Η μεγάλη βελανιδιά

Pilavios' Tree - 033

Τα βουνά κοίταζαν κάτω, την ατέλειωτη γαλάζια θάλασσα, που απλωνόταν για χιλιόμετρα. Οι λόφοι ήταν σχεδόν γυμνοί, ηλιοκαμένοι, με μικρούς θάμνους και στις πλαγιές τους υπήρχαν δέντρα καμένα από τον ήλιο και την φωτιά, που όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν, να ευδοκιμούν και να είναι πολύ ήρεμα. Υπήρχε ειδικά ένα δέντρο, μια πελώρια γέρικη βελανιδιά, που έμοιαζε να δεσπόζει σε όλους τους λόφους γύρω της. Και στην κορφή ενός άλλου λόφου υπήρχε ένα νεκρό δέντρο, καμένο από φωτιά. Στεκόταν εκεί γυμνό, γκρίζο, χωρίς κανένα φύλλο· κι όταν κοιτούσες εκείνα τα βουνά με την ομορφιά τους και τις γραμμές τους να γράφονται στο φόντο του γαλάζιου ουρανού, μόνο σ’ αυτό το δέντρο έμοιαζε να στηρίζεται ο ουρανός. Είχε πολλά κλαδιά, όλα νεκρά, και ποτέ δεν θα ένιωθε  ξανά την Άνοιξη. Ωστόσο, ήταν έντονα ζωντανό από χάρη και ομορφιά. Ένιωσες ότι ήσουν μέρος του, μόνος χωρίς να στηρίζεσαι σε τίποτα, έξω από το χρόνο. Έδειχνε ότι θα έμενε εκεί στην κοιλάδα για πάντα, όπως και η μεγάλη βελανιδιά. Το ένα ήταν ζωντανό και το άλλο νεκρό, αλλά και τα δύο ήταν τα μόνα πράγματα που είχαν σημασία πάνω σ’ αυτούς τους ηλιοκαμένους λόφους, τους καψαλισμένους από τη φωτιά, που περίμεναν τις βροχές του χειμώνα. Είδες όλη τη ζωή, συμπεριλαμβανομένης και της δικής σου ζωής, σε εκείνα τα δύο δέντρα – το ένα ζωντανό, το άλλο πεθαμένο. Και η αγάπη βρισκόταν ανάμεσα στα δύο, προστατευμένη, αόρατη, χωρίς να απαιτεί τίποτα.  (Τζ. Κρισναμούρτι: «Η Μόνη Επανάσταση» )

Καλή εβδομάδα
Π

 

ένα σχόλιο στο “Η μεγάλη βελανιδιά”

Σχολιάστε