Τα περιστέρια

211120131665

Η φωτογραφία που βλέπετε είναι η είσοδος των ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου Αλεξάνδρα στη Βασιλίσσης Σοφίας. Όχι, δεν έπαθα τίποτα. Απλώς εκεί μου ήρθε η ιδέα του ποστ που θα δείτε σήμ ερα. Πριν λίγο καιρό, είχα πάει για κάτι εξετάσεις που κάνω κάθε χρόνο, βγαίνοντας είδα αυτή την είσοδο, να είναι γεμάτη, μέσα κι έξω, με περιστέρια – πολλά περιστέρια!  Αν προσέξετε, θα δείτε ότι η τζαμένια είσοδος έχει μια πόρτα που είναι ανοιχτή. Κάμποσα περιστέρια,  είχαν μπει μέσα και αφού πέταγαν γύρω γύρω, όταν προσπαθούσαν να βγούνε, πέφτανε πάνω στα τζάμια, λες και δε βλέπανε το άνοιγμα της πόρτας! Τα παρακολούθησα για κάμποσο και τα πόνεσε η ψυχή μου γιατί απελπισμένα που δεν μπορούσαν να βγουν, πέφτανε με δύναμη πάνω στα τζάμια χτυπώντας το κεφάλι τους! Κοιτάζοντάς τα, με πιάσανε τα… «φιλοσοφικά μου’ και είπα μέσα μου: «Για δες… Και τα περιστέρια δρούνε σαν και μας, με βάση μια εικόνα που υπάρχει  στο κεφάλι τους για την πραγματικότητα, που τα εμποδίζει να βλέπουν τα πράγματα, όπως νομίζουν ότι είναι  κι όχι όπως πραγματικά είναι. Κι έτσι σπάνε τα μούτρα τους, όπως κι εμείς: άλλοτε  κυριολεκτικά κι άλλοτε μεταφορικά».  Όμως, παράτησα τις σκέψεις, γιατί είχα λυπηθεί πια τα περιστέρια που δεν έβλεπαν από πού μπορούνε να βγουν, κι έτσι πήγα από τη μια πλευρά κι άρχισα να τα διώχνω, με τον φάκελλο που κρατούσα,  προς την ανοιχτή πόρτα.  Μόλις πέρασαν δυο τρία, πήραν και τα υπόλοιπα χαμπάρι από πού μπορούσαν να βγουν, κι έτσι άδειασε διάδρομος του εισόδου. Τότε σκέφτηκα ότι δεν είχα βγάλει καμιά φωτογραφία με την είσοδο γεμάτη περιστέρια, αλλά εκείνο που είχε σημασία ήταν να τα βοηθήσω να ξεμπλέξουν από την «παγίδα» που έχουν πέσει μόνα τους.
Φεύγοντας, από εκεί, μου μπήκε η ιδέα να φτιάξω ένα ποστ για τα περιστέρια της περιοχής, που είναι γεμάτη από αυτά. Η περιοχή αυτή, που βρίσκεται στους Αμπελοκήπους,  είναι από την πλατειούλα μπροστά στο Μαιευτήριο Έλενας, περνάει από την Πλατεία Μαβίλης, και τελειώνει στα Ιλίσια. Ίσως να υπάρχουν όλα αυτά τα περιστέρια, επειδή στην περιοχή αυτή που σας είπα, υπάρχουν έξι (!) Νοσοκομεία, όπου μπροστά τους έχουν όλα από ένα-δυο κουλουράδες, όπου οι άνθρωποι που παίρνουν κουλούρια, όλο και κάποια ψίχουλα τους πετάνε. Έτσι κι εγώ, από μικρός, έχω αδυναμία στα περιστέρια. Ο πατέρας μου δούλευε στην Πλατεία Συντάγματος, στο Θέατρο Κυβέλης, όπου κι εγώ έπαιζα στο Παιδικό Θέατρο της εποχής, (δεκαετία του ’50), και τότε το τραμ που παίρναμε για να πάμε σπίτι μας, στα Εξάρχεια, σταματούσε μπροστά στην Πλατεία του Άγνωστου Στρατιώτη, στη Βουλή – «Παλιά ανάκτορα» τα λέγαμε ακόμα τότε. Εκεί, όπως και σήμερα, είχε πολλούς κουλουράδες κι ο πατέρας μου, μού έπαιρνε πάντα κουλούρι, όπου το μισό, σχεδόν, το έριχνα στα περιστέρια, μέχρι να έρθει το τραμ. Η μεγαλύτερη διασκέδασή μου, ήταν να βάζω ψίχουλα  από το κουλούρι στη χούφτα μου και τα περιστέρια να έρχονται να τρώνε από ‘κει, αφού πολύ γρήγορα παίρνανε θάρρος και με ξεφοβόντουσαν!
Αρκετά, όμως, οι αναμνήσεις. Τώρα να σας δείξω λίγο και την περιοχή.

280520131460

Αυτό το άγαλμα με το περιστέρι – συνήθως έχει περισσότερα –  βρίσκεται στην μικρή πλατεία μπροστά στο Μαιευτήριο Έλενας. Από εκεί περνάω πολύ συχνά  γιατί στον από πάνω δρόμο βρίσκεται ο χώρος της Βιβλιοθήκης Κρισναμούρτι όπου βρίσκομαι κάποιες μέρες της εβδομάδας.

030820131493

Εδώ είμαστε στην Πλατεία Μαβίλη όπου υπάρχουν περιστέρια και πάνω στο άγαλμα και κάτω, γύρω του.

230420131411

Σ΄ αυτήν την πλατεία, υπάρχουν μπαρ και  μικρά εστιατόρια, όπου κάποιες φορές το καλοκαίρι, πηγαίνω το μεσημέρι για  φαΐ. Εδώ, άρχισα να ρίχνω ψίχουλα στα περιστέρια και άρχισαν να μαζεύονται. Και το πιο τολμηρό, άρχισε να τρώει από το καλαθάκι με το ψωμί.

230420131410

Ψάχνοντας στο ίντερνετ για θέματα με περιστέρια, βρήκα ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι με τίτλο, «Το άγαλμα και το περιστέρι»  κι ένα άρθρο με τίτλο, «Τα περιστέρια λατρεύουν συγκεκριμένα αγάλματα», όπου δεν ξέρω αν είναι η εξήγηση είναι αυτό που λέει, αλλά το άρθρο έχει γενικότερο ενδιαφέρον για κάποιον που ίσως δεν ξέρει αυτά που λέει. Αν θέλετε μπορείτε να το δείτε με κλικ  ΕΔΩ. Και θα κλείσω το ποστ  με το παραμύθι που βρήκα, όπως το «χτένισα» κάπως.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Το άγαλμα και το περιστέρι.
Ήταν, μια φορά κι έναν καιρό ένας ξυλοκόπος, που είχε μια καλή γυναίκα, που τον αγαπούσε πολύ κι όλο τον περιποιόταν, όλο τον χάδευε, κι όλο τον φρόντιζε. Εκείνος, όμως, που  ήταν ψυχρός κι απόμακρος δεν τα συμπαθούσε όλα αυτά. Όμως, όσο  πιο ψυχρός ήταν εκείνος, τόσο πιο τρυφερή ήταν η γυναίκα, και τον γέμιζε χάδια, αγκαλιές και φιλιά. Τα χρόνια περνούσαν και ο άνδρας παραπονιόταν διαρκώς για τις εκδηλώσεις αγάπης της γυναίκας του, αλλά εκείνη δεν παραπονέθηκε ποτέ. Δεν παραπονιόταν κι ας μην την είχε σφιχταγκαλιάσει, κι ας μην την είχε φιλήσει απαλά στο μέτωπο ούτε  μια φορά στα 10 χρόνια γάμου τους. Αθόρυβη και πάντα γλυκιά έκανε αυτό που ένιωθε: τον αγαπούσε και τον φρόντιζε, περιμένοντας πως κάποια μέρα θα ανοίξει η καρδιά του και θα βγει από μέσα του τρυφεράδα. Εκείνος, όμως, γινόταν όλο και πιο αδιάφορος, όλο και πιο απόμακρος.
Μια μέρα, εκεί που έκοβε ξύλα στο δάσος χτυπάει ένα ξύλο δυνατά και τα πουλιά που ήταν στα γύρω δένδρα φοβήθηκαν από το θόρυβο και πετάξανε γρήγορα μακριά. Ο άντρας τότε συλλογίστηκε: «Τι ωραία που θα ήταν να είμαι κι εγώ πουλί. Να ανοίγω τα φτερά μου και να πετώ ελεύθερος·  να είμαι μόνος μου κι ελεύθερος!». Η νεράιδα του δάσους  άκουσε τις σκέψεις του και παραξενεύτηκε, αφού όλοι στο χωριό ξέρανε πως αυτός έχει την πιο όμορφη και πιο γλυκιά από όλες τις γυναίκες του χωριού. Όλοι το ξέρανε και μόνο αυτός δεν το ήξερε. Κι η νεράιδα εμφανίστηκε μπροστά του και τον ρώτησε: «Πουλί θα θελες να σαι;».  «Ναι, πουλί, να πετάω ελεύθερος» απάντησε εκείνος. Και χωρίς καθυστέρηση η νεράιδα, τον μεταμόρφωσε σε ένα μεγάλο, όμορφο, άσπρο περιστέρι. Με μια κίνηση ο ξυλοκόπος άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά.

Το σκοτάδι έπεσε κι ο άνδρας δεν είχε ακόμα γυρίσει στο σπίτι. Η καημένη η γυναίκα του ανησυχούσε. Ήταν κρύο έξω και στο δάσος υπήρχαν θηρία. Το βράδυ πέρασε, βγήκε το φως, αυτή ύπνο δεν είχε. Έκλαιγε και φοβόταν μην έπαθε τίποτα ο άνδρας της. Το πρωί δεν φάνηκε, ούτε την επόμενη μέρα, ούτε την μεθεπόμενη. Οι χωρικοί βγήκαν να τον ψάξουν, αλλά μάταια. Είχε χαθεί και κανείς δεν ήξερε ούτε που είναι ούτε βέβαια ότι η νεράιδα τον είχε μεταμορφώσει. Εν τω μεταξύ,  ο ξυλοκόπος, τριγυρνούσε ανέμελος εδώ κι εκεί και απολάμβανε τα μεγάλα και όμορφα φτερά του που του χάριζαν την ελευθερία του. Και οι μέρες κυλούσαν, οι εβδομάδες περνούσαν, οι μήνες έφευγαν… ο πόνος της γυναίκας μεγάλωνε, μεγάλωνε κι ο καημός της. Μια μέρα καθώς περνούσε από το δάσος συλλογίστηκε «τι ωραία που θα ήταν να είμαι πέτρα. Να μην νιώθω τον πόνο και να μην μαραζώνω από τη στενοχώρια». Η νεράιδα του δάσους  άκουσε τις σκέψεις της και παραξενεύτηκε! Κανείς ποτέ δεν την είχε ακούσει να παραπονιέται για τίποτα. Κι η νεράιδα εμφανίστηκε μπροστά της και τη ρώτησε «πέτρα θα θελες να είσαι;». «Ναι, πέτρα, να μην νιώθω πια πόνο» απάντησε εκείνη. Και χωρίς καθυστέρηση η νεράιδα την πέτρωσε. Την πέτρωσε και την έκανε ένα άγαλμα όμορφο με λείο δέρμα και ένα χαμόγελο στα χείλη, να την βλέπουν οι περαστικοί να χαίρονται. Και έτσι, πέρασε ο καιρός, πέρασαν τα χρόνια… Κάποτε ο άντρας που είχε γίνει περιστέρι, αποκαμωμένος από τις βόλτες, κουρασμένος από τον ουρανό, επιθύμησε το σπιτάκι του, επιθύμησε ένα χάδι, ναι, ένα χάδι! Σκέφτηκε τις αγκαλιές και τα φιλιά της γυναίκας του, το σπιτάκι τους, το φαγάκι τους, κι άνοιξε τα φτερά του να γυρίσει πίσω. Μα όταν έφτασε στο σπίτι τους, τι να δει; Την γυναίκα του μαρμαρωμένη: άγαλμα! Πλησίασε, κάθισε στον ώμο της, ξαπόστασε, ανάσανε, θυμήθηκε και έκλαψε πικρά. Και τα δάκρυα καθώς έπεφταν στα μαγουλά του, έδιωχναν τα πούπουλα  και έπαιρνε σάρκα ξανά. Κι άλλαξε το ράμφος κι έγινε στόμα. Και έφυγαν τα φτερά κι έγιναν χέρια κι αγκάλιασε τη γυναίκα του για πρώτη φορά. Και με την αγκαλιά ζεστάθηκε η πέτρα και το άγαλμα ξανάγινε άνθρωπος.  Κι ο ξυλοκόπος πήρε τη γυναίκα του και πήγανε σπίτι. Κι από τότε την έχει πριγκίπισσα. Γιατί κατάλαβε, ο κουτός ο ξυλοκόπος πως η ξενιτιά και η μοναξιά είναι φυλακή και η αγάπη της γυναίκας του ήταν η ελευθερία του όλη. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 

 

2 Σχόλια στο “Τα περιστέρια”

      ainafets
      3 Μαΐου 14 στις 20:59

      Ένα αληθινό παραμύθι που τόσο όμρφα μας θυμίζει πως η ευτυχία βρίσκεται σε αυτό που έχουμε και όχι σ’ αυτά που θα θέλαμε να έχουμε! 😉

      Ίσως αν ο γιος μας, διάβαζε το παραμύθι, να μην αποκαλούσε τα περιστέρια, φτερωτούς αρουραίους!

      Καλό μήνα σε όλους ! <3

      amalia
      4 Μαΐου 14 στις 19:05

      Αν και δεν κρύβω οτι δεν τρέφω καμιά συμπάθεια για τα περιστέρια, το πόστ αυτό το βρήκα απο τα καλύτερα που έχετε γράψει.Πολύ ωραίο το παραμύθι αλλα και η ιστορία για τα καημένα τα περιστέρια που δεν έβλεπαν την έξοδο.Σίγουρα τώρα θα ξέρω τι ζητάνε τα περιστέρια απο τα αγάλματα και τόσο συχνά τα επισκέπτονται.

Σχολιάστε