Στη χώρα των τεμπέληδων

13256008_1139892662699750_2604359388460333301_n

Θα ήθελα σήμερα, όπως κάθε Παρασκευή εδώ και τέσσερις εβδομάδες ,  να πω σε όσους μπορεί να ενδιαφέρει, ότι αύριο Σάββατο, στις 6.00  το απόγευμα είναι η τέταρτη, προτελευταία, παράσταση «Παραμυθά» στο θέατρο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Για περισσότερες λεπτομέρειες, γενικές πληροφορίες  και κλείσιμο εισιτηρίων κάντε κλικ  ΕΔΩ.   Με αυτή την ευκαιρία λοιπόν, σκέφτηκα να ανεβάσω άλλη μία καινούργια περιπέτεια του Παραμυθά με τίτλο, «Στη χώρα των τεμπέληδων», που θα μπει  στο επόμενο βιβλίο (το έβδομο) που θα κυκλοφορήσει, όπως σας έχω πει, τον επόμενο χρόνο. Διαβάστε το στα παιδάκια σας ή και σε …. εσάς τους ίδιους αν είστε από τους «Παραμυθομεγαλωμένους» που συναντώ στις παραστάσεις ή και καμιά φορά στο δρόμο, και με συγκινείτε με την αγάπη που μου δείχνετε για τον «Παραμυθά.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

Γεια σας. Σήμερα έκανα πολλές δου­λειές από το πρωί και κάθισα να ξεκου­ραστώ λιγάκι.   Έπρεπε, βλέπετε, να δώσω το καλό παράδειγμα στον φίλο μου τον τεμπέλη και δούλεψα πολύ. Ποιος είναι ό φίλος μου o τεμπέλης;   Α, ναι, δεν σας έχω πει… Ακούστε, λοιπόν.
Εκεί που καθόμουν πριν λίγο καιρό στον κήπο μου, ακούω ένα θόρυβο ψηλά, γυρνάω και τί να δω! Βλέπω να πέφτει σαν μεγάλο μπαλόνι από τον ουρανό στον κήπο του σπιτιού μου, ένας πάρα πολύ χοντρός άντρας που φώ­ναζε, «βοήθεια…» Τότε κι εγώ, με τη βοήθεια του μαγικού γιλέκου μου, γίνομαι γρήγορα πάρα πολύ μεγάλος σαν γίγαντας, και προλαβαίνω ν’ αρπάξω στην αγκαλιά μου τον χοντρό άντρα και να τον κατεβάσω στο χώμα, χωρίς να χτυπήσει.
«Ποιος είσαι εσύ», τον ρωτάω;
«Ωχ, ωχ….», κάνει αυτός, προσπαθώντας ν’ ανασάνει.
«Πώς βρέθηκες εδώ;» του λέω.
«Να εκεί που καθόμουν στη βεράντα μου, φύσηξε ένας δυνατός αέρας στο χωριό μας μας και με πέταξε εδώ».
«Κι από ποιο χωριό είσαι;»
«Από το χωριό των τεμπέληδων», μου λέει.
«Μπα! Υπάρχει τέτοιο χωριό;  Και πού βρίσκεται;»
«Είναι μακριά, δεν φαίνεται από ‘δω. Είναι πέρα από το βουνό και τη θάλασσα πίσω από το βουνό».
Κι επειδή από μικρό παιδί είμαι πολύ περίεργος και θέλω να μαθαίνω για ό,τι δεν ξέρω του λέω:
«Έλα, λοιπόν, να σε πάω εγώ πίσω πετώντας για να την γνωρίσω κι εγώ αυτή τη χώρα, που δεν την έχω ξανακούσει».
«Α, ωραία», μου λέει εκείνος.
Κι έτσι όπως ήμουν ακόμα πολύ μεγάλος, τον παίρνω πάλι στην αγκαλιά μου και φύγαμε για το χωριό των τεμπέληδων πετώντας.
Αφού περάσαμε πάνω από δυο βουνά και μία θάλασσα μου φωνάζει ο χοντρός: «Εδώ είναι ή πατρίδα μου. Το σπίτι μου είναι εκείνο με τα πράσινα κεραμίδια».
Και σε λίγο κατεβή­καμε και μπήκαμε στο σπίτι του. Κι επειδή δεν υπήρχε πια λόγος να είμαι πολύ μεγάλος, ξανάγινα κανονικός.
«Να σου πω», του λέω, «θέλω να πάω μια βόλτα εδώ γύρω, για να δω τί γίνεται και θα ξανάρθω. Γεια σου».
Προχώρησα λίγο πιο κάτω, και τι να δω στο διπλανό σπίτι! Ένας άλλος χοντρός άντρας, ήταν ξαπλωμένος σε μια φαρδιά πολυθρόνα και ροχάλιζε.
«Πω πω… Φοβερός τεμπέλης», μουρμούρισα. «Σκέψου πόσο καιρό έχει να κουνηθεί από τη θέση του, πού έπιασε αράχνες! Χα, χα, χα…».
Φεύγω από εκεί, και έκανα βόλτες, κοιτάζοντας από τα ανοιχτά παράθυρα και το τι τεμπέληδες είδαν τα μάτια μου δεν περιγράφεται! Μια γυναίκα μαγείρευε, ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα! Ένας άντρας έγραφε στο κομπιούτερ του, που κρεμόταν με κάτι σκοινιά από πάνω του, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του! Μέσα σε λίγη ώρα, είδα τόσους τεμπέληδες πού στο τέλος βαρέθηκα και γύρισα πίσω στο σπίτι του τεμπέλη που είχε πέσει στην αυλή μου.
«Πώς πήγε η βόλτα;» με ρωτάει  εκείνος.
  «Ντροπή σας», του λέω. «Τί κατάσταση είναι αυτή να μην κου­νάτε ούτε το δαχτυλάκι σας»;
«Και τί να κάνουμε», με ρωτάει.
«Να δουλέψετε, να παίξετε,  ένα σωρό πράγματα υπάρχουν να κάνετε… «Α, το βρήκα», φώναξα, καθώς εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια ιδέα. «Βγες έξω» του λέω, «έλα να με βοηθήσεις».
«Δεν μπορώ. Είμαι πολύ κουρασμένος από το ταξίδι».
 «Τώρα θα δεις», σκέφτηκα και πάω στη κουζίνα του. Γεμίζω την παλάμη μου με πιπέρι και πάω και βάζω το χέρι μου κάτω από τη μύτη του και του λέω: «Για μύρι­σε λίγο αυτό που έχω εδώ».
Τραβάει μια γερή ρουφηξιά ο τεμπέλης και με ένα τρομερό, «Αααψούουου…», τινάχτηκε όρθιος από το κρεβάτι του. Αλλά με μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι δεν μπορούσε εύκολα να σταθεί όρθιος. 
«Πω, πω, πω!…» του λέω, «από το πολύ καθισιό, μίκρυναν τα πόδια σου. Δεν μπορείς να με βοηθήσεις, να βρω τον θησαυρό. Τώρα θυμήθηκα πότε έχω ξανακούσει για το χωριό σας…».
Είχα βρει ένα τρόπο για να κάνω τούς τεμπέληδες να δουλέψουνε. Όπως όλοι οι τεμπέληδες, περίμεναν να βρούνε λεφτά για να ζήσουν χωρίς να δουλεύουνε. Έτσι, άρχισα να γυρνάω στα σπίτια τους και να τους ρωτάω αν ξέρανε σε ποιο χωράφι είναι θαμμένος ο τρομερός θησαυρός που λένε ότι έχουν κρύψει στο χωριό τους. Ήμουν βέβαιος ότι θα σηκωνόντουσαν όλοι και θα με έπαιρναν από πίσω.
«Μήπως ξέρετε πού είναι θαμμένος ο φοβερός θησαυρός του χωριού σας;», ρώταγα κι αφού γύρισα σε όλα τα σπίτια σχεδόν, ζήτησα από το τελευταίο σπίτι να μου δώσουν μια τσάπα και πήγα σ’ ένα χωράφι, λίγο έξω από το χωριό  κι άρχισα να σκάβω, κάνοντας έτσι ότι ξέρω πού είναι ο θησαυρός και σκάβω για να τον βρω.
Δεν πέρασε πολύ ώρα κι ένοιωσα ότι διά­φορα μάτια με παρακολουθούσαν με μεγάλη περιέρ­γεια. Τους παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου, κι όταν μετά από λίγο είδα ότι είχε μαζευτεί όλο, σχεδόν, το χωριό, έκανα πώς κουράστηκα, και τα παράτησα. Πήγα λίγο πιο μακριά και κάθισα κάτω από ένα δέντρο έξω από το χωράφι. Πριν προλάβω να βγω, είχαν μαζευτεί όλοι οι τεμπέληδες και σκάβανε με μανία. Σκάβανε ώρες ατέλειωτες, μέχρι που το χωράφι έμοιαζε σαν να το είχαν οργώσει με τρακτέρ! Βέβαια δεν βρήκανε κανένα θησαυρό, άλλα έμαθαν πάλι αυτό που είχαν ξεχάσει: να δουλεύουν και να μην τεμπελιάζουν. Κι όταν μαζεύτηκαν γύρω  μου και με ρώτησαν για τον θησαυρό, τους είπα ότι όλα αυτά τα έκανα, για να μάθουν πάλι να δουλεύουνε, γιατί έτσι όπως πήγαιναν, σε λίγο δεν θα είχαν ούτε να φάνε. Το κατάλαβαν,  μου είπαν πως είχα δίκιο και με ευχαρίστησαν με την καρδιά τους. Και από τότε, ή χώρα των τεμπέληδων, άλλαξε εντελώς και έγινε ή χώρα των… δουλευταράδων!
Όμως, αρκετά σας είπα για σήμερα. Κουράστηκα. Ε, καιρός να τεμπελιάσω και  εγώ λιγάκι. Χα, χα, χα…

 

 

 

Σχολιάστε