Η Τέχνη να Λες Παραμύθια και «Το σχολείο των ζώων».

Όπως θα διαβάσατε στο προηγούμενο post, σήμερα ήταν να κάνω μια ομιλία στο στους γονείς των παιδιών του 150υ Δημοτικού σχολείου της Κατερίνης, αλλά έχασα το τραίνο κι έτσι δεν πήγα. Τ’ απόγευμα, διαβάζοντας το ένα και μοναδικό σχόλιο της Marilia σε αυτό το POST, μου πέρασε η σκέψη να σας βάλω εδώ τα λίγα λόγια που θα έλεγα και το παραμύθι που είχα ετοιμάσει. Ξαναδιαβάζοντάς τα εδώ για να τα διορθώσω, σκέφτηκα πως καλύτερα που δεν πήγα. Αυτά που θα διαβάσετε δεν είναι για να τα λες έτσι με το «καλημέρα σας» σε ανθρώπους που δεν έχεις ξαναδεί. Εμείς, όμως, γνωριζόμαστε χρόνια και μ’ έχετε ενθαρρύνει να γράφω και παραμύθια και σεντόνια. Πάρτε, λοιπόν, ένα «παραμυθοσεντόνι». Η παραλίγο ομιλία έχει τίτλο, «Η Τέχνη να Λες Παραμύθια».

Η τέχνη να λες παραμύθια είναι συνδυασμός δύο τεχνών: Είναι η τέχνη του συγγραφέα – δηλαδή: καλή ιστορία, πλοκή με φαντασία, πλούτος λέξεων κ.λπ. και είναι και η τέχνη του ηθοποιού – δηλαδή: ζεις την ιστορία, μεταδίδεις τα συναισθήματά σου κ.λπ.
Η τέχνη να λες παραμύθια είναι η τέχνη του πατέρα ή της μάνας στα παιδιά τους, του παππού ή της γιαγιάς στα εγγόνια τους, αλλά και του άντρα που «πουλάει παραμύθι», όπως λένε, για να κερδίσει τη γυναίκα που θέλει. Αλλά εκτός από το τελευταίο, έχουμε χάσει, σήμερα την τέχνη να λέμε παραμύθια;
Όσοι είναι πάνω από πενήντα, θα θυμούνται ανθρώπους της γειτονιάς ή φίλους της οικογένειας, μπαμπάδες ή παππούδες, να διηγούνται – σαν να λένε παραμύθια – ιστορίες από τον πόλεμο του ‘40, ιστορίες από το αντάρτικο, ιστορίες για ναυάγια και καταστροφές, ιστορίες για βασιλιάδες και πολιτικούς, ιστορίες για παιδιά που χάθηκαν, ακόμα και ιστορίες για φαντάσματα. ‘Η να λένε κανονικά, κλασσικά παραμύθια, που εμείς – ως παιδιά τότε – ζητάγαμε ν’ ακούσουμε ξανά και ξανά, για να ζούμε τον ηδονικό φόβο όταν δυσκόλευαν τα πράγματα για τους ήρωες του παραμυθιού, ενώ αδημονούσαμε για την έκρηξη της χαρούμενης λύτρωσης που μας περίμενε στο τέλος της ιστορίας, γιατί δεν είχε σημασία που το ξέραμε, όπως δεν έχει σημασία που ξέρεις το τέλος στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Επειδή εκείνο που έχει σημασία είναι η αφήγηση της ιστορίας, είναι η μαστοριά εκείνου που τη λέει, είναι η τέχνη να λες την ιστορία, ως ηθοποιός, ως πατέρας, ως μάνα, ως παππούς, ως γιαγιά ή και ως εραστής.
Και έχουμε χάσει αυτή την τέχνη; Φαίνεται πως – οι περισσότεροι από μας στις μεγάλες πόλεις, τουλάχιστον – ναι. Εκτός από την τέχνη του άντρα να λέει ιστορίες ή καλύτερα παραμύθια, στη γυναίκα που θέλει να κατακτήσει, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις μοιάζει να έχει χαθεί. Γιατί; Μάλλον δεν είναι ένας ο λόγος: Οι πολλές ώρες που δουλεύουμε, ο θάνατος της γειτονιάς, ο «αποανθρωπισμός» των ανθρώπινων σχέσεων, το εγωκεντρικό κλείσιμο όλων στον εαυτό μας, ο εγκλωβισμός σε ένα συνεχές κυνήγι προσωπικής ευχαρίστησης, η πληθωρική προσφορά ψυχαγωγίας και – ο χειρότερος εχθρός του παραμυθιού – η τηλεόραση. Γι’ αυτό κι όταν το 1978 είχα τη δυνατότητα να επιλέγω το είδος των παιδικών προγραμμάτων για την τηλεόραση, αντικατέστησα τα δραματοποιημένα παραμύθια με ηθοποιούς που υπήρχαν τότε, με έναν παππού που έλεγε μόνος του παραμύθια, ενώ γίνονταν διάφορα απλά, σχεδόν παιδικά, σχέδια. Κι όταν μου έλεγαν ότι αυτό που κάνω είναι αντι-τηλεοπτικό, απαντούσα: «Ναι, αυτό ακριβώς θέλω να κάνω, για να περνάει το αίσθημα του παραμυθιού, όπως όταν στο λέει κάποιος ζωντανά». Κούναγαν το κεφάλι τους, αλλά δεν μ’ ένοιαζε γιατί είμαι ξεροκέφαλος. Πριν λίγους μήνες έκανα ένα blog με το όνομα «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ» στο INTERNET – ξέρετε τι είναι – και η ανταπόκριση που έχει στα τότε μικρά κορίτσια κι αγόρια και σήμερα μεγάλους και γονείς πια, είναι η απόδειξη ότι είχα δίκιο και καλά έκανα και ήμουν ξεροκέφαλος. Γιατί ακόμα και η υψηλότερη τεχνολογία, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δύναμη του ανοίγματος της καρδιάς ενός ανθρώπου στους άλλους και αυτό νομίζω ότι είναι τέχνη, αυτό νομίζω ότι πρέπει να υπάρχει σαν φόντο στις τηλεοπτικές εκπομπές. Αυτό είναι η μαγεία του παραμυθιού που ακούγαμε όταν είμαστε μικροί. Ο παραμυθάς – είτε ήταν ο μπαμπάς ή ο παππούς είτε η μαμά ή η γιαγιά – όταν έλεγε το παραμύθι, ένοιωθες ότι άνοιγε την καρδιά του και πίσω από τα λόγια του παραμυθιού, ξεχυνόταν από εκεί η αγάπη του για σένα, το παιδί του ή το εγγόνι του. Η τέχνη του παραμυθιού, είναι η τέχνη ν’ ανοίγεις την καρδιά σου.

Και τώρα, θα ήθελα να σας πω ένα παραμύθι που ετοίμασα. Μια και βρισκόμαστε σε σχολείο σκέφτηκα να σας πω κάτι που να έχει σχέση με αυτό. Ο τίτλος του παραμυθιού είναι, «Το Σχολείο των Ζώων».

Μια φορά κι έναν καιρό, μαζεύτηκαν στο δάσος διάφορα ζώα κι αποφάσισαν να φτιάξουν ένα σχολείο. Τα ζώα αυτά ήταν: ένας λαγός, ένα σπουργίτι, ένας σκίουρος, ένα μπαρμπούνι κι ένα χέλι, και σχημάτισαν το Διοικητικό Συμβούλιο του σχολείου, που έκανε την πρώτη συνεδρίαση που θα έφτιαχνε το πρόγραμμα των μαθημάτων. Ο λαγός επέμενε ότι πρέπει να μπει στα μαθήματα το τρέξιμο. Το μπαρμπούνι επέμενε ότι έπρεπε να περιληφθεί στο πρόγραμμα το κολύμπι. Το σπουργίτι επέμενε ότι στο σχολείο έπρεπε να διδάσκεται το πέταγμα και ο σκίουρος επέμενε ότι ήταν απολύτως αναγκαίο να διδάσκεται στο σχολείο το σκαρφάλωμα στους κορμούς των ψηλών δέντρων. Το χέλι δεν είχε καμία άποψη γιατί πίστευε ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Τα έβαλαν, λοιπόν, όλα αυτά μαζί και έφτιαξαν το σχολικό πρόγραμμα. Κι ύστερααποφάσισαν ότι όλα τα ζώα έπρεπε να κάνουν όλα τα μαθήματα.
Και το σχολείο άνοιξε. Καθώς προχωρούσαν οι μέρες άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εκπαίδευσης ευρείας βάσης.
Παρ’ όλο που οι λαγοί έπαιρναν ΑΡΙΣΤΑ στο τρέξιμο, είχαν πρόβλημα με το σκαρφάλωμα στους κορμούς των ψηλών δέντρων. Έπεφταν ξανά και ξανά προς τα πίσω, και αρκετά σύντομα από τα πολλά χτυπήματα στο κεφάλι, έπαθε κάποια ζημιά ο εγκέφαλός τους και δεν μπορούσαν πια ούτε να τρέξουν! Και τελικά αντί να παίρνουν ΑΡΙΣΤΑ στο τρέξιμο όπως στην αρχή, έπαιρναν με το ζόρι κανένα ΠΕΝΤΕ και φυσικά έπαιρναν πάντα ΜΗΔΕΝ στο σκαρφάλωμα στους κορμούς των ψηλών δέντρων και στο κολύμπι.
Τα πουλιά που ήταν πραγματικά υπέροχα στο πέταγμα, όταν ερχόταν η ώρα να τρέξουν στο έδαφος δεν τα κατάφερναν και τόσο καλά. Κάθε φορά που έτρεχαν, σκόνταφταν κι έσπαγαν κάποιο από τα φτερά τους ή τη μύτη τους. Όσο για το κολύμπι, μούσκευαν τα φτερά τους και με το ζόρι γλίτωναν το πνίξιμο. Έτσι πολύ σύντομα, άρχισαν να παίρνουν ΠΕΝΤΕ στο πέταγμα, ΜΗΔΕΝ στο τρέξιμο, ενώ ζούσαν τις δυσκολότερες ώρες της ζωής τους στο σκαρφάλωμα των κορμών των ψηλών δέντρων.
Τα ψάρια που ήταν χάρμα οφθαλμών να τα βλέπεις να κολυμπάνε κι έπαιρναν ΑΡΙΣΤΑ σ’ αυτό, πήραν ΜΗΔΕΝ σε όλα τ’ άλλα, γιατί κάθε φορά που πήγαιναν να βγουν στη στεριά δεν μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν και ξανάπεφταν αμέσως στο νερό, χωρίς να προσπαθήσουν για τίποτα.
Κι οι σκίουροι, που βέβαια έπαιρναν ΑΡΙΣΤΑ στο σκαρφάλωμα των κορμών ψηλών δέντρων, έπιαναν κανένα ΕΞΑΡΙ στο τρέξιμο γιατί μπερδεύονταν στην ουρά τους, έπαιρναν με το ζόρι ΠΕΝΤΕ στο κολύμπι γιατί κόντευαν να πνιγούν, κι όταν δοκίμαζαν να πετάξουν έπαιρναν ΜΗΔΕΝ γιατί έπεφταν κι έσπαγαν τα μούτρα τους.
Τελικά, τα ζώα που κατάφεραν να αποφοιτήσουν με ΑΡΙΣΤΑ, ήταν τα διανοητικά καθυστερημένο χέλια, που κατάφερναν να μισοκάνουν τα πάντα. Ψιλοκολυμπούσαν, ψευτοπέταγαν καθώς πηδούσαν από δέντρα κι όταν έπεφταν δεν έσπαγαν τίποτα, σέρνονταν στο χώμα – πράγμα που θύμιζε τρέξιμο – και τα κουτσοκατάφερναν μετά από πολλή προσπάθεια, να σκαρφαλώνουν σε κορμούς ψηλών δέντρων. Οι δάσκαλοι του σχολείου των ζώων, όμως, ήταν πανευτυχείς επειδή όλα τα ζώα έκανα όλα τα μαθήματα, πράγμα που το ονόμαζαν, «εκπαίδευση ευρείας βάσης».
Μας φαίνεται αστείο το παραμύθι, αλλά αυτή είναι η κατάσταση και της δικής μας εκπαίδευσης. Μ’ αυτή μας προγραμματίζουν να προσπαθούμε να γίνουμε όλοι σαν όλους, κι έτσι σβήνει η δυνατότητα του καθένα μας να είναι ο εαυτός του. Έτσι, εκείνος που έχει γεννηθεί να είναι ποιητής αποδεικνύεται βλάκας στα μαθηματικά, κι εκείνος που θα μπορούσε να είναι ένας σπουδαίος μαθηματικός μπλέκεται στα δίχτυα της ιστορίας και νοιώθει χαμένος.
Η εκπαίδευσή μας δεν ακολουθεί τη φύση μας. Δεν δείχνει κανένα σεβασμό στη διαφορετικότητα του καθένα μας και μας σπρώχνει όλους να μπούμε στο ίδιο καλούπι. Ίσως κατά τύχη να ταιριάζουν μερικοί στο καλούπι, αλλά οι περισσότεροι χάνουν την ομορφιά της άνθισης αυτού που πραγματικά είναι. Όλοι είμαστε ένα, όπως ένα είναι ένα δέντρο στο σύνολό του, αλλά κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και δεν μοιάζει με κανέναν άλλον, είναι μοναδικός όπως κάθε φύλλο του δέντρου είναι μοναδικό και δεν μοιάζει με κανένα άλλο φύλλο του ίδιου δέντρου. Γι’ αυτό κάθε είδους σύγκριση είναι άχρηστη, θρέφει το φόβο, τον ανταγωνισμό και τη βία, κι οδηγεί ανθρώπους στο μαρασμό, από μικρά παιδιά. Η κατανόηση της καταστροφικής φύσης της σύγκρισης φέρνει νοημοσύνη και διάκριση. Και αυτή η νοημοσύνη και η διάκριση φέρνουν μέσα σε όσους την έχουν μία βαθιά εσωτερική επανάσταση, τη μόνη αληθινή επανάσταση.

Σας ευχαριστώ που μ’ ακούσατε.

Υ.Γ. Το παραμύθι αυτό θα ήθελα να το αφιερώσω στον μικρότερο φίλο που έχω και πάει ακόμα σχολείο, στον Κωστή Σπ.
Π.

14 Σχόλια στο “Η Τέχνη να Λες Παραμύθια και «Το σχολείο των ζώων».”

      marilia
      16 Μαΐου 07 στις 20:49

      χεχεχε! Πολύ μ’ αρέσει που η… κακία μου είχε τέτοια κατάληξη! Πάαααρα πολύ! 😀

      Το παραμύθι θα το διαβάσω στα παιδιά μου και… ποιος ξέρει τι θα σκεφτεί η ζουρλή δασκάλα. Αν πάντως λάβετε κάνα email με πιτσιρικοσκέψεις, μην απορίσετε. 😉

      Πέρα από τ’ αστεία όμως, σοβαρεύτηκα, διαβάζοντας «το σχολείο των ζώων» και έφερα στο νου μου κάποιες φατσούλες μου. Τι τα ζορίζω τα κακόμοιρα αφού… δεν!; Γιατί τα πιέζω να αποδώσουν ένα ποιήμα αφού δεν το ‘χουν; Μη μου πείτε για να το «αποκτήσουν» γιατί ξέρουμε καλά πως κάποια δεν πρόκειται να το αποκτήσουν. Είναι του… μαθηματικού. Το μεσημέρι κάναμε ανάγνωση των ποιημάτων της γιορτής λήξης του έτους. Εγώ επέμενα σε εκφραστική απόδοση των ποιημάτων ακόμα και σε παιδιά που έχουν τρομερές αδυναμίες στην ανάγνωση. Το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι να σιχαθούν την Ποίηση. Τι επιμένω στο άλλο να γράψει ορθογραφημένα; Χάνω κάτι απίστευτες ιστορίες φαντασίας διορθώνοντας ορθογραφικά. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι την επόμενη φορά θα μου πετάξει το τετράδιο στα μούτρα.

      Ας μαγουλοκοκκινίσω. Και μαζί μου, ας μαγουλοκοκκινίσουν και μερικοί πιο… ειδικοί.

      Υ.Γ. Αυτό ήταν η… μαξιλαροθήκη για να γίνει σετ με το σεντονάκι! χιχιχιχι! 😛

      unamama (amalia)
      16 Μαΐου 07 στις 21:24

      Αχ το αλφα και το ωμέγα θίξατε! Το άλυτο πρόβλημα τη παιδείας που επιμένει να αναδεικνύει τους φελούς και να καταπίνει τα ταλέντα. Μόλις φέτος, πολυ μετανιωμενη απο τη συμπεριφορα μου στο παρελθον, ειπα στα παιδια μου πως εχω γραμμενους τους βαθμους και αλλα πολλα μαζι, στα παλια μου τα υποδηματα. Ειναι παιδια με χαρισματα που ξερω πως θα βρουν το δρομο τους. Οσο για το αλλο το αμιμητο που αναφερεστε 2 φορες στο ποστ σχετικα με τα παραμυθια των αντρων στις γυναικες τους….ε ναι !! εχετε δικιο περιτρανο. Ακουστε…2 ωρες σε καφετερια καθομουν με τον αντρα μου τα πρωτα χρονια της γνωριμιας μας κανοντας κοπανα απο το σχολειο, κι αυτος καθοταν με τροπο που σε καθηλωνε και μου περιεγραφε τις περιπετειες του σε ενα νησι με τρεις φιλους κι ενα βιβλιο μαγειας. Μετα απο χρονια τον ρωτησα σχετικα με αυτο …και ακουσον ακουσον! Ούτε που θυμόταν τα ψεματα που είχε αραδιασει. Γύριζει και μου λεει επιτοπου! ληγμένα χαπια πηρες;

      katerina
      17 Μαΐου 07 στις 9:32

      Παραμυθα μου 2 μερες τωρα ειναι σαν να ξαναζω μεσα απο τις ιστοριες σου τα παιδικα ανεμελα χρονια μου. Ετσι και εγω σαν παιδι ενθουσιαζομουνα πολυ ευκολα και πολυ ευκολα βαριομουνα. Ειχα γονεις που παρα τις οποιες οικονομικες δυσκολιες τους προσπσθουσαν να ικανοποιησουν το καθε μου >ετσι και στη ρυθμικη με πηγαν και αρμονιο μου πηραν και με γραψανε στη σχολη για να μαθω και μεγαλυτερη πια και σε εργαστηρι ζωγραφικης με πηγανε που ηταν και η μεγαλυτερη αγαπη μου.Το μονο που δεν κανανε και ισως για αυτο και τα βαριομουνα ευκολα ηταν να με ενθαρινουν να παω παρακατω στα πιο δυσκολα για να εχει ενδιαφερον γιατι ημουν παιδι των δυσκολων. Με πιεζαν για να διαβασω, γιατι αφου δεν το ειχα. Καποια στιγμη ,οταν ειχε μπει το μαθημα της ζωγραφικης στα σχολεια, και αφου ο καθηγητης μου ειχε δει οτι ειχα ταλεντο ηρθε στο σπιτι μας και μιλησε στους γονεις μου για την σχολη καλων τεχνων και ενω ολοι συμφωνησαμε οτι εκει επρεπε να παω για να μπορεσει να αναδειχθει το ταλεντο μου τελικα πηγα σε γενικο λυκειο και ακολουθησα την πρωτη δεσμη για να γινω αρχιτεκτων επειδη ειχε μαθημα σχεδιου !!!!!!!!!! και ολα αυτα γιατι επρεπε να με στειλουν σε σχολειο τεχνικο που ειχε κακη φημη και φοβηθηκαν. Ετσι και γω σημερα δουλευω σε ενα γραφειο και πιανω σπανια πινελο για να ζωγραφισω. Ελπιζω να μην πεσω και εγω στα ιδια λαθη και να μπορω να καταλαβαινω τις επιθυμιες του παιδιου μου και τα ταλεντα του και να μπορω να τον βοηθαω για να τα βρει.

      Ζηταω συγνωμη απο τα υπολοιπα (παιδια) για το δικο μου σεντονακι, πολλα γλυκα φιλια και μια ζεστη αγκαλια στον πιο καλο παραμυθα.

      Vanda
      17 Μαΐου 07 στις 12:50

      Το κακό είναι πως και οι ίδιοι οι γονείς συγκρίνουν τα παιδιά τους, λες και επειδή είναι αδέρφια πρέπει να έχουν τις ίδιες δυνατότητες, ικανότητες, ιδιαιτερότητες.

      Και οι συγκρίσεις αρχίζουν από πολύ μικρή ηλικία, ίσως και από μηνών.
      Π.χ. Ο μεγάλος μου γιος έφαγε κρέμα 6 μηνών και ο μικρός 8 μηνών.
      Ο μεγάλος μίλησε και περπάτησε νωρίς, ο ένας έχει κλίση στα μαθηματικά, αλλά ο άλλος δεν τα καταφέρνει καθόλου…

      ΕΛΕΟΣ! κουραζόμαστε εμείς οι «από έξω» που τα ακούμε πόσο μάλλον τα ίδια τα παιδιά!!

      natasaki
      17 Μαΐου 07 στις 15:57

      Καταπληκτικό, για άλλη μια φορά.Και η εισαγωγή για το παραμύθι, και το κείμενο για την εκπαίδευση…..Μακάρι να μπορούσαν ειδικά αυτό να το διάβαζαν οι «φωστήρες» της εκάστοτε κυβέρνησης!
      Και ευτυχώς, παππού, που δεν άκουσες τότε τους «τηλεοπτικούς» ….Θα χάναμε τα παραμύθια μας!!!! 😉

      Φιλιά πολλά κι αγκαλιά

      rodoula-kelly
      17 Μαΐου 07 στις 16:41

      Εξαιρετικό!Αυτή η σύγκριση πόσα και πόσα μυαλά δεν ταλαιπωρεί αχρηστευοντάς τα στο τέλος!
      ΥΓ. Διαφωνώ, κρίμμα που δεν πήγες Κατερίνη,δεν πειράζει next time.
      Tην καλησπέρα μου σε όλους.

      ΧοΧλΙδΆκΙ
      17 Μαΐου 07 στις 19:13

      Παραμυθά μου, τελικά όλα τα «σχολεία των ζωων» είναι παντού τα ίδια. Όντας σε ένα τέτοιο μεγάλο σχολείο, πως να τους μάθεις να πετάνε, να κολυμπούν, να σκαρφαλώνουν, να τρέχουν όταν οι δάσκαλοι έχουν τα χέρια τους δεμένα από το σύστημα και όταν δεν ξέρουν να λένε «παραμύθια» ή όταν αυτά τα «παραμύθια» είναι εκτός ύλης;

      ΧοΧλΙδΆκΙ

      Ανέζα
      17 Μαΐου 07 στις 21:10

      Δεν ξέρω αν μπορούμε να κάνουμε κάτι για το εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως αν προσπαθήσουμε όλοι μαζί, αλλά και πάλι δεν ξέρω. Όλος ο κόσμος κινείται σε κατευθύνσεις περίεργες και κόσμους επικίνδυνους. Νομίζω πως αν προστατέψουμε τα όνειρα τα δικά μας και των παιδιών μας, μέσα από αυτή τη λαίλαπα, να βγάλουμε μια άκρη και κυρίως να αναθρέψουμε ευτυχισμένους ανθρώπους.

      natasaki
      17 Μαΐου 07 στις 21:39

      Και ίσως θα πρέπει να μάθουμε κι εμείς, και να μάθουμε και στα παιδιά μας, αυτά που έχουν πραγματική αξία στη ζωή………Πλησιάζουν οι εξετάσεις των παιδιών στα γυμνάσια και τα λύκεια,και όσοι έχουν γύρω τους παιδιά σε αυτή την ηλικία, βιώνουν μαζί τους το άγχος-για τι;;;;Μια θέση στον…..ήλιο;…………

      Manos S.
      17 Μαΐου 07 στις 22:29

      Και να φανταστείτε, πως το μόνιμο κοινό της Αννίτας Πάνια στο ALTER είναι γυμνασιόπαιδα και λυκειόπαιδα….

      TZOUF
      19 Μαΐου 07 στις 17:54

      Αχ Παραμυθά μου, ένα είναι σίγουρο: ότι στην Ελλάδα παιδεία της προκοπής δεν θα δούμε ποτέ. Το καταστροφικό σχέδιο έχει ξεκινήσει από την κατάργηση του πολυτονικού, και συνεχίζει ακάθεκτο!!!

      Θυμάμαι, πάντως, ότι ως μαθητές (αποφοίτησα το 1994,ξέρεις είμαι της γενιάς της Χιλιοποδαρούσας…), όταν εμφανιζόταν ένας καθηγητής που ενέπνεε΄τα παιδιά, όλα τα «ζιζάνια» γινόντουσαν υποδειγματικοί μαθητές…Νομίζω ότι και οι καθηγητές έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση.

      Σε φιλώ γλυκά

      Υ.Γ. Τα συγχαρητήριά μου στην unamama (amalia) για την επαναστατική κίνηση προς τα παιδιά της να τους πει ότι τους βαθμούς τους, τους έχει γραμμένους! Μακάρι να ακολουθήσουν κι άλλοι το παράδειγμα σου…

      Kiki
      7 Οκτωβρίου 07 στις 19:17

      Ίσως τα χειρότερα χρόνια που περάσαμε μαζί, μαμά και κόρη, ήταν τα σχολικά της χρόνια. Βαριόταν το σχολείο, δεν καταλάβαινε τα μαθηματικά, ήταν κακή μαθήτρια. Της είχα πει, όμως και το θέμα δεν σήκωνε συζήτηση, ότι το απολυτήριό της θα το έπαιρνε, πάση θυσία.

      Βοήθησα, μάλωσα, απείλησα, παρακάλεσα και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Αποφοίτησε με τη βάση (σχεδόν…), βουτηγμένη στις ενοχές, επειδή δεν κατάφερε να μπει σε κάποια σχολή – χωρίς βέβαια να ξέρει κι ίδια καλά καλά τι ήθελε. Φρόντισα, όμως να της μεταφέρω τις σκέψεις μου, πάνω στα αποτελέσματα του σχολείου. Ήταν, με δυο λόγια οι εξής:

      Θεωρώ πως η βάση που πήρε τελειώνοντας το σχολείο ήταν απλά η ένδειξη ότι δεν ήταν σαν τα παιδιά που άλλο δεν έκαναν από το να μελετούν τα μαθήματά τους όλα αυτά τα χρόνια, αλλά πως αυτό, για μένα, δεν ήταν απαραίτητα κακό. Της είπα ότι την αγαπώ πολύ και ότι ήμουνα σίγουρη πως θα βρει το δρόμο της.

      Τέσσερα χρόνια αργότερα είναι ένα χαρούμενο κορίτσι, που βρήκε τη δουλειά που την ενδιαφέρει, δουλεύει, αμείβεται και κάνει σχέδια για το μέλλον.

Σχολιάστε