Μια αναπάντεχη παράσταση

Λίγο πριν τη Δικτατορία της 21ης Απριλίου, τον Μάρτιο του 1967, σαράντα πέντε χρόνια πριν ακριβώς, έπαιζα στο θέατρο ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑ, στην οδό Σίνα και Ακαδημίας, που δεν υπάρχει πια. Έκανα το ρόλο του Σαχλότου, στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ. Ήταν η εποχή που κάθε μέρα είχε διαδηλώσεις στην Αθήνα, και κυρίως σ’ αυτήν την περιοχή, όπου εκεί, απέναντι από το θέατρο, ήταν το κτίριο της ΕΦΕΕ, που υπάρχει ακόμα και σήμερα. Εκεί μπροστά μαζεύονταν οι φοιτητές και τους ακούγαμε να φωνάζουν μέχρι μέσα στο θέατρο! Έτσι, ήταν πολύ δύσκολο για τον κόσμο να πλησιάσει στο θέατρο για να δει την παράσταση. Ακριβώς γι’ αυτό, ο Διονύσης ο Παγουλάτος  που ήταν και ο θεατρικός επιχειρηματίας, μας είχε δώσει να μοιράζουμε προσκλήσεις όπου θέλαμε, για να μην είναι άδειο το θέατρο. Έτσι κι έγινε, κι έδωσα δύο προσκλήσεις στον ιδιοκτήτη  της Ταβέρνας στην Πλάκα, που τότε πηγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ.
Η πρώτη φορά που βγαίνει στη σκηνή ο Σαχλότος, είναι γύρω στη μισή ώρα μετά που έχει αρχίσει η παράσταση, με μια κλωτσιά που υποτίθεται ότι του δίνει το αφεντικό του ο Σάυλοκ,  κι έρχεται κουτρουβαλώντας στο προσκήνιο, για να κάτσει κάτω, σε απόσταση αναπνοής από την πρώτη σειρά. Έτσι κι έγινε κι εκείνο το βράδυ που ξαναθυμήθηκα προχθές. Με το που κάθομαι κάτω και κοιτάζω την πλατεία πριν αρχίσω να μιλάω, βλέπω ότι το θέατρο είναι άδειο. Μόνο στην πρώτη σειρά, μπροστά μου, είναι ένα ζευγάρι. Και το ζευγάρι αυτό ήταν ο ταβερνιάρης με τη γυναίκα του, που τους είχα δώσει τις προσκλήσεις. Κι όχι μόνο ήταν αυτοί οι γνωστοί μου, αλλά είχαν γύρει ο ένας στον ώμο του άλλου και κοιμόντουσαν! Χα, χα, χα… Αλλά δεν πτοήθηκα. Είπα την πρώτη φράση από το μονόλογό μου επίτηδες πολύ δυνατά, τους ξύπνησα, τους χαμογέλασα και συνέχισα κανονικά, ενώ εκείνοι μου χαμογέλασαν αμήχανα. Κάτι τέτοιο δεν μου είχε ξανατύχει ποτέ πριν και ποτέ μετά έως το 1974 που εγκατέλειψα το θέατρο. Έπαιξα με πολλούς θεατές, με λίγους  θεατές, αλλά με δύο ποτέ! Έως προχθές την Κυριακή, στην πρώτη παράσταση του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» στο θέατρο «Όνειρο» στον Αγ. Ιωάν. Τον Ρέντη! Χα, χα, χα… Γι αυτό έκανα αυτόν τον πρόλογο. Όπως ξέρετε από προηγούμενο post, την περασμένη Κυριακή άρχισαν οι παραστάσεις του «Παραμυθά» στο «Όνειρο» για τρεις Κυριακές τον Μάρτιο. Η παράσταση ήταν να αρχίσει στις τρεις και μισή, αλλά είχε πάει τέσσερις παρά και δεν είχε έρθει κανείς, ενώ ακυρώνονταν συνέχεια με το τηλέφωνο οι κρατήσεις εισιτηρίων που είχαν γίνει, γιατί έβρεχε καρεκλοπόδαρα! Έτσι κάποια στιγμή, κοίταξα από πάνω την πλατεία και είδα μόνο στην πρώτη σειρά δύο κοριτσάκια. Μου είπαν ότι μόνο αυτά τα δύο παιδιά ήταν που είχαν έρθει με τη γιαγιά τους, και μου είπαν να αποφασίσω εγώ αν θα παίξω ή αν θα αναβάλλουμε την παράσταση. Κοίταξα από πάνω τα δύο μικρά κορίτσια, που είχαν ανέβει στη σκηνή και χόρευαν με τη μουσική που είχαμε βάλει ν’ ακούγεται πριν την παράσταση! Μου ήρθε να κατέβω και να χορέψω κι εγώ μαζί τους. «Θα γίνει η παράσταση», τους είπα και σε λίγο, έσβησαν τα φώτα κι άρχισε η προβολή του εισαγωγικού βίντεο. Όταν τέλειωσε, μπήκα από το πίσω μέρος της πλατείας και είδα εκτός από τα δύο κοριτσάκια στην πρώτη σειρά, τη γιαγιά τους μερικές σειρές πιο πίσω, κάπου αριστερά τους φίλους μου και πιστούς «παραμυθομεγαλωμένους» θεατές του «Παραμυθά», Γιάννη Παπαστρατή και Γιάννη Καραπιπέρη με τη γυναίκα του τη Μάρθα, δίπλα τους τη μάγισσα Άιναφετς  και πάρα πίσω την επιχειρηματία του θεάτρου, τον άντρα της και την κόρη τους. Δηλαδή, όλοι μαζί ήταν δέκα σε ένα θέατρο με 150 θέσεις. «Ε», σκέφτηκα, «εδώ έχω παίξει με δύο, το δέκα είναι πολυκοσμία». Και γέλασα καθώς θυμήθηκα την παράσταση πριν 45 χρόνια με τους δύο που κοιμόντουσαν. Πήγα μπροστά στη σκηνή και κάθισα μπροστά στα δύο μικρά κορίτσια. Στις προηγούμενες παραστάσεις στο Δαναό που το θέατρο ήταν γεμάτο, άρχιζα ζητώντας στα παιδιά να φωνάξουν με το τρία όλα μαζί το όνομά τους και μετά τους έλεγα εγώ το δικό μου, Νίκος, για να συστηθούμε. Αυτή τη φορά συστηθήκαμε «δια χειραψίας» που λένε με τα δύο κορίτσια που μου είπαν το όνομά τους η κάθε μία χωριστά, κι εγώ βέβαια το δικό μου. Πιάσαμε λίγο κουβέντα και μου είπαν ότι ήταν αδελφές, ότι η μία πήγαινε Νηπιαγωγείο και η άλλη Α’ Δημοτικού κι ότι η μαμά τους με έβλεπε στην τηλεόραση όταν ήταν μικρή, πράγμα που επιβεβαίωσε κι η γιαγιά τους που καθόταν τρεις σειρές πιο πίσω. «Να πείτε στη μαμά σας για να ζηλέψει», τους είπα, «μαμά,  ο Παραμυθάς έπαιξε για χάρη μας, μόνο για μας». Ενθουσιάστηκαν. Χα, χα, χα… Κι άρχισε μετά η παράσταση. Σ’ αυτήν, συζητάω και παίζω κάποια θεατρικά παιχνίδια με τα παιδιά και δείχνω βίντεο με ιστορίες του «Παραμυθά». Ε, αυτά τα βίντεο, τα απόλαυσα, γιατί τα είδα καθισμένος στην πρώτη σειρά, δίπλα στα δύο κορίτσια, τρώγοντας ποπ κορν που μου το κερνάγανε από αυτά που τρώγανε εκείνες, προσφέροντάς τα με τη μεγάλη σακούλα, λέγοντας, «πάρε κι άλλα, πάρε…». Και βέβαια έπαιρνα. Κουφό:Έβλεπα τον εαυτό μου «Παραμυθά» σε μεγάλη οθόνη  κινηματογράφου, τρώγοντας ποπ κορν!!! Χα, χα, χα… Ε, λοιπόν, δεν νομίζω ότι έχω ξαναευχαριστηθεί ποτέ τόσο πολύ, άλλη παράσταση στη ζωή μου. Είχα ενθουσιαστεί, όσο και τα δύο κοριτσάκια. Τόσο που στο τέλος του πρώτου μέρους, καθώς έπαιζε ένα από τα τραγούδια, τις πήρα κι ανεβήκαμε πάνω στη σκηνή και χορέψαμε κι οι τρεις μας, προς μεγάλο ενθουσιασμό των υπόλοιπων… οκτώ θεατών της παράστασης. Χα, χα, χα…. Να και μια φωτογραφία από το τέλος του πρώτου μέρους.

Και θα κλείσω αυτό το post, με ένα πολύ μικρό –δυστυχώς- βιντεάκι που πρόλαβαν να μας τραβήξουν καθώς χορεύαμε με τη μουσική στο τέλος της παράστασης!
Σας φιλώ πολύ.
Π
 

 

7 Σχόλια στο “Μια αναπάντεχη παράσταση”

Σχολιάστε