Το ατύχημα

Σήμερα, σας έχω ένα βίντεο εκτός σειράς και … εκτός τηλεόρασης. Είναι το βίντεο από ένα ατύχημα που το γύρισα ο ίδιος με την ερασιτεχνική μου κάμερα το 1989, ένα ατύχημα που θα μπορούσε να είχε σαν αποτέλεσμα να μην ξαναβρεθούμε εδώ, εσείς κι εγώ, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά. Το βίντεο το ανακάλυψα κάπου προχτές και μου έδωσε αφορμή να γράψω αυτό το… «σεντόνι», αφήνοντας για άλλη μια φορά απ’ έξω τα τέσσερα άλλα που έχω μισοέτοιμα εδώ και κάνα μήνα. Το ατύχημα που έδωσε την αφορμή γι’ αυτό το σεντόνι, έχει κάποια σχέση και με τον Παραμυθά. Θα δείτε πώς…
Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1989, όπως σας είπα, ακριβώς δυο χρόνια μετά που είχα παραιτηθεί από την Ε.Ρ.Τ. κι έτσι εσείς – μικρά παιδιά τότε – είχατε πάψει πια να βλέπετε «Χιλιοποδαρούσα» και «Παραμυθά». Μ’ ένα φίλο καθόμαστε στη βεράντα του σπιτιού μας στο νησί, που τη θέα του σας έχω βάλει σε παλιότερο post, κι είχαμε πιάσει μια πολύ ωραία συζήτηση ─ ωραία γιατί υπήρχε επικοινωνία· και οι δύο, δηλαδή, ενδιαφερόμαστε την ίδια στιγμή, για το ίδιο πράγμα, με την ίδια ένταση. Που σημαίνει ότι «ψάχναμε» το θέμα μας, δεν κάναμε «δηλώσεις» ή επίδειξη γνώσεων γι’ αυτό. Το θέμα μας ήταν οι ανατροπές και οι αλλαγές που έρχονται στη ζωή όλων μας, αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί για να τις δεχτούμε χωρίς φόβο, ό,τι ανατροπές κι αν προκαλέσουν και να μην αναβάλλουμε να τις αφήσουμε να συμβούν. Όταν κατά τα ξημερώματα σηκωθήκαμε να πάμε για ύπνο, μου είπε ο φίλος μου μια φράση, που έλεγε ακριβώς το λόγο γιατί κάποια στιγμή άφησε τη ζωή του να πάρει μία μεγάλη στροφή, που ανέβαλλε για μερικά χρόνια, με τη δικαιολογία ότι είχε καρό ακόμα. Αυτό που είπε μου έκανε τρομερή εντύπωση, αλλά μόνο λεκτικά φαίνεται, δεν το ένοιωσα δηλαδή με την καρδιά μου, γιατί το άλλο πρωί όταν μετέφερα στη γυναίκα μου της συζήτηση που είχα κάνει με το φίλο μου το προηγούμενο βράδυ, φτάνοντας στην τελική φράση που είπε, μου ήταν αδύνατο να τη θυμηθώ. Το ίδιο και το μεσημέρι, όταν επέστρεψα από το αεροδρόμιο όπου είχα πάει το φίλο μου, το ίδιο και το βράδυ. Είχα σκάσει. Κι όσο έσκαγα που δεν το θυμόμουν, τόσο έμοιαζε πιο σβησμένη η μνήμη της φράσης. «Ασ’ το, μην προσπαθείς, θα έρθει μόνη της…», είπε η γυναίκα μου και σταμάτησα να προσπαθώ να θυμηθώ. Αλλά, έλα που τελικά ούτε και το άλλο πρωί που ήταν φύγω ήρθε!
Βγαίνοντας από το ferry boat με το αυτοκίνητό μου στον Άγιο Κωνσταντίνο, σταμάτησα να βάλω βενζίνη. Ξεκινώντας ύστερα από λίγο, κοίταξα το ρολόι μου: «Δώδεκα η ώρα. Στις δυόμιση το πολύ θα είμαι στο γραφείο», είπα και ξέχασα να ξαναφορέσω τη ζώνη μου. Θα δείτε πιο κάτω γιατί το λέω.
Ήταν η πρώτη φορά που έκανα τη διαδρομή με το καινούργιο αυτοκίνητο, έχοντας τελειώσει το «ροντάρισμά» του. Το ευχαριστιόμουνα! Στη μεγάλη ευθεία της Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας, έπιασα τα 210 την ώρα. «Πετούσα» χωρίς γιλέκο… Χα, χα, χα… Η ευθεία μετά τη γέφυρα για Θήβα τελειώνει, κι εκεί αρχίζω να κόβω γιατί ακολουθεί μια στροφή. Κατέβασα την ταχύτητα στα 130. Ο δρόμος τότε δεν είχε το τσιμεντένιο διαχωριστικό που έχει σήμερα στη μέση, δεν είχε τις σιδερένιες μπάρες που υπάρχουν σήμερα δεξιά κι αριστερά και ήταν μόνο μία λωρίδα και μία βοηθητική. Για κάποιο λόγο θυμήθηκα ένα κορίτσι που είχα ερωτευθεί στα δεκαοχτώ μου, κι αργότερα είχα μάθει ότι αυτοκτόνησε στο Παρίσι, αφήνοντας άντρα και δύο μικρά παιδιά. Αναρωτήθηκα γιατί να το έκανε ένα τόσο όμορφο κορίτσι κάτι τέτοιο κι ατάκα αναρωτήθηκα, αν είναι αλήθεια ότι αυτοί που σκοτώνονται ξαφνικά από ατύχημα ή όπλο, όταν ύστερα από λίγο συνέλθουν ως νεκροί πια νομίζουν ότι απλώς λιποθύμησαν και τους παίρνει καιρό να συνειδητοποιήσουν ότι πέθαναν! Τρελό, ε; (Υπάρχουν δύο ωραίες τέτοιες ταινίες: «Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει», με τον Γουόρεν Μπήτυ και τη Τζούλι Κρίστυ και το «Ο αόρατος εραστής», με τον Πάτρικ Σουέζυ και την Ντέμυ Μουρ). Ώρες ώρες νοιώθω τόσο μεγάλη περιέργεια για το τι γίνεται μετά από ‘δω, που μου φαίνεται ότι θα… πεθάνω από την περιέργειά μου.
Η ταχύτητά μου είχε κατέβει στα 110 κι είχα μπει πια στη μεγάλη στροφή. Κοίταγα τη φρεσκοβαμμένη διπλή άσπρη λουρίδα στην κατάμαυρη φρεσκοστρωμένη άσφαλτο και θυμήθηκα το δάσκαλο της οδήγησης που μου είχε πει, «να προσέχεις πάντα, έτσι κι αλλιώς, γιατί τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από αυτούς ήταν σωστά στη λωρίδα τους ή είχαν προτεραιότητα». Για δευτερόλεπτα αφαιρέθηκα. Και ξαφνικά είδα ένα αυτοκίνητο από την άλλη λωρίδα, να καβαλάει τη διπλή διαχωριστική, και να προσπαθεί να περάσει τα τέσσερα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του, μπαίνοντας ο μισός στη λωρίδα που ήμουν. Για να τον αποφύγω έκανα μπω δεξιά, αλλά εκεί στη βοηθητική πήγαινε αργά ένα φορτηγό. Και φρενάρισα. Μπλόκαραν οι τροχοί και άρχισε ένα ατέλειωτο ντεραπάρισμα. Βρέθηκαν με τη μούρη προς τα κάτω στην αντίθετη λωρίδα, όπου ευτυχώς δεν ήταν εκεί πια κανείς, ενώ το αυτοκίνητο που είχε κάνει το καβάλημα της διαχωριστικής λωρίδας με πέρασε από δεξιά μου και μετά ξαναμπήκε στη λωρίδα του περνώντας τα τέσσερα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του, χωρίς να σταματήσει! Δεν φοβόμουν. Δεν φοβόμουν γιατί δεν σκεφτόμουν. Απλώς παρακολουθούσα – σαν να βλέπω ταινία – αυτό που συνέβαινε. Είδα από το παρ μπριζ το αυτοκίνητό μου να παίρνει 360ο στροφή γύρω από τον εαυτό του, ταυτόχρονα να μετακινείται σέρνοντας προς το πλάι και να ξαναμπαίνει στο δικό μου ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, αλλά αντίθετα πια σ’ αυτό, με τα αυτοκίνητα να έρχονται καταπάνω μου, αλλά χωρίς να γίνει τελικά μετωπική σύγκρουση, γιατί το αυτοκίνητο έκανε – εκτός από τη στροφή γύρω στον άξονά του και το σούρσιμο προς τα πλάγια – και μία τρίτη κίνηση προς τα πίσω, εντελώς παρανοϊκή, αφού ενώ οι τροχοί γύριζαν κανονικά προς τα μπροστά το αυτοκίνητο πήγαινε προς τα πίσω, σπρωγμένο με τρομερή σφοδρότητα από τη φυγόκεντρο δύναμη! Όλη αυτή η τριπλή κίνηση κατέληξε στο να ρίξει το αυτοκίνητο μέσα στο τσιμεντένιο χαντάκι σε σχήμα «V» για τα νερά, που υπήρχε στην άκρη του δρόμου. Η τάση του αυτοκινήτου ήταν να αρχίσει να παίρνει τούμπες στο διπλανό χωράφι, αλλά καθώς το χαντάκι ήταν βαθύ, με το που χτύπησε ο «ουρανός» του αυτοκινήτου στη χοντρή τσιμεντένια γωνία του «V», δεν κατάφερε να περάσει από πάνω. Έτσι, ενώ έβλεπα σύριζα στο πρόσωπό μου δεξιά να σχηματίζεται μια λαμαρινένια γωνία από το βούλιαγμα που δεν με άγγιξε γιατί σταμάτησε λίγο πιο πάνω από τον ώμο μου, το αυτοκίνητο ανασηκώθηκε προς τα’ αριστερά, αλλά μην μπορώντας να καβαλήσει την άλλη μεριά του χαντακιού, με τις μπρος και πίσω ρόδες της πλευράς του συνοδηγού να γυρίζουν με δύναμη στον αέρα, σταμάτησε την τούμπα κι εγώ βρέθηκα ξαπλωμένος με τον αριστερό μου ώμο στο τζάμι του παράθυρου της πόρτας μου που ήταν κλειστό. Αμέσως έσβησα τη μηχανή για να μην γίνει έκρηξη της βενζίνης που μύριζε καθώς χυνόταν, έκλεισα το air condition, έκλεισα το ραδιόφωνο και προσπάθησα με κλωτσιές να σπάσω το παρ μπριζ, που το τζάμι του είχε γίνει σαν δίχτυ αράχνης χωρίς να πεταχτεί ούτε ένα γυαλάκι και δεν έσπαγε με τίποτα. Τότε συνειδητοποίησα ότι μπορώ να βγω από την πόρτα του συνοδηγού που ήταν προς τα πάνω. Σκαρφάλωσα στα καθίσματα και την άνοιξα έχοντας μια αίσθηση σαν να ανοίγω πόρτα υποβρύχιου. Αφού σταθεροποίησα την πόρτα ανοιχτή, σκαρφάλωσα έξω όπου, ενώ ήμουν μισός έξω από το αυτοκίνητο και μισός μέσα, με περίμενε μια τρομερή έκπληξη: Είχε σταματήσει η κυκλοφορία στην Εθνική Οδό και στις δύο λωρίδες και γύρω μου ήταν μαζεμένα πάρα πολλά αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι είχαν πεταχτεί έξω από τα αυτοκίνητά τους και παρακολουθούσαν τη σκηνή. Μόλις ξεπρόβαλλα, κάποιος φώναξε: «Είναι κι άλλοι μέσα»; «Όχι, μόνος είμαι», απάντησα. Ένοιωσα μια αίσθηση ανακούφισης να έρχεται από τη μεριά τους. Και τότε κάποιος, πιθανώς γονιός κάποιου από σας που έβλεπε μαζί σας τηλεόραση, φώναξε: «Ρε σεις, ο Παραμυθάς»! «Ναι, ναι…» φώναξαν κι οι άλλοι, κι αυτοί ίσως γονείς κάποιων από σας, ενώ άρχισαν να χειροκροτάνε και κάποιος απ’ όλους μου φώναξε: «Πού είναι το μαγικό γιλέκο σου»; «Μάλλον θα πρέπει να το φοράω για να είμαι ζωντανός» σκέφτηκα, κάνοντας έτσι και τις πρώτες σκέψεις γι’ αυτό που μου είχε συμβεί. Βγήκα έξω χαμογελώντας, κάποιοι με χτύπησαν στην πλάτη, ύστερα μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και σε λίγο έμεινα εγώ και ο μπατζανάκης μου που ερχόταν πίσω μου και ήταν στα πρόθυρα εμφράγματος καθώς είχε δει όλο το ατύχημα. «Να σε πάω στα διόδια στο Σχηματάρι, που έχει Ε.Λ.Π.Α. να σε κουβαλήσει»; «Α, ωραία, μισό λεπτό μόνο…», είπα και σκαρφάλωσα στο αυτοκίνητο για να ξαναμπώ από το παράθυρο μέσα. «Πού πας ρε συ, τρελός είσαι;» ρώτησε έντρομος. «Πάω να πάρω τη βιντεοκάμερά μου για το τραβήξω όταν θα το σηκώνει η Ε.Λ.Π.Α», απάντησα και ξαναμπήκα μέσα στο αυτοκίνητο, γελώντας με το γεμάτο λύπηση βλέμμα του για μένα, καθώς με έβλεπε να χώνομαι από την ανοιχτή πόρτα στο αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο. Μπήκα, πήρα τη βιντεοκάμερά μου – σ’ αυτήν και στην επαγγελματική μου διαστροφή χρωστάτε το βίντεο που θα δείτε – και ξαναβγήκα. Καθώς πηγαίναμε προς το Σχηματάρι, μου λέει ο μπατζανάκης μου: «Καλά, είσαι τελείως τρελός! Ξαναμπήκες στο αυτοκίνητο μετά απ’ ό,τι έγινε»; «Γιατί; Τι θα πάθαινα, τώρα πια»; Και τότε είδα όλο το πακέτο του φόβου. Του ψυχολογικού φόβου, όχι του πρακτικού όπως στο δρόμο που περιμένεις να περάσουν τα αυτοκίνητα κ.λπ. Του ψυχολογικού φόβου που είναι σκέψεις και μόνο. Κι εδώ ο μπατζανάκης είχε μάλιστα και αναδρομικό φόβο. Μπήκα εκεί όπου θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί! Δηλαδή, έπρεπε να φοβάμαι αναδρομικά για κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει, αλλά δεν έγινε! Ο πλήρης παραλογισμός! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ο λόγος που δεν φοβήθηκα στα δευτερόλεπτα που το ατύχημα ήταν σε εξέλιξη, ήταν ότι δεν σκεφτόμουν γι’ αυτό αλλά μόνο έβλεπα, το παρακολουθούσα. Τώρα ξέρω ότι ο φόβος – ο ψυχολογικός – είναι σκέψεις για το μέλλον. Είτε είναι κάτι που έχουμε πάθει στο παρελθόν και φοβόμαστε μήπως το ξαναπάθουμε στο μέλλον, είτε δεν έχει ξανασυμβεί, αλλά υποθέτουμε ότι θα γίνει κάτι κακό. Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση δεν ζούμε στο τώρα. Απλώς χρησιμοποιούμε το τώρα για να σκεφτόμαστε κάτι που έχει σχέση με το αύριο. Κι έτσι, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας χάνεται για το αύριο. Χάνεται εξαιτίας του χθες. Επειδή η σκέψη – όχι για πρακτικά πράγματα- είναι έτσι κι αλλιώς το «χθες» αφού η σκέψη είναι μνήμη. Για … σκεφτείτε το λίγο! Χα, χα, χα…
Ύστερα από λίγο ο μπατζανάκης μου με είχε αφήσει στα διόδια στο Σχηματάρι, όπου μπήκα στον ένα από τους δύο γερανούς της Ε.Λ.Π.Α. που ήρθαν και ξαναγύρισα στο 69 χιλιόμετρο όπου είχε γίνει το ατύχημα. Οι δυο τεχνίτες της Ε.Λ.Π.Α. άρχισαν να ετοιμάζουν το αυτοκίνητο για να το ανεβάσουν στο γερανό, ενώ εγώ άρχισα να «γυρίζω» την ταινία μου! Ο τροχαίος που ήρθε μου ζήτησε, «άδεια, ταυτότητα, δίπλωμα και ασφάλεια» κι όταν του είπα ότι δεν θέλω να κόψω το «γύρισμα», μου είπε, «εντάξει, εντάξει». Ήταν πολύ συμπαθητικός άνθρωπος και πολύ ειλικρινής, γιατί όταν με ρώτησε αν φορούσα ζώνη και του είπα, «όχι» μου είπε: «Ευτυχώς, γιατί θα μπορούσατε να είχατε πνιγεί. Σ’ ένα τέτοιο ατύχημα ακριβώς, πριν δυο χρόνια, ο οδηγός πνίγηκε από τη ζώνη. Από την πείρα μου έχω δει ότι η ζώνη σε σώζει στη μετωπική ή όταν πέσουν πάνω σου από πίσω, αλλά δεν κάνει τίποτα στις πλάγιες συγκρούσεις, ενώ είναι επικίνδυνη στις περιπτώσεις ανατροπής του αυτοκινήτου».
Σ’ αυτό το σημείο θα σας παρακαλούσα να δείτε το βίντεο και μετά να διαβάσετε το τέλος της ιστορίας. Αν το κοιτάξετε προσεκτικά, θα παρατηρήσετε όλα τα σημάδια που άφησαν όσα σας περιέγραψα. Δείτε το και τα ξαναλέμε…

Όταν το αυτοκίνητο φορτώθηκε στο γερανό, το ένα αυτοκίνητο γύρισε στο Σχηματάρι, και ο άλλος τεχνικός κι εγώ καθίσαμε μπροστά και ξεκινήσαμε για Αθήνα. Κοίταξα το ρολόι μου: Ήταν τρεις και τέταρτο! «Πάει το δυόμιση στην Αθήνα, που είχα πει», σκέφτηκα, «τώρα θα φτάσουμε πεντέμισι και βάλε! Είδες; ‘Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις’, που έλεγε η μάνα μου».
Είχαμε καμιά ώρα που ταξιδεύαμε σιωπηλοί, ακούγοντας ραδιόφωνο. Είχα χαλαρώσει εντελώς και μισόκλειναν τα μάτια μου, όταν ξαφνικά θυμήθηκα πεντακάθαρα και ακριβώς τα λόγια που είχε πει ο φίλος μου στο τέλος της συζήτησης που είχαμε δυο βράδια πριν και που μάταια είχα προσπαθήσει να τα θυμηθώ για να τα πω στη γυναίκα μου:
«Στη ζωή μας δεν πρέπει να αναβάλουμε πράγματα που πρέπει να κάνουμε, δεν πρέπει να αφήνουμε ψυχολογικές εκκρεμότητες στις σχέσεις μας με τους γονείς μας, με τα παιδιά μας, με τους φίλους μας, δεν πρέπει να αφήνουμε για «αύριο» τίποτα που μπορεί να γίνει «σήμερα», γιατί κάθε στιγμή στη ζωή μας μπορεί να είναι η τελευταία».
Και τότε, χωρίς να νοιάζομαι αν με βλέπουν, ένοιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Π.

12 Σχόλια στο “Το ατύχημα”

      natassaki
      20 Ιουλίου 07 στις 23:50

      Παππού-Παραμυθά μου, τι ήταν αυτό βραδιάτικα!
      Πώς τα κατάφερες και γλίτωσες, πώς βγήκες, και πήρες και την κάμερα και τα έγραψες…τι να πω! Άφωνη έχω μείνει!

      Μ’ αρέσει, ωστόσο, πολύ η φράση του φίλου σου – νομίζω πως έχει δίκιο.Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σε βρει το επόμενο δευτερόλεπτο…. Αν και τρομακτικό, ωραίο το «σεντόνι», απόψε, αφορμή για συζήτηση.

      Ευχαριστούμε. Φιλιά πολλά και καλό Σαββατοκύριακο.

      Υ.Γ. και μην είσαι περίεργος….είπαμε, σε χρειαζόμαστε…θα το μάθουμε, όλοι στην ώρα του…εντάξει;; 😉

      ???
      21 Ιουλίου 07 στις 1:28

      Πως το καταφέρνεις αυτό? (το να μην αφήνεις ψυχολογικές εκκρεμότητες)
      Πόσο δυνατός να είναι κάποιος για να έχει το θάρρος να μην φοβάται τις ανατροπές των αλλαγών?
      Με έχει κτυπήσει -ως πεζή- αυτοκίνητο, έχω «φύγει» ένα όροφο κάτω – μετά από υποχώρηση του δαπέδου, έχω δει – μέσα σε λεπτά – να αλλάζει η ζωή μου και τα μέχρι εκείνης της στιγμής δεδομένα μου, προσπαθώ κάθε μέρα να είμαι χαρούμενη με ότι έχω και να μην θεωρώ τίποτα δεδομένο,
      ΟΜΩΣ στην πράξη ΚΑΘΕ φορά είναι δύσκολο.
      ΚΑΘΕ φορά το συναίσθημα είναι σαν την ΠΡΩΤΗ φορά. Ξαφνιάζομαι, τρομάζω, απελπίζομαι!
      Ο φόβος είναι μεγάλος δαίμονας και το να παρακολουθείς αντί να αισθάνεσαι, είναι – για εμένα τουλάχιστον μέχρι ώρας- τις πΕρισσότερες φορές αδύνατο.
      Ομως κάθε φορά με δυναμώνει και λίγο. Τουλάχιστον έτσι νομίζω…

      ???
      21 Ιουλίου 07 στις 1:32

      Δεν στο έγραψα πριν…. Σε ευχαριστούμε που κάθε φορά βρίσκεις τρόπους να ξυπνάς σκέψεις!

      elenitheof
      21 Ιουλίου 07 στις 15:41

      Παραμυθά, καλησπέρα. Με συγκίνησες και δάκρυσα. Το ότι σώθηκες από αυτό το τρομερό ατύχημα οφείλεται στο φύλακα άγγελό σου και στην ψυχραιμία σου. Ο Θεός σου χάρισε χρόνια. Η ζωή είναι το πιο όμορφο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Πολύτιμες οι συμβουλές σου. Καλό Σαββατοκύριακο.

      Χοχλιδάκι
      21 Ιουλίου 07 στις 23:45

      Παραμυθά μου,

      τελικά μπορεί να μην είναι όλα συμπτώσεις…πριν από λίγο έμαθα πως οι γονείς μου τράκαραν πολύ άσχημα, αλλά είναι ευτυχώς καλά. Το «σεντόνι» σου ήταν ό,τι πιο παρήγορο μπορούσα να διαβάσω, μια και μένω στο εξωτερικό και ούτε μπορώ να κάνω τίποτα από εδώ ή να βοηθήσω ή να δω με τα μάτια μου πως όλα είναι εντάξει με τους γονείς μου.

      Ανησυχώ ακόμα, αλλά τα λόγια σου με κάνουν να σκέφτομαι πως οι δικές μου ψυχολογικές εκκρεμότητες πρέπει να λυθούν, και δεν είναι καμιά δικαιολογία το γεγονός ότι με χωρίζουν από τους δικούς μου 10 ώρες με αεροπλάνο. Κάποια «ταξίδια» κρατάνε πολύ περισσότερο……

      Ευχαριστώ,

      ΧοΧλΙδΆκΙ

      marilia
      22 Ιουλίου 07 στις 0:54

      Ουλπ! Σοκ! Κι εγώ είχα ατύχημα σήμερα, πεζή όμως, που θα με ταλαιπωρήσει γύρω στις 3 βδομάδες…

      Κάνα παυσιπονοφιλάκι σάς βρίσκεται;

      Yianna
      22 Ιουλίου 07 στις 23:51

      Πω…πω… τι θριλερ περιγραφη ηταν αυτη!!
      Δοξα τω Θεο που τα καταφερες!!!
      Για πες μας Παραμυθα μας, ποια μερα πρεπει να γιορταζουμε την διασωση του Παραμυθα? Μηπως ηταν των Αγιων Παντων??
      Αλλα και η ψυχραιμια σου να τραβηξεις βιντεο μετα απο τετοια τρομαρα!!!Μπραβο!!!

      Αυτο που προσπαθουσες να θυμηθεις απο την ιστορια του φιλου σου, εμενα μου θυμησε και το γνωστο «seize the day» (αδραξε την μερα) που ελεγε ο Ρομπιν Γουλιαμς ως καθηγητης στους μαθητες του,στον «κυκλο των χαμενων ποιητων»…Πολυ σοφα λογια, και μακαρι να τα πραγματοποιουμε οσο πιο συχνα γινεται…
      Φιλακια και να προσεχεις παντα!!!
      (τα περαστικα μου στην φιλη μας marilia)

      Gianna
      25 Ιουλίου 07 στις 4:32

      Ποσο χαιρομαι που ακομα εχω ψυχολογικες εκκρεμοτητες μ’εσας Παραμυθα μου που με μεγαλωσατε…!!!
      Ποσα χρονια γυρισαν πισω σε μια μονο στιγμουλα!!!
      Επιτελους σας ξαναβρισκω! Ολα συμβαινουν στην ζωη…
      Συγχωρεστε μου την λαχταρα να αρχισω να διαβαζω αναμνησεις!!
      Καλο βραδυ κ πολλα παραμυθόφιλα!!!!

      ΑΡΙΣΤΗ
      26 Ιουνίου 08 στις 9:11

      Άλλα έψαχνα και άλλα βρήκα. Δεν το είχα δει αυτό το βίντεο και αυτό που σου έτυχε παραμυθά μου. Διαβάζοντας την περιγραφή σου έκλαψα. Γιατί;
      Μπράβο όμως στο κουράγιο και στην ψυχραιμία σου.
      Είχαμε πριν ένα χρόνο ένα ατύχημα με τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Ευτυχώς τίποτα σοβαρό αλλά κάθε φορά που περνάμε τον ίδιο δρόμο που έγινε ένα σφίξιμο ένας κόμπος στο στομάχι μου και αναρωτιέμαι μέχρι πότε. Δεν μπορώ να το αποβάλλω από την σκέψη μου σχεδόν καθημερινά ενώ δίνω δύναμη στους άλλους για οτιδήποτε συμβαίνει για μένα τίποτα. Και όλο φοβάμαι μήπως μου ξανασυμβεί. Πώς να διώξεις όμως τους φόβους σου; Δεν υπάρχει γιατρειά νομίζω. Είναι θέμα χαρακτήρα ανθρώπου.

Σχολιάστε