Τεστ ύπνου

Κάποια στιγμή, λοιπόν, το καλοκαίρι με το που ξύπνησα ένα πρωί, μου λέει η κυρία Παραμυθά: «Χτες το βράδυ, έπαθες άπνοια και τρόμαξα. Μέτρησα μέχρι το 45 και μετά έκανες σαν να πνίγηκες κι άρχισες πάλι ν’ ανασαίνεις». Μου φάνηκε περίεργο αυτό γιατί δεν ένοιωσα κάτι τέτοιο. Πριν πολλά χρόνια – πάνω από επτά – έκανα άπνοιες και ξέρω πώς πεταγόμουν όρθιος. Κι όπως έμαθα αργότερα, όταν κάνεις άπνοια πάνω από δώδεκα δευτερόλεπτα τα «τινάζεις». Οπότε η κυρία Παραμυθά ή θα μετρούσε πάαααααααρα πολύ γρήγορα ή απλώς εγώ πια κοιμάμαι τόσο βαθιά και χαλαρωμένος, που θα έπρεπε να βάλει καθρεφτάκι στη μύτη μου για να δει αν αναπνέω. Όμως, το περιστατικό το είπαμε στο γιατρό μας, το έμαθε και μια φίλη μας που βρίσκεται στον ιατρικό χώρο, κι όλοι μαζί βάλθηκαν να με πείσουν να κάνω τεστ ύπνου, για να δούμε αν παθαίνω άπνοιες. Άρχισα να ψήνομαι, αν και, όπως είχα εξηγήσει, ακόμα και να αποδεικνυόταν ότι κάνω άπνοιες δεν υπήρχε περίπτωση να αρχίσω να κοιμάμαι με τη μάσκα που πρέπει να βάζεις πια όταν κοιμάσαι! Καλύτερα να τα κακαρώσω από άπνοια. Μια χαρά είναι, να πεθάνεις στον ύπνο σου και στο κρεβάτι σου. Υπάρχει τίποτα καλύτερο; Τέλος πάντων, αποφάσισα να κάνω το τεστ για χάρη τους, αλλά κυρίως γιατί μετά από 20 χρόνια που πληρώνω την Ασφαλιστική Εταιρία και δεν έχω πάθει τίποτα, επιτέλους θα μου πλήρωναν και κάτι. Έτσι έκλεισα ραντεβού στο ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, που κάνει αυτό το τεστ και χτες το βράδυ ξεκίνησα με τα πόδια από ένα χώρο που έχω στην Αθήνα, στους Αμπελόκηπους, για το Νοσοκομείο. Μπαίνοντας στο τεράστιο κτίριο – κάτι ανάμεσα σε τεράστιο Μουσείο και Μουσολινικό κτίριο στη Ρώμη –  ένοιωσα μια παγερή αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο, μια αίσθηση που δεν υπάρχει στα Δημόσια Νοσοκομεία. Πέρασα από το γραφείο κινήσεως -θυμήθηκα ότι έτσι λέγαμε στο στρατό το γραφείο που κανόνιζε τα δρομολόγια των αυτοκινήτων- έβαλα τις υπογραφές μου, συνάντησα τη φίλη μου που έχει σχέση με τον ιατρικό χώρο και θα την άφηναν γι’ αυτό ακριβώς να είναι μαζί μου σε όλα τα στάδια και στις 9 η ώρα έμπαινα στο δωμάτιο 435. Τέλειο! Σαν να ήμουν σε ξενοδοχείο πολυτελείας!

30112009874

«Χα, χα, χα…», είπα στη φίλη  μου, «νοιώθω σαν να έχω έρθει για γύρισμα κάποιας ταινίας, κι όχι στ’ αλήθεια»!  Άφησα τα πράγματά μου και πήγαμε στην νοσηλεύτρια που ήταν στην υποδοχή των ασθενών. Μας είπε ότι η τεχνολόγος  που θα μου πέρναγε τα καλώδια θα άρχιζε στις δέκα και μισή, ενώ ο τεχνολόγος που θα με παρακολουθούσε όλη τη νύχτα καθώς θα κοιμόμουν, θα ερχόταν στις έντεκα. Και τότε,  έγινε αυτό που μ’ έκανε να νοιώσω για πρώτη φορά ανθρώπινη ζεστασιά σ’ αυτό χώρο: «Κάπου σας ξέρω», είπε η κοπέλα μ’ ένα βλέμμα  μεταξύ περιέργειας και απορίας. «Είσαστε τριάντα και κάτι;» την ρώτησα. «Ναι, 33», μου απάντησε. «Ε, τότε θα βλέπατε μικρή τον Παραμυθά στην τηλεόραση», κατέληξα. «Αααα…» έκανε η κοπέλα και τα μάτια της γέμισαν μ΄εκείνη την γλυκιά παιδική τρυφερότητα, που βλέπω τα τελευταία πέντε χρόνια, στα μάτια νέων γυναικών και αντρών που συναντώ σε διάφορα μέρη. Είπαμε διάφορα περί «Παραμυθά» κι ύστερα κατεβήκαμε με τη φίλη μου στο μπαρ του Νοσοκομείου, ενώ είχα αρχίσει να ξεχνάω γιατί είχα πάει εκεί, αφού δεν ένοιωθα καθόλου ασθενής, αντίθετα θα έλεγα, έσκαγα από υγεία! Στις δέκα η ώρα έκλεισε το μπαρ, ανεβήκαμε πάνω και ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο για να βάλω ένα λεπτό καλοκαιρινό παντελόνι και ένα φανελάκι που θα έπαιζαν το ρόλο της πυτζάμας, όπως εγώ έπαιζα τον άρρωστο, γιατί η κυρία Παραμυθά είπε ότι αφού δεν φοράω ποτέ πυτζάμα, δεν υπάρχει λόγος να αγοράσω για μια φορά. Σωστήηηηη…

30112009873

Στην άλλη μεριά του δωματίου, ήταν ο χώρος με τα μηχανήματα απ’ όπου ο τεχνολόγος θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου!  «Δουλειά κι αυτή!» σκέφτηκα και κάθησα να συμπληρώσω ένα ιστορικό μου με ερωτήσεις (πέντε σελίδων) για το γιατρό. Ξανακοιτάζοντας τις απαντήσεις που έδωσα, βεβαιώθηκα ότι δεν μπορεί να έχω άπνοια. Αλλά πια η ιστορία με διασκέδαζε πραγματικά, λες και κάναμε γύρισμα για ταινία. Πάνω εκεί, ήρθε η βοηθός του τεχνολόγου που θα με καλωδίωνε. «Σηκώστε το φανελάκι σας» μου είπε, και έμεινε το χέρι της ακίνητο.  «Κάτι μου θυμίζετε», μου λέει με ένα ύφος σαν να μην θέλει να πιστέψει αυτό που έβλεπε μπροστά της. «Μήπως βλέπατε τον Παραμυθά;»  την ρώτησα. «Αχ, ναι…» είπε εκείνη και τα μάτια της γέμισαν με μια τρυφερότητα, που μ’ έκανε να ξεχάσω πού βρισκόμουν. «Είδατε τι είναι η ζωή», της λέω. «Ποιος να σας το ‘λεγε όταν βλέπατε την εκπομπή ως κοριτσάκι, ότι θα ‘ρχόταν μια μέρα που θα καλωδιώνατε τον Παραμυθά». Ήταν στα όρια να βουρκώσει από τη συγκίνηση και μου κόλλησε μηχανικά, μ’ ένα φαρδύ ειδικό τσιρότο, το πρώτο καλώδιο στο στήθος  μου. «Άουτς», έκανα καθώς ένοιωσα σαν να μου βγάζουν τις τρίχες με τσιμπιδάκι. «Συγνώμη, σας πόνεσα;» με ρώτησε στενοχωρημένη η κοπέλα. » Όχι, όχι μη στενοχωριέσαι…εντάξει…» της είπα. «Ξέρετε, αύριο θα είναι το δύσκολο που θα κάνετε μία ελαφριά αποτρίχωση, καθώς θα τα  βγάζουμε».  Και το στόλισμα του επιτάφιου άρχισε. «Βγάζε φωτογραφίες», είπα στη φίλη μου. Τσιρότα, ζώνες, σωληνάκια μέσα στη μύτη…

30112009879

… καλώδια πάνω στο κεφάλι, μπροστά στο μέτωπο, πίσω από το κεφάλι, στο λαιμό, στα  χέρια, στα πόδια, κάναμε μισή ώρα για να ολοκληρωθεί το πράγμα. Οπότε ήρθε η κρίσιμη στιγμή να πάω τουαλέτα.

30112009883

Μου εξήγησε η κοπέλα ότι, στη διάρκεια της νύχτας,  θα πρέπει να φωνάζω τον τεχνολόγο που θα παρακολουθεί τον ύπνο μου να βγάζει το βύσμα που θα συνδέει τον πίνακα με τα καλώδια και το κομπιούτερ του δωματίου ή να μου φέρνει πάπια. «Ούτε γι’ αστείο πάπια». Μόνο που σκέφτομαι τον άνθρωπο να το παίρνει και να το κουβαλάει γεμάτο, καταντράπηκα. Έτσι πήρα τον πίνακα με τα καλώδια και πήγα στην τουαλέτα. Αν προσέξετε, θα δείτε ότι ο δείκτης του δεξιού χεριού έχει κάτι σαν μεγάλο άσπρο μανταλάκι, αυτό ήταν και η δυσκολία. Όλα έπρεπε να γίνουν με το αριστερό χέρι… Και καλά το φερμουάρ κατέβηκε. Αλλά έχετε δοκιμάσει ποτέ να ανεβάσετε φερμουάρ σε λεπτό παντελόνι, χωρίς να κρατάτε κόντρα με το άλλο χέρι; Ε, δεν γίνεται. Έτσι, βγήκα με ένα ανέμελο ύφος έχοντας το φερμουάρ κατεβασμένο. Ε, οι άρρωστοι δεν παρεξηγούνται. «Πώς τα αισθάνεστε;» με ρώτησε η κοπέλα. «Με στενεύουν λίγο οι ζώνες στο στήθος και στη κοιλιά και με γαργαλάνε τα καλώδια στο μάγουλο». Έκανε κάτι ψιλοδιορθώσεις, και χάθηκε στο δωμάτιο παρακολούθησης. «Βγάλε με και καμιά χαρούμενη», είπα στη φίλη μου και πήρα πόζα.

30112009882

Κι εκείνη τη στιγμή μπήκε ο τεχνολόγος που θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου. «Πώς νοιώθετε; Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω», είπε ο τρίτος των παραμυθομεγαλωμένων, που είχε πληροφορηθεί από τη βοηθό του για ποιον θα ξενυχτήσει, κι ήρθε με τα μάτια ήδη γεμάτα από εκείνη τη γλυκειά παιδική τρυφερότητα. Τρεις στους τρεις! σκέφτηκα συγκινημένος πια. Έχω πέσει σε φωλιά παραμυθομεγαλωμένων! «Πόσω χρονών είσαι;» τον ρώτησα.  «Τριάντα πέντε», μου απάντησε. «Αν φύγω θα το γλυτώσεις το ξενύχτι;» τον ρώτησα γελώντας. «Μπα, όχι είναι άλλοι δύο που θα παρακολουθώ όλη τη νύχτα», απάντησε κι αυτός γελώντας σαν παιδί. «Πόσες ώρες θα πρέπει να κοιμηθώ  για να βγει συμπέρασμα;» ζήτησα να μάθω. «Τουλάχιστον τρεις, για να υπάρξει η κατάσταση REM που ελέγχουμε».  (Έβαλα link για όποιον θέλει να μάθει τι είναι ο REM). «Και τώρα θα πρέπει να ξαπλώσετε», συνέχισε, ο Βαγγέλης (έτσι τον λέγανε)  «για να τεστάρω τις συνδέσεις». Ξάπλωσα και ζήτησα από τη φίλη μου να μου βγάλει μια τελευταία φωτογραφία, πριν πάει μαζί με το συνάδελφό της στο διπλανό δωμάτιο, καθώς την έτρωγε η περιέργεια να δει τα μηχανήματα.

30112009884

Όταν έμεινα μόνος μου, πήρα την αγαπημένη μου στάση ύπνου, τη στάση του νεκρού στο φέρετρο  – ανάσκελα δηλαδή και με σταυρωμένα χέρια στο στήθος – κι άρχισα να παρατηρώ το δωμάτιο από την καινούργια μου οπτική γωνία και να χαλαρώνω. Στην πάνω δεξιά μου γωνία είχε μία τηλεόραση και στην αριστερή μία κάμερα, απ’ όπου θα με παρακολουθούσαν όλη τη νύχτα, πέρα από τις πληροφορίες που θα έπαιρναν για τις ζωτικές λειτουργίες μου από τα καλώδια. Είχα χαλαρώσει τελείως. Σε λίγο μπήκε η φίλη μου, μου είπε ότι κάποια στιγμή ήμουν πιο ακίνητος από τους άλλους δύο που είχαν ήδη κοιμηθεί και νόμισαν ότι κάτι είχε πάθει η κάμερα και πάγωσε η εικόνα. «Έχεις κι αυτή τη στάση και τρόμαξα…» μου είπε γελώντας η φίλη μου. Χαιρετηθήκαμε και έσβησε τα φώτα πριν φύγει και κλείσει την πόρτα. Κοίταξα την ώρα, πατώντας το κουμπάκι που φωτίζει το καντράν του ρολογιού μου: 12 και 5. Έκλεισα τα μάτια μου. Χαλάρωσα εντελώς. Μετά από λίγο, άνοιξα τα μάτια. Ένοιωθα φοβερά ξύπνιος. Κοίταξα πάλι το ρολόι. Δεν ήταν μετά από λίγο, είχε περάσει ένα τέταρτο. Αυτό το παθαίνω αρκετές φορές. Μπορώ να κοιμηθώ δέκα – δεκαπέντε λεπτά και μετά να νοιώθω ξύπνιος και ξεκούραστος για ώρες. «Ωχ», σκέφτηκα. «Αν κάθε τόσο κοιμάμαι έτσι, δεν θα πιάσω ποτέ το τρίωρο!»  Άρχισα να παρατηρώ μέσα στο σκοτάδι γύρω μου για να μην σκέφτομαι και τότε πρόσεξα ένα μικρό απαλό κόκκινο φωτάκι στο αριστερό μου χέρι. Το άσπρο μανταλάκι στον δείχτη, έβγαζε ένα απαλό κόκκινο φως! «Χα, χα, χα… Σαν τον Ε.Τ. (ι – τι) είμαι που έβγαζε από αυτό το δάχτυλό του φως! (Την έχετε δει την ταινία φαντάζομαι. Αν όχι δείτε την. Είναι υπέροχη).   Και τότε, πρόσεξα ότι η κάμερα απέναντί μου έβγαζε μια θολή κόκκινη λάμψη από το φακό της. Κατάλαβα. Για να μπορεί να «βλέπει» στο σκοτάδι, είχε εκείνη την τεχνολογία που είχαν και οι διόπτρες των όπλων στο Βιετνάμ, για να μπορούν οι στρατιώτες να βλέπουν να σημαδεύουν και να σκοτώνουν στο σκοτάδι. Τι ύπουλο!.. Σκέφτηκα κάτι που είχα ακούσει: ότι τα περισσότερα πράγματα της τεχνολογίας που χρησιμοποιούμε, φτιάχτηκαν πρώτα για τον πόλεμο ή για τη διαστημική έρευνα. Κι εκείνη τη στιγμή μου ήρθε να κάνω ένα χοντρό αστείο στον Βαγγέλη, τον τεχνολόγο που με παρακολουθούσε με την κάμερα εκείνη τη στιγμή: Να σηκώσω το αριστερό μου χέρι προς την κάμερα, και με το «φωτεινό» μου δάχτυλο τεντωμένο να κάνω τη γνωστή κίνηση που σημαίνει, «άει γα*%$ ου». Χα, χα, χα… Ενθουσιάστηκα. Δεν το έκανα βέβαια αλλά σκέφτηκα κι άλλο. Να σηκώσω το χέρι μου προς τη κάμερα σφιγμένο σε γροθιά και να κάνω την επίσης γνωστή κίνηση που υποδηλώνει την ενδοπαλαμική ψευδοσυνουσία. (Χα, χα, χα… έτσι στην καθαρεύουσα, δεν χρειάζεται να αντικαταστήσω κάποια γράμματα με σύμβολα. Χα, χα, χα…) Ούτε αυτό το έκανα βέβαια. Και τότε σκέφτηκα ότι αυτός ο νεαρός άντρας που τώρα με παρακολουθούσε στο μόνιτορ  που είχε μπροστά του, κάποτε, ως μικρό αγόρι καθισμένο μπροστά σε μια άλλη οθόνη, με έβλεπε να κάνω τον Παραμυθά. Κι ύστερα σκέφτηκα τα άλλα δύο κορίτσια, τη νοσηλεύτρια και τη βοηθό τεχνολόγου, που ως μικρά κορίτσια με έβλεπαν στην τηλεόραση σαν Παραμυθά.  Και μού ‘ρθατε στο νου εσείς, που τρία χρόνια σχεδόν που υπάρχει το blog, μου στέλνετε αγάπη, μια αγάπη που έχω δει στα μάτια όσων έβλεπαν την εκπομπή και με συναντάνε ξαφνικά, μια αγάπη που έχει ανιδιοτέλεια, γιατί βγαίνει μέσα από την αθωότητα και το άνοιγμα της παιδικής ηλικίας, μια αγάπη που με τα χρόνια κρύβεται σιγά σιγά, ίσως χάνεται, μια αγάπη που έχει και μια αγνότητα ευγνωμοσύνης γι΄αυτό που εκείνος ο παππούς στην τηλεόραση έκανε εκείνα τα παιδιά να νοιώθουν. Όπως εκείνο το κοριτσάκι που άντεχε την αθλιότητα του σπιτιού του, μόνο και μόνο επειδή έπαιρνε δύναμη κάθε φορά που έβλεπε την εκπομπή και φανταζόταν ότι πετάει μαζί με εκείνον τον παππού και ότι έτσι θα φύγει πετώντας κάποια μέρα από το παλιόσπιτο που την έκανε δυστυχισμένη. Ή όπως εκείνο το αγόρι που του άρεσε τόσο πολύ να βλέπει τον Παραμυθά να πετάει που όταν μεγάλωσε, πήγε και έγινε πιλότος, για να μπορεί κι αυτός να πετάει. Ή όπως εκείνα τα δύο αδελφάκια που μεγάλωναν σε Ορφανοτροφείο και κάθε Σάββατο στις πέντε, το έσκαγαν από το Ορφανοτροφείο που δεν είχε τηλεόραση και πήγαιναν σε ένα διπλανό σπίτι που είχαν γνωρίσει τα παιδιά που έμεναν εκεί, και έβλεπαν τον Παραμυθά, που γι’ αυτούς -όπως του είπαν μεγάλα πια όταν τον συνάντησαν- συμβόλιζε την ελευθερία. Ή όπως εκείνο το αγόρι που είχε γεννηθεί με σχιζοφρένεια κι έβλεπε την εκπομπή, κι όταν τον ζόριζαν και πάθαινε κρίση, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά και φώναζε: «Θα το πω στον Παραμυθά… Θα το πω στον Παραμυθά…» Ή όπως τόσες άλλες ιστορίες που άκουσα, όταν άρχισα να συναντάω κάποιους από σας. Και καθώς ήμουν έτσι ξαπλωμένος και τα σκεφτόμουν όλα αυτά, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα… Κι ένοιωθα μια φοβερή χαρά μέσα μου. Το σώμα μου το πλημμύριζε μια φοβερή ενέργεια, που ένοιωθα ότι θα μπορούσα να ρίξω μια στον τοίχο και να τον γκρεμίσω. Πλημμύριζα από υγεία και δύναμη. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ‘ταν να ήμουν τώρα έξω και να περπάταγα στους άδειους δρόμους, μέσα σ’ αυτή γλυκειά νύχτα. Ήμουν εντελώς ξύπνιος, σαν να είχα κοιμηθεί ώρες… Κοίταξα το καλωδιωμένο σώμα μου, και καθώς ένοιωσα να μην με νοιάζει καθόλου αυτή η ιστορία, να μην με νοιάζει αν έχω ή δεν έχω άπνοια, κι αν θα πεθάνω σε δύο ώρες ή σε δύο ή σε είκοσι χρόνια, αισθάνθηκα, έτσι τυλιγμένος με όλα αυτά τα καλώδια, πολύ μαλάκας! Κάποια στιγμή πριν είχα σκεφτεί ότι αν δεν νυστάξω έως τις μία η ώρα, θα φύγω. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μία και πέντε. Έδωσα μια κι ανακάθησα στο κρεβάτι. Χτύπησα το κουδούνι ανάγκης, κι αμέσως μπήκε ο Βαγγέλης και άναψε το φως. «Έλα, Βαγγέλη», του είπα χαμογελώντας, «ξήλωνε να φύγω». «Μήπως κάποια καλώδια σας ενοχλούν και θέλετε να τα μετακινήσουμε;» με ρώτησε διστακτικά. «Όχι, παιδί μου», του είπα, «θέλω μόνο να φύγω».  Ήμουν τόσο ήσυχος και σίγουρος, που δεν έκανε άλλη προσπάθεια να με πείσει και μέσα σε δέκα λεπτά τα είχε αποσυνδέσει όλα. Ντύθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου, υπόγραψα το χαρτί που έλεγε ότι έφυγα με τη θέλησή μου, χαιρέτησα τον Βαγγέλη ευχαριστώντας τον και κατέβηκα με το ασανσέρ στον άνευ λόγου φαρδύ, ψηλό και μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο, και που ήταν φτιαγμένος έτσι όχι για κανένα πρακτικό, λειτουργικό λόγο, αλλά για να κάνει αυτούς που μπαινόβγαιναν να νοιώθουν ότι είναι «κάποιοι» κι έτσι να ‘ναι ευχαριστημένοι που τους τα μασάνε.
Βγήκα στο δρόμο. Ήταν δύο παρά εικοσιπέντε το πρωί. Πέρασα το μικρό σακίδιο στην πλάτη μου. Η Μεσογείων ήταν άδεια και η νύχτα πολύ γλυκειά. Ένοιωσα φοβερά χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Ένοιωθα όπως τότε που ήμουν μικρό αγόρι και την έκανα κοπάνα από το σχολείο, με την τσάντα στον ώμο. Το τι σκασιαρχεία έκανα μικρός, δεν λέγεται! Τι φοβερή ελευθερία!… Ρούφαγα τον βραδυνό γλυκό αέρα και δεν τον χόρταινα. Ούτε κοίταξα πίσω μου. Έστριψα στην Αλεξάνδρας. Κι αυτή άδεια. Περπάταγα απίστευτα ανάλαφρα. Ήταν -αλήθεια σας λέω- σαν να πέταγα!!! Σας σκεφτόμουν, σκεφτόμουν όλα τα παιδιά του κόσμου και στα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα από χαρά… Έφτασα μετά από μισή ώρα περπάτημα στο χώρο όπου  θα κοιμόμουν και πριν πέσω για ύπνο, άνοιξα το κομπιούτερ μου και σας έγραψα το «Μικρό trailer για το αυριανό post», που έγινε τελικά μεθαυριανό και που μόλις τέλειωσε.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους σας.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ γλυκά.
Νίκος

13 Σχόλια στο “Τεστ ύπνου”

      να-τασσσάκι
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 2:45

      Ακόμα δε συνήθισες τις αντιδράσεις των «παιδιών» ετών 30-40 (περίπου) που σε θυμούνται… Παραμυθά!

      Κανόνισε να το «χωνέψεις» σύντομα, γιατί έρχεται η επόμενη γενιά, και τότε να σε δω πώς θα τα βγάλεις πέρα 🙂

      Πιάσε ένα φιλί, κι όνειρα γλυκά στο κρεββάτι σου πια -το ήξερα, δεν χρειάζεσαι κανένα τεστ!

      υγ1. Άλλη μια περιπέτεια ήταν, και μάλιστα χωρίς μαγικό γιλέκο, χεχεχε!

      υγ2. Μπράβο στη φίλη που ήταν μαζί, ολόκληρο «φωτορεπορτάζ» κάνατε! 😉

      υγ3. Αυτοί οι συνειρμοί σου (και τα αστεία σου)… αμάν! Άκου Ε.Τ.!! 😛
      (αυτό βέβαια, μου θυμίζει «την εξωγήινη φυλή των παραμυθομεγαλωμένων», αλλά είναι άλλη συζήτηση)

      υγ4. Ούτε εγώ δεν νιώθω άνετα στα ιδιωτικά νοσοκομεία-ξενοδοχεία…

      υγ5, δεν έχει.Κι άλλο φιλί έχει -για τον φίλο μου τον Παραμυθά (ξέρεις, εκείνο το αγόρι με τη λάμψη της σκανταλιάς στα μάτια) που αγαπάω πολύ, από τότε μέχρι σήμερα. (Κι εγώ, όπως κι όλα εκείνα τα παιδιά)

      astarti
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 10:41

      … άλλη μία από τις φορές που έφτασες, μέσα μου, έτσι απλά, με το τίποτα, πίσω και πέρα από τις λέξεις, κι έκανα κι εγώ εκείνον το περίπατο, ξημερώματα, μαζί σου, μόνη μου, σε μια στιγμή, σε μια ζωή, άχρονη, μέσα στο νου μου, τόσο πραγματικό, ανατρίχιασα από την υγρασία της νύχτας, ή μήπως, δεν είναι η υγρασία;!…

      καλημέρα…
      σίγουρα θα είναι μετά από τέτοιο τονωτικό πρωινό…

      Κυρία Παραμυθά
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 12:00

      Παραμυθόπαιδα…το είπα…δεν το είπα…εγώ φταίω…αν δεν είχα μετρήσει…γρήγορα…αν δεν του το είχα πει…αν δεν εξηγούσα στο γιατρό μας τι είχα καταλάβει…αν…αν…Αυτό το υπέροχο ποστ

      roadartist
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 12:30

      Εγώ πειράζει να πω πως συγκινήθηκα? Έτσι αισθάνομαι! Πάντα να νιώθετε τόσο «φοβερά χαρούμενος κι ευτυχισμένος», με την ξεχωριστή (!!) αίσθηση της κοπάνας! Αυτή η ενέργεια είναι πολύ σημαντική!

      Mika
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 13:08

      Αχ Παραμυθά μου…είναι τόσο ωραίο να μην σε απογοητεύουν οι ήρωες των παιδικών σου χρόνων!στην πραγματικότητα να είναι ακόμα καλύτεροι…σε ευχαριστώ πολύ…που ξαναμπήκες στη ζωή μου!

      dimitrisp
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 19:12

      -καλησπέρα σας καλέ μου κύριε!
      -καλησπέρα σας!
      -μήπως ξέρετε κατα που πέφτει εκείνο το μέγαρο …της ευτυχίας!
      -ποιό; αυτό το τεράστιο, πολυτελείας κτίριο γεμάτο φρου-φρου κι αρώματα;
      -ναι,ναι αυτό!
      -θα πάτε όλο ευθεία και μετά θα στρίψετε στο φανάρι δεξια…αλλά αν επιτρέπετε γιατί πάτε;
      -πάμε να καλωδιοθούμε για να γίνουμε κι εμείς ευτυχισμένοι και πετυχημένοι…έτσι μας είπαν …όλοι εκεί πάνε!
      -μην τους πιστεύετε…απο εκεί έρχομαι…μόλις τους την κοπάνησα, τίποτα δεν υπάρχει εκεί καμιά ευτυχία!
      -τι μας λες! και τώρα;τι να κάνουμε εμείς;που να πάμε;
      -α! δε ξέρω …πηγαίνετε όπου σας αρέσει…κάντε κι εσείς κοπάνα!

      κάπως έτσι σε συναντήσαμε Π.! και θυμηθήκαμε ότι αντί να πάμε να καλωδιοθούμε και να κοιμηθούμε … ώρα να κάνουμε την κοπάνα της ζωής μας!
      εύχομαι πάντα να νιώθεις τη δύναμη να γκρεμίσεις τον τοίχο!
      Φιλιά!

      Παπαστρατής Ιωάννης
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 19:20

      Νίκο φίλε μου.Επιτέλους ένα σεντόνι από τα καλύτερά σου.Η αναμονή άξιζε!Όπως βλέπεις εμείς,τα παραμυθόπαιδα,είμαστε παντού.Δε γλυτώνεις με τίποτα!Σε έχουμε περικυκλώσει!Και στάματα αυτά τα περί θανάτου γιατί εμένα,τουλάχιστον,με νοιάζει και σε θέλω υγιή και ακμαιότο.Με συγκίνησες πάλι.Δε θα σε ευχαριστήσω ποου ξαναμπήκες στη ζωή μου γιατί πάντα υπήρχες σε μια γωνιά του μυαλού μου.Και σε μία χώρα που «πήξαμε» στους παραμυθάδες πάλι καλά που κάποιοι από εμάς έχουμε τον γνήσιο ΠΑΡΑΜΥΘΑ ως κομμάτι της παιδικής και της ενήλικης φαντασίαςκαι σκέψης μας.

      Να είσαι πάντα καλά και θα είμαστε και εμείς καλά.Τα φιλιά μου.

      John Karapiperis
      3 Δεκεμβρίου 09 στις 21:11

      Για ‘τιμωρία’ στην Κυρία Παραμυθά, ρίξε της σήμερα ένα δυνατό ροχαλητό !!!
      Φιλιά και να είσαι πάντα καλά…
      Υ.Γ. όπως βλέπεις παραμυθόπαιδα υπάρχουν παντού… Μήπως να κατέβαινες στις επόμενες εκλογές ? 😉

      marilia
      4 Δεκεμβρίου 09 στις 0:11

      Στη συγκίνηση και τη χαρά όσων σας συναντούν, προσθέστε και την τάση των e-παραμυθόπαιδων τώρα πια, να διαβάζουν… σεντόνια τέτοιου τύπου χωρίς ίχνος δυσαρέσκειας 12:10 πμ!!!

      Νάνι! Και γρήγορα. Φρόνιμος και χωρίς περίεργους συνειρμούς. Άκου… ET!!! τς τς τς
      Καληνυχτοφιλιά

      Παναγιώτης
      4 Δεκεμβρίου 09 στις 18:32

      ΥΓ. Πάντως έτσι που σε είδα παραμυθά με τόσα καλώδια μου φάνηκε σαν προπόνηση σε μηχάνημα motion capture όταν θα γυριστεί στο μέλλον ο παραμυθάς σε 3d ( λέμε τώρα !!! )

      John Karapiperis
      5 Δεκεμβρίου 09 στις 16:26

      το ‘ Θα το πω στον Παραμυθά’ κι εγώ το έλεγα μαζί με το ΄θα το πω στη δασκάλα’
      Αλλά αφού κανείς δεν μου έδεινε σημασία, το εξωτερικεύω πλέον…
      Το λέω σε εσένα λοιπόν !!! -με μάτια ρυτιδιασμένα γεμάτα δάκρυα – και όχι ζωντανά και παιδικά!!!

Σχολιάστε