Οπτασία

Photo dad + back.2 

Πριν κάμποσες μέρες, ψάχνοντας σε μια ντουλάπα για μια βαλίτσα, έπεσα πάνω σε ένα δερμάτινο ντοσιέ  γραφείου,  του παππού μου του Νίκου – πατέρα του πατέρα μου- και μια μικρή σιδερένια ταμπέλα από την πόρτα του γραφείου του παππού μου. Μέσα σ’ αυτό το ντοσιέ, είχε κάποια ξεχασμένα πράγματά του από την Ελβετία, από τη Γενεύη, που βρισκόταν τότε – το 1918 – όλη η οικογένεια εκεί. Υπήρχαν:  μια φωτογραφία του πατέρα μου χωμένου σε μια κουφάλα δέντρου,   (αυτήν που έβαλα στην αρχή του post με αυτά που γράφει από πίσω),μια ακόμα φωτογραφία του παππού μου την ίδια μέρα που κρατάει αγκαλιά τον πατέρα μου στα τέσσερά του,  κι ένα παράξενο λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο από τον ίδιο. Το κείμενο το βρήκα παράξενο γιατί κάπως μου θύμιζε τον τρόπο που γράφω εγώ (!!!), ήταν μεταφυσικό, και γράφτηκε κάπως «προφητικά» το 1918, λίγους μήνες πριν πηδήξει ο παππούς από το μπαλκόνι και σκοτωθεί, εξαιτίας παραισθήσεων που του προξένησε ο υψηλός πυρετός που είχε πάθει από την Ισπανική γρίπη του 1918 που ήταν φοβερή επιδημία τότε και θέρισε κόσμο, καθώς δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα η ασπιρίνη. Έβαλα link πάνω στις λέξεις «Ισπανική γρίπη» , για όσους θέλουν να δουν τα εντυπωσιακά στοιχεία εκείνης της επιδημίας γρίπης σε όλη την Ευρώπη. Και μου άρεσε πολύ η ιδέα να ανεβάσω φωτογραφίες από όλα όσα σας είπα πιο πάνω, καθώς και το κείμενο που σας είπα. Αν σας κάνει κέφι δείτε τα.

Και πρώτα το ντοσσιέ>

Dossie

 

 

Η σιδερένια ταμπέλα τώρα. Το σωστό θα ήταν να λέει  «Ν.Κ. ΠΙΛΑΒΙΟΣ»  και όχι «Ν.Γ.ΠΙΛΑΒΙΟΣ». Το γιατί, όσοι δεν το έχετε διαβάσει, υπάρχει σε ένα παλιότερο post με τίτλο «Παραλίγο Γιώργος και Γεωργία», που είναι μεγαλούτσικο, αλλά έβαλα LINK για όποιον θέλει να πάει.
Ταμπέλα Ν.Γ.Π
Και να κι η φωτογραφία του παππού μου – του «παππουνίκου», που με λέει εμένα ο Αλέξανδρος  χα, χα, χα – με αγκαλιά τον πατέρα μου.

Παππούς Νίκος.Μπαμπάς 1918.B

Και τελειώνω με τη φωτογραφία του χειρόγραφου κείμενου του παππού μου και αμέσως μετά σας το έχω αντιγράψει κανονικά για να μπορεί όποιος θέλει να το διαβάσει. Αν δεν ξέρετε για τη «Μάχη του Βερντέν», πηγαίνετε ΕΔΩ.
Καλό βράδυ
Π.

ΟΠΤΑΣΙΑ.b

ΟΠΤΑΣΙΑ
Ο διαβάτης σταμάτησε… Πού βρισκόταν; Ούτε κι αυτός δεν ήξερε, μα ούτε ήθελε και να μαντέψει. Τι τον ένοιαζε άλλωστε; Άθελα τον είχαν φέρει τα βήματά του έως εκεί, κι ήρθε για να ξεχαστεί, να αναπνεύσει ελεύθερα μακριά απ’ την πολιτεία και τους ανθρώπους. Τι τον πείραζε πού βρισκόταν;… Όπου και να ‘ταν, αισθανόταν τον εαυτό του αλλόκοτα ευτυχισμένο κι αυτό του έφτανε.
Πέρα στο βουνό πρόβαλλε ο λαμπερός δίσκος της σελήνης κι η φύση φωτίστηκε ξαφνικά γύρω του, σαν ξαφνιασμένη  από την απότομη μεταβολή. Στην αρχή ζαλίστηκε κι αυτός λίγο και δεν μπόρεσε να κοιτάξει. Γρήγορα, όμως, συνήλθε  κι έστρεψε το βλέμμα του γύρω. Μια παράξενη περιέργεια είχε αντικαταστήσει τώρα την πρότερη ξενοιασιά του. Ήθελε να δει… να μάθει…  Και κοίταξε… βύθισε αχόρταγα, άπληστα τα μάτια του στα βουνά, στις πεδιάδες, στον ουρανό ακόμα,  παντού… παντού όπου θα μπορούσε να δει, να καταλάβει… Μι’ ανατριχίλα τον συγκλόνισε και αισθάνθηκε τα χέρια του να τρέμουν παγωμένα. Τίναξε δυνατά το κεφάλι του γιατί του φάνηκε πως ονειρευόταν  και ξανακοίταξε λίγο φοβισμένα, αλλά πιο σταθερά, πιο ψύχραιμα τώρα…  Όχι, δεν είχε γελαστεί, δεν είχε ονειρευτεί, το προαίσθημα που βάραινε την ψυχή του εκείνο το βράδυ το αισθάνθηκε τώρα σαν ν’ αλαφρώνει που το ‘βλεπε να γίνεται πραγματικό. Τέτοια είναι πολλές φορές  η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου .
Γύρω του, πέρα μακριά, στις κοιλάδες , στην πεδιάδα, στα βουνά, όπου μπορούσε να φτάσει η ματιά του, έβλεπε σταυρούς, μικρούς ξύλινους σταυρούς, ν’ απλώνονται ατέλειωτα, πένθιμα, χαμένοι στα βάθη του ορίζοντα… Ναι… τώρα θυμόταν… τώρα καταλάβαινε… Βρισκόταν στην κοιλάδα του Βερντέν, στην κοιλάδα που χρησίμευε για νεκροταφείο σε εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα που σκοτώθηκαν στη μεγάλη μάχη…  Και ξαφνικά ένας ανείπωτος φόβος τον κατέλαβε… Αισθάνθηκε το κεφάλι του να βουίζει και του φάνηκε πως πάγωνε ολόκληρος. Όμως δε σάλεψε, δε μπόρεσε να σαλέψει. Μία αλλόκοτη δύναμη τον κράταγε εκεί καρφωμένο, ακίνητο…
Από κάθε σταυρό, από κάθε μνήμα, φαινόταν τώρα να βγαίνει κι ένα πρόσωπο, ένα παραμορφωμένο πρόσωπο, όπου κάθε ζωή  είχε σβήσει πια για πάντα. Κι έβλεπε τώρα, εκατομμύρια, δισεκατομμύρια τέτοια φαντάσματα που πρόβαλλαν από παντού, από κάθε κομμάτι γης.

 

 

Σχολιάστε