Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δείξετε τόσο ενδιαφέρον για το τραγούδι του φίλου μου Γιώργου Στεφανάκη πάνω στο ποίημα του Κρισναμούρτι. Έτσι, σκέφτηκα να σας βάλω και μια ιστορία του από το ίδιο βιβλίο, που έγραψε γύρω στα τριάντα του, που είναι και η ηλικία της φωτογραφίας του, εδώ. Αντιγράφοντας την ιστορία, θυμήθηκα και κάτι που είχε πει σε μια συζήτηση περί χορτοφαγίας και το πόσο εύκολα σκοτώνουν οι άνθρωποι για τροφή ή και απλώς για διασκέδαση. Κάποιος του είπε: «Όπως θα ξέρετε, έχουν ανακαλύψει ότι και τα μαρούλια όταν τα ξεριζώνουν αφήνουν μια κραυγή πόνου, που σημαίνει ότι κι αυτά τα σκοτώνει ο άνθρωπος. Οπότε…»
Κι ο Κρισναμούρτι του απάντησε: «Ξέρετε, κύριε, κανείς έχει διάκριση και κάπου τραβάει μια γραμμή, που σημαίνει μέχρι εδώ…»

Αυτά …
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Σας φιλώ.

Π.
Υ.Γ. Ξέρω, ξέρω, «να-τασσάκι», άλλο ποστ/σεντόνι είχα πει ότι θα βάλω, άλλο σου είπα χτες ότι θα βάλω κι άλλο έβαλα τελικά. Ε… κάπου κανείς τραβάει μια γραμμή και ξεχωρίζει τη συνέπεια από τη νεύρωση και τον ψυχαναγκασμό να είναι χωρίς όρια και πάντα συνεπής. Χα, χα, χα… Ελπίζω να μη σας μπέρδεψα…

k-bw4
Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η Ζωή γέμιζε την καρ­διά του χαρά. Αγαπούσε αληθινά και βαθιά τη Ζωή, οπότε αγαπούσε τα πάντα.
Ένοιωθε το ίδιο φίλος και για τον πιο απλό άνθρωπο και για τον πιο σπουδαίο. Άλλωστε και η Ζωή δεν είναι σαν το νερό που είναι εκεί για να ξεδιψάει και τον πιο σοφό και τον πιο ανόητο; Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν περιζήτητος για τη σοφή του κατανόηση και την αγάπη που έδινε απλόχερα γύρω του.
Μια μέρα, λοιπόν, που ο ουρανός ήτανε καταγάλανος κι ο ήλιος έκαιγε το χώμα, βγήκαν τα μυρμήγκια από τις υπόγειες φωλιές τους και περιπλανιόνταν στο πρόσωπο της γης, κοντά σε μια λίμνη, κι ήταν τόσα πολλά, που καθώς έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει, το μονοπάτι έμοιαζε σαν να κινείται αυτό!
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη Ζωή, με τη διαίσθηση που του χάριζε η σοφία του, είδε ότι σε κάποιον που κολυμπούσε εκείνη τη στιγμή στη χαμογελαστή, γαλάζια λίμνη σε λίγο κάτι θα συνέβαινε και θα πνιγόταν. Έτρεξε γρήγορα στο μονοπάτι, πατώντας αναγκαστικά πάνω σε μερικά μυρμήγκια, μπροστά στα απορημένα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, και πήδηξε στη λίμνη για να γλιτώσει τον κολυμβητή από το δυνατό στροβίλισμα των νερών, που άρχιζε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, και σε λίγο θα τον είχε ρουφήξει για πάντα στο βυθό. Ύστερα από μερικά λεπτά βγήκε έξω, άφησε τον άνθρωπο που παραλίγο να είχε πνιγεί στο χώμα κι απομακρύνθηκε γρήγορα χαμογελώντας.
Οι άνθρωποι που ήταν εκεί τον κοίταξαν με περιφρόνηση. Φαίνεται πως είχαν ενοχληθεί από αυτό που είδαν γιατί είπαν: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, να είναι σοφός και ν’ αγαπάει αληθινά τη Ζωή, όταν εξολοθρεύει έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα τόσα ζώα; Τι ανόητοι που είμαστε να πιστεύουμε ότι είναι σοφός και να περιμένουμε απ’ αυτόν αγάπη».
Κι εκείνος, από τότε, περιπλανιέται μόνος του στα βουνά, αγαπώντας πάντα το ίδιο τη ζωή.
Α.. πόσο λίγο αγαπάνε αληθινά οι άνθρωποι!…

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δείξετε τόσο ενδιαφέρον για το τραγούδι του φίλου μου Γιώργου Στεφανάκη πάνω στο ποίημα του Κρισναμούρτι. Έτσι, σκέφτηκα να σας βάλω και μια ιστορία του από το ίδιο βιβλίο, που έγραψε γύρω στα τριάντα του, που είναι και η ηλικία της φωτογραφίας του, εδώ. Αντιγράφοντας την ιστορία, θυμήθηκα και κάτι που είχε πει σε μια συζήτηση περί χορτοφαγίας και το πόσο εύκολα σκοτώνουν οι άνθρωποι για τροφή ή και απλώς για διασκέδαση. Κάποιος του είπε: «Όπως θα ξέρετε, έχουν ανακαλύψει ότι και τα μαρούλια όταν τα ξεριζώνουν αφήνουν μια κραυγή πόνου, που σημαίνει ότι κι αυτά τα σκοτώνει ο άνθρωπος. Οπότε…» Κι ο Κρισναμούρτι του απάντησε: «Ξέρετε, κύριε, κανείς έχει διάκριση και κάπου τραβάει μια γραμμή, που σημαίνει μέχρι εδώ…»

Αυτά …

Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.

Σας φιλώ.

Π.

Υ.Γ. Ξέρω, ξέρω, «να, τασσάκι», άλλο ποστ/σεντόνι είχα πει ότι θα βάλω, άλλο σου είπα χτες ότι θα βάλω κι άλλο έβαλα τελικά. Ε… κάπου κανείς τραβάει μια γραμμή και ξεχωρίζει τη συνέπεια από τη νεύρωση και τον ψυχαναγκασμό να είναι χωρίς όρια και πάντα συνεπής. Χα, χα, χα… Ελπίζω να μη σας μπέρδεψα… Διαβάστε την ιστορία.

Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η Ζωή γέμιζε την καρ­διά του χαρά. Αγαπούσε αληθινά και βαθιά τη Ζωή, οπότε αγαπούσε τα πάντα.

Ένοιωθε το ίδιο φίλος και για τον πιο απλό άνθρωπο και για τον πιο σπουδαίο. Άλλωστε και η Ζωή δεν είναι σαν το νερό που είναι εκεί για να ξεδιψάει και τον πιο σοφό και τον πιο ανόητο; Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν περιζήτητος για τη σοφή του κατανόηση και την αγάπη που έδινε απλόχερα γύρω του.

Μια μέρα, λοιπόν, που ο ουρανός ήτανε καταγάλανος κι ο ήλιος έκαιγε το χώμα, βγήκαν τα μυρμήγκια από τις υπόγειες φωλιές τους και περιπλανιόνταν στο πρόσωπο της γης, κοντά σε μια λίμνη, κι ήταν τόσα πολλά, που καθώς έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει, το μονοπάτι έμοιαζε σαν να κινείται αυτό!

Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη Ζωή, με τη διαίσθηση που του χάριζε η σοφία του, είδε ότι στον άνθρωπο που κολυμπούσε στη χαμογελαστή, γαλάζια λίμνη σε λίγο κάτι θα συνέβαινε και θα πνιγόταν. Έτρεξε γρήγορα στο μονοπάτι, πατώντας αναγκαστικά πάνω σε μερικά μυρμήγκια, μπροστά στα απορημένα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, χωρίς να έχουν «δει» αυτό που είχε «δει» εκείνος, και πήδηξε στη λίμνη για να γλιτώσει τον κολυμβητή από το δυνατό στροβίλισμα των νερών, που άρχιζε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, και σε λίγο θα τον είχε ρουφήξει για πάντα στο βυθό. Ύστερα από μερικά λεπτά βγήκε έξω, άφησε τον άνθρωπο που παραλίγο να είχε πνιγεί στο χώμα κι απομακρύνθηκε γρήγορα χαμογελώντας.

Οι άνθρωποι που ήταν εκεί τον κοίταξαν με περιφρόνηση. Φαίνεται πως είχαν ενοχληθεί από αυτό που είδαν γιατί είπαν: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, να είναι σοφός και ν’ αγαπάει αληθινά τη Ζωή, όταν εξολοθρεύει έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα τόσα ζώα; Τι ανόητοι που είμαστε να πιστεύουμε ότι είναι σοφός και να περιμένουμε απ’ αυτόν αγάπη».

Κι εκείνος, από τότε, περιπλανιέται μόνος του στα βουνά, λατρεύοντας πάντα το ίδιο τη ζωή.

Α.. πόσο λίγο αγαπάνε αληθινά οι άνθρωποι!

13 Σχόλια στο “Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή”

      να-τασσσάκι
      21 Νοεμβρίου 09 στις 19:33

      Κι εκεί στα βουνά, που περιπλανιέται, θα βρήκε (ίσως) κι άλλους Μόνους, που αγαπούσαν τη Ζωή -άρα τα πάντα. Και αφού τους «αναγνώρισε», συνέχισαν έτσι, να είναι μόνοι. Βλέπεις οι άνθρωποι που αγαπούν αληθινά, είναι (ακόμα;) λίγοι…

      υγ. 🙂 🙂 🙂
      (σου είπα εγώ ποτέ κουβέντα για ασυνέπεια, ε;;;)
      😉

      Φιλί

      marilia
      21 Νοεμβρίου 09 στις 20:52

      Αρνούμαι να διαβάσω το κείμενο. Μένω στο ότι το να-τασσσσσσσάκι ξέρει από πριν τι θα γίνει εδώ! Και γιατί, παρακαλώ; Τα τασσσσσσσσσσσσσάκια δεν απαγορεύονται;

      Ούτε φιλί, ούτε γλυκολογάκι, ούτε τίποτα. Μμ!
      εγώ, το κακιασμένο.

      dimitrisp
      21 Νοεμβρίου 09 στις 21:01

      …όταν ακούω τον Κ θυμάμαι ένα τραγούδι σε στίχους του Α.Αλκαίου! Το αφιερώνω με αληθινή αγάπη σε εσένα Π. μα και σε όλους τους φίλους που αγαπούν τη Ζωή…σ’αυτό το ανθεκτικό 1% των ανθρώπων…

      http://www.youtube.com/watch?v=XyoizPlslXQ

      Φιλιά!

      να-τασσσάκι
      21 Νοεμβρίου 09 στις 21:46

      Αχ βρε Δημήτρη!
      (έχω συναντήσει 2 φορές στη ζωή μου τον Κώστα Καράλη -την πρώτη ήταν τυχαία, έξω από τη δουλειά μου, όπου ήρθε να παρκάρει απελπισμένος για να πάρει το μετρό -τον αναγνωρίσαμε με τον αδερφό μου και ευτυχώς είχαμε χώρο :). Τη δεύτερη τον είδα εκεί που τραγουδούσε (όπου με θυμήθικε εκείνος) και το μόνο τραγούδι που του ζήτησα ήταν αυτό…)

      @ Μαριλία είσαι μια ζηλιάραααααααααααα (να μην πω και γκρινιάρα 😛 )!!!!

      (είμαι «βοηθός μάστορα, αφού! 😉 )

      roadartist
      21 Νοεμβρίου 09 στις 22:01

      Η κακία δημιουργείται από τους ανθρώπους και από τους ίδιους όμως καταργείται.
      Ένας άνθρωπος είναι ικανός να σε καταστρέψει π.χ. με τη ζήλια του και αληθινή κακία του, αλλά την ίδια στιγμή ένας άλλος άνθρωπος είναι ικανός να σε ανυψώσει στον ουρανό!
      Είναι φοβερό αυτό. Πως να μισήσεις τους ανθρώπους όταν την ίδια στιγμή που κάποιοι μπορεί να σε πληγώσουν και να σε απομονώσουν, κάποιος άλλος θα βρεθεί που θα σε κρατήσει και θα σε βοηθήσει να σταθείς;

      astarti
      21 Νοεμβρίου 09 στις 23:20

      … αυτό που κάνουμε (ή δεν κάνουμε), τούτο είμαστε…

      Είναι πάρα πολύ εύκολη η λύση να κατασκευάζουμε και να ακολουθούμε κανόνες. Αποποιούμαστε τον ευθυνών…
      Αγαπώ τη ζωή, για ‘μένα, σημαίνει:
      Παίρνω την ευθύνη όταν τη θυσιάζω, παίρνω την ευθύνη όταν την ξοδεύω…
      Και χρησιμοποιώ τη λέξη «ευθύνη», όχι με το συσχετισμό «ενέργεια-συνέπεια», «αμαρτία-τιμωρία», αλλά την ευθύνη ως σοβαρότητα, μέσα από το βιώμα «ολόκληρης της εικόνας».
      Ζούμε, καθημερινά, θεωρητικά, όχι εμπειρικά. Και για ότι δεν πάει σύμφωνα με το πρόγραμμα, φταίει πάντα «άλλος». Γιατί μέσα στην κεφάλα μας, όλα είναι ένα πρόγραμμα, και σε κάθε ερέθισμα μαθαίνουμε να αντιδρούμε πάντα με τον ίδιο τρόπο, από μνήμης, και όχι από αίσθησης… σαν βασανισμένα πειραματόζωα.
      Έχοντας περάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μου ως χορτοφάγος (ή μη-σαρκοφάγος), ποτέ δεν δέχτηκα αυτόν τον τίτλο. Στην ερώτηση «γιατί δεν τρως κρέας;» απαντούσα πάντα ότι απλώς δε μου αρέσει. Δεν μπορείς να μεταδώσεις σε κάποιον ένα βίωμα. Η άρνηση της σάρκας για ‘μένα ήταν καθαρά βιωματική. Δεν στηριζόταν σε καμία θεωρία. Πολλές φορές άκουγα σχόλια του τύπου: «χαχα, δεν το επιτρέπει η θρησκεία της, χαχαχα!», αλλά κι εκεί απαντούσα: «όχι, απλώς δεν το προτιμώ». Έχουν υπάρξει όμως και στιγμές, που τρέφομαι με σάρκα, και παρατηρώ τί ακριβώς συμβαίνει στο σώμα και το νου μου: δηλητηριάζονται. Μήπως όμως δε «δηλητηριάζω» το σώμα και το νου μου με ένα σωρό άλλες «σάρκες» που καταναλώνω, προς χάρην τέρψης, «σάρκες» απ’ τις οποίες κρέμονται η βία η σπατάλη και η βία;!
      Μπορώ να πάψω να τρέφομαι απ’ οποιαδήποτε «σάρκα»;

      Αυτό όμως δεν είναι αποτέλεσμα καμίας θεωρίας… δεν αρνούμαι το κρέας επειδή είναι «κακό», «βρώμικο»… ούτε θα πω ποτέ «δε θα φάω κρέας, ακόμη κι αν πεθάνω»…
      Αρνούμαι, όμως, να γίνει για ‘μένα οποιαδήποτε μη απαραίτητη θυσία. Τη λέξη «απαραίτητη» όμως, την καθορίζει ο καθένας μας, μόνος του. Την ιεράρχηση, το τι είμαστε διετεθιμένοι να διαπραγματευτούμε και τί όχι, θα το αποφασίσει ο καθένας μόνος του.
      Αλλά, για ‘μένα, το μυστικό έγκειται στο να μην προαποφασίζω πράγματα…
      Αγαπώ τη ζωή όταν δεν σπαταλώ και δεν σπαταλιέμαι…
      Γίνομαι χορτοφάγος, δε σημαίνει σώζω τη ζωή…
      Ακολουθώντας γενικευμένες θεωρίες, δε σημαίνει ζω…
      Για ‘μένα αγαπώ τη ζωή σημαίνει ΠΡΑΤΤΩ με νου ανοιχτό… και χωρίς να περιμένω «μπράβο»…
      Η χαρά και η γαλήνη δεν έρχεται απ’ έξω… δεν έρχεται από πουθενά…

      υ.γ.: δε θα χαρακτηρίσω τη μη-κατανάλωση σάρκας ή οποιαδήποτε θυσία, καλή ή κακή…
      θεωρώ όμως ότι είναι μία εντελώς γελοία πρακτική να σώζουμε μερικά κατσικάκια, όταν «ξεσκίζουμε» ανθρώπινες «σάρκες»…

      John Karapiperis
      22 Νοεμβρίου 09 στις 8:43

      Αγάπη τι δύσκολο πράγμα… Αν καταφέρουμε πρώτα να αγαπήσουμε και να σεβαστούμε αληθινά αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη, τότε θα μπορέσουμε να αγαπήσουμε τη ζωή και τους τριγύρω… Και το σημαντικότερο είναι ότι τότε μόνο θα την προσφέρουμε απλόχερα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας και χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα…

      astarti
      24 Νοεμβρίου 09 στις 19:17

      … χθες το βράδυ
      μέσα από μία online κουβεντούλα με ένα φίλο, ξεπήδησε μία φράση (για άλλο θέμα)
      η οποία όμως με άγγιξε πολύ και θέλω να την καταθέσω…

      «… με το τίποτα, μπαίνει μέσα σου…»

      … και μετά…
      αισθάνθηκα σα να περίμενα όλη αυτή την εβδομάδα, για να διαβάσω αυτή ακριβώς τη φράση…
      και να την ακούω ν’ αντηχεί μέσα στο νου μου…

      … ευτυχώς, ΑΥΤΗ η καταιγίδα πέρασε… περιμένω την επόμενη…

      υ.γ.: 😉 (για να μην ξεχνιόμαστε!)

      dimitrisp
      24 Νοεμβρίου 09 στις 20:35

      άσχετο με το θέμα μας …κολάει σε προηγούμενο ποστ αλλά μόλις είδα ότι ο φίλος του Π. ο Γ.Στεφανάκης έχει γράψει τη μουσική σε ένα τραγούδι αγαπημένο που αξίζει αν δε το ξέρετε να το ακούσετε κι εσεις!

      http://www.youtube.com/watch?v=qvnWfHROKeo

      καλό βράδυ!

      George
      7 Ιουλίου 15 στις 3:14

      Νικόλαε αυτό με τα μαρούλια ακόμη δνε μπορω να το καταλάβω.. γιατί είναι παράλογο να σκοτώσουμε ένα ζώο για να φάμε, ενώ όχι το να σκοτώσουμε ένα φυτό?

Σχολιάστε