Και τα δέντρα νοιώθουν την αγάπη

Μπαίνοντας με το αυτοκίνητο σήμερα στο σπίτι – όπως ίσως θα θυμάστε μένω στην εξοχή, στο Καπανδρίτι –  είδα ότι το πρώτο  έλατο που είχα φυτέψει πριν είκοσι χρόνια περίπου, είχε πια μαραθεί εντελώς! Θα πρέπει να το κόψουμε. Δείτε και μόνοι σας πώς έχει γίνει το καημένο.

241220141960

Αντίθετα μ’ αυτό το δέντρο, το άλλο που φύτεψα την επόμενη ακριβώς χρονιά είναι σε εξαιρετική κατάσταση, παρόλο που κι αυτό όπως και το προηγούμενο, ήταν μικρά δέντρα σε γλάστρα,  που τα είχα πάρει  για τα Χριστούγεννα, κι επειδή μετά λυπόμουν να τα πετάξω, τα φύτεψα παρά τις αντιρρήσεις  τότε του κηπουρού, και τις δύο φορές. Είχε δίκιο μόνο για το πρώτο δέντρο, γιατί κοιτάξτε το δεύτερο πώς είναι σήμερα!

241220141961

 Αλλά αυτή η διαφορά δεν έγινε τυχαία. Παρόλο που έχω ξανανεβάσει post γι΄αυτό το δέντρο πριν λίγα χρόνια, πηγαίνοντας σήμερα μετά που είδα το πρώτο έλατο και στο δεύτερο, σκέφτηκα να σας ανεβάσω φωτογραφίες τους σήμερα, για να δείτε στην πράξη ότι και τα δέντρα  νοιώθουν την αγάπη μας. Το πρώτο δέντρο, που ήταν στην είσοδο του σπιτιού, το προσπερνούσα σχεδόν πάντα με το αυτοκίνητο και  δεν σταματούσα ποτέ να του μιλήσω ή να το χαϊδέψω όπως έκανα στο άλλο που είναι μπροστά στο σαλόνι του σπιτιού. Ναι, καλά  διαβάσατε: το χάιδευα και του μιλούσα και του έλεγα ότι το αγαπώ πολύ και κάποιες φορές, φιλούσα και κάποιο κλαρί του. Αντί, όμως, να ξαναγράψω αυτή την ιστορία, καλύτερα να την διαβάσετε, όσοι δεν την ξέρετε ήδη, έτσι όπως την έγραψα σε τρίτο πρόσωπο, αργότερα, για το βιβλίο μου «Ιστορίες της καρδιάς». Αυτή την ιστορία ακριβώς θυμήθηκα σήμερα, κοιτάζοντας τα δύο δέντρα το ένα μετά το άλλο, μέσα σε λίγα λεπτά. Αλλά διαβάστε το μικρό διήγημα για αυτό ακριβώς το έλατο, από το βιβλίο μου.

ΤΟ ΕΛΑΤΟ
 Εκείνες τις γιορτές, ένας πατέρας τριών παιδιών, αποφάσισε να αγοράσει στα παιδιά του για τα Χριστούγεννα ένα μικρό αληθινό έλατο σε γλάστρα, για το σπίτι τους στην εξοχή. Όταν πέρασαν οι γιορτές, με τη βοήθεια του κηπουρού που υπήρχε, το έβγαλε προσεκτικά από τη γλάστρα ώστε να μην κοπούν οι ρίζες και να μπορέσουν να το φυτέψουνε.
– Τζάμπα ο κόπος μας, είπε ο κηπουρός μόλις το βγάλανε από τη γλάστρα.
– Γιατί; τον ρωτάει ο πατέρας των παιδιών.
– Δεν βλέπεις που δεν έχει καθόλου ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει.
– Όχι, θα το φυτέψουμε, επέμενε εκείνος. Θα του μιλάω κάθε μέρα και θα πιάσει.
– Χα, χα, χα… γέλασε ο κηπουρός ειρωνικά. Μην μου πεις ότι πιστεύεις αυτές τις ανοησίες…
– Δεν μου λες; τον ρωτάει τ΄αφεντικό του. Εσύ που είσαι και κηπουρός, έχεις διαβάσει ένα βιβλίο που λέγεται: «Η μυστική ζωή των φυτών»;
– Έλα τώρα… Χρειάζεται να διαβάσω αυτά τα «ούφο» που διαβάζεις εσύ για να ξέρω ότι ένα δεντράκι από γλάστρα χωρίς ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει;
Αδιαφόρησε για την άποψή του και τον έβαλε να το φυτέψει.
– Σε καμιά δεκαριά μέρες θα έχει μαραθεί, είπε ο κηπουρός με αυτοπεποίθηση και το φύτεψε.
Από κείνη την ημέρα ο άντρας άρχισε κάθε μέρα να ποτίζει ο ίδιος το ελατάκι και να του… μιλάει. Του έλεγε ότι είναι φίλοι κι ότι πρέπει να πιάσουν οι ρίζες του στο χώμα. Κάποιες φορές του χάιδευε την κορφή του, ενώ άλλοτε το αγκάλιαζε, καθώς τότε του έφτανε μέχρι τη μέση του και χωρούσε όλο στην αγκαλιά του.
Οι δέκα μέρες πέρασαν και το ελατάκι δεν μαράθηκε, όπως είχε προφητέψει ο κηπουρός. Και δεν μαράθηκε όχι μόνο στις δέκα μέρες, αλλά ούτε στις δέκα εβδομάδες, ούτε στους δέκα μήνες. Ο άντρας πια δεν του μιλούσε κάθε μέρα, όπως είχε κάνει τον πρώτο μήνα μόνο – αλλά το είχε στο νου του συνέχεια και που και που πήγαινε και του χάιδευε κάποιο κλαρί.
– Να το σκίσεις το δίπλωμα του γεωπόνου σαχλαμάρα, πείραζε τον κηπουρό που ήταν και σπουδαγμένος όχι μόνο εμπειρικός κηπουρός.
– Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, έλεγε εκείνος με απορημένο βλέμμα, πρώτη φορά πέφτω έξω. Αλλά δεν έχει να κάνει με το που του μιλάς…
– Ναι, μωρέ – απαντούσε ο άντρας ειρωνικά – είναι επειδή το χώμα είναι πολύ καλό…
Να, όμως, που στο χρόνο πάνω ο κηπουρός βρήκε την ευκαιρία να θριαμβεύσει: η κορφή του έλατου μαράθηκε!
– Ε, τώρα πάει, είπε χαιρέκακα ο κηπουρός δεν υπάρχει περίπτωση έλατο που μαραίνεται η κορφή του να ζήσει.
Πήγε να σκάσει από τη στενοχώρια του ο άντρας. Σαν να αρρώστησε το παιδί του. Κάθε πρωί πριν φύγει το πότιζε και το χάιδευε και τα απογεύματα όταν γυρνούσε από τη δουλειά του, του μιλούσε: «Γιατί βρε μωρό μου; Τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να μαραθείς;»
– Να το ξεριζώσω, να βάλω αυτή τη λεύκα που έφερα, ρώτησε μετά από καμιά εβδομάδα ο κηπουρός, καθώς το έλατο είχε αρχίσει να μαραίνεται όλο και πιο κάτω.
– Τη λεύκα να τη βάλεις εκεί που ξέρεις, του είπε ο άντρας. Κι άρχισε να μιλάει πιο πολύ στο ελατάκι και να το χαϊδεύει. Ύστερα από καμιά εβδομάδα, πρόσεξε ότι είχε σταματήσει να κατεβαίνει η αρρώστια τής κορφής προς τα κάτω. Και κοιτάζοντας προσεκτικά τις επόμενες μέρες, πρόσεξε ότι άρχισαν να βγαίνουν μικρές τρυφερές πράσινες βελόνες στον κορμό! Σε μία εβδομάδα οι ανοιχτοπράσινες βελόνες είχαν γίνει ένα τρυφερό κλαράκι. Το έλατο, λες και έκανε μόνο του «μπάι πας», έφτιαξε μια άλλη, καινούργια κορφή, που μεγάλωνε ελαφρά προς το πλάι! Και χρόνια αργότερα που το ύψος του έλατου είχε περάσει το σπίτι, όταν πρόσεχες από μια ορισμένη πλευρά τον κορμό του, έβλεπες ότι από ένα σημείο και μετά έμοιαζε σαν να «στραβώνει» ο κορμός και μετά να συνεχίζει προς τα πάνω, λίγα χιλιοστά πιο ‘κει. Ο κηπουρός δεν μπόρεσε ποτέ να το χωνέψει και δεν θέλησε να παραδεχτεί ότι έπαιξαν ρόλο τα χάδια, οι κουβέντες και οι αγκαλιές που έκαναν το δέντρο να ριζώσει και μετά  να φτιάξει μια καινούργια κορφή και να ζήσει, ξεπερνώντας τα είκοσι μέτρα ύψος!
Χρόνια αργότερα από τότε που είχε φυτευτεί το ελατάκι μπροστά στο σπίτι, ο άντρας το κοίταξε σηκώνοντας το κεφάλι του ψηλά, καθώς πια το ύψος του είχε ξεπεράσει κατά πολύ το σπίτι τους και ένοιωσε πως αν έχεις μια αληθινή σχέση με την καρδιά σου με ένα δέντρο, τότε η καρδιά σου είναι ανοιχτή και σε όλους ανθρώπους, κι αυτό δεν σημαίνει ρομαντικούς συναισθηματισμούς, αλλά αληθινά αισθήματα.


Καλό βράδυ

Π.

 

 

 

ένα σχόλιο στο “Και τα δέντρα νοιώθουν την αγάπη”

Σχολιάστε