Οι δυο γιαγιάδες

Αυτό το post για τις δυο γιαγιάδες το είχα για την Ημέρα της Γυναίκας , αλλά μου προέκυψε το τραγούδι που ανέβασα, εκείνη την ημέρα. Τις ιστορίες των δυο γιαγιάδων που θα διαβάσετε, μου τις έστειλαν δυο φίλες μου μέσα σε διάστημα ενός μήνα! Δεν ήταν για να δημοσιευτούν, αλλά για μένα σε σχέση με κάποιες συζητήσεις που κάναμε για το γάμο, τότε που ετοίμαζα το post για το γάμο που ΘΑ το βάλω (οπωσδήποτε —  δεν τη γλυτώνετε παντρεμένοι bloggers και μη). Μου άρεσαν και οι δύο ιστορίες. Πήρα την άδεια των κοριτσιών που μου τις έστειλαν (για μένα και σαράντα να είστε, κορίτσια κι αγόρια είσαστε), έκανα κάτι ψιλοαλλαγές και τις ανέβασα εδώ. Διαβάστε τες και λέμε δυο λόγια μετά.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΥΟ ΓΙΑΓΙΑΔΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΓΓΟΝΕΣ ΤΟΥΣ

Η ιστορία της πρώτης γιαγιάς

Πέρυσι την άνοιξη πέθανε η γιαγιά μου. Ούτε «έφυγε», ούτε «πήγε στους ουρανούς», ούτε θα «τη βλέπουμε από κει ψηλά», ούτε «θα γίνει ένα μικρό ή μεγάλο αστέρι», ούτε κάποια άλλη από όλες αυτές τις ανοησίες που φορτώνουμε τα μικρά παιδιά «εξηγώντας» τους το θάνατο. Μου την έδιναν στα νεύρα από μικρή, καθώς μου τις έλεγαν με ένα μελιστάλαχτο ύφος. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο γιατί οι μεγάλοι ντρέπονται να δείξουν τον πόνο τους ή νομίζουν ότι τα παιδιά είναι χαζά και δεν ξέρουν ότι αυτός που πέθανε δεν πρόκειται πια να ξανάρθει.

Η γιαγιά μου ήταν ένας άνθρωπος… γεμάτος. Κι αυτό δεν το λέω μόνο για το μεγάλο ανάστημά της και τη «γεροδεσιά» της (όπως έλεγε η ίδια), αλλά πιο πολύ αυτό πάει για το μέσα της, για την ψυχή της. Ενώ δεν είχε πάει ποτέ της σχολείο ήταν σοφή και μας έλεγε, στα εγγόνια της, πάντα ένα σωρό ιστορίες και παραμύθια, κυρίως συμπονετικά, για τη ζωή, για τη θλίψη, για το θάνατο, για το μίσος, για το ανθρώπινο πάθος, για τη ζήλεια και τραγουδούσε, της άρεσε το τραγούδι, αλλά το έκανε και γιατί έτσι έμπαινε στο «πετσί» του παραμυθιού. Και πολλές φορές έκλαιγε κιόλας, όταν μας απήγγειλε ποιήματα —έκλαιγε από συγκίνηση. Η γιαγιά μου δεν έκανε ποτέ τίποτα το ψεύτικο και είχε εκπληκτικό χιούμορ. Όταν γελούσε, τρανταζόταν το μεγάλο πλίθινο σπίτι στο χωριό, όπου μαζεύονταν τα καλοκαίρια όλα της τα παιδιά (και τα 5) με τα παιδιά τους, από 2 παιδιά ο καθένας, σύνολο 10 εγγόνια. Και γινόταν χαμός, παιχνίδια στην αυλή του σπιτιού, ποδηλατοδρομίες, πικ νικ στα κτήματα κάτω από τ’ αμπέλια της γιαγιάς, ολονυκτίες στο μικρό μπαλκόνι για να δούμε τον «κύκλο του φεγγαριού» και τον ήλιο το ξημέρωμα… Συζητήσεις ολόκληρες και ατέλειωτες για τις αγαπημένες μας σειρές στην τηλεόραση κι η γιαγιά εκεί, ποτέ δεν γκρίνιαξε που της είχαμε κάνει το σπίτι άνω κάτω, ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Έτσι ήταν η γιαγιά. Κι εγώ ήμουν θυμωμένη μαζί της και ίσως είμαι ακόμα, που δεν μπόρεσε… «Γιατί δεν σηκώθηκες να φύγεις, γιαγιά; Να παρατήσεις τον παππού, να τους παρατήσεις όλους και όλα και να φύγεις!». «Αχ, παιδάκι μου», απαντούσε εκείνη, «άλλες εποχές τότε. Πώς να φύγω και να αφήσω μόνο του τον παππού με 5 παιδιά;»

Τον παππού… ΄Ενα… τέρας και μισό, σύμφωνα με τα λόγια της κόρης της και μαμάς μου. Η γιαγιά είχε αγαπήσει στα νιάτα της ένα γραφιά ευκατάστατο και »από καλό σπίτι», αλλά το συνοικέσιο που της έκανε ο αδερφός της ήταν αμείλικτο… και βρέθηκε παντρεμένη με τον παππού και το ξύλο κι οι προσβολές έδιναν κι έπαιρναν… για χρόνια, σε όλους, γυναίκα, παιδιά όταν ήταν μικρά, σκυλιά, όλα… Ο σκύλος στην αυλή είχε συνηθίσει σε τόσο πολύ ξύλο που όταν εμείς μικρά παιδάκια τον πρωτοχαϊδέψαμε, έκλαιγε όλη νύχτα απ’ τη συγκίνησή του και δεν μας άφησε να κλείσουμε μάτι!!!  Σαν να τη βλέπω όμως να με μαλώνει που »εξέθεσα» τον παππού…

Η γιαγιά ήταν το χωριό, ήταν η παιδική μου (μας) όλων και των δέκα εγγονιών της, παιδική ηλικία. Κι ας ξέρω ότι μόνο εγώ θα το παραδεχτώ, η μεγαλύτερη σε ηλικία και απ’ τους δέκα. Οι άλλοι τώρα που μεγάλωσαν, έχουν δουλειές, αυτοκίνητα, ωραία ρούχα, παιδιά, συζύγους, φίλους, συντρόφους, ερωτικούς, φιλικούς, και ό,τι άλλο, σιγά μην θυμούνται τη γιαγιά… μια γιαγιά ήταν και πέθανε… και δεν πήγαμε ούτε στην κηδεία της… μάλιστα. Και δεν πήγαμε, εμείς τα εγγόνια, γιατί τα παιδιά της πήγανε και τσακώθηκαν και στην κηδεία! ΄Οπως έκαναν και όταν ήμασταν εμείς μικρά… Τώρα το θέμα τους ήταν το ποιος θα πάρει το σπίτι, τα κτήματα, τα αμπέλια, εκείνο το ασημικό, εκείνο το ρούχο… Κι η μαμά μου καθόταν ζωριασμένη σε μια γωνιά κι έκλαιγε γοερά το χαμό της μάνας… της μάνας της… κι ενώ ήθελε να βρίσει, να φωνάξει σ’ όλους αυτούς και τους τέσσερις υπόλοιπους αδερφούς, που φιλονικούσαν πάνω απ’ το… φέρετρο, δεν είπε τίποτα. Τι να πει κανείς και γι’ αυτούς…  «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», όπως θα έλεγε κι η γιαγιά…

Η ιστορία της δεύτερης γιαγιάς

Η γιαγιά μου γεννήθηκε πριν από 90 περίπου χρόνια, από Έλληνες γονείς, στη Σμύρνη. Η μητέρα της ήταν μικρασιάτισσα, ο πατέρας της από τη Ζάκυνθο. Ήρθαν στην Ελλάδα όταν εκείνη ήταν μωρό. Έζησαν στη Ζάκυνθο για λίγο, κι έπειτα (δεν ξέρω για ποιους λόγους) βρέθηκαν σε ένα χωριό της Καλαμάτας. Εκεί αγόρασαν ένα χωράφι που δούλευε ο προπάππους μου και η προγιαγιά μου έκανε δέκα παιδιά, τα πιο πολλά κορίτσια. Ένα από αυτά τα κορίτσια, από τα μεγαλύτερα, είναι και η γιαγιά μου. Στα δεκατέσσερά  της την πάντρεψαν με τον παππού μου.
Ο παππούς μου είχε έρθει κι εκείνος μωρό παιδί από την Μικρά Ασία, μαζί με τα αδέρφια του μόνο, καθώς με τους γονείς τους χάθηκαν (!!!) στο δρόμο και δεν τους θυμόταν καν. Στο λαιμό είχε ένα σημάδι, από το μαχαίρι κάποιου τούρκου, την ώρα που προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Τότε, το 1912, πρέπει να ήταν περίπου 2 χρονών. Τον μεγάλωσαν τα αδέρφια του, μια και ήταν ο πιο μικρός. Με κάποιο τρόπο, κάτι σαν αποζημίωση προσφύγων, απέκτησαν ένα κτήμα έξω από την Καλαμάτα. Εκεί τον γνώρισε ο πεθερός του, που βλέποντάς τον καλό, εργατικό, τίμιο και νοικοκύρη, τον θεώρησε  κελεπούρι για να ξεφορτωθεί μια από τις κόρες του. Η γιαγιά μου ήταν πάνω από 20 χρόνια πιο μικρή από τον παππού μου, αλλά ήταν από τότε νταρντανογυναίκα,  όπως λένε όσοι την θυμούνται. Στα δεκαπέντε της, έκανε την πρώτη της κόρη. Και μετά, κάθε τρία χρόνια περίπου, έκανε κι από ένα παιδί, συνολικά εννιά: έξη κόρες και τρεις γιους. Σταμάτησε να γεννάει όταν πάντρεψε την πρώτη κόρη  — κι αυτή μικρή, γύρω στα 17.

Η γιαγιά κι ο παππούς, έζησαν μαζί πολλά χρόνια, ευτυχισμένοι. Ο παππούς δούλευε στα χωράφια, από το χάραμα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Η γιαγιά είχε τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών. Το σπίτι τους βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο αγρόκτημα, στην άκρη της πόλης. Ήταν γεμάτο με δέντρα που έκαναν φρούτα όλων των ειδών, είχε ένα κήπο πνιγμένο στα λουλούδια και ζώα, κάθε είδους για να δίνουν τροφή και βοήθεια στο σπίτι. Δύο όμορφα άλογα βοηθούσαν τον παππού στη δουλειά του, και δυο σκύλοι, που το σπιτάκι τους ήταν δίπλα στο πηγάδι με την αγριοτριανταφυλλιά, πρόσεχαν τα πάντα.
Καθώς κι οι δυο τους ήταν σχεδόν αγράμματοι, ήθελαν τα παιδιά τους να μορφωθούν -κυρίως ο παππούς επέμενε σ’ αυτό, που ήθελε οπωσδήποτε όλα τα παιδιά του να τελειώσουν το Γυμνάσιο. Μερικά σπούδασαν, μερικά έμαθαν τέχνες, αλλά όλα τους πάντως πρόκοψαν στη ζωή τους, κι ο παππούς ήταν πολύ περήφανος. Τα καμάρωνε.
Ο παππούς μου πέθανε πριν από 25 χρόνια, ξαφνικά. Η γιαγιά εξακολούθησε να ζει στο σπίτι της στο χωριό, έως σήμερα. Φροντίζει το κτήμα, τα ζωντανά της και -ανάλογα με την εποχή- μοιράζει σε παιδιά κι εγγόνια τα «καλούδια» του σπιτιού της: φρέσκα φρούτα, λαχανικά, αβγά, χειροποίητα ζυμαρικά και γλυκά. Έτσι, μετά το θάνατο του παππού, η γιαγιά ζει καλά, κι ας είναι μόνη της. Έχει τις παρέες της στην εκκλησία, έχει να φροντίζει τα ζώα και τα λουλούδια της, τα χελιδόνια κάθε άνοιξη, τα παιδιά και τα εγγόνια της, που την επισκέπτονται πού και πού. Και είναι γερή, περνάει καλά και δείχνει ευχαριστημένη από τη ζωή της. Κανείς μας δεν φαντάστηκε ποτέ, ότι γιαγιά μπορεί να έχει «σκοτεινά σημεία» στη ζωή της, κρυμμένα βαθειά μέσα της.

Πριν από 10 περίπου χρόνια, η γιαγιά μου είχε ένα ατύχημα: κάποιος απρόσεκτος οδηγός τη χτύπησε με το αυτοκίνητο, την έριξε κάτω, και ράγισαν κόκκαλα της λεκάνης της. Την πήγαμε στο νοσοκομείο, όπου της έκαναν γενική αναισθησία και επέμβαση στη λεκάνη. Για τη γιαγιά ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε χειρουργείο, και ήταν ολοφάνερα φοβισμένη. Και καθώς το είχε ρίξει στη θρησκεία τα τελευταία χρόνια, ζήτησε κι έκανε όλα όσα θα έπρεπε να κάνει σαν καλή χριστιανή που πρόκειται να πεθάνει: φώναξαν παπά, εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Στην εντατική όπου βρισκόταν, ο γιατρός είπε ότι, μέχρι να συνέλθει τελείως, καλό θα ήταν να είναι κάποιος δικός της μαζί. Έτσι έγινε και την άκουσαν να παραμιλάει. Ένα απόγευμα, εκεί ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο, οι θείες μου, οι δυο κόρες της γιαγιάς που κάθονταν μαζί της στο δωμάτιο, την άκουσαν άναυδες να λέει ότι τα μισά, σχεδόν, από τα παιδιά της –τρία  από τα κορίτσια, ανάμεσά τους κι ένα από τα δύο που ήταν εκεί – και το ένα από τα αγόρια, ήταν αποτέλεσμα της ερωτικής της σχέσης με άλλους τέσσερις άντρες, διαφορετικούς, δηλαδή,  κάθε φορά. Παραμιλώντας  μέσα στη νάρκωση ακόμα, είπε ότι τους ερωτεύτηκε όλους πολύ, ότι ήταν όλοι τους ήδη παντρεμένοι, ότι έχουν πεθάνει όλοι πια και ότι δεν έχει πει τα ονόματά τους ούτε στον παπά!
Οι θείες μου σοκαρίστηκαν και  δεν ήξεραν τι να κάνουν μετά. Αποφάσισαν να μην της το πουν της ίδιας ποτέ, αλλά το είπαν και στα υπόλοιπα αδέρφια τους, και σε μερικά από τα εγγόνια, στα «μεγάλα», σαν εμένα.  Έτσι καταλάβαμε πώς γίνεται να διαφέρουν τόσο πολύ κάποια παιδιά μεταξύ τους, και γιατί κάποια έδειχνε μια ξεχωριστή αδυναμία…

Η γιαγιά μου, είναι ακόμα μια «νταρντανογυναίκα» που κοντεύει τα 90 και είναι μια χαρά στην υγεία της, χορτασμένη από τη ζωή της. Εξακολουθεί να είναι δυνατή, με τα λευκά μαλλιά της να στεφανώνουν το όμορφο πρόσωπό της, αξιοσέβαστη ανάμεσα στους συγγενείς και τους γνωστούς της, ευγενική και σοβαρή.
Πώς τα κατάφερε σε μια τόσο μικρή κοινωνία να μην την πάρουν χαμπάρι, ούτε εγώ ούτε κανείς μας ξέρει και μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Ε; Τι λέτε; Εξαιρετικές ιστορίες! (Ναι, προσωπικά προτιμώ  τη δεύτερη). Νομίζω, το έχω ξαναγράψει εδώ, πως ό,τι έχω μάθει σε αυτή τη ζωή –ε, το 80%- το έχω μάθει από τις γυναίκες! Να προσθέσω μόνο κάτι εδώ: Το καλύτερο που μου έμαθαν οι γυναίκες είναι ότι εκείνες, δεν θα τις μάθω ποτέ. Έτσι, έχω το κεφάλι μου ήσυχο.

Και θα ήθελα να κλείσω αυτό το post και με μια σύντομη ιστορία ενός παππού. Κι αυτήν μου την είπε μια φίλη μου. (Χα, χα, χα… Πάλι από γυναίκα έμαθα). Η γιαγιά της φίλης μου (η μητέρα της μάνας της), χώρισε τον άντρα της έχοντας τέσσερα παιδιά και χάλια οικονομικά, επειδή έκανε ερωτική σχέση με μία άλλη γυναίκα. Ο «παππούς»,  που ήταν έλληνας από την Αίγυπτο, ομολόγησε ο ίδιος τον έρωτά του για την άλλη γυναίκα, χωρίς να αναφέρει τίποτα για διαζύγιο. Κι όταν  άκουσε τη γυναίκα του να ουρλιάζει και να ζητάει διαζύγιο, της είπε έκπληκτος: «Καλά, κακό είναι να αγαπάω δύο γυναίκες;!»
Νομίζω ότι το σημερινό
post, είναι η καλύτερη εισαγωγή  για το post του γάμου.

Καλή εβδομάδα, καλό Πάσχα, καλά στέφανα, καλή λευτεριά, καλό βόλι και προπάντων: καλή καρδιά.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.

12 Σχόλια στο “Οι δυο γιαγιάδες”

      Παναγιώτης
      28 Μαρτίου 10 στις 15:17

      Όντως τις γυναίκες δεν μπορεί κανείς να τις καταλάβει. Απλώς παίρνει μια μυρωδιά.

      ΥΓ. Βρε τη δεύτερη γιαγιά…διαόλου κάλτσα.

      ainafets
      28 Μαρτίου 10 στις 17:45

      Δεν καταλαβαίνω τι περιμένουν για να «ορίσουν» την μέρα της γιαγιάς, φυσικά της γιαγιάς εν ενεργεία, για να έχει λόγο, εντομεταξύ το βράδυ στο σταρ θα μιλήσει μια άλλη γιαγιά που υπερασπίζεται την εγγονή της…Τζούλια!
      Φιλιά από την «τρίτη» γιαγιά..

      Hengeo
      28 Μαρτίου 10 στις 18:12

      Όμορφες και οι δύο ιστορίες. Εμένα προσωπικά με άγγιξε πιο πολύ η πρώτη, ίσως επειδή μου θύμισε μία παρόμοια οικογενειακή ιστορία. Μου ήρθε τώρα η ιδέα μήπως γράψω για πασχαλινό post στο blog μου κάτι για αυτό, θα δώ..

      Καλή ανάσταση!

      να-τασσσάκι
      28 Μαρτίου 10 στις 20:12

      Η ιστορία της πρώτης γιαγιάς μου θυμίζει λίγο.. τον παππού μου..!
      Για τη δεύτερη δεν έχω λόγια, είναι σχεδόν απίστευτη -σαν όλες τις αληθινές ιστορίες

      Καλή καρδιά -μ’ άρεσε αυτό 🙂

      Φιλί!

      dimitrisp
      28 Μαρτίου 10 στις 22:18

      γυναίκες…ευτυχώς δεν κρατάν το στόμα τους κλειστό και μαθαίνουμε κάτι κι εμείς οι πτωχοί τω πνεύματι άρρενες 🙂
      από την δική μου τη γιαγιά έμαθα ότι η γυναίκα μπορεί να κάνει την επανάστασή της και σε ηλικία 60+
      αρνήθηκε λοιπόν να ακολουθήσει τον σκληρό και νταή παπού μου όταν αυτός χωρίς να τη ρωτήσει ξεκίνησε να μετακομίσει σε άλλη περιοχή μακριά από τα παιδιά και εγγόνια της …
      10 χρονών παιδάκι ήμουν αλλά είδα μια αποφασισμένη και έτοιμη για όλα γιαγιά και έναν οργισμένο παπού που έβριζε και μετακόμιζε…κανείς δεν υποχωρούσε κι ο πατέρας μου έσωσε την πεθερά του από μερικές ψιλές και ανέλαβε να τη φιλοξενήσει σπίτι μας ως το υπόλοιπο της ζωής της …
      δεν υπάρχει ασφάλεια σε καμιά σχέση λέμε 😉
      φιλιά!

      Καραπιπέρης Γιάννης
      29 Μαρτίου 10 στις 19:06

      Τυχεροί όσοι μεγάλωσαν (και συνεχίζουν να μεγαλώνουν) ανάμεσα σε παππούδες και γιαγιάδες…

      Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση σε όλους (αμήν)

      Υ.Γ. και πάρτε κι ένα επίκαιρο:
      Λέει ο λύκος στο αρνί : -Πάμε Κυριακή μεσημέρι για καφέ?
      και το αρνί : -Δεν μπορώ, έχω γύρισμα…

      Nelli Nezi
      30 Μαρτίου 10 στις 12:25

      Xαχαχαχαχαχα καλό Γιάννο !! 😛

      Στο θέμα μας τώρα !

      Εκθεση : «Η γιαγιά μου»

      Από τις δυο γιαγιάδες αυτή που μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία ήταν η μάνα της μητέρας μου. Κοιμόμασταν μαζί ως τα έξι μου χρόνια …λίγο μετά πέθανε. Πάντα εγώ είχα δίκιο στους καυγάδες με την αδερφή μου, πάντα μου έκανε τα χατήρια όλα , πάντα ήμουν το κέντρο του κόσμου για εκείνην.

      Όταν την πήγαν στο νοσοκομείο λίγο πριν πεθάνει ( πρόβλημα με την καρδιά) και την είχα καλωδιομένη να μετρούν τους καρδιακούς της παλμούς, κι εμείς με τους γονείς μου ( δεν τα θυμάμαι , μου τα είχε πει η μάνα μου όλα αυτά) τρέξαμε να τη δούμε, το μηχάνημα που κατέγραφε τους παλμούς της «τρελάθηκε» όταν ακούστηκε η φωνή μου λίγο έξω από το δωματιό της και η γιαγιά ψιθύριζε » Το παιδί! Ήρθε το παιδί » …..Τι κρίμα που θυμάμαι ελάχιστα πράγματα από αυτήν τη γιαγιά….

      Εν αντιθέσει, μια χαρά θυμάμαι την άλλη τη γιαγιά ( του πατέρα μου τη μάνα ντε!) η οποία δεν ήταν και πολύ των χαδιών και των αγκαλιών …μη σου πω και καθόλου ! Ελα μου όμως που αφού μου πέθανε η πρώτη γιαγιά, εγώ, έριξα όλη μου την αδυναμία και την αγάπη στη δεύτερη. Τη λάτρευα στην κυριολεξία!

      Γυναίκα του χωριού με το τσεμπέρι της κλασικά και τις μακριές φουστάνες της , ψηλή και πολύ αδύνατη, όπου περνούσε όλοι ελεγαν «Ωχ…η μαρ Χρυσάφω!» χαχαχαχα Το «μαρ» είναι αρβανίτικο και κάτι σημαίνει καθότι η γιαγιά ήταν αρβανίτισσα βεβαίως βεβαίως .

      Δυναμική μεχρι εκεί που δεν παίρνει, παρατούσε τον παππού μου κι έκανε ταξίδια αναψυχής. Αμόρφωτη εντελώς , έμπαινε σε λεωφόρεια, πήγαινε σε σταθμούς , ταξίδευε και απολάμβανε. Δεν χαμπάριαζε λέμε τίποτα! Σήκωνε τις φουστάνες της, πηδούσε μάντρες κι οτιδήποτε έμπαινε εμπόδιο στο δρόμο της , το ξεπερνούσε χωρίς πολλά πολλά . Τα βαζε με τους άντρες του χωριού κι εν ολίγοις ακόμη και σήμερα σε όσους από το χωριό λέω ότι είμαι εγγονή της λένε «Ωχ…της μαρ Χρυσαφώς εγγονή είσαι ; » μπου α χα χα χα ( αφιερωμένο Γιάννο! 😀 )

      Τη θαύμαζα και τη λάτρευα. Όταν την έχασα στα δεκαέξι μου, έπεσα σχεδόν σε κατάθλιψη. Φυσικά ήταν μεγάλη και μια χαρά έζησε τη ζωή της , ήταν όμως ξαφνικό.

      Δεν ήρθε ποτέ στον ύπνο μου όσο και αν παρακαλούσα μέσα μου. Μέχρι πρόπερσι όπου σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής μου ….εμφανίστηκε ! Όπως ακριβώς τη θυμόμουν , με την ίδια αποφασιστικότητα που έκανε τα πάντα, με πήρε από το χέρι και σχεδόν με έσπρωξε στον δρόμο που φοβόμουν να πάρω . Ρωτούσα τη μητέρα μου αν έπρεπε να ακολουθήσω ένα δρόμο συγκεκριμένο ή να πάω από έναν άλλον γνώριμο ( στο όνειρο όλα αυτά ναι? 😛 ) και η μάνα μου ήταν όλο μα και μου ….Εκεί εμφανίστηκε η μαρ Χρυσάφω και μου δωσε μια και μου είπε «Αντε ντε προχώρα! Πάμε!! »

      Κιχ δεν έβγαλα και την ακολούθησα. Στον άγνωστο δρόμο που εκείνη μπήκε μπροστάρισσα για να μου δείξει ότι δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να φοβάμαι,

      …………………………

      Από τότε ούτε που την ξαναείδα!

      Φιλιά σε όλους :-***

      υγ : Τρελαίνομαι για ιστορίες για γιαγιάδες λέμε! Φάνηκε? 😀 Μεταξύ μας η δεύτερη γιαγιά από τις ιστορίες που έβαλες…όλα τα λεφτά! 😀 Μα και η πρώτη , πολύ γλυκιά :-)))

      ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ !!!!!!

      ζωή
      25 Απριλίου 10 στις 17:17

      για την πρώτη ιστορία…
      εμ κάπου έπρεπε να περάσουν και τα γονίδια του παππού που ήταν ένα «τέρας»… αυτό για τα παιδιά που τσακώνονταν.. ευτυχώς πάντως που η γιαγιά είχε φύγει ταξίδι και δεν είδε τπτ

      η δεύτερη γιαγιά είναι η απόδειξη ότι άνθρωποι που ερωτεύονται και κάνουν τρέλες υπήρχαν πάντα, κι ας κρατούσαν περισσότερο τις τρέλες τους για τον εαυτό τους .. εξάλλου η παρανομία προσέθετε και αλατοπίπερο, τώρα που όλα επιτρέπονται έχω την αίσθηση ότι καταβάθως πιο συντηρητικοί γινόμαστε…

Σχολιάστε