μου… Και τότε ψυχανεμίστηκα πόσο δύσκολα εφαρμόζεται αυτή η συμβουλή των ειδικών («μη δίνεις λεφτά») αν βρεθείς στην τραγική θέση ενός γονιού που βλέπει το παιδί του να λιώνει… Μακάρι, η λάμψη της παραμυθένιας ανάμνησης να το σώσει το παιδί

      Nelli Nezi
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 13:18

      Ok …τώρα συγκινήθηκα ειλικρινά πολύ Παραμυθάκο μου και με σένα, και με όλο αυτο που μας έδωσες, και με το παιδί που σίγουρα δεν ήρθε τυχαία στο δρόμο σου , και με τον Τζονάκο.

      papiera
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 13:28

      Μακάρι να έρθει να σε βρει Παραμυθά.
      μια συζήτηση μαζί σου, αξίζει πολλά!!
      Πιο πολλά από όλα τα ευρώ του κόσμου!

      Nelli Nezi
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 13:30

      Kι αν δεν είναι αυτό πληρωμή για τη δουλειά σου , τότε τι είναι;

      Κι αν δεν είσαι εσύ πλούσιος, τότε ποιος είναι;

      Είναι αυτό που λένε ότι μέσα στην ασχήμια της ζωής κρύβεται η ομορφιά

      Mika
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 15:26

      Αχ Παραμυθά μου γλυκέ, είσαι μεγάλη καρδιά…

      » Έκλεισα την πόρτα κι έπεσα στον καναπέ. Τα μάτια μου τρέχανε δάκρυα…»

      Παραμυθομεγαλωμένη
      20 Φεβρουαρίου 09 στις 19:30

      Να γιατί σ`αγαπάμε και γιατί μας κέρδισες διπλά, ως παιδιά και μετά ξανά απ`την αρχή όταν σε ξανασυναντήσαμε εδώ. Γιατί αν σταθώ κι εγώ στην εικόνα σου στον καναπέ να κλαις γι`αυτό το παιδί, θα πω πως ένιωσα περήφανη για σένα. Επειδή αυτό ακριβώς θα έκανε ένας άνθρωπος που άξιζε πραγματικά να μπει στις παιδικές ψυχές. Ένας άνθρωπος που αγαπά και νοιάζεται αληθινά για τα παιδιά. Είτε είναι δικά του , είτε δουλεύει μαζί τους είτε δημιουργεί γι`αυτά -γιατί και τότε και πάλι «δικά» του είναι. Τον δένουν μαζί τους δεσμοί καρδιάς, μια συνωμοσία γλυκών συναισθημάτων, μια πνευματική συνάντηση σαν φωτεινός φάρος στις τρικυμίες της ζωής και τον δυο τους. Έτσι..ακούσια και αβίαστα ανεβαίνουν τα δάκρυα στα μάτια..γιατί συνειδητοποιείς οτι ίσως κάποια «παιδιά σου» να χάθηκαν από το κοπάδι, να ατύχησαν και να πληγώθηκαν άσχημα από τη ζωή. Ένα είδος ευθύνης σε πλημμυρίζει σαν να φταις που δεν συνάντησαν έναν κόσμο σαν εκείνο των παραμυθιών σου και που δεν τα βοήθησες να δραπετεύσουν από τον πόνο με το μαγικό γιλέκο. Κι όμως, η παρουσία σου και μόνο έδωσε στο παιδί αυτό χίλιες ελπίδες, πόσο μάλλον το κάλεσμά σου να σε επισκέπτεται. Αγάπη χρειάζεται ο καθένας από μας για να λυτρωθεί. Η πράξη σου ήταν στην ουσία της, απόλυτα χριστιανική. Αυτά είναι τα «κεράκια» που ζητάει ο Θεός. Όχι εκείνα τα υποκριτικά,τα τυπικά και γεμάτα παρακαλετά της εκκλησίας.. Κι ούτε αξίζει τόση διανοητική επεξεργασία το να δώσω ή όχι λίγα χρήματα. Ας κάνουμε πάντα «κάτι» έστω και μικρό..ποτέ δεν χάνεις προσφέροντας..Και η ζωή δεν έχει εξασφαλισμένο κανενός το Αύριο..

      Ροζαλία
      21 Φεβρουαρίου 09 στις 15:40

      Πραγματικά, πιστεύω κι εγώ όπως και ο Γιάννης ότι αυτό το 30χρονο παιδί ένιωσε σαν να απολογείται σε ένα δικό του άνθρωπο για τα λάθη του.

      Και ελπίζω κι εγώ όπως ο Άρης – Έντεκα ότι θα μπει στο κομπιούτερ του θείου του να διαβάσει την υπέροχη αυτή ανάρτηση.

Σχολιάστε