«Το τραγούδι του Αγαπημένου μου»

Από χθες ψάχνω να βρω ένα παλιό βίντεο με κάτι αποκρηάτικο αλλά δεν το βρίσκω με τίποτα. Έτσι ήρθε η ώρα όπως φαίνεται να ανεβάσω κάτι που το γυροφέρνω εδώ και καιρό, αλλά δεν το αποφασίζω. Είναι ένα post που το έχω ετοιμάσει εδώ και καιρό με ένα τραγούδι του Γιώργου Στεφανάκη πάνω σε ένα από τα ποιήματα του Κρισναμούρτι που είχε γράψει στα νιάτα του, ανάμεσα στα 28 του και στα 36 του, κάτι που δεν το ξανάκανε ποτέ μετά. Τα ποιήματα αυτά τα έχω μεταφράσει το 2001 και κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σε βιβλίο με τίτλο, «ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ». Το ποίημα έχει τίτλο, «Το τραγούδι του Αγαπημένου μου» και με τη λέξη «Αγαπημένος μου» ο Κρισναμούρτι εννοεί  κάτι το θείο που δεν έχει όνομα, αρχή και τέλος, και όχι κάποια συγκεκριμένη θεότητα βέβαια, όπως ο ίδιος έχει πει.  Η μουσική είναι του ΓιώργουΣτεφανάκη, που έχει κάνει και κάποιες αλλαγές στους στίχους και στον τίτλο, και τραγουδάει ο ίδιος, μαζί με την Χρύσα Στεφανάκη. Για όσους θέλουν, βάζω εδώ και στίχους.
Σας φιλώ.
Π. 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΟΥ
Ω, ακούστε με!
Για σάς θα τραγουδήσω
του Αγαπημένου μου το τραγούδι.

Εκεί όπου το απαλό πράσινο χρώμα
της πλαγιάς του γαλήνιου βουνού
συναντά το αστραφτερό γαλάζιο
των νερών της φουρτουνιασμένης θάλασσας,
εκεί όπου το αφρισμένο το ρυάκι φωνάζει από χαρά,
εκεί όπου οι ακίνητες λίμνες καθρεφτίζουν
των ουρανών την ησυχία,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Στο λαγκάδι που κρέμεται από πάνω του
ένα σύννεφο μοναχικό
κι αναζητάει κάποιο βουνό
για ν’ ακουμπήσει και να ξαποστάσει,
στον καπνό που σκαρφαλώνει ολόισιος προς τον ουρανό,
στην καλύβα με φόντο τον ήλιο πίσω της
να βασιλεύει αργά,
στο λεπτό φωτοστέφανο των σύννεφων
που χάνονται σαν αστραπή,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Ανάμεσα στις κορφές των πανύψηλων κυπαρισσιών που στήνουνε χορό,
ανάμεσα στα αιωνόβια ανεμοδαρμένα δέντρα,
ανάμεσα στους φοβισμένους θάμνους που δεν ξεκολλάνε από τη γη,
ανάμεσα στ’ αναρριχητικά φυτά
που κρέμονται τεμπέλικα στους τοίχους,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Μέσα στα φρεσκοργωμένα τα χωράφια
όπου τρώνε φασαριόζικα πουλιά,
πάνω στο σκιερό το μονοπάτι που παρέα τρέχει
με το γεμάτο, το γαλήνιο ποτάμι,
δίπλα στης θάλασσας τις ακτές
όπου σκάν’ τα κύματα με ορμή,
ανάμεσα στις λεύκες τις ψηλόλιγνες
που παίζουν με τον άνεμο χωρίς σταματημό,
μέσα στο δέντρο που τ’ άφησε νεκρό
το περασμένο καλοκαίρι κάποιος κεραυνός,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Μέσα στ’ ακίνητα, τα γαλάζια ουράνια,
εκεί όπου το στερέωμα συναντά τη γη
μαζί με το λαχανιασμένο αγέρι,
στο πρωινό το φορτωμένο μ’ ευωδιές,
ανάμεσα στις πλούσιες σκιές κάποιου καυτού μεσημεριού,
ανάμεσα στις μακριές σκιές του σούρουπου που πέφτει,
ανάμεσα στα όλο χαρά και λάμψη σύννεφα
την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει,
στο φωτεινό το μονοπάτι που χαράζεται
πάνω στα νερά καθώς η μέρα σβήνει,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Μέσα στις σκιές των αστεριών,
μέσα στης σκοτεινής της νύχτας την ηρεμία τη βαθιά,
μέσα στο καθρέφτισμα του φεγγαριού
πάνω στ’ ακίνητα νερά,
μέσα στη μεγάλη τη σιωπή που απλώνεται
πριν από την αυγή,
ανάμεσα στους ψιθύρους των φρεσκοξυπνημένων δέντρων,
μέσα στων πουλιών το πρωινό κελάηδημα,
ανάμεσα στις σκιές καθώς πρωτοξυπνάνε,
ανάμεσα στων μακρινών βουνών
τις ηλιοφωτισμένες τις κορφές,
πάνω στο νυσταγμένο ακόμα πρόσωπο της γης,
εκεί τον Αγαπημένο μου θα συναντήσεις.
Αχ, νερά, το χορό σας σταματήστε
κι αφουγκραστείτε του Αγαπημένου μου τη φωνή.
Μπορείς να Τον ακούσεις
στο χαρούμενο το γέλιο των παιδιών.
Ο ίδιος ο ήχος της μουσικής
είναι η δική Του η φωνή.
Η ξαφνική κραυγή ενός μοναχικού πουλιού
φέρνει δάκρυα συγκίνησης στην καρδιά,
γιατί είναι που ακούγεται Εκείνου η φωνή.
Το μουγκρητό της αιωνόβιας θάλασσας
αναμνήσεις που έχουν αποκοιμηθεί ξυπνά
γιατί είναι το νανούρισμα της δικής Του της φωνής.
Το αεράκι τ’ απαλό,
που τεμπέλικα σαλεύει στων δέντρων τις κορφές,
σου φέρνει τον ήχο της δικής Του της φωνής.
Ο κρότος του κεραυνού
που πέφτει ανάμεσα σε δυο βουνά
γεμίζει την ψυχή σου
με της δικής Του της φωνής
τη δύναμη.
Μέσα στης τεράστιας πόλης το βουητό,
με το διαπεραστικό το μούγκρισμα
κάποιου γρήγορου αυτοκινήτου,
με τους ήχους των κραδασμών μιας μηχανής
που ακούγεται μακριά,
με της νύχτας τις φωνές,
με της θλίψης την κραυγή,
με της χαράς τα ουρλιαχτά,
με την ασχήμια του θυμού,
έρχεται του Αγαπημένου μου η φωνή.
Στα μακρινά τα γαλάζια τα νησιά,
στην απαλή δροσοσταλίδα,
στο κύμα που σκάει με ορμή,
στο λαμπύρισμα των νερών,
στου πουλιού που πετάει το φτερό,
στο τρυφερό της άνοιξης το φύλλο,
του Αγαπημένου μου το πρόσωπο μπορείς να δεις.
Μέσα στους ιερούς ναούς,
μέσα στα κέντρα του γλεντιού,
πάνω στου ερημίτη το άγιο πρόσωπο,
στο τραύλισμα του αλκοολικού,
μαζί με την πόρνη,
μαζί με την αγνή παρθένα,
τον Αγαπημένο μου μπορείς να δεις.
Στ’ ανθισμένα τα λιβάδια,
στις βρομερές και άθλιες πολιτείες,
μαζί με τον αγνό, μαζί με τον ανίερο,
στο λουλούδι που κρύβει μέσα του ιερότητα,
ο Πολυαγαπημένος μου είναι εκεί.
Αχ! Η θάλασσα έχει πλημμυρίσει
την καρδιά μου.
Μέσα σε μια μέρα
ζω χιλιάδες καλοκαίρια.
Ω, φίλε,
στο πρόσωπο σου βλέπω το δικό μου,
το πρόσωπο του Πολυαγαπημένου μου.

Αυτό ήταν το τραγούδι της αγάπης μου.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/To_Tragoudi_tis_agapis_mou.mp3]

5 Σχόλια στο “«Το τραγούδι του Αγαπημένου μου»”

      να-τασσσάκι
      24 Φεβρουαρίου 12 στις 18:27

      Μ’ αρέσουν πολύ τα ποιήματα του Κ· τόσο, που δεν έχω να σχολιάσω τίποτα…
      🙂

      Σμουτς, καλό τριήμερο!

      δημητρης
      25 Φεβρουαρίου 12 στις 13:58

      Ξεκίνησα να γράψω ένα σχόλιο…κι έκανα ολόκληρο ταξίδι…

      Από το παραδοσιακό μας τραγούδι του Αμάραντου
      (Για δέστε τον Αμάραντο σε τι βουνά φυτρώνει
      Φυτρώνει μες τα δύσβατα στις πέτρες στα λιθάρια.
      Ποτέ του δεν ποτίζεται και δεν κορφολογιέται
      Τον τρων τα ελάφια και ψοφούν τ΄ αγρίμια κι ημερεύουν.)

      Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο
      (και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
      όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος)

      Και κατέληξα στον Αγαπημένο Κρισναμούρτι διαβάζοντας το «Μονοπάτι» που βρίσκεται στο βιβλίο «Παραβολές και ποιήματα»
      «Το Μονοπάτι μου,που μ΄ έχει οδηγήσει μέσα από άγριες και βαρυφορτωμένες με καταιγίδες χώρες,στέκει στο πλάι μου.Με μάτια που τρέχουν δάκρυα κοιτάζω αυτούς τους αποκαμωμένους και με θλιμμένα μάτια ταξιδιώτες.Αγαπημένοι μου,η καρδιά μου κομματιάζεται από το σκληρό θέαμα,γιατί δεν μπορώ να κατέβω και να τους δώσω το θείο νερό που θα σβήσει τη δυνατή δίψα τους.Γιατί πρέπει να βρουν την αιώνια πηγή μόνοι τους.Αλλά,ω, εσείς ελεήμονες Θεοί,ας μπορέσω τουλάχιστον να κάνω το μονοπάτι τους πιο στρωτό και να ελαφρύνω τον πόνο και τη θλίψη που έχουν δημιουργήσει για τους εαυτούς τους,μέσα από την άγνοια και την αξιολύπητη απερισκεψία τους!»

Σχολιάστε