Η Κυρία με τα Μπισκότα

Το Σαββατοκύριακο, ήμουνα στην Κω, όπου έκανα ένα σεμινάριο για θεατρικό παιχνίδι σε νηπιαγωγούς του νησιού. Στο αεροπλάνο για τη Κω την Παρασκευή το βράδυ, κάθισα σε μια θέση στο διάδρομο, στη σειρά με τα δύο καθίσματα. Καθώς τακτοποιούσα τη τσάντα μου στη καμπίνα των αποσκευών, πρόσεξα την κυρία που είχε ήδη καθίσει στη θέση δίπλα στο παράθυρο. Μου έριξε μια γρήγορη ματιά, με ένα μάλλον θλιμμένο βλέμμα, κι ύστερα γύρισε προς το παράθυρο, για να μην ξανακοιτάξει προς τη μεριά μου ποτέ, και στα 35 λεπτά του ταξιδιού. Μου έκανε εντύπωση το θλιμμένο βλέμμα της και κάθε τόσο την παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου. Ήταν ανήσυχη. Κάθε τόσο ανακαθόταν σαν να μην μπορούσε να βολευτεί στο κάθισμα. Έστρωνε τη φούστα της ή ίσιωνε τη ζακέτα της, ενώ αρνήθηκε να πάρει κάτι από εκείνα που μας πρόσφερε η αεροσυνοδός. Και καθώς είχα πια μια αίσθηση αυτής της γυναίκας δίπλα μου, ξαφνικά σκέφτηκα: «Έτσι θα πρέπει να ήταν στο αεροπλάνο η κυρία με τα μπισκότα». Η «κυρία με τα μπισκότα», ήταν η ηρωίδα μιας από τρεις υπέροχες ιστορίες που είχα ακούσει, πολλά χρόνια πριν, στη δεκαετία του ’80 στις Ινδίες. Την είχα ξεχάσει, αλλά επειδή μου είχε κάνει πολύ εντύπωση, είχε μείνει κάπου μέσα μου γραμμένη και η κυρία δίπλα μου στο αεροπλάνο, την έφερε στην επιφάνεια. Προσπάθησα να την ξαναθυμηθώ, για να σας τη γράψω εδώ. Νομίζω ότι θα σας αρέσει. Είναι από τις ιστορίες που αρέσουν στον «μάστορα» και τις κάνει ταινίες.

Κάποιο απόγευμα, μια νεαρή όμορφη κυρία, με έναν αέρα κάπως υπεροπτικό,  περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αεροδρόμιου.  Επειδή το αεροπλάνο της είχε καθυστέρηση, αποφάσισε εκνευρισμένη να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα, κι ένα πακέτο μπισκότα για να ξεγελάσει την πείνα της. Βρήκε μια θέση σε ένα τριπλό κάθισμα, όπου στην άλλη άκρη του καθόταν ένας άνδρας που διάβαζε το περιοδικό του. Έβαλε μηχανικά τα γυαλιά της, άνοιξε το βιβλίο της ενώ δίπλα της, στο αδειανό μεσαίο κάθισμα ήταν το κουτί με τα μπισκότα που είχε αγοράσει. Όταν κάποια στιγμή πήρε μηχανικά, χωρίς να κοιτάξει, το πρώτο μπισκότο, είδε με την άκρη του ματιού της, τον άνδρα δίπλα της, να απλώνει το χέρι του και να παίρνει κι αυτός ένα από τα μπισκότα! Η κυρία, ένοιωσε πολύ ενοχλημένη με το θράσος  του άνδρα. Δεν είπε τίποτα, αλλά σκέφτηκε, ότι ευχαρίστως θα του έδινε μια με το βιβλίο της στο χέρι του για να μην το ξανακάνει. Αλλά ο άντρας δεν σταμάτησε εκεί. Κάθε φορά που η κυρία έπαιρνε ένα μπισκότο, ο άνδρας άπλωνε το χέρι του κι έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα, πράγμα που την εξαγρίωνε όλο και πολύ, αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή.  Όταν πια έμεινε μόνο ένα μπισκότο, αναρωτήθηκε τι θα έκανε αυτός ο αγενής τύπος. Και πριν προλάβει να σκεφτεί, ο άνδρας απλώνει πάλι το χέρι του, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, και δίνει το μισό στην κυρία, ενώ βάζει το άλλο μισό στο στόμα του! Ε, αυτό πήγαινε πολύ! Χωρίς να μπορεί πια να συγκρατήσει το θυμό της, τινάχτηκε επάνω, έριξε προκλητικά μια περιφρονητική ματιά στον άνδρα, και χωρίς να πάρει το μισό μπισκότο που της πρόσφερε εκείνος, έβγαλε τα γυαλιά της, έκλεισε θυμωμένα το βιβλίο της, βούτηξε  τα πράγματά της και έφυγε για την αίθουσα επιβίβασης.
Λίγο αργότερα, πήρε τη θέσης της  μέσα στο αεροπλάνο, κι αφού έδεσε τη ζώνη της, άνοιξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της. Μόλις έβαλε το χέρι της μέσα στην τσάντα της πάγωσε! Έσκυψε και κοίταξε. Το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!  Ένοιωσε να κοκκινίζει ολόκληρη από ντροπή! Κατάλαβε το λάθος της…  Συνειδητοποίησε ότι μέσα στην αφηρημάδα της δεν είχε βγάλει τα μπισκότα από την τσάντα της και πέρασε τα μπισκότα του άνδρα για δικά της. Κι ο ξένος άνθρωπος, είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μαζί της,  χωρίς να δείξει καμιά ενόχληση ή θυμό, ενώ εκείνη στην σκέψη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μαζί του εκνευρίστηκε και του φέρθηκε προσβλητικά.  Και τώρα πια δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να του ζητήσει συγγνώμη ή να πάρει πίσω την προσβολή που του έκανε.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν τέσσερα πράγματα που κανείς δεν μπορεί να τα πάρει πίσω:
Την πέτρα που πέταξε με δύναμη στη θάλασσα.
Τα λόγια που είπε και πλήγωσαν κάποιον.
Μια ευκαιρία που είχε και την έχασε.
Το χρόνο που σπατάλησε στη ζωή του επιπόλαια.

stone-1

Καλό ξημέρωμα.
Π.

20 Σχόλια στο “Η Κυρία με τα Μπισκότα”

      Κυρία Παραμυθά
      26 Μαΐου 09 στις 9:34

      Καλημέρα σε όλα τα παιδιά μικρά και μεγάλα!
      Έχω μέρες να σας γράψω και να σας ενημερώσω για το πως προχωράνε τα επεισόδια του Παραμυθά: Βρίσκομαι στο 16 επεισόδιο (από ζωγραφική), έχω δλδ άλλα 10, ο Μάστορας τελειώνει σύντομα το 5! Αισιοδοξούμε ότι θα παραδώσουμε μέσα στους «όρους».
      Ευχαριστώ για το κουράγιο και τα mail, λόγω χρόνου δεν μπορώ να απαντήσω προσωπικά, αλλά σας φιλώ όλους!

      ΑΡΙΣΤΗ
      26 Μαΐου 09 στις 10:12

      «Τα λόγια που είπε και πλήγωσαν κάποιον.»
      Αν ζητούσε συγνώμη;;;; Μήπως κάτι διορθωνόταν;;; Μήπως λέω…. Αν ήταν και ειλικρινής;;;; Αν ήταν;;;;
      Καλημέρα και φιλάκια πολλά – πολλά!!!!

      Mika
      26 Μαΐου 09 στις 10:52

      Πολύ όμορφη ιστορία που μου είναι με κάποιο τρόπο οικεία…Οταν κλείνεσαι πολύ στο εγώ σου δεν βλέπεις την πραγματικότητα και την αλήθεια…και οταν το ανακαλύπτεις τις περισσότερες φορές είναι πολύ αργά για να επανορθώσεις.
      Φιλί Παραμυθά μου

      Παπαστρατής Ιωάννης
      26 Μαΐου 09 στις 15:19

      Ότι αυτή τη στιγμή τρώω μπισκότα είναι τελείως σύμπτωση!!! 🙂

      Τη πέτρα που πέταξε με δύναμη στη θάλασσα:Αυτή η φράση που κάνει σαν εκτόνωση, σαν ξέσπασμα.Άμα συνοδεύεται καικ με ουρλιαχτό ακόμα καλύτερα.

      Τα λόγια που είπε και πλήγωσαν κάποιον:Καμιά φορά »πληγώνουν» και τα γραμμένα και,δυστυχώς,τα γραμμένα μένουν.Τα λόγια μπορεί και να λησμονηθούν.

      Μία ευκαιρία που είχε και την έχασε:Αρκεί να έχεις το νου σου να αδράξεις την επόμενη.Προς όφελος δικό σου και,ίσως,των άλλων.

      Το χρόνο που σπατάλησε στη ζωή του επιπόλαια:Γράφοντας κάτι,που άθελά του,έγινε η αιτία;

      Πάντα ο σχολιασμός μου είναι αυθόρμητος.Οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό.

      Κυρία Παραμυθά και cpil καλό κουράγιο!!!

      Παραμυθά μας ωραία η ιστορία.

      Φιλιά!!! 8)

      Elenita
      26 Μαΐου 09 στις 18:55

      Οι ιστορίες αυτές με ταξιδεύουν απίστευτα και με μεταφέρουν τόσο πολύ που αβίαστα φαντάζομαι και τις παράλληλες ιστορίες που τις συνοδεύουν!
      Να, λοιπόν και η παράλληλη ιστορία… «Ο κύριος με τις καραμέλες».

      Ήταν 8 χρονών όταν τον πρωτοσυνάντησε.
      Συνήθιζε να κάθεται στο καφενείο απέναντι από το μπακάλικο του παππού του, πάντα με περιποιημένο λευκό μουστάκι, καπέλο και μπαστούνι που πρόδιδαν την καλή οικονομική του κατάσταση. Είχε ακούσει γι’ αυτόν από τα υπόλοιπα παιδιά.
      Δεν έκανε τόσο εντύπωση η παγωμένη του έκφραση, ούτε το αυστηρό του ύφος, όσο… οι καραμέλες του! Δεν ήταν οι καραμέλες αυτές που βρίσκεις σε μαγαζιά, ούτε εκείνες που αγοράζεις από το περίπτερο.
      «Οι καραμέλες αυτές είναι οι πιο υπέροχες του κόσμου, δεν τις έχω βρει όσο κι αν έχω ψάξει», έλεγε ο παππούς μου με ένα ίχνος λαχτάρας.
      Και, φυσικά, δεν ήταν εύκολο να τις βρεις, αφού τις έφερνε από τα μακρινά του ταξίδια. Είχαν χρώμα ασημοκίτρινο και όταν έλιωναν στο στόμα όλο το τετράγωνο μύριζε ανάμεικτες μυρωδιές από μοσχολέμονο, δυόσμο και άλλες που ήταν δύσκολο να αναγνωριστούν, καθώς προέρχονταν από φρούτα και βότανα κάθε άκρης του πλανήτη. Οι μυρωδιές αυτές μετατρέπονταν σε πεθυμιά και λαχτάρα σε καθένα που βρισκόταν τριγύρω.
      Δεν υπήρχε, όμως, περίπτωση να γευτεί κανείς άλλος τις συγκεκριμένες καραμέλες. Αν είχες το «θράσος» να ζητήσεις καραμέλα, συναντούσες ένα βλέμμα που σε κατακεραύνωνε με περιφρόνηση και ειρωνεία, λες και δεν ήσουν άξιος να μοιραστείς μαζί του αυτή την εξαιρετική εμπειρία.
      Ένα παιδάκι 8 χρόνων δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί την έννοια της εξουσίας που μπορεί να έχει μια καραμέλα, πόσο μάλλον την έννοια του κινδύνου που μπορεί να έχει το να θέλεις να αποκτήσεις το συγκεκριμένο σύμβολο εξουσίας.
      Πέρασαν πολλές Κυριακές που παρατηρούσε τον «κύριο με τις καραμέλες». Είχε μάθει όλες του τις κινήσεις, τις συνήθειες, το πώς γύριζε τις σελίδες της εφημερίδες, πώς καθόταν στην καρέκλα, πώς αδιαφορούσε για τα βλέμματα και πώς γευόταν επιδεικτικά αυτές τις εξαίσιες καραμέλες. Αυτές τις μοναδικές, εκπληκτικά μυρωδάτες, ονειρεμένα γευστικές καραμέλες…
      Χαμένος σε μια εικόνα του μυαλού του, σκέφτηκε μια από αυτές τις καραμέλες στο στόμα του και λίγωσε. Και τότε το πήρε απόφαση! Θα έτρωγε μια καραμέλα! Με όλη του την παιδική αφέλεια έβαλε μπρος το σχέδιο του: ζήτησε από τη μητέρα του ένα κομμάτι από το νοστιμότατο σπιτικό κέικ που έφτιαχνε, πήρε το αγαπημένο του παιχνίδι και άρχισε να προχωρά με όλο το θάρρος προς το καφενείο. Λίγο δίστασε όταν τον είδε αγέρωχο να κοιτά προς τη θάλασσα, αλλά ίσιωσε το κορμί και συνέχισε.
      «Κύριε», είπε διστακτικά. Καμία απόκριση. Ίσως να μην είχε ακούσει την παιδική φωνούλα, ίσως πάλι και να μην ήθελε να απαντήσει. «Κύριε», ξαναείπε, τραβώντας ελαφρά το μανίκι του «κυρίου με τις καραμέλες». Βγάζοντας ένα βογγητό περιφρόνησης, γύρισε. Χωρίς να μιλήσει. Απλά κοιτώντας το παιδί διερευνητικά και με ένα ελαφρά υπεροπτικό ύφος. Το αγόρι ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί τέτοιο φόβο. Ήταν περίεργο γιατί δεν αισθάνθηκε απειλή, όμως αισθάνθηκε κάτι βαθύτερο. Αισθάνθηκε σαν το ζωύφιο που θέλουν όλοι να πατήσουν, σαν μια βρώμικη πατσαβούρα που σιχαίνονται όλοι να αγγίξουν. Άπλωσε και τα δυο του χέρια, κρατώντας το κέικ στο ένα και το αγαπημένο του παιχνίδι στο άλλο. «Θέλω μια καραμέλα» είπε άψυχα.
      Πέρασαν μερικές στιγμές σιωπής. Ο «κύριος με τις καραμέλες» χαμογέλασε, κοίταξε για λίγο τα χέρια του αγοριού και μετά σηκώθηκε. Τίναξε το παντελόνι, άφησε ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι και δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ στο καφενείο.

      Στ’ αλήθεια πώς θυμήθηκε αυτή την ιστορία; Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια! Μάλλον ήξερε. Η κυρία που καθόταν παραδίπλα του είχε ακριβώς το ίδιο ύφος και του θύμισε τον «κύριο με τις καραμέλες».
      Χαμογέλασε και έβγαλε από την τσάντα του το κουτί με τα μπισκότα που είχε αγοράσει πριν λίγο. Τα άφησε ανοιχτά στο κενό κάθισμα δίπλα του και κοίταξε το ρολόι του. Έμεναν ακόμα λίγα λεπτά. Θα τα απολάμβανε παρατηρώντας τους ανθρώπους και απολαμβάνοντας αυτά τα υπέροχα μπισκότα που του θύμιζαν τον παππού του και τις γεύσεις του μπακάλικου.
      Και τότε, μια έκπληξη! Η κυρία δίπλα του είχε απλώσει το χέρι της και είχε πάρει ένα μπισκότο! Μειδίασε από έκπληξη και την κοίταξε. Εκείνη, όμως, δε φάνηκε να θέλει να γνωριστεί μαζί του, αντίθετα φαινόταν τόσο προσηλωμένη στο βιβλίο της, όχι τόσο από ενδιαφέρον σ’ αυτό που διάβαζε, αλλά από επιδεικτική περιφρόνηση σε ό,τι συνέβαινε γύρω της. Πήρε κι εκείνος ένα μπισκότο και συνέχισε να την κοιτάει με την άκρη του ματιού του.
      Άραγε θα του μιλούσε; Θα του ζητούσε συγγνώμη για την αγένειά της; Θα γελούσε έκπληκτη για την αφηρημάδα της; Θα σχολίαζε έστω το πόσο νόστιμα ήταν τα συγκεκριμένα μπισκότα;
      Όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά. Απλά συνέχισε να τρώει τα μπισκότα το ένα μετά το άλλο, χωρίς να του δίνει καμία απολύτως σημασία, λες και ήταν υποχρεωμένος να δεχτεί αυτό της το καπρίτσιο.
      Ήθελε πολύ να βάλει τα γέλια, αλλά ήταν τέτοια η έκπληξή του που δεν ήξερε πώς να αντιδράσει! Όταν είχε μείνει πια μονάχα ένα μπισκότο, αποφάσισε να αντιδράσει. Μπορεί να μην είχε καταλάβει τόσην ώρα την αφηρημένη της κίνηση και ήταν μια ευκαιρία να γελάσουν με το περιστατικό. Το πήρε πριν προλάβει να απλώσει το χέρι της και κόβοντάς το στη μέση της πρόσφερε το ένα κομμάτι χαμογελώντας.
      Τότε μια μεγαλύτερη έκπληξη τον περίμενε. Η κυρία σηκώθηκε μεμιάς, έβγαλε τα γυαλιά της, έκλεισε με θυμό το βιβλίο της και κοιτάζοντάς τον με περιφρόνηση και απέχθεια απομακρύνθηκε με επιβλητικό βήμα.
      Κοίταξε τα δύο κομμάτια του μπισκότου και γέλασε. Δε σκέφτηκε τίποτα άσχημο, απλά αναρωτήθηκε αν τόσο ο «κύριος με τις καραμέλες» όσο και η «κυρία με τα μπισκότα» θα μπορούσαν ποτέ να απολαύσουν τις γεύσεις που δίνει η ζωή με τις μικρές λαχταριστές στιγμές της…

      δημητρηςπ
      26 Μαΐου 09 στις 23:45

      …ξοδεψα επιπολαια πολυ χρονο απο τη ζωη μου,προσπαθοντας να καταλαβω ποια ηταν η σημαντικοτερη ευκαιρια που ειχα και εχασα.θυμηθηκα λογια πολλα, λογια που πληγωνουν, ωσπου το βρηκα!
      δεν επρεπε την πετρα, που κρατουσα στο χερι μου, να την πεταξω στη θαλασσα!!!
      παραμυθοκοσμε μου ελειψες!!!ευχομαι να ειστε ολοι καλα.
      παραμυθα και ελενιτα κεντ(ρ)ησατε.

      Κοκκινοσκουφίτσα
      27 Μαΐου 09 στις 10:38

      Φαντάζει τόσο σκληρό να μην έχεις άλλη μια ευκαιρία να επανορθώσεις όσα άσχημα έπραξες. Και άδικο και τιμωρητικό. Αλλά σκέφτομαι, ότι αρκετές φορές, το κίνητρο εκείνου που ζητάει συγνώμη και προσπαθεί να διορθώσει τα κακώς κείμενα, δεν είναι (ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο) να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά να νιώσει ο ίδιος καλύτερα μπροστά στον εαυτό του. Ανθρώπινο μου φαίνεται και κατανοητό, είναι όμως σωστό;

      ΑΡΙΣΤΗ
      27 Μαΐου 09 στις 12:28

      Καλημέρα κόκκι μου, καλημέρα παραμυθόπαιδα και παραμυθούλη μου.
      Όταν είπα συγνώμη για κάτι που έκανα…. Εν βρασμό ψυχής, μετάνιωσα αληθινά και έκλαψα για τα λόγια που είπα. Αλλά το ότι με πείραξε αυτό που έγινε και για αυτό μίλησα έτσι, δεν άλλαξε. Απλά νομίζω ότι δεν ήταν σωστός ο τρόπος που φέρθηκα. Είναι αυτό που λέμε… «Αχ τώρα μωρέ γιατί το είπα αυτό θα στεναχωρήθηκε.» Δεν ξέρω αν με πιάνεται, γιατί εγώ έχω στον νου μου τα δικά μου, αλλά «τα λόγια που είπα και πλήγωσαν κάποιον», δεν είναι ίδιο με το ότι το γεγονός που έγινε με πείραξε και εμένα το ίδιο. Μια αλυσίδα πραγμάτων είναι απλά δεν ξέρω σε αυτές τις περιπτώσεις, αν η σιωπή είναι καλύτερη από τα θυμωμένα λόγια.
      Φιλάκια πολλά

      Παπαστρατής Ιωάννης
      27 Μαΐου 09 στις 16:32

      Βέβαια,από μια άλλη άποψη,θα ήθελα να ήμουν νηπιαγωγός στη Κω…

      Καλησπέρες σε και φιλιά σε όλους. 8)

      Fwtino_Asteraki
      28 Μαΐου 09 στις 2:06

      καλησπερα και απ μενα!
      Την εχω ξανακουσει την ιστοριουλα…πολυ ομορφη…και διδαχτηκη θα ελεγα…παρε απ αυτο που ειναι ολοφανερο μην εισαι βιαστηκος…η κακος με τους αλλους κοιτα και πιο μεσα σε σενα!
      Οσο για τα 4τελευταια…χμμ θα ελεγα οχι παντα! Υπαρχουν στιγμες που οτι και να γινει…ειναι σαν να τα ξαναπηρες πισω ολα!
      Τωρα πριν σας πω την καληνυχτα μου…μπορειτε να ερθετε ολοι εδω εχει γλυκακι σημερα…απ χτες (πριν 2ωρες δηλαδη) αλλα ειναι ακομα ολοκληρο!Θα ηθελα πολυ να την μυραστω μαζι σας τουρτιτσα ειναι εχει απ ολα χιχι!Μακια!
      καληνυτχες και ονειρα γλυκα γλυκα σε ολους!Μακια και αγκαλιτθεθ!

      δημητρηςπ
      29 Μαΐου 09 στις 15:04

      εγω παλι εχω μια καταραμενη ορεξη…(θελω πολλα παραμυθια)
      την καλησπερα μου παιδια

      Παπαστρατής Ιωάννης
      29 Μαΐου 09 στις 16:31

      Papiera πως πάει ο πατέρας σου;

      Φιλιά σε όλους καλό Σ/Κ 8)

      Zalmoxis
      10 Ιουνίου 09 στις 4:17

      Πάρα πολύ ωραίο!
      Μου θύμισε μάλιστα μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, το Dus Kahaniyaan (στην χίντι σημαίνει «10 ιστορίες»). Σπονδυλωτή με 10 μικρές ιστορίες. Μία από αυτές είναι και το «Rice Plate» που σκηνοθέτησε ο Rohit Roy. Παίζουν οι Shabana Azmi και ο Naseeruddin Shah.
      Πολύ μεγάλα ονόματα του ποιοτικού/»παράλληλου» Bollywood.
      Εκεί η Shabana παίζει το ρόλο μιας σοβαρής, αυστηρής και ψηλομύτας χήρας της κάστας των βραχμάνων που πάει στο σταθμό του τραίνου να ταξιδέψει για να δει τα εγγόνια της.Ξεχνά όμως το πορτοφόλι της σπίτι και επιπλέον χάνει και το τραίνο, ενώ το επόμενο φεύγει μετά από 2 ώρες. Παραγγέλνει με τα λίγα κέρματα που είχε πάνω της ένα πιάτο ρύζι και επιστρέφοντας από το μπάνιο όπιυ έπλυνε τα χέρια της βρίσκει ένα άντρα και μάλιστα μουσουλμάνο να ετοιμάζεται να της φάει το φαγητό που είχε στο μεταξύ παραγγείλει.
      Του το αρπάζει με βλοσυρό βλέμμα και το τρώει. Φεύγει για το βαγόνι αλλά έχει ξεχάσει τη βαλίτσα της.
      Επιστρέφει στην καντίνα πανικόβλητη και δπαιστώνει πως ο μουσουλμάνος της την έχει αφήσει στο τραπέζι στη θέση της και ακόμη ότι την περιμένει ένα πιάτο ρύζι. ¨Ηταν αυτό που είχε παραγγείλει και έτσι κατάλαβε πως είχε αρπάξει το φαγητό ενός αγνώστου!
      Αργότερα, στο βαγόνι μας την δείχνει να προσφέρει τη θέση της σε μια οικογλενεια μουσουλμάνων.
      Κάτι είχε αλλάέξι πλέον σε αυτήν…

Σχολιάστε