«Τα σαλιγκάρια»

paramithas4_008bc

Μόλις τελείωσα το έβδομο βιβλίο με ιστορίες του Παραμυθά, για τις Εκδόσεις Ψυχογιός, που θα βγει του χρόνου. Την άλλη εβδομάδα κυκλοφορεί το έκτο. Είπα, λοιπόν, να ανεβάσω ένα από αυτά τα παραμύθια, «Τα σαλιγκάρια», εδώ. Κάτι σαν «προδημοσίευση», που λένε… Το αφιερώνω σε όλες και όλους – τις παραμυθομεγαλωμένες και τους παραμυθομεγαλωμένους, που τελευταία συναντάω καθημερινά όλο και πιο συχνά και με συγκινούν πολύ.
Καλό βράδυ.
Π.

Τα σαλιγκάρια.

Πριν λίγο καιρό, εκεί που καθόμουνα σ’ ένα βράχο πάνω από τη θάλασσα και την κοίταζα μαγεμένος από την ομορφιά της, είδα από μακριά να έρχεται ένα πολύ ωραίο μεγάλο καράβι με πανιά. «Πω, πω, τί όμορφο που είναι», σκέφτηκα,  «θα πάω να το δω από κοντά», είπα και ξεκίνησα πετώντας. Σε λίγο βρισκόμουν πάνω από το καράβι και το θαύμαζα, αλλά, πράγμα περίεργο, δεν υπήρχε κανείς! Κατέβηκα στο κατάστρωμα κι άρχισα να φωνάζω: «Ε, που είστε; Πού έχετε κρυφτεί;». Καμιά απάντηση. «Καπετάνιε, ε καπετάνιε…», ξαναφώναξα. Και τότε τι βλέπω; Ένα ποντίκι! Ένα μεγάλο ποντίκι να έρχεται τρέχοντας μπροστά μου και να μου λέει με ανθρώπινη φωνή:

«Ορίστε; Τι θέλετε;»
«Τι, ορίστε και τι θέλω, ποντίκι μου;» του λέω εγώ με απορία.
«Δεν με φώναξες πριν λίγο;»
«Δεν φώναξα εσένα, τον καπετάνιο φώναξα».
«Εγώ είμαι ο καπετάνιος», μου απαντάει το ποντίκι.
«Δεν είμαστε καλά», του λέω εγώ. «Κι αν είσαι εσύ ό καπετάνιος, τότε ποιοι και πού είναι οι ναύτες;».
«Περίμενε και θα δεις», μου απάντησε το ποντίκι και φώναξε: «Έ, παιδιά. Ελάτε εδώ να σας δει o κύριος».
Κι αμέσως, άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου διάφορα σαλιγκάρια!
«Πω, πω!… Τι είναι όλα αυτά τα σαλιγκάρια;»,  ρωτάω το σαλιγκάρι-καπετάνιο.  «Οι ναύτες μου», μου απαντάει. «Εμάς που μας βλέπεις, είμαστε κάποτε άνθρωποι, αλλά ο μάγος της θάλασσας μας έκανε έτσι».
«Α, ο θαλασσομάγος είναι καλός, τον ξέρω πολύ καλά. Αν τον παρακαλέσω,  θα σας ξανακάνει ανθρώπους. Γρήγορα», τους φωνάζω, «πάμε να τον βρού­με. Ξέρω το νησάκι που μένει. Μη σας νοιάζει, θα οδηγήσω εγώ το καράβι. Έλα και εσύ ποντίκι… ε, καπετάνιε ήθελα να πω, έλα κι εσύ για να με βοηθάς στο κουμαντάρισμα του πλοίου».
Έτρεξα στο τιμόνι του καραβιού, ενώ το ποντίκι ήρθε και σκαρφάλωσε πάνω στο τιμόνι, μπροστά μου. Κι έτσι, ξεκινήσαμε για να βρούμε τον θαλασσομάγο.
Ύστερα από ένα σύντομο ταξίδι, είδα από μακριά το νησί του θαλασσομάγου και κράτησα σταθερά το τιμόνι του καραβιού προς τα ‘κει. Πλησιά­σαμε στη στεριά και αφού δέσαμε το καράβι στο μόλο, τούς είπα:  «Εσείς περιμένετε εδώ, κι εγώ θα πάω στον θαλασσομάγο μόνος μου. Κι όταν έρθει η ώρα θα σας φωνάξω».
Το σπίτι του θαλασσομάγου δεν ήταν μακριά από το μικρό λιμάνι του νησιού. Σε λίγο ήμουν εκεί.
«Καλημέρα θαλασσομάγε», του φώναξα, μόλις τον είδα καθισμένο στην βεράντα του σπιτιού του.
«Καλώς τον φίλο μου τον Παραμυθά», είπε εκείνος χαρούμενος και σηκώθηκε από την καρέκλα του για να με προϋπαντήσει. «Πώς από ‘δω Παραμυθά μου»;
«Θέλω να μου κάνεις μια χάρη, θαλασσομάγε μου».
«Πες την κι έγινε», μου απάντησε αμέσως εκείνος»
«Να, θέλω να ξεμαγέψεις κάτι ναύτες που τους έχεις κάνει σαλιγκάρια».
«Α, όχι αυτό. Αποκλείεται», μου λέει ό θαλασσομάγος. «Ζήτα μου ό,τι άλλο θες, αλλά όχι αυτό. Αυτό αποκλείεται γιατί με κορόιδεψαν».
«Δηλαδή, τι σου έκαναν;» τον ρώτησα.
«Άκου και θα καταλάβεις», μου είπε ό θαλασσομάγος και άρχισε αμέσως την ιστορία του: «Μια μέρα, εκεί που καθόμουν και κοιτούσα τη θάλασσα, σηκώθηκε ξαφνικά μια μεγάλη τρικυμία. Εκείνη την ώρα πέρναγε κοντά στην ακτή το καράβι με τους φίλους σου που κινδύνευαν να πνίγουν και μου φώναξαν, βοήθεια. Τους φώναξα κι εγώ ότι θα προσπαθήσω να τους σώσω, κι εκείνοι μου είπαν πως το φορτίο τους ήταν τσουβάλια με καραμέλες και ότι αν τους βοηθούσα θα μου έδιναν τις μισές από τις καραμέλες που κουβαλούσαν. Όταν, όμως, τους έφερα στο λιμάνι χωρίς να πάθουν τίποτα και τούς γύρεψα τις καραμέλες που μου είχαν υποσχεθεί, αυτοί άρχισαν να με κοροϊδεύουν και να μου λένε ότι δεν θα μου δώσουν τίποτα. Τότε κι εγώ θύμωσα πάρα πολύ κι αποφάσισα να τούς τιμωρήσω. Έτσι, πρώτα έκανα τον καπετάνιο ποντίκι, και μετά, όλους τους άλλους τους έκανα σαλιγκάρια. Κατάλαβες τώρα γιατί θύμωσα»;
«Έχεις δίκιο θαλασσομάγε μου», του είπα εγώ. «Όμως είμαι σίγουρος πως τώρα πια έχουν μετανιώσει, και είναι έτοιμοι, μόλις τους πω θα έρθουν εδώ να σου ζητήσουν συγγνώμη και να σου δώσουν αυτό πού σου είχαν υποσχεθεί». «Α, ωραία! Επιτέλους θα φάω καραμέλες…» είπε χαρούμενος σαν μικρό παιδί ο θαλασσομάγος, «τρέχα φέρ’ τους, Παραμυθά».
Έτρεξα γρήγορα στο καράβι και είπα στους σαλίγκαρους, στους μεταμορφωμένους ναύτες ήθελα να πω, τι μου είπε ο θαλασσομάγος. Εκείνοι ενθουσιάστηκαν και μου είπαν ότι είναι έτοιμοι να ζητήσουν συγνώμη και να του δώσουν όλες τις καραμέλες. Έτσι, σε λίγο, ο καπετάνιος και οι ναύτες προχωρώντας ο ένας πίσω από τον άλλον σε μια γραμμή, έφτασαν μπροστά στον θαλασσομάγο.
«Συγνώμη, κύριε θαλασσομάγε», του είπαν όλοι μαζί, «είμαστε έτοιμοι να σου δώσουμε τις καραμέλες που σου υποσχεθήκαμε για να μας σώσεις από την τρικυμία».
«Καλά, σας συγχωρώ», τους είπε εκείνος και τούς ξανάκανε έναν – έναν, όπως ήταν, αρχίζοντας από τον καπετάνιο που ήταν ποντίκι. Κι όταν και το τελευταίο σαλιγκάρι έγινε ναύτης, έτρεξαν όλοι στο καράβι. και έφεραν στον θαλασσομάγο, όχι το μισό αλλά ολόκληρο το φορτίο από καραμέλες πού είχαν. Ε, και μου έδωσαν κι εμένα μια μεγάλη σακούλα με καραμέλες, που μου αρέσουν πάρα πολύ!

 

 

 

ένα σχόλιο στο “«Τα σαλιγκάρια»”

      ΑΛΙΚΗ
      12 Μαρτίου 15 στις 8:31

      καλημέρα
      πολύ τρυφερό και πολύ ζωντανό. Κάνει τη φαντασία να ταξειδεύει μαζί με τα σαλιγκάρια στο νησί του θαλασσομάγου, στη γαλάζια μαγεία του Αιγαίου. Καλοτάξιδο.

Σχολιάστε