«Τα ξύλινα παπούτσια της μικρής γιαπωνέζας»

Πριν μερικούς μήνες έγραψα ένα κείμενο, κάτι σαν παραμύθι, για μια φίλη μου που είχε αρρωστήσει και ήθελα να της πω όσα σκεφτόμουν σαν παραμύθι, γιατί ήξερα ότι έτσι θα τα καταλάβαινε καλύτερα. Δεν θα σκεφτόμουν να το βάλω εδώ, αν δεν ένοιωθα ότι, λίγο πολύ, έχουμε μια κοινή γλώσσα μεταξύ μας και δεν είχα αρχίσει να ανακαλύπτω στα blog κάποιων από σας – που μόλις τελευταία κατάλαβα πώς μπορώ να πηγαίνω – μερικές σκέψεις που ταιριάζουν με αυτές που υπάρχουν πίσω από το «παραμύθι» που θα διαβάσετε. Η «κυρία Παραμυθά» που της είπα ότι θα το κάνω, μου είπε ότι δεν θα έπρεπε γιατί έτσι το «παραχοντραίνω» το πράμα, και ότι αυτό το blog θα έπρεπε να είναι για πιο γλυκά και τρυφερά πράγματα. Διαφωνώ. Σας βεβαιώνω ότι έχω τα πιο γλυκά, τρυφερά, και συμπονετικά αισθήματα για την «μικρή γιαπωνέζα μου. Και σας παρακαλώ πολύ μωρά μου, αν ξέρετε κι εσείς καμιά «γιαπωνέζα» σαν κι αυτή που λέει το παραμύθι μου, δώστε της το να το διαβάσει.
Σας φιλώ πολύ.

Π.

Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, που από πολύ μικρό του είχαν βάλει εκείνα τα ξύλινα παπούτσια, που βάζουν πάντα στην Ιαπωνία στα κορίτσια όλων των καλών και καθώς πρέπει οικογενειών, ώστε να μένουν τα πόδια τους μικρά και – αργότερα, όταν μεγαλώσουν – αν απατήσουνε τον άντρα τους να μην μπορούν να τρέξουν, όταν αυτός τις κυνηγάει για να τις δείρει ή και να τις σκοτώσει.
Αλλά και από μικρό κορίτσι που ήταν και αργότερα όταν έγινε έφηβη, πάλι «χρησίμευαν» τα ξύλινα παπούτσια που κρατούσαν τα πόδια σαν μέσα σε κλουβί, γιατί αυτό το κοριτσάκι ήταν πολύ άτακτο και συχνά έπρεπε να τρώει ξύλο για να μάθει να είναι – αργότερα, όταν μεγαλώσει – καθώς πρέπει, υποταγμένο και υπάκουο και πάνω απ’ όλα «καθώς πρέπει».

Έτσι, φυτεύτηκε από πολύ μικρή μέσα της ο φόβος και η υποταγή. Ο φόβος της τιμωρίας («μην το μάθει ο πατέρας σου», «καλύτερα να μην δει η μάνα σου τι έκανες» κ.λπ.)· ο φόβος να μην την αγαπούν («όταν δεν είσαι καλό παιδί δεν σ’ αγαπάω»)· ο φόβος μην μείνει μόνη, ο φόβος της απόρριψης και ένα σωρό άλλοι φόβοι που -σαν κλουβί- την κρατούσαν φυλακισμένη μέσα τους, όπως τα ξύλινα παπούτσια τής κρατούσαν φυλακισμένα τα πόδια της.
Έλα, όμως, που το κοριτσάκι τρελαινόταν για αταξίες! Τίποτα δεν μπορούσε να την κάνει να τις σταματήσει εντελώς, να νεκρώσει μέσα της αυτή τη ζωντανή και όλο υγεία ορμητική διάθεση των παιδιών για αταξίες! Κι όπως ήταν και πολύ ξύπνια από μικρή, βρήκε τον τρόπο να τις κάνει κρυφά, χωρίς να την παίρνουνε σχεδόν ποτέ χαμπάρι. Κι έτσι άρχισε να ζει μία δεύτερη κρυφή ζωή μέσα της, που την βοήθαγε να αντέχει την άλλη, τόσο που μερικές φορές η άλλη ήταν σαν να μην υπάρχει.
Η πιο μεγάλη της «αταξία» ήταν εκείνη που άρχισε τη μέρα που έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της κι άρχισε να χαϊδεύεται μέχρι που ένα απίστευτο κύμα ευχαρίστησης πλημμύρισε ολόκληρο το σώμα της! Παρ’ όλο που κανένας δεν της το είχε πει ήξερε, σαν από ένστικτο, ότι για τη μάνα της και τον πατέρα της, αυτή ήταν η μεγαλύτερη αταξία που θα μπορούσε να κάνει ποτέ. Μάλιστα, η διαίσθησή της τής είπε ότι τα «ξύλινα παπούτσια» που της φορούσαν είχαν σχέση με αυτή την ευχαρίστηση. Ναι, σίγουρα, αυτή η ευχαρίστηση ήταν η μεγαλύτερη «αταξία» που μπορούσε να κάνει, αλλά ήταν και αυτό που την έκανε να νοιώθει μια τρομερή ελευθερία, μια ελευθερία που δεν υπήρχε στην υπόλοιπη – βαλμένη σε «ξύλινα παπούτσια» – μίζερη ζωή της. Κι άρχισε να το κάνει όποτε μπορούσε.
Όταν, μετά από κάποια χρόνια, η μάνα της υπέθεσε ότι η κόρη της έφτασε σε ηλικία που θα έπρεπε να έχει αρχίσει να αναρωτιέται γι’ αυτή «την ευχαρίστηση», φρόντισε με τον τρόπο της να φτιάξει άλλο ένα «κλουβί» για τα κοριτσάκι: την έκανε να νοιώσει ότι η ευχαρίστηση αυτή ήταν η μεγαλύτερη αμαρτία που μπορούσε να κάνει μια γυναίκα, ότι ήταν κάτι φοβερό και ανήθικο, κάτι που «δεν αρμόζει στα καλά κορίτσια», κάτι που το κάνεις μόνο όταν αγαπάς, κάτι που είναι μόνο για παντρεμένες, κάτι που δεν είναι για «καθώς πρέπει κοπέλλες». Το ίδιο, αλλά με τον δικό του τρόπο του, της το φύτεψε μέσα της και ο πατέρας της.
Έτσι συνέχισε και στην εφηβεία της αυτή η ευχαρίστηση να είναι η μεγαλύτερη αταξία της, που όμως έγινε σιγά σιγά και η πρώτη και βαθύτερη ενοχή της που – αργότερα, όταν μεγάλωσε – την έκανε να μην τολμά από ενοχή και φόβο τιμωρίας, να αντλήσει αυτή την ευχαρίστηση από μία κανονική ερωτική σχέση, και να συνεχίζει κρυφά να την προσφέρει μόνη της στο σώμα της, μέχρι που το σταμάτησε κι αυτό!
Ένας άλλος τρόπος που ανακάλυψε από μικρή ότι της έδινε ευχαρίστηση, καθώς της δημιουργούσε μία αίσθηση ελευθερίας, ήταν να «παίζει θέατρο». Έστησε μέσα της ένα θέατρο εικοσιτετράωρης λειτουργίας, όπου έπαιζε ασταμάτητα ένα έργο στο οποίο αυτή η ίδια ήταν η ηρωίδα – συνήθως κάποια που γινόταν θυσία για τους άλλους. Αυτό της άρεσε τόσο πολύ που όταν κάποτε ρίζωσε για τα καλά μέσα της, δηλαδή όταν της έγινε συνήθεια, ξεκίνησε δειλά δειλά στην αρχή και ακράτητα μετά, να το βγάζει προς τα έξω, και πια η μέσα «παράσταση» και η έξω έγιναν ένα, έτσι που κι ίδια κάποτε άρχισε να μην μπορεί μερικές φορές να ξεχωρίσει τι ήταν αλήθεια και τι θέατρο.
Κι έτσι, το κοριτσάκι μεγαλώνοντας ήταν κάπως σαν ανάπηρο. Τόσα χρόνια τα πόδια του μέσα στα ξύλινα παπούτσια έμειναν μικρά, αδύναμα, άτολμα, φοβισμένα, ανασφαλή, αβέβαια, καχύποπτα, λυπημένα – σαν πουλιά που είναι χρόνια σε κλουβί. Κι έτσι, μεγάλη γυναίκα πια, δεν μπορούσε να τρέξει ελεύθερα «γράφοντας όλους στα παλιά της τα παπούτσια» γιατί, βλέπετε, τα ξύλινα παπούτσια δεν παλιώνουν ποτέ!
Συνέχισε την κρυφή της ζωή, συνέχισε το θέατρο που το είχε κάνει πια επιστήμη έτσι που και η ίδια δεν μπορούσε να δει τι γίνεται στ’ αλήθεια και κορόιδευε τον ίδιο της τον εαυτό, θεωρώντας ότι είναι μία ηρωίδα που θυσιάζεται για τους άλλους – για τη μάνα της, για τον πατέρα της, για τον άντρα της… Και η «μεγάλη ευχαρίστηση», η «μεγάλη ελευθερία» που είχε νοιώσει από μικρή, γινόταν όλο και πιο σπάνια, και πάντως την κρατούσε πάντα ενοχικά μοναχική, καθώς φοβόταν να την αφήσει να εκραγεί φανερά και μαζί με κάποιον άλλον, με τον άντρα της ή…
Ώσπου μια μέρα η μικρή Γιαπωνέζα, ανακάλυψε ότι … δεν είναι γιαπωνέζα. Ήταν όλα ένα ψέμα. Ανακάλυψε ότι γεννήθηκε στην Ελλάδα, ότι ζει και δουλεύει στην Αθήνα, ότι έστησε γύρω της ένα κλουβί σχέσεων τέτοιων – στο σπίτι, στη δουλειά, στα ερωτικά, στο γάμο, στην αναζήτηση της αλήθειας – που να μην την αφήνουν να δει την αλήθεια. Και είδε ακόμα ότι η αλήθεια ήταν ότι είναι βαθιά δυστυχισμένη και ότι – τι περίεργο – γύρω της υπήρχαν χιλιάδες «μικρές γιαπωνέζες με ξύλινα παπούτσια» που δεν τις έβλεπε πριν.
Όλα τα είδε μέσα σε μια στιγμή, όσο κρατάει μια φλασιά της φωτογραφικής μηχανής. Και τότε θύμωσε. Θύμωσε γι’ αυτό που της είχαν κάνει. Θύμωσε με τον εαυτό της που το δέχτηκε. Θύμωσε γιατί κατάλαβε πως ό,τι μας συμβαίνει εμείς οι ίδιοι το έχουμε προκαλέσει ή απλώς επιτρέψει. Κι όταν της πέρασε ο θυμός, ανακάλυψε ότι είχαν εξαφανιστεί τα «ξύλινα παπούτσια»!
Στην αρχή τρόμαξε πολύ! Θα μπορούσε άραγε χωρίς αυτά «να σταθεί στα πόδια της»; Κάτι μέσα της φοβότανε πως όχι, αλλά και κάτι της έλεγε ότι μπορεί. Κι άρχισε να περπατάει δειλά δειλά μόνη της…
Κι έτσι τώρα πια, άλλοτε παραπατάει, άλλοτε πέφτει, άλλοτε απογοητεύεται, άλλοτε χρησιμοποιεί όλα τα παλιά της κόλπα, αλλά όλο και πιο πολύ ξεφοβάται, όλο και πιο πολύ φέρνει την κρυφή της ζωή στο φως, και γίνεται έντιμη – δηλαδή: αυτό που σκέφτεται, αυτό λέει, κι αυτό κάνει. Ξέρει πια πως ό,τι και να κάνει, τα «ξύλινα παπούτσια» τα έχει πετάξει για πάντα – και πάντως ξέρει ότι δεν είναι γιαπωνέζα.

***

12 Σχόλια στο “«Τα ξύλινα παπούτσια της μικρής γιαπωνέζας»”

      jim_hellas
      25 Μαρτίου 07 στις 0:51

      Πολύ ωραίο κείμενο και δυστυχώς με μεγάλες αλήθειες. Μήπως όμως όλοι μας δεν φοράμε ξύλινα παπούτσια από γεννησιμιού μας; Η αμαρτία, οι ενοχές, η καταπίεση, η πίεση της κοινωνίας για τα σωστά και τα λάθος, οι ψεύτικες σχέσεις για να δικαιολογήσουμε τις στιγμές ζωής που έχουμε κερδίσει…

      Αχ και βαχ…

      Καληνύχτα…

      Μακάρι η ζωή να ήταν τόσο γλυκιά όσο τα παραμύθια σας και όχι τόσο αληθινή όσο τα κείμενά σας… 🙁

      περιπετών
      25 Μαρτίου 07 στις 3:03

      Πολύ δυνατό το κειμενό σου Παραμυθά μου….ξέρεις πόσες ιαπωνεζούλες και ιαπωνεζούληδες βλέπω γύρω μου κάθε μέρα όλη μέρα; Μερικές φορές ακόμη και στον καθρέφτη παρουσιάζεται ένας ιαπωνέζος με ξύλινα παπούτσια αλλά πάντα προσπαθώ να τον αποδιώχνω.

      Είναι φοβερό το πόσο βαθιά μας έχουν εμποτίσει το σώμα και την ψυχή μας με ενοχές και φοβίες, με ανασφάλειες και στερεότυπα. Ακόμη και όσοι νομίζουμε πως είμαστε πλήρως συνειδητοποιημένοι και έχουμε βρεί όλα αυτά τα δηλητήρια μέσα μας, βρίσκουμε τους εαυτούς μας να ξεστρατίζουμε και να επιστρέφουμε στα μονοπάτια αυτά.

      Ο χειρότερος σύμβουλος είναι ο φόβος….και των γονέων και των παιδιών. Να είστε ειλικρινείς με τα παιδιά σας, να τους λέτε την αλήθεια. Μην φοβάστε, το μόνο πράγμα που δεν τους δημιουργει τραύματα είναι αυτή. Ο,τιδήποτε άλλο ίσως τα «προστατεύσει» σήμερα αλλά είναι περισσότερο από βέβαιο πως αύριο θα τα πληγώσει και θα δέση τα ξύλινα παπούτσια ακόμη πιο σφιχτά στα πόδια τους.

      Wanderer
      25 Μαρτίου 07 στις 4:12

      Κι αν προσπαθήσεις να αποτινάξεις τα ξύλινα παπούτσια, θα βρεθεί κάποιος που θα σου βάλει τρικλοποδιά…
      Το μεγαλύτερο κρίμα είναι αυτός ο κάποιος να είναι κάποιος πολύ αγαπημένος σου….
      Τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα…εφιαλτικά…και χρειάζεται μεγάλη δύναμη για να μπορέσεις να τα αντιμετωπίσεις…Αν ποτέ μπορέσεις…

      περιπετών
      25 Μαρτίου 07 στις 6:05

      Δυνάμωσις
      Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώση
      να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή.
      Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
      αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
      και νόμους κ’ έθιμα κι’ απ’ την παραδεγμένη
      και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
      Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
      Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
      το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθή.
      Έτσι θ’ αναπτυχθή ενάρετα στην γνώσι.

      Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

      natasaki
      25 Απριλίου 07 στις 20:15

      Αγαπημένε μου παππού-Παραμυθά,
      Σήμερα, που κλείνω τα 36, βρήκα επιτέλους το θάρρος να γράψω σχόλιο στη γιαπωνεζούλα….Ναι, κι εγώ ζούσα,από παιδί κλεισμένη σε «γυάλινους τοίχους»,φορώντας βαριά ξύλινα παπούτσια. Το καλό είναι πως βρήκα τον τρόπο να πετάξω τα παπούτσια και να σπάσω το γυάλινο τοίχος μου,και σ’ αυτό βοήθησε πολύ ο άντρας μου και ένα-δύο καλοί φίλοι.Θέλω όμως να σ’ ευχαριστήσω γιατί με βοήθησες με τα κείμενα και τα λόγια σου, να καταλάβω,να μην ξεχάσω αλλά να κατανοήσω αυτούς που με έβαλαν εκεί, και να ξεφύγω από τον κύκλο που είχα μπει.Και να μην παγιδεύω τα συναισθήματά μου, αλλά να τα δείχνω.Και βρήκα, επιτέλους,το θάρρος να το πω χωρίς να φοβάμαι, κι αυτό με ξαλάφρωσε.
      Να ξαναπώ ευχαριστώ; Δεν φτάνει…….Αυτή η δημόσια εξομολόγηση είναι το δώρο μου στον εαυτό μου για σήμερα……….
      Καλό βράδυ, παππού Παραμυθά!
      Σ’ αγαπάω πολύ.

      Χρήστος
      28 Μαΐου 07 στις 20:54

      Τη φρίκη που κρύβεται στις σχέσεις σεξουαλικής (και γενικότερης) «προστατευτικότητας» μέσα στην οικογένεια ανατέμετε σοφά, κύριε Παραμυθά.

      Ποπό, μου θυμίζετε κάτι εξαιρετικά, ζενικώς ανελέητα ψυχολογικά χειρουργεία που υπέστησαν κάτι φίλοι από κάποιον μοναχό Ακάκιο ή από τον Σκοτ Πεκ και άλλους ανάλογους τρελούς ανατόμους της ψυχής.

      Τι κρίμα που τόσο εγώ όσο και πολλοί άλλοι (και, κυρίως, άλλες), όταν παρακολουθούμε αυτά τα χειρουργεία, είμαστε πανέτοιμοι ν’ αναγνωρίσουμε (με «φιλάνθρωπη κατανόηση», βεβαίως βεβαίως) τα προβλήματα των άλλων…
      …αλλά…
      …όταν έρχεται η στιγμή να κάνουμε τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με τη δική μας κατάσταση, βγάζουμε κουτοπόνηρα τον εαυτό μας απέξω…

      Χρήστος
      28 Μαΐου 07 στις 21:04

      Υστερόγραφο:
      Τα παιδιά δεν είναι καθόλου «γλυκά και τρυφερά» ούτε τρομάζουν με ιστορίες σαν της μικρής γιαπωνεζούλας με τα ξύλινα παπούτσια.
      «Γλυκά και τρυφερά» είναι τα παιδιά μόνο στη φαντασία των μεγάλων, που μεγάλωσαν και, ως εκ τούτου, χάζεψαν!

      Τα παιδιά δεν θέλουν μόνο γλυκές καραμέλες.
      Θέλουν και αλατισμένες τηγανητές πατάτες!

      Χαρά
      6 Ιουνίου 07 στις 15:45

      Ανατριχιασα με τις αληθειες αυτης της ιστοριας……
      Παραμυθα μου, εισαι μεγαλη εμπνευση και μεγάλος δάσκαλος!!! Απο τα λιγα που προλαβα να διαβασω εδω… εχω ηδη νιωσει οτι εχω παρει πολλα…..
      Σ’ ευχαριστω.

      to mikro manini
      5 Δεκεμβρίου 07 στις 15:34

      το ανακάλυψα μόλις τώρα αυτό το παραμυθάκι…κάλλιο αργά παρά ποτέ…είναι εξαγνιστικό να σε συναντούν τυχαία τέτοιες σκέψεις . Σε σφάζουν με το βαμβάκι.
      Για μένα πάντως μόνο η απλή , έπιμονη αγάπη μπορεί να σε βοηθήσει να αφήσεις τα ξύλινα παπούτσια στην παπουτσοθήκη και να γυρνάς ξυπόλητος στα δροσερά πλακάκια το καλοκαίρι και ας γίνονται μαύρες οι πατούσες σου.
      ευχαριστώ.

Σχολιάστε