Η προτομή

Τελικά, από την ώρα που «έπεσε στο τραπέζι» η ιδέα να γράψω κάνα βιβλίο για η ζωή μου (χωρίς και να είμαι σίγουρος ότι ενδιαφέρουν και κανένα, εκτός –ίσως- από τις συναντήσεις μου με τον Κρισναμούρτι),  κι άρχισα να το δουλεύω πιο σοβαρά στο κεφάλι μου, κάθε τόσο βεβαιώνομαι όλο και πιο πολύ, ότι το να γράφω διάφορα για τη ζωή μου μού αρέσει πιο πολύ να το κάνω εδώ, στο blog  μου. Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, γιατί. Επειδή όλη μου τη ζωή, είχα σχέση με αυτό που γενικά ονομάζουμε, «κόσμο του θεάματος». Από 8 χρονών έως σήμερα: θέατρο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κινηματογράφο. Στο blog μου, λοιπόν, στο  internet δηλαδή, έχω μία δυνατότητα που δεν έχω στο βιβλίο: να βάζω video και ήχο, πέρα από τις φωτογραφίες που μπορεί κανείς να βάλει σε ένα βιβλίο. Ας πούμε: όσα θα πω εδώ, δεν θα μου φαίνονταν πλήρη χωρίς το video του τέλους.
Πριν μερικές μέρες είχα ραντεβού σε ένα Δικηγορικό Γραφείο, στη Σκουφά. Πάρκαρα στον από πάνω παράλληλο δρόμο, στη Διδότου. Για να μην κάνω βόλτα έκοψα από ένα μικρό στενό, την οδό Δελφών που ενώνει σε εκείνο το σημείο τη Διδότου με τη Σκουφά. Είχα χρόνια να περάσω από ‘κει και μόλις μπήκα έμεινα!!! Μπροστά μου ήταν μια προτομή της Έλλης Λαμπέτη!!! Δυστυχώς, κακοφτιαγμένη για τα γούστα μου. Αυτή εδώ, που βλέπετε.

Η Λαμπέτη είναι συνδεδεμένη με την πρώτη φορά που βγήκα στο θέατρο ως επαγγελματίας ηθοποιός το 1966, αλλά η πρώτη φορά που τη συνάντησα ήταν στα εννιά μου, το 1952. Είναι η χρονιά που έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς θιάσους του περασμένου αιώνα, ο θίασος ΕΛΛΗΣ ΛΑΜΠΕΤΗ-ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΟΡΝ. Έπαιζαν για  μερικά χρόνια στο ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΒΕΛΗΣ, που βρισκόταν στην Πλατεία Συντάγματος, στο κτίριο γωνία Φιλελλήνων και Μητροπόλεως. Είναι αυτό που βλέπετε σε τούτη την παλιά φωτογραφία.


Το κτίριο αυτό ανήκε στον Κώστα Θεοδωρίδη, δεύτερο άντρα της Κυβέλης, αδελφό της γιαγιάς μου, θείο του πατέρα μου και νονό μου. Εκεί έμεναν αυτός και η γιαγιά μου, δούλευε ο πατέρας μου και έπαιζα εγώ στο παιδικό θέατρο. Το 1952, έγινε ο θίασος «Λαμπέτη, Παππά, Χορν»  και το πρώτο έργο που ανέβασαν ήταν η «Βαθιά Γαλάζια Θάλασσα», του Τέρενς Ράτιγκαν. Στις πρόβες αυτού του έργου, που παρακολουθούσα μικρό αγόρι καθισμένος στην πλατεία, πρωτογνώρισα αυτούς τους εξαιρετικούς ηθοποιούς, που κι αυτοί έμαθαν να με φωνάζουν από τότε, «Νικάκι». Δεν θα ξεχάσω μια αίσθηση που μου έδωσαν η Λαμπέτη και ο Χορν, ακατανόητο πώς και γιατί, σήμερα πια για μένα τον ίδιο. Σκηνοθέτης ήταν ο Μάριος Πλωρίτης, άντρας τότε της Λαμπέτη και σε κάποια στιγμή της πρόβας που ο Χορν φιλάει την Λαμπέτη, ακούω τον Πλωρίτη να τους λέει: «Ελάτε παιδιά… Είναι ψεύτικο… Φιληθείτε πιο αληθινά…» Κι ο Χορν, ρώτησε τότε την Λαμπέτη: «Έχεις κανένα κραγιόν που να μη βγάζει;» Το θυμάμαι σαν τώρα και δεν ξέρω πώς και από κι ως πού, μικρό παιδί εννιά χρονών, ένοιωσα ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι θα ζήσουν ένα δυνατό έρωτα. Κι έτσι έγινε!!!  Η φωτογραφία των δυο τους είναι από αυτή την παράσταση.


Χρόνια αργότερα, η Λαμπέτη συνάντησε τυχαία τον πατέρα μου στο δρόμο και τον ρώτησε: «Τι κάνει ο Νικάκης;» Εκείνος της είπε ότι τέλειωσα τη Δραματική του Εθνικού με άριστα, κι ότι μόλις είχα γυρίσει από την Αγγλία που είχα κάνει κάτι σαν μεταπτυχιακά στην Ακαδημία Δραματικής Τέχνης εκεί. Του είπε να πάω να τη δω οπωσδήποτε και την άλλη μέρα, 14 χρόνια μετά, βρέθηκα να κάθομαι απέναντι από την Λαμπέτη στο σπίτι στην οδό Σίνα. Μου είπε ότι θα ανέβαζε την Αγία Ιωάννα του Μπέρναρντ Σώου και θα ήθελε να είμαι μαζί της. Τρελάθηκα από τη χαρά μου. Κι όταν κάποια στιγμή με ρώτησε πόσο πολύ αγαπάω το θέατρο, της είπα αυθόρμητα, «τόσο πολύ, που μπορώ να τ’ αφήσω». Της άρεσε πολύ αυτό κι άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενη σαν κοριτσάκι και να φωνάζει στον τότε άντρα της, τον Αμερικάνο συγγραφέα Φρεντ Γουέικμαν, μπήκε στο σαλόνι: «At last… at last… I found a goung actor who really loves theater!…» (Επιτέλους, επιτέλους, βρήκα έναν ηθοποιό που αγαπάει στ’ αλήθεια το θέατρο). Πέρασαν έντεκα χρόνια για να καταλάβω γιατί το είπε αυτό:  Όταν αποφάσισα ότι δεν θα ξαναπαίξω στο θέατρο… Να μην σας τα πολυλογώ, μπήκα στο θίασο της, που είχε ονόματα όπως της Κατερίνας Κώνστα, του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, του Κώστα Μπάκα, του Σωτήρη Μουστάκα, του Βασίλη Τσιβιλίκα, του Κώστα Καζάκου — όλοι νέοι τότε. Και κάποια στιγμή, ύστερα από διάφορα που έγιναν –κι ίσως κάποτε τα γράψω- βρέθηκα να παίζω έναν από τους πρώτους ρόλους του έργου,  τον Δελφίνο. Νόμιζα πως ζούσα σε όνειρο! Ήμουν πιο γεμάτος απ’ ό,τι και στον πιο τρελό μου έρωτα! Αφού, θυμάμαι, είπα στην κοπέλα που είχα σχέση τότε, να χωρίσουμε, γιατί δεν ήθελα τίποτ’ άλλο από το να παίζω στο θέατρο με τη Λαμπέτη! Σχεδόν κάθε μέρα, όταν κάναμε πρόβες, με καλούσε να μου μαγειρέψει και να φάμε στο σπίτι της, μαζί με τον άντρα της. Και στο θέατρο πέρναγα την περισσότερη ώρα στο καμαρίνι της. Ήμουν σαν παιδί της!  Η φωτογραφία είναι από κάποια εφημερίδα της εποχής, και δείχνει την πρώτη συνάντηση του Δελφίνου με την Αγία Ιωάννα.


Όταν τέλειωσαν οι παραστάσεις χαθήκαμε, μετά κατά διαστήματα τη συναντούσα και τα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει δεν την έβλεπα καθόλου, γιατί είχα πάψει όχι μόνο να παίζω στο θέατρο, αλλά και να βλέπω παραστάσεις. Και 45 χρόνια μετά, περπατώντας σε ένα στενό της Αθήνας, πέφτω πάνω σε ένα άγαλμα, μια προτομή της Έλλης! Παράξενο συναίσθημα να βρίσκεσαι δίπλα με το άγαλμα, ενός ανθρώπου που κάποτε καθόσουν δίπλα του σε καναπέ!… Έβγαλα το κινητό και «μας» έβγαλα μερικές φωτογραφίες. Μια απ’ αυτές είναι και τούτη που βλέπετε.
Σας φιλώ.
Π.

 

8 Σχόλια στο “Η προτομή”

      να-τασσσάκι
      13 Μαΐου 11 στις 23:35

      Την πρώτη φορά που πέρασα από κει, κατάλαβα πως ήταν η Λαμπέτη μόνο και μόνο γιατί ξέρω πως εκεί είναι το σπίτι της. Δεν έχει καμιά σχέση αυτή η ψυχρή προτομή με το «πλάσμα» που περιγράφουν όσοι την γνώρισαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αίσθηση που είχα όταν την είδα στο θέατρο, στο τελευταίο έργο που έπαιξε -ήδη πολύ άρρωστη, και χωρίς να μιλάει, στα «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού»….

      Φιλί
      κι ευχαριστούμε 😉

      marilia
      14 Μαΐου 11 στις 9:17

      Έχω δει το ποστ από χθες. Δεν είχα κάτι να πω, ούτε και μπορούσα να εκφράσω γνώμη (εκτός του ότι ο γλύπτης ήταν… ατάλαντος). Απλά σήμερα, μέρα πια, ένιωσα ό,τι ακριβώς κι εχθές, άρα δεν ήταν τυχαίο. Μου φαίνεται μαγικά σκληρή ή καλύτερα… επώδυνη η φωτογραφία. Μου προκαλεί ένα συναίσθημα απώλειας και άγχους κι μια αίσθηση ότι έχει βγει από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Ο άνθρωπος – το άγαλμα – τα βλέμματα – το φορτίο…
      Τι έχω πάθει;

      φιλάκι… πολύσπορο. (Κριτσίνι κανείς;;;)

      dimitrisp
      14 Μαΐου 11 στις 20:55

      «τ’αγαπάω τόσο πολύ,που μπορώ να τ’άφήσω»
      Τι ομορφιά μπορεί να κρύβει μια αυθόρμητη απάντηση…
      Εκτός από τις συναντήσεις σου με τον Κρισναμούρτι που σίγουρα είναι και το κορυφαίο γεγονός…η βιογραφία σου έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί είναι σχεδόν όλη:
      «Νίκος Πιλάβιος,μια ζωή serendipity» να ένας προτεινόμενος τίτλος για το βιογραφικό σου βιβλίο 🙂
      Φιλιά
      ΥΓ 1.Στό τέλος δεν έβαλες βίντεο 🙁
      2.@ Μαρίλια
      «φιλάκι πολύσπορο»!!! πολύ καλό,μου άρεσε πολύ 🙂

      tulpoeid
      18 Μαΐου 11 στις 22:16

      Τι ποστ, πόσα συναισθήματα πέρασαν, και κυρίως όσα δεν μπόρεσα να καταλάβω από πού μπήκαν.

      ΣΟΦΙΑ
      29 Μαΐου 11 στις 19:55

      Με κατασυγκίνησες. Ολα αυτά που γράφεις τα έχω ζήσει παράλληλα και δεν αποκλείεται στη Βαθειά Γαλάζια Θάλασσα να καθόμαστε δίπλα-δίπλα……. πόσα χρόνια με πήγες πίσω Νίκο…

Σχολιάστε