«Δώσε όνομα εσύ σ΄ αυτό το παραμύθι»

sunset_over_mountains.2

Πριν από λίγες μέρες, μου έστειλε με mail εδώ στο blog ένα παραμύθι, ένας φίλος που μου έλεγε ότι μεγάλωσε με τα παραμύθια του «Παραμυθά» κι θα ήθελε τη γνώμη μου για κάτι που είχε γράψει. Όταν το διάβασα, με συγκίνησε πολύ. Δεν είναι ότι ήταν πολύ καλό – που είναι – αλλά γιατί με κάποιο τρόπο, χωρίς να το περιμένω βέβαια, με πήγε πίσω στα παιδικά μου χρόνια, γιατί έχει όλη την ατμόσφαιρα, την ποιότητα των παραμυθιών που μου έλεγαν ή μου διάβαζαν τότε – μιλάμε για πάνω από εξήντα χρόνια πίσω- όταν ήμουν μικρό παιδί! Έτσι, αποφάσισα να το ανεβάσω εδώ. Ο συγγραφέας, που λέγεται Νίκος Φουντουλάκης, δεν του έχει δώσει όνομα και μας αφήνει εμάς να το ονομάσουμε. Είμαι περίεργος τι ονόματα θα δώσετε άραγε…
Σας φιλώ πολύ μωρά μου (έχω καιρό να σας πω έτσι)
Π.

ΔΩΣΕ ΟΝΟΜΑ ΕΣΥ Σ΄ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα πολύ μακρινό και αόρατο από τα μάτια των ανθρώπων και των ξωτικών νησί στο μέσον του ηλιακού αρχιπελάγους υπήρχε μια πλούσια χώρα, ένα βασίλειο που το φώτιζε ο Ήλιος και που οι άνθρωποι του ζούσαν απλά σε μικρά χωριουδάκια στις ακτές, στους κάμπους και στα βουνά.
Οι άνθρωποι της χώρας που κανείς δεν ήξερε το όνομα της ζούσαν ευτυχισμένοι αφού ότι είχαν ανάγκη το έπαιρναν από την γη και την θάλασσα, ταξίδευαν στα χωριά και στα βουνά με ασφάλεια και οι πόρτες στα μικρά και ζεστά σπιτάκια τους δεν είχαν κλειδαριές, δεν κλείδωναν ποτέ.
Τότε ξαφνικά μια Πρωτομαγιά εμφανίστηκε ένας βοσκός από τα βουνά που η εμφάνισή του προκαλούσε θαυμασμό και δέος γιατί ήταν πολύ ψηλός και πολύ μεγάλων διαστάσεων, αλλά εκεί που νόμιζες ότι θα είχες να κάνεις με κάποιον άγριο και τραχύ βοσκό, μόλις έβλεπες τα όμορφα πράσινα μάτια του και άκουγες την γλυκιά του φωνή, αμέσως άφηνες την ψυχή σου να ταξιδέψει με τα γλυκά του λόγια που έβγαιναν πάντα από το στόμα του, κι έτσι αποφάσισαν όλοι και τον έκαναν βασιλιά τους.
Το όνομα του βοσκού –που έγινε βασιλιάς- ακόμα και σήμερα δεν το θυμάται κανείς, αφού όλοι στο βασίλειο τον φώναζαν Βασιλιά Γλυκό και μόνο η γυναίκα του η Βασίλισσα η νεράιδα Πηγή, η κυρά των πηγών του βασιλείου ήξερε το πραγματικό του όνομα. Αυτός λοιπόν ο βοσκός οργάνωσε το βασίλειο που ναι μεν ήταν πλούσιο και όμορφο αλλά με χωριά και ανθρώπους αποκομμένους μεταξύ τους.
Μέσα σε επτά μόλις χρόνια έφτιαξε δρόμους, σχολεία, μεγάλα και ζεστά κάστρα για τους αρρώστους και όσους είχαν ανάγκη και οργάνωσε μια χώρα όπου η αγάπη, η καλοσύνη και η συμπόνια βασίλευαν μαζί του.
Το βασίλειο δεν είχε στρατιώτες παρά μόνο πενήντα ιππότες που προστάτευαν τον βασιλιά, αλλά και τους κατοίκους, από τους λίγους, τους ελάχιστους κακούς ανθρώπους που η παρουσία τους γινόταν αμέσως αντιληπτή, αφού όλοι πίστευαν στο καλό και στο δίκαιο.
O Βασιλιάς Γλυκός τριγυρνούσε κάθε μέρα με την βασιλική του άμαξα και άκουγε τα προβλήματα των ανθρώπων. Ό,τι μπορούσε να λυθεί από ανθρώπινο χέρι έβρισκε την λύση του και μόνο η φύση με τις δικές της παραξενιές και την ιδιαιτερότητά της, ήταν έκανε όπως νόμιζε εκείνη ότι ήταν σωστό — σωστό και σοφό αφού για ό,τι έκανε, κάπως διαφορετικό, κάπως μοναδικό, εκείνη είχε πάντα τους λόγους της. Η Βασίλισσα Πηγή με την σοφία που της είχε δώσει η ίδια η φύση, το είχε εξηγήσει αυτό στον Βασιλιά, που αφού έκανε πάντα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν,  αγνάντευε με χαμόγελο το βασίλειο του από το ψηλό του κάστρο, κρατώντας αγκαλιά την Πηγή και τον πεντάχρονο γιό του τον μικρό πρίγκιπα Ευγένιο.
Όμως μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα όπως ήταν οι περισσότερες εκεί, έκανε μια τρομερή ανακάλυψη: το βασίλειό του δεν είχε κανένα όνομα και έμβλημα! Μα πως δεν το είχε σκεφτεί μέχρι τότε! Ακόμα και η σοφή Βασίλισσα δεν το είχε αναφέρει ποτέ! Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει βασίλειο δίχως έμβλημα και ακόμα περισσότερο βασίλειο δίχως όνομα! Τα χωριά είχαν ονόματα, τα βουνά, οι κάμποι τα ποτάμια, είχαν ονόματα, αλλά το βασίλειο δεν είχε. Απόρησε με τον εαυτό του, που δεν το είχε σκεφτεί αυτό· ήταν σαν να είχε ζωγραφίσει έναν πίνακα και να μην είχε βάλει την τελευταία πινελιά!!!
Κάλεσε τον πιστό του φίλο και αρχηγό της φρουράς του τον ιππότη Αφοσιωμένο και του είπε την Κυριακή το πρωί όλοι οι πολίτες της πρωτεύουσας να μαζευτούν στον μεγάλο κάμπο δίπλα στο ποτάμι για να τους μιλήσει, πράγμα που έγινε την αμέσως .
Ο Γλυκός σκεφτότανε συνέχεια ονόματα και εμβλήματα αλλά κανένα δεν του άρεσε και αφού ειχε φτάσει ήδη Σάββατο βράδυ και δεν είχε βρεί το κατάλληλο όνομα, το συζήτησε με την Βασίλισσα.
— Γλυκέ μου βασιλιά, έλα να ξαπλώσεις και μην τυραννάς το μυαλουδάκι σου· έλα στην αγκαλιά μου κι αύριο θα πεις στον κόσμο να βαφτίσει το βασίλειο και να βρει το έμβλημά του, άλλωστε αυτοί είναι που το ορίζουν.
Ο Γλυκός χαμογέλασε… μα γιατί δεν της το είπε νωρίτερα! Αυτό ήταν το σωστό. Κοιμήθηκε ευχαριστημένος και ικανοποιημένος που μια τόσο σοφή σύντροφος ήταν Βασίλισσα και γυναίκα του και πάνω απ’ όλα μητέρα του παιδιού του.  Με τέτοια μητέρα ήταν σίγουρος ότι ο γιός του θα γινότανε μια μέρα ένας καλός βασιλιάς.
Ξημέρωσε η Κυριακή και ο Βασιλιάς κίνησε με την άμαξα για τον κάμπο. Δίπλα του ο Αφοσιωμένος και η συνοδεία του, 12 ιππότες με λευκά άλογα. Όταν έφτασε στον μακρινό κάμπο, ο ήλιος ήταν ήδη πολύ ψηλά και οι πολίτες γκρίνιαζαν στον βασιλιά γιατί τους είχε σηκώσει Κυριακάτικα, μια μέρα που ξεκουραζόντουσαν από την βδομαδιάτικη εργασία τους. Ο Βασιλιάς τους εξήγησε και τότε οι άνθρωποι άρχισαν να λένε διάφορα ονόματα… Βροχή έπεφταν τα ονόματα και τα εμβλήματα και όσο περνούσε η ώρα ο βασιλιάς απογοητευόταν.
Ο καθένας, ανάλογα με την δουλειά του και τα προβλήματα που τον απασχολούσαν πρότεινε όνομα και έμβλημα: Οι ράφτες πρότειναν το όνομα «Κλωστή» και για έμβλημα μια βελόνα, οι μαραγκοί πρότειναν το όνομα «Πριόνι» και μια βελανιδιά για έμβλημα, ενώ οι αγρότες το όνομα «Λιβάδι» και για έμβλημα ένα αλέτρι… Και τι δεν άκουσε ο βασιλιάς! Άλλοι έλεγαν «Ψωμί», άλλοι «Τυρί»…άλλοι «Σαλάμι», άλλοι «Βούτυρο» και άλλοι «Μαρμελάδα», αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να ανοίξουν την όρεξη του βασιλιά που από την αμηχανία του περπατούσε με τα χέρια ενωμένα πίσω από την πλάτη του, πάνω κάτω σε μια ευθεία γραμμή, σαν στρατιώτης που φυλάει σκοπιά.
Μάλιστα περπατούσε τόση ώρα που τα βήματα του έκαναν ένα μικρό μονοπάτι στο χώμα. Ο ήλιος θα βυθιζότανε στην θάλασσα σε λίγο και ενώ τα ονόματα ακουγόντουσαν ατέλειωτα, το ένα μετά το άλλο, κανένα δεν άρεσε του βασιλιά.
Ξαφνικά εκεί που περπατούσε πέρα δώθε αισθάνθηκε κάτι να του τραβάει με δύναμη την λαμπερή του πορφυρή κάπα· γύρισε και δεν είδε κανέναν μα μόλις κοίταξε χαμηλά, είδε ένα μικρό κοριτσάκι πανέμορφο με καστανές μπούκλες να του τραβά συνέχεια την κάπα! Έσκυψε και το κοίταξε στα μάτια. Μαγεύτηκε από την ομορφιά του μικρού κοριτσιού που, πάνω κάτω, θα ήταν στην ηλικία του γιού του.
Όμως η μαγεία δεν είχε τελειώσει εδώ. Το κοριτσάκι τον κοίταξε στα μάτια και χωρίς να μιλήσει, χωρίς καν να ανοίξει το στόμα του, η γλυκιά φωνούλα του ακούστηκε μέσα στο μυαλό του βασιλιά! «Κύριε χοντρέ, εσείς είστε ο Βασιλιάς πού λένε όλοι»;’
Ο Γλυκός τα έχασε! Είχε δοκιμάσει την μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του: ένα κοριτσάκι μια σταλιά, που δεν έβγαζε λέξη από το στόμα του, μιλούσε στο μυαλό του και στην ψυχή του! Και η δεύτερη μεγάλη έκπληξη, ήταν ότι κανείς ποτέ δεν είχε τολμήσει να τον αποκαλέσει χοντρό — παρόλο που ήταν!
Την κοίταξε κάπως αυστηρά· δεν μίλησε ούτε κι αυτός, αλλά της έστειλε τις σκέψεις του. «Ναι εγώ είμαι ο βασιλιάς, και δεν είμαι χοντρός… είμαι απλά εύσωμος».
Το κοριτσάκι άρχισε να γελάει και το φως από το χαμόγελό του φώτισε πιο δυνατά, πιο λαμπρά κι από τον Ήλιο. Και η παράξενη «συζήτηση» συνεχίστηκε μεταξύ τους:
«Ο μπαμπάς μου λέει ότι είστε καλός άνθρωπος κύριε Βασιλιά»
«Εσύ μικρούλα μου το πιστεύεις»;
«Εγώ πιστεύω πάντα τον μπαμπά μου και ό,τι βλέπουν τα μάτια μου».
«Και τι βλέπουν τα μάτια σου τώρα»;
«Βλέπω μια αγνή και καθαρή καρδιά… μια ψυχή που αγαπά όλον τον κόσμο… Μα ναι κύριε χοντρέ, είστε πραγματικά Βασιλιάς».
Ο Γλυκός γονάτισε μπροστά στο κοριτσάκι· είχε βουρκώσει και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, όχι βασιλικά δάκρυα, αλλά τα δάκρυα ενός μικρού βοσκού· πάντα ήταν ο μικρός βοσκός, πάντα μόνο τα ρούχα του πρόδιναν ότι ήταν βασιλιάς. Με την άκρη του ματιού του είδε το πλήθος να προσέχει αποσβολωμένο το τεράστιο βασιλιά να έχει γονατίσει μπροστά στο μικρό κοριτσάκι.
«Πώς σε λένε μικρούλα μου; Δεν μιλάς -αν και σε ακούω- κι εσύ ακούς όπως μιλάς, με την ψυχή σου, έτσι δεν είναι»;
«Δεν ακούω ούτε μιλώ όπως όλοι εσείς, αλλά ακούω και μιλώ πολύ καλύτερα από εσάς…Με φωνάζουν Ιακύνθη, το διαβάζω στα χείλη του μπαμπά μου».’
«Κι η μητέρα σου»;
Έχει πάει στον Ήλιο… για να τον προσέχει μου λέει ο μπαμπάς μου, γιατί είναι πολύ σημαντικός και έχει ανάγκη από φροντίδα».
«Ιακύνθη, εσύ πως λες να ονομάσουμε τη χώρα μας»;
«Να βρούμε ένα όνομα που να αρέσει σε όλους… να την πούμε Ηλιοχώρα».
«Ηλιοχώρα…»  μουρμούρισε ο Βσιλιάς.
«Ναι καλέ μου βασιλιά, «Ηλιοχώρα» και με έμβλημα τον ήλιο· τον ήλιο που είναι εκεί ψηλά για όλους μας· τον ήλιο που ζεσταίνει τα κορμιά μας και τις ψυχές μας. Ακόμα και αν είσαι τυφλός τον νοιώθεις να σε ζεσταίνει· ακόμα και αν είσαι κουφός ή άλαλος, εκείνος είναι εκεί·  παιδί ή μεγάλος, νέος ή γέρος, ανάπηρος ή υγιής… ο ήλιος λάμπει για όλα τα πλάσματα, η θερμή του αγκαλιά αγκαλιάζει ότι έχει καρδιά που χτυπά».’
Ο Βασιλιάς ξέσπασε σε κλάματα. Δίπλα του ο Αφοσιωμένος,  δακρυσμένος και αυτός έκανε νόημα στον πατέρα της μικρής να μην πλησιάσει άλλο — δεν ήθελε να δει τον τεράστιο Βασιλιά τους να κλαίει.
Ο Γλυκός σκούπισε τα δάκρυα του και ανακοίνωσε με μεγαλοπρέπεια στο πλήθος:
«Από σήμερα η χώρα μας θα ονομάζεται, «Το βασίλειο  της Ηλιοχώρας» και θα έχει έμβλημά της τον ήλιο. Οι κάτοικοί του θα ονομάζονται, «Ήλιοι», και τα χρώματα μας θα είναι το λευκό και το ασημί».
Δεν είπε τίποτε άλλο…οι Ηλιοχωρίτες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και επευφημίες…
«Ζήτω ο ήλιος…ζήτω ο βασιλιάς Γλυκός…» Ο Γλυκός φανερά συγκινημένος ανέβηκε μαζί με τον Αφοσιωμένο στην άμαξα, που άρχισε να καλπάζει στον δρόμο της επιστροφής προς το βασιλικό κάστρο, ενώ οι δύο άντρες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά! Αυτό το μικρό κοριτσάκι είχε κάνει κάτι στην ψυχή τους.
«Βασιλιά μου είμαι υπερήφανος που είμαι δίπλα σου».
«Αδερφέ μου Αφοσιωμένε,  είμαι υπερήφανος που είσαι φίλος μου», είπαν και έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Η άμαξα έφτασε στο κάστρο. Ο βασιλιάς έτρεξε στο βασιλικό δωμάτιο, όπου τον περίμενε η Πηγή και ο Ευγένιος. Η Πηγη άνοιξε την αγκαλιά της και ο μικρός του γιος έτρεξε επάνω του με φόρα, σαν να ήθελε να καβαλήσει ένα ψηλό άλογο.
«Ήρθες επιτέλους αγαπημένε μου», του είπε, και εκείνος την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και, για πρώτη φορά,  άκουσε και την ψυχή της να του λέει τρυφερά: «Ανησύχησα τόσες ώρες, χοντρούλη μου».
«Πατέρα, πού χάθηκες όλη μέρα, πάμε να φάμε». Ο Βασιλιάς κοίταξε και τον γιό του βαθιά στα μάτια κι άκουσε για πρώτη φορά και τη δική του ψυχή να του λέει, «μπαμπάκα μου, μου έλειψες».
Ο Γλυκός αγκάλιασε με όλη τη δύναμη της ψυχής του την οικογένεια του, ενώ τα δάκρυά του, κυλούσαν σαν ποτάμι στα μάγουλά του, και είπε στη γυναίκα του και στο γιο του:
«Αγαπημένοι μου, ξέρετε κάτι; Από απόψε το βράδυ,  θα τρώω μόνο φρούτα. Καιρός να χάσω κάνα κιλό…χα χα χα…».
Γέλασε δυνατά και μαζί του γέλασε όλη η χώρα του. Η τεράστια αγκαλιά του γέμισε με αγάπη…μια αγάπη που την μοίρασε όχι μόνο στην οικογένειά του, αλλά και σε όλο του το βασίλειο.
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς, ελπίζουμε, καλύτερα.

 

 

8 Σχόλια στο “«Δώσε όνομα εσύ σ΄ αυτό το παραμύθι»”

      ainafets
      12 Ιουλίου 14 στις 17:45

      Πολύ τρυφερό το Παραμύθι, μωρό μου! 😉

      Και επειδή αφήνει στο τέλος ένα γλυκό χαμόγελο, λέω να ονομαστεί, «Το χαμόγελο»!

      ΑΦιλάκια σε όλα τα μωρά και τα μωράκια! 🙂

      δημήτρης
      12 Ιουλίου 14 στις 18:27

      Πάρα πολύ όμορφο παραμύθι!!!
      Και έχει πλάκα που σαν τους κατοίκους της Ηλιοχώρας καλούμαστε να δώσουμε ένα όνομα στο παραμύθι. Για να μην το πω κι εγώ «ψωμί» και «κουλούρια» 🙂 θα το ονομάσω :

      Υακίνθη
      (Δεν μιλάς -αν και σε ακούω- κι εσύ ακούς όπως μιλάς, με την ψυχή σου!)
      μου άρεσε ιδιαίτερα αυτή η πρόταση…σαν χαικού μου φάνηκε!

      Φιλιά σε όλους (μωρά, μωράκια, μπαμπάδες και μαμάδες)!

      ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
      13 Ιουλίου 14 στις 0:37

      Ο φίλος μου ο Νίκος μου είπε να ρίξω μια ματιά αλλά τελικά νομίζω ότι πρέπει κάποιος να το διαβάσει πάρα, πάρα, πολλές φορές για να μπορέσει να καταλάβει αυτά που οι σύγχρονοι άνθρωποι έχουν διαγράψει από το μυαλό τους και την φαντασία τους.
      Διδάγματα θυμίζει μια παραβολή σαν αυτές του Ιησού, αλλά συνάμα βλέπω ένα λογοτεχνικό αριστοτέχνημα με πολλές συγκινητικές στιγμές, οπού μέσα από αυτές θα μπορούσες να βρεις την πραγματική αλήθεια στα προβλήματα και τις αδυναμίες της ζωής μας. Όλα είναι δοσμένα με μια πολύ όμορφη και αλληγορική πολλές φορές περιγραφή που πραγματικά σε εντυπωσιάζει.
      Ο τίτλος που θα ήθελα να δώσω εγώ είναι: ΟΙ ΑΫΛΕΣ ΑΧΤΙΔΕΣ

      amalia
      14 Ιουλίου 14 στις 18:55

      Πολύ ωραίο και πραγματικά με την ποιότητα που χαρακτηρίζει τα αληθινά παραμύθια που σε συγκινούν. Πολλοί τίτλοι μπορούν να δοθούν, αναμφισβήτητα. Ο πρώτος που σκέφτηκα ήταν «Υακίνθη» αλλά με πρόλαβε ο Δημήτρης οπότε σκέφτηκα λίγο ακόμη και προτείνω το «Ένα νησί βγαλμένο απο παραμύθι»
      Καλοτάξιδο.

      ΚΑΠΝΑ ΙΟΥΛΙΑ
      17 Ιουλίου 14 στις 7:47

      ΩΡΑΙΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ, ΑΠΛΟ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΑΠ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ,ΠΡΟΤΙΝΟ ΣΑΝ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΟΝΕΙΡΙΚΑ!!!!!!

      χρυσάνθη
      17 Ιουλίου 14 στις 12:12

      υπέροχα γλυκό, συγκινητικό, με στοχασμό παρθενικό….
      θα το ονόμαζα….. «ψυχομουρμουρίσματα»

Σχολιάστε