“Ένα παραμυθένιο ξημέρωμα”

Τελικά έγραψα ένα ακόμα βιβλίο του “Παραμυθά”, το όγδοο για τις Εκδόσεις Ψυχογιός και το δέκατο τρίτο γενικά. Ο τίτλος του βιβλίου είναι, “Ο Δράκος της Κίνας” και θεωρητικά θα πρέπει να κυκλοφορήσει μέσα στο 2019. Έτσι για σήμερα λέω να ανεβάσω κάτι από αυτό το βιβλίο. Είναι το τελευταίο κείμενο που δεν είναι παραμύθι, αλλά κάτι σαν παραμύθι. Και ο τίτλος του είναι αυτός που έβαλα στο ποστ, “Ένα παραμυθένιο ξημέρωμα”.
Καλό Σαββατοκύριακο.
             Π.

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Αυτό που θα σας πω δεν είναι παραμύθι, αλλά είναι σαν παραμύθι. Την εβδομάδα που μας πέρασε, ήμουν τον περισσότερο καιρό στο κρεβάτι γιατί είχα αρπάξει ένα γερό κρύωμα. Κι αυτός ο καιρός φέτος δε λέει να φτιάξει. Παιδεύτηκα λίγο γιατί δεν παίρνω φάρμακα κι αφήνω την αρρώστια πάντα να κάνει τον κύκλο της. Ένας σοφός γιατρός μου είχε πει κάποτε ότι όταν αρρωσταίνουμε το σώμα μας προσπαθεί να μας πει κάτι και πριν πάμε στο γιατρό να προσπαθήσουμε πρώτα να ακούσουμε ό,τι προσπαθεί εκείνο να μας πει. Έτσι, λοιπόν, έπινα τσαγάκια, έτρωγα ελαφρά και κοιμόμουν πολύ, γιατί ο ύπνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Και να που χθες, ξυπνάω λίγο πριν το χάραμα του ήλιου, κι αισθάνομαι το σώμα μου να γεμίζει με δύναμη. Επιτέλους, είχα γίνει καλά. Ντύθηκα ζεστά, βγήκα στη βεράντα μου και κάθισα να δω το ξημέρωμα, την ανατολή του ήλιου. Το θέαμα ήταν… παραμυθένιο. Υπήρχαν μόνο λίγα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό. Η δροσιά ήταν απλωμένη στα λιβάδια. Δεν υπήρχαν πουθενά σκιές. Ήταν ήσυχα και δεν είχε σηκωθεί ακόμα αεράκι κι έτσι τα φύλλα στέκονταν ακίνητα. Δεν υπήρχε καπνός σε κανένα από τα σπίτια, αλλά οι σκεπές άρχισαν να γυαλίζουν με το φως που ερχόταν. Τ’ αστέρια παραδίνονταν διστακτικά στη δύση τους κι υπήρχε εκείνη η ιδιαίτερη σιωπηλή αναμονή που υπάρχει όταν πρόκειται να βγει ο ήλιος· οι λόφοι περίμεναν, όπως και τα δέντρα, ενώ τα λιβάδια άνοιγαν από τη χαρά τους. Τότε ο ήλιος άγγιξε τις κορφές των βουνών μ’ ένα απαλό, ανακουφιστικό άγγιγμα· τα φύλλα άρχισαν να σαλεύουν ύστερα από τη μακριά νύχτα και καπνός άρχισε ν’ ανεβαίνει ίσια προς τα πάνω από κάποιο σπίτι. Κι αργά, διστακτικά, ντροπαλά άρχισαν οι μακριές σκιές ν’ απλώνονται στη γη· τα βουνά έριχναν τις σκιές τους στους λόφους και οι λόφοι στα λιβάδια και τα δέντρα ανυπομονούσαν για τις δικές τους σκιές που ήρθαν σύντομα κι αυτές, οι ανοιχτές και οι σκούρες, οι ελαφριές και οι βαριές. Οι λεύκες χόρευαν και η μέρα είχε αρχίσει και μέσα σ’ αυτή τη μαγεία της φύσης ένιωθα πια εντελώς καλά!

 

 

 

Σχολιάστε