«Οι πειρατές»

STORYTELLER FLYING

Μια κι έχουμε μπει για τα καλά στη νέα σχολική χρονιά, σκέφτηκα να ανεβάσω άλλη μια ιστορία από το βιβλίο του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ»  που θα κυκλοφορήσει του χρόνου, ώστε αν θέλουν οι Δασκάλες και οι Δάσκαλοι του Δημοτικού,  να το διαβάσουν στα παιδιά. Θα έλεγα μάλιστα, αν συμφωνούν, να ζητήσουν  από τα παιδιά να κάνουν κάποια ζωγραφιά εμπνευσμένη από αυτό το παραμύθι. Και θα χαρώ πολύ να σκαναριστούν  οι ζωγραφιές και να σταλούν εδώ στο e-mail, np@paramithas.gr, κι εγώ με μεγάλη μου χαρά θα τις ανεβάσω εδώ, στο blog. Ο τίτλος του παραμυθιού,  είναι, «Οι πειρατές».
Καλή εβδομάδα
Π.

Ένα μεσημέρι, το καλοκαίρι που μας πέρασε, εκεί που έβλεπα μια ταινία στην τηλεόραση, βαρέθηκα και είπα να κάνω μια βόλτα πετώντας πάνω από τη θάλασσα, που μου αρέσει πολύ. Κι έτσι έκανα.
Πάνω εκεί που απολάμβανα το θαλασσινό αεράκι πετώντας ήσυχα και αργά, ακούω ξαφνικά κάτι κανονιές! Τρόμαξα πολύ και χωρίς να το πολυσκεφτώ, άρχισα να πετάω πολύ γρήγορα για να φύγω από εκεί που ήμουνα, όταν άκουσα κάποιον, κάτω από τη θάλασσα, να φωνάζει: «Εεε… Σταματήστε. Είναι ο Παραμυθάς…».
Κοιτάζω κάτω και τι βλέπω; Ένα μεγάλο τρικάταρτο καράβι, με μια πειρατική σημαία να κυματίζει στο μεσαίο κατάρτι του και να έχει γυρίσει τα κανόνια του προς το μέρος μου. «Καλά, υπάρχουν ακόμα πειρατές», αναρωτήθηκα κι απάντησα μόνος μου, «έτσι φαίνεται». Ο άνθρωπος που φώναζε ήταν ανεβασμένος σε ένα κατάρτι και άρχισε να κουνάει το χέρι του προς το μέρος μου, φωνάζοντας:
«Παραμυθά… Παραμυθά, μη φοβάσαι. Δεν θα σου κάνουμε κακό, έλα στο καράβι μας.»
Ε, κι εγώ, αφού με φώναξαν και ήμουν και από μικρό παιδί περίεργος  να γνωρίσω πειρατές, κατέβηκα στο καράβι.
«Καλώς τον Παραμυθά», μου λέει ο πειρατής που με φώναξε, κι είχε κατέβει στην πλώρη του καραβιού, όπου κατέβηκα κι εγώ.
«Ώστε πειρατικό είναι το καράβι σας, ε;»
«Ναι», μου απαντάει ο πειρατής, «και να μας συγχωρείς που σου ρίξαμε με τα κανόνια μας».
«Δεν πειράζει», του λέω, ενώ είχαν αρχίσει να μαζεύονται γύρω μας κι άλλοι πειρατές. «Και πού πάτε», τον ρωτάω.
«Πάμε να βρούμε έναν κρυμμένο θησαυρό. Έρχεσαι μαζί μας;» μου λέει εκείνος.
«Και δεν έρχομαι. Αν με θέλετε…»
«Ναι, ναι, σε θέλουμε…», φώναξαν και οι άλλοι πειρατές που είχαν μαζευτεί για να με δουν, αφού δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους άνθρωπο να πετάει.
Κι έτσι, έμεινα στο καράβι των πειρατών και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για το θησαυρό που, όπως μου είπαν, ήταν κρυμμένος βαθιά σε μια σπηλιά ενός νησιού στον ωκεανό. Όπως μου είπαν, είχαν ένα χάρτη του νησιού, που τους τον είχε αφήσει ένας παλιός πειρατής και που είχε πάνω του σημειωμένη τη σπηλιά. Σ’ όλο το ταξίδι πέρασα πολύ ωραία, γιατί οι πειρατές μου λέγανε ιστορίες από τα ταξίδια τους και τις περιπέτειές τους. Στο τέλος ένοιωθα σαν παιδί που του λένε πειρατικές ιστορίες!
Το ταξίδι κράτησε μερικές μέρες και τα βράδια κοιμόμουνα σε μια πολύ ωραία κουκέτα, που από το φινιστρίνι της έβλεπα τη θάλασσα. Και ένα πρωί, ακούστηκε ένας πειρατής να φωνάζει,  από το μεσαίο κατάρτι που είχε ανέβει: «Στεριά… βλέπω στεριά…»
Τρέξαμε όλοι στη πλώρη του καραβιού και αντικρίσαμε μπροστά μας ένα υπέροχο νησί με ένα ψηλό βουνό στη μέση. Σ’ αυτό το βουνό, μου είπε ο πειρατής που είχαμε γίνει πια φίλοι, βρισκόταν η σπηλιά με τον θησαυρό.
Ύστερα από λίγη ώρα, ρίξαμε άγκυρα κοντά στο νησί και  βγήκαμε στη στεριά με κάτι μεγάλες βάρκες. Είδαμε στον χάρτη, πού ακριβώς ήταν σημειωμένη η σπηλιά που έκρυβε το θησαυρό, κι αρχίσαμε όλοι μαζί να ανεβαίνουμε από ένα μονοπάτι για  ‘κείνο το σημείο του βουνού.
Αφού περπατήσαμε κάμποσο, φτάσαμε στη σπηλιά, που ήταν πολύ μεγάλη. Δεν προφτάσαμε, όμως, καλά καλά να μπούμε και να χαρούμε γιατί είδαμε κάτι που μας τρόμαξε. Από όλες τις μεριές της σπηλιάς άρχισαν να βγαίνουν κάτι μεγάλα φίδια, σαν να ήταν οι φύλακες του θησαυρού.
«Πω, πω!… Και τι θα κάνουμε τώρα;» Άρχισαν να μουρμουρίζουν τρομαγμένοι οι πειρατές κάνοντας πίσω, προς την έξοδο της σπηλιάς. Αλλά τότε, μου ήρθε μια ιδέα και τους λέω:
«Μη σας νοιάζει. Θα σας βοηθήσω εγώ».
Κι έτσι όπως είχαν μαζευτεί τα φίδια στη μέση της μεγάλης σπηλιάς, άρχισα να πετάω γύρω γύρω, πάνω από τα κεφάλια τους, κάνοντας κύκλους. Εκείνα, ανασηκώθηκαν κι άρχισαν να με παρακολουθούν με τα κεφάλια τους, προσπαθώντας να με φτάσουν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι έτσι τυλιγόντουσαν τα σώματά τους. Κι ώσπου να πεις, «κύμινο» τα φίδια, ζαλισμένα, είχαν δεθεί κόμπο. Οι πειρατές κοιτούσαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους.
«Πάρτε την κασέλα με τον θησαυρό», τους φώναξα, χωρίς να σταματήσω να πετάω πάνω από τα κεφάλια των φιδιών. Κι εκείνοι, χωρίς να χάσουν καιρό, όρμησαν και σήκωσαν την μεγάλη κασέλα με τον θησαυρό και την έβγαλαν έξω. Τα φίδια, έτσι όπως ήταν ζαλισμένα κι είχαν δεθεί κόμπος, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να τους ακολουθήσουν, κι έτσι βγήκα κι εγώ έξω από τη σπηλιά πετώντας.
Σε λίγο είχαμε φτάσει στην παραλία κι οι πειρατές ακούμπησαν την κασέλα στην άμμο. Άνοιξαν το καπάκι της κι έμειναν για λίγο σαν χαμένοι, καμαρώνοντας τον θησαυρό από χρυσά φλουριά που είχε μέσα. Κι αμέσως μετά, όρμησαν όλοι μαζί κι άρχισαν να παίρνουν όσα φλουριά μπορούσε ο καθένας και γέμιζαν τις τσέπες τους, χωρίς να κάνουν κανονική μοιρασιά. Κι έτσι, άρχισαν να τσακώνονται κι έγινε ένας καυγάς που δεν λέγεται.
Τι κι αν τους φώναζα, «σταματήστε, σταματήστε, δεν είναι σωστό αυτό που κάνετε», τίποτα αυτοί. Συνέχισαν να τσακώνονται. Και τότε, τι να κάνω κι εγώ, δίνω μια και γίνομαι μεγάλος σαν ελέφαντας και τους παίρνω την κασέλα που είχε ακόμα πολύ θησαυρό. Την σηκώνω ψηλά και τους φωνάζω: «Αν δεν σταματήσετε να τσακώνεστε θα την πετάξω βαθιά στη θάλασσα και δεν θα την ξαναβρείτε».
«Μη, Παραμυθά, μην την πετάς…», άρχισαν να μου φωνάζουν.
«Μου υπόσχεστε ότι θα σταματήσετε τον καυγά και θα μοιραστείτε το θησαυρό ήσυχα και καλά, χωρίς τσακωμούς;» τους είπα.
«Ναι, ναι, στο υποσχόμαστε», φώναξαν όλοι μαζί.
Κι έτσι, έβαλα πάλι την κασέλα κάτω και ξανάγινα κανονικός. Οι πειρατές έβαλαν την κασέλα στη μέση και κάθισαν γύρω της. Και έτσι, ήσυχα και καλά, μοίρασαν δίκαια τα χρυσά φλουριά μεταξύ τους. Και μετά, ανεβήκαμε πάνω στο καράβι κι έπιασαν αμέσως το τραγούδι και και το χορό, ενώ κάποιοι σήκωναν τα πανιά του καραβιού.
Χο, χο, χο,
Βρήκαμε μεγάλο θησαυρό.
Χρόνια κρυμμένο μέσα σε σπηλιά,
Φυλαγμένο μέσα σε κασέλα παλιά.
Χο, χο, χο,
Και τώρα με τραγούδι και χορό
Στο σπίτι μας γυρίζουμε ξανά
Και δεν θα ‘χουμε ανάγκη κανένα πια.
Χο, χο, χο,
Βρήκαμε μεγάλο θησαυρό.

Κι ύστερα, εκείνοι ξεκίνησαν για την πατρίδα τους κι εγώ γύρισα πετώντας σπίτι μου, αλλά καθώς κατέβαινα αργά στον κήπο, ξαφνικά, σαν να έπαθε κάτι το γιλέκο, έπαψα να πετάω και βρέθηκα πεσμένος στο έδαφος! Και τότε, ανασηκώνω το κεφάλι μου και τι να δω! Ήμουνα ξαπλωμένος στον καναπέ, όπου με είχε πάρει ο ύπνος βλέποντας τηλεόραση, που ήταν ακόμα ανοιχτή! Και τότε κατάλαβα τι είχε γίνει. Η ταινία που έβλεπα, ήταν με πειρατές και κάποια στιγμή φαίνεται ότι με πήρε ο ύπνος και είδα όνειρο με πειρατές. Αυτό που μόλις σας είπα. Και πρέπει να σας πω ότι μου άρεσε πολύ που, έστω και στον ύπνο μου, έζησα μια πειρατική περιπέτεια! Χα, χα, χα…

 

 

ένα σχόλιο στο “«Οι πειρατές»”

Σχολιάστε