Στη Σάμο

ΣΑΜΟΣ.2

Όπως σας είχα πει στο προηγούμενο post, το τριήμερο Σάββατο με Δευτέρα, με είχαν καλέσει στη Σάμο. Αυτή η φωτογραφία είναι από την εκδήλωση της Δευτέρας, στον Παιδικό Σταθμό «Το Χαμόγελο», που με είχε καλέσει μαζί με τον Εμπορικό Σύλλογο Σάμου. Το Σάββατο, απλώς  παρακολούθησα την Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του Παιδικού Σταθμού και είπα δυο λόγια στην αρχή και στο τέλος. Την Κυριακή, έκανα δύο παραστάσεις  «Παραμυθά» όπου με εντυπωσίασε το πόσος κόσμος ήρθε, και τη Δευτέρα το πρωί, πήγα στον Παιδικό Σταθμό και διάβασα στα παιδιά ένα παραμύθι από το βιβλίο του Παραμυθά, «Οι φίλοι μου», το «Ο φίλος μου ο σκαντζόχοιρος». Πρώτη φορά συναντώ τόσο μικρά παιδιά, τριάμιση με πέντε, και μου άρεσε πολύ η ανταπόκρισή τους, που μια ιδέα γι’ αυτήν δίνει και η φωτογραφία, που δείχνει δεκατέσσερα παιδιά να έχουν τρέξει να μ’ αγκαλιάσουν και να με φιλήσουν, ενώ ακολούθησαν και τα υπόλοιπα δέκα. Δυστυχώς, μέχρι την ώρα που ανεβάζω το post δεν κατάφεραν να μου στείλουν  άλλες φωτογραφίες από τις εκδηλώσεις και το βίντεο που γυρίσανε. Έτσι, ανέβασα αυτήν που βλέπετε που είναι βγαλμένη με το κινητό μου. Και θα κλείσω το post με ένα κείμενο που είχα ετοιμάσει για να το να διαβάσω στους γονείς στην πρώτη εκδήλωση, αλλά τελικά θεώρησα ότι δεν χρειαζόταν. Το έχω ανεβάσει παλιότερα εδώ, κάπως διαφορετικό, αλλά επειδή πάει καιρός από τότε και νομίζω ότι μπορεί να έχει ενδιαφέρον για τους γονείς που μπαίνουν εδώ, λέω να το ανεβάσω. Έχει τίτλο, «Η τέχνη να λες παραμύθια».
Καλή εβδομάδα.
Π.

Η τέχνη να λες παραμύθια είναι συνδυασμός δύο τεχνών: Είναι η τέχνη του συγγραφέα – δηλαδή: καλή ιστορία, πλοκή με φαντασία, πλούτος λέξεων κ.λπ. και είναι και η τέχνη του ηθοποιού – δηλαδή: «ζεις» την ιστορία λέγοντάς την για να  μεταδίδεις τα συναισθήματά σου, τα συναισθήματα του παραμυθιού.
Η τέχνη να λες παραμύθια είναι η τέχνη του πατέρα ή της μάνας στα παιδιά τους, του παππού ή της γιαγιάς στα εγγόνια τους.  Αλλά, έχω την εντύπωση ότι  μάλλον έχουμε χάσει  την τέχνη να λέμε παραμύθια. Όσοι είναι πάνω από εξήντα, θα θυμούνται ανθρώπους της γειτονιάς ή φίλους της οικογένειας, μπαμπάδες ή παππούδες, να διηγούνται – σαν να λένε παραμύθια – ιστορίες από τον πόλεμο του ‘40, ιστορίες από το αντάρτικο, ιστορίες για ναυάγια και καταστροφές, ιστορίες για βασιλιάδες και πολιτικούς, ιστορίες για παιδιά που χάθηκαν, ακόμα και ιστορίες για φαντάσματα. ‘Η να λένε τα  κανονικά, κλασσικά παραμύθια, που εμείς – ως παιδιά τότε – ζητάγαμε ν” ακούσουμε ξανά και ξανά, για να ζούμε τον ηδονικό φόβο όταν δυσκόλευαν τα πράγματα για τους ήρωες του παραμυθιού, ενώ αδημονούσαμε για την έκρηξη της χαρούμενης λύτρωσης που μας περίμενε στο τέλος της ιστορίας, γιατί δεν είχε σημασία που το ξέραμε, όπως δεν έχει σημασία που ξέρεις το τέλος στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Επειδή εκείνο που έχει σημασία είναι η αφήγηση της ιστορίας, είναι η μαστοριά εκείνου που τη λέει, είναι η τέχνη να λες την ιστορία, ως ηθοποιός, ως πατέρας, ως μάνα, ως παππούς και ως γιαγιά ή οποιοσδήποτε.
Έχουμε χάσει όντως αυτή την τέχνη; Φαίνεται πως – οι περισσότεροι από μας στις μεγάλες πόλεις, τουλάχιστον – ναι.  Γιατί; Μάλλον δεν είναι ένας ο λόγος: Οι πολλές ώρες που δουλεύουμε, ο θάνατος της γειτονιάς, ο «απανθρωπισμός» των ανθρώπινων σχέσεων, το εγωκεντρικό κλείσιμο όλων στον εαυτό μας, ο εγκλωβισμός σε ένα συνεχές κυνήγι προσωπικής ευχαρίστησης, η πληθωρική προσφορά ψυχαγωγίας και – οι χειρότεροι εχθροί του παραμυθιού – η τηλεόραση και το ίντερνετ . Γι΄ αυτό κι όταν το 1978 είχα τη δυνατότητα να επιλέγω τα παιδικά προγράμματα για την τηλεόραση της ΕΡΤ, αντικατέστησα τα δραματοποιημένα παραμύθια με ηθοποιούς που υπήρχαν τότε, με έναν παππού, τον «Παραμυθά»  που έλεγε μόνος του παραμύθια, ενώ γίνονταν διάφορα απλά, σχεδόν παιδικά, σχέδια. Κι όταν μου έλεγαν ότι αυτό που κάνω είναι αντι-τηλεοπτικό, απαντούσα: «Ναι, αυτό ακριβώς θέλω να κάνω, για να περνάει το αίσθημα του παραμυθιού, όπως όταν στο λέει κάποιος ζωντανά». Κούναγαν το κεφάλι τους, αλλά δεν μ” ένοιαζε γιατί είμαι ξεροκέφαλος. Την ανταπόκριση που είχε στα τότε μικρά κορίτσια κι αγόρια τη βλέπω σήμερα στην έκφραση των ματιών των μεγάλων και γονιών που συναντώ σήμερα, που είναι η απόδειξη ότι είχα δίκιο τότε και καλά έκανα και ήμουν ξεροκέφαλος. Γιατί ακόμα και η υψηλότερη τεχνολογία, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δύναμη του ανοίγματος της καρδιάς ενός ανθρώπου στους άλλους και αυτό νομίζω ότι είναι η τέχνη του να λες παραμύθια,κι  αυτό νομίζω ότι πρέπει να υπάρχει σαν φόντο στις τηλεοπτικές εκπομπές. Αυτό είναι η μαγεία του παραμυθιού που ακούγαμε όταν είμαστε μικροί. Ο παραμυθάς – είτε ήταν ο μπαμπάς ή ο παππούς είτε η μαμά ή η γιαγιά – όταν έλεγε το παραμύθι, ένοιωθες ότι άνοιγε την καρδιά του και πίσω από τα λόγια του παραμυθιού, ξεχυνόταν από εκεί η αγάπη του για σένα, το παιδί του ή το εγγόνι του. Η τέχνη του παραμυθιού, είναι η τέχνη ν΄ ανοίγεις την καρδιά σου.

 

 

 

ένα σχόλιο στο “Στη Σάμο”

Σχολιάστε