Η βουκαμβίλια και το γεφυράκι δεν ήταν εκεί.

Την τρίτη μέρα του ταξιδιού στην Ινδία, έκανα την επίσκεψή μου στο ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ που βρίσκεται μέσα στο χώρο του KRISHNAMURTI FOUNDATION, στο Rajghat, ένα χωριό  που βρίσκεται κάπου μισή ώρα έξω από την πόλη του Benares. Μίλησα εκεί για το βιβλίο μου «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα» που έχει βγει και στα Αγγλικά. Εντυπωσιάστηκαν από τις φωτογραφίες του Κρισναμούρτι στην Ελλάδα που δεν τις είχαν ξαναδεί, είπαμε διάφορα κι απ΄ ό,τι κατάλαβα θα το μεταφράσουν στα Ινδικά. Όμως, δεν είναι αυτό  που μου  έμεινε από την επίσκεψη εκεί.
Ίσως να έχετε αναρωτηθεί τι σχέση έχει όλο αυτό με τον τίτλο του ποστ. Καμία. Γι΄αυτό και είπα λίγο πριν πως δεν μου έμεινε από την επίσκεψη ό,τι έχει σχέση με το βιβλίο. Μου έμεινε η υπέροχη βόλτα που με πήγε ο Διευθυντής του Κέντρου, μια βόλτα που έκανε ο Κρισναμούρτι όταν έμενε εκεί και που μιλάει γι’ αυτήν στο απόσπασμα που μετέφραζα χθες (ναι, χθες!!!!) από το Η ΜΟΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, και που μ’ αυτό θα κλείσω το ποστ. Και αυτός είναι ο λόγος, που αποφάσισα να μην φτιάξω τέσσερα χωριστά βίντεο από την επίσκεψη, αλλά ένα ενιαίο. Τώρα, να πω για τον τίτλο. Όπως ίσως θα θυμάστε, έχω ανεβάσει πριν λίγο καιρό ένα ποστ με τον τίτλο, «Η βουκαμβίλια», όπου ο Κρισναμούρτι μιλάει γι’ αυτήν και βρίσκεται στο κτίριο όπου πήγα και ήθελα πάρα πολύ να τη δω από κοντά. Αλλά, δεν ήταν εκεί! Και δεν ήταν γιατί δεν είναι η εποχή που ανθίζει. Ανθίζει από τέλη Νοεμβρίου μέχρι τέλη Ιουνίου περίπου, την εποχή που ο Κρισναμούρτι πήγαινε εκεί -Δεκέμβριο με Μάρτιο- και την έβλεπε ολάνθιστη. Ένα άλλο που ήθελα να δω, ήταν το γεφυράκι της φωτογραφίας. Απ΄αυτό περνούσε ο Κρισναμούρτι (το έχω δει σε ταινία για τη ζωή του) για να κάνει τη βόλτα που περιγράφει στο κείμενο που θα βάλω πιο κάτω. Αλλά κι αυτό δεν το είδα, γιατί -όπως μου εξήγησε ο Διευθυντής του Σχολείου που με πήγε εκεί- αυτή την εποχή περνάς απέναντι με βάρκες, γιατί οι μουσώνες θα το διέλυαν το γεφυράκι αν το είχαν εκεί.

091020131633
Έτσι και το γεφυράκι μπαίνει την ίδια εποχή με την βουκαμβίλια. Η βόλτα, όμως, που κάναμε -κάπου σαράντα λεπτά περπάτημα, ήταν υπέροχη. Αυτή δεν υπάρχει στο βίντεο που θα δείτε, γιατί δεν την τράβηξα με τη βιντεοκάμερα. Δεν ήθελα να έχω το νου μου να κάνω ταινία για την βόλτα, για να την ευχαριστηθώ. Έτσι, το βίντεο αρχίζει -κλασσικά- με μερικά σημεία από τη  διαδρομή με το ταξί που είναι πιο κολασμένη από τις προηγούμενες όπως θα δείτε, συνεχίζει με το βίντεο που γύρισα μπαίνοντας με τα πόδια στο χώρο του Κέντρου για να βγάλω τη βουκαμβίλια που δεν ήταν εκεί, κάποια πλάνα απ’ αυτό και την γύρω περιοχή και συνεχίζω με την αρχή της βόλτας. Στο σημείο που βάζουν τη γέφυρα, έκλεψα από την ταινία,  τη σκηνή που την περνάει ο Κρισναμούρτι για να τη δείτε, καθώς και ένα δυο πλάνα που κοιτάζει από εκεί τον Γάγγη. Τελειώνω με την επιστροφή στο Ξενοδοχείο, που αυτή τη φορά δεν έγινε με ταξί, αλλά με ένα πράγμα ανάμεσα σε αμαξάκι και μοτοσακό – έχει τέτοια και με ποδήλατο, όπως και μεγαλύτερα σαν λεωφοριάκια –  που τα λένε «τζιγκσοου» ή «τοκτοκ», όπως τα έλεγε ο ταξιτζής. Το βίντεο κλείνει με ένα πλάνο από το ηλιοβασίλεμα που πρόλαβα να δω από το παράθυρο του Ξενοδοχείου. Μετά το βίντεο είναι το κείμενο που σας είπα.
Καλό βράδυ
Π.

Πέρασες πάνω από το ποτάμι με την μικρή ετοιμόρροπη γέφυρα, που ήταν φτιαγμένη από μπαμπού και λάσπη. Το μικρό αυτό συναντούσε το μεγάλο ποτάμι και εξαφανιζόταν μέσα στα ορμητικά νερά του. Το γεφυράκι ήταν γεμάτο τρύπες και έπρεπε να περπατάς κάπως προσεκτικά. Ανέβαινες την αμμουδερή όχθη και περνούσες μπροστά από τον μικρό ναό, ενώ, λίγο πιο κάτω, υπήρχε ένα παλιό πηγάδι, παλιό όσο και όλα τα πηγάδια της γης. Βρισκόταν στη γωνιά ενός χωριού όπου υπήρχαν πολλές αγελάδες, πολλά κατσίκια και πεινασμένοι άνδρες και γυναίκες τυλιγμένοι σε βρώμικα ρούχα, γιατί έκανε αρκετό κρύο. Ψάρευαν συνέχεια στο μεγάλο ποτάμι, αλλά παρόλα αυτά ήταν πολύ αδύνατοι, αποσκελετωμένοι, γερασμένοι πριν την ώρα τους, και κάποιοι πολύ σακατεμένοι. Στο χωριό υπήρχαν υφαντές που έκαναν ωραιότατα υφαντά και μεταξωτά σάρι, μέσα σε σκοτεινά φτωχικά δωματιάκια με μικρά παράθυρα. Ήταν μια τέχνη που την μάθαινε ο πατέρας στο γιο,  αλλά μόνο οι μεσάζοντες και οι μαγαζάτορες έβγαζαν πολλά χρήματα απ’ αυτά.
Δεν πέρασες μέσα από το χωριό, αλλά έστριψες αριστερά κι ακολούθησες ένα μονοπάτι που το θεωρούσαν ιερό, γιατί υποτίθεται ότι πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι είχε περπατήσει ο Βούδας πριν από 2.500 χρόνια και έρχονταν εκεί προσκυνητές απ’ όλη τη χώρα, για να περπατήσουν πάνω του. Αυτό το μονοπάτι περνούσε ανάμεσα από πράσινα χωράφια, πάρκα με μάνγκος και τροπικά δέντρα, και σκόρπιους ναούς. Υπήρχε ένα πανάρχαιο χωριό, ίσως πιο παλιό κι από το Βούδα, όπως επίσης και πολλοί βωμοί και χώροι όπου οι προσκυνητές μπορούσαν να περάσουν την νύχτα. Όλα ήσαν ερειπωμένα· κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται· τα κατσίκια τριγυρνούσαν παντού. Υπήρχαν μεγάλα δένδρα, κι ανάμεσά τους, ένας γέρικος φοίνικας, που στην κορφή του κάθονταν γύπες κι ένα σμήνος παπαγάλων. Τους είδες να έρχονται και να χάνονται μέσα στο πράσινο δέντρο, καθώς έγιναν το ίδιο χρώμα με τα μεγάλα φύλλα· άκουγες τα κρωξίματά μα δεν μπορούσες να τους δεις.
Κι από τις δυο πλευρές του μονοπατιού απλώνονταν χωράφια με σιτάρι και πιο πέρα έβλεπες τους χωρικούς και τον καπνό από τις φωτιές που άναβαν για να μαγειρέψουν· δεν φυσούσε καθόλου και ο καπνός πήγαινε ολόισιος προς τα πάνω. Ένας ταύρος, βαρύς, αγριωπός αλλά εντελώς άκακος, όργωνε τα χωράφια οδηγημένος από τον γεωργό, τρώγοντας τους κόκκους του σιταριού που έπεφταν στο χώμα. Είχε βρέξει την νύχτα και δεν σηκωνόταν σκόνη από το χώμα. Ο ήλιος θα ήταν καυτός στη διάρκεια της μέρας που ερχόταν, αλλά τώρα υπήρχαν πυκνά σύννεφα και ήταν ευχάριστο να περπατάς ακόμα και μέσα στην ημέρα, να μυρίζεις την καθαρή γη, να βλέπεις την ομορφιά του τόπου. Ήταν ένας πολύ παλιός τόπος, γεμάτος από γοητεία και ανθρώπινο πόνο, από τη φτώχεια του κι εκείνους τους άχρηστους ναούς. 

2 Σχόλια στο “Η βουκαμβίλια και το γεφυράκι δεν ήταν εκεί.”

      δημήτρης
      10 Οκτωβρίου 13 στις 16:17

      Καλά εσύ την ευχαριστήθηκες την βόλτα(χωρίς την κάμερα) εμείς; Δεν πετάγεσαι να έχουμε και εικόνα εκεί που περπατούσε ο Κ;…αλλά θα μου πεις I.N.D.I.A. 🙂
      Τουλάχιστον μας αποζημίωσε το κείμενο που μετάφρασες!

Σχολιάστε