Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια

Μία ημέρα με διάφορες ευαισθησίες σήμερα, μ’ έκανε να τελειώσω  μια ιστορία που είχα αρχίσει από το καλοκαίρι και την είχα αφήσει στη μέση. Είναι από αυτές που έχω εδώ στο blog και θα ‘θελα κάποτε να της βγάλω σε βιβλίο. Έχω και τον τίτλο: «Ιστορίες της καρδιάς».
Καλή Κυριακή και καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.

Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια

Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν σ’ ένα φιλικό σπίτι, στα γενέθλια κάποιας κοινής γνωστής. Πολύ γρήγορα  ένοιωσαν και οι δύο μια βαθιά συμπάθεια η μία για την άλλη. Η μία είχε μόλις περάσει τα εξήντα, αλλά πραγματικά δεν την έκανες πάνω από πενήντα!  Είχε μια καθαρότητα στο βλέμμα  κι ένοιωθες να υπάρχει ένα τρομερό άνοιγμα καρδιάς, μιας καρδιάς έτοιμης ν’ αγκαλιάσει  όποιον θα το ήθελε. Και αν και περασμένα εξήντα, έβγαζε εκείνη τη θηλυκότητα που έχουν οι μεγάλες γυναίκες, που έχουν ζήσει μια ζωή χωρίς αναστολές και ταμπού στο  σεξ, αλλά με ευαισθησία. Ξέροντας πως ό,τι γίνεται με αγάπη – όχι με έρωτα- είναι στη θέση του, είναι σωστό. Η άλλη γυναίκα, είχε κλείσει τα τριάντα πέντε, αλλά την ένοιωθες να είναι ρουφηγμένη μέσα της και με χαμηλή ενέργεια.

Όταν τα δώρα, τα κεράσματα, το σβήσιμο των κεριών κι όλα τα κλασσικά των γενεθλίων είχαν καταλαγιάσει και οι μισοί, σχεδόν, καλεσμένοι είχαν φύγει, άρχισε μία συζήτηση για την ψυχανάλυση. Η νεαρή γυναίκα, δήλωσε από την αρχή ότι τα δύο τελευταία χρόνια κάνει ψυχανάλυση, ενώ η μεγαλύτερη μιλούσε ξεκάθαρα εναντίον. Ήταν φανερό ότι οι δύο γυναίκες διαφωνούσαν εντελώς γι’ αυτό το θέμα, αλλά ήταν επίσης φανερό ότι μεταξύ τους υπήρχε  επικοινωνία. Γιατί η επικοινωνία δεν προϋποθέτει και συμφωνία στις απόψεις πάνω σε κάποιο θέμα, όπως και το αντίθετο: το ότι συμφωνούν δυο άνθρωποι σε κάτι, δεν σημαίνει και ότι επικοινωνούν.  Υπάρχει η επικοινωνία με έναν άλλο άνθρωπο που είναι αυτόματη – ένα είδος «χημείας» που δεν εξηγείται – όπως υπάρχει και η επικοινωνία δύο ανθρώπων που τη γεννάει το ενδιαφέρον: για το ίδιο πράγμα, την ίδια στιγμή και με την ίδια ένταση.

Όταν τέλειωσε η βραδιά, οι δυο γυναίκες είχαν γίνει φίλες κι αποφάσισαν να βρεθούν την άλλη μέρα οι δυο τους. Η συζήτηση άρχισε πάλι με το θέμα της ψυχανάλυσης και η νέα γυναίκα ρώτησε την άλλη γιατί έλεγε αυτά που έλεγε το προηγούμενο βράδυ, κι εκείνη της απάντησε:
«Ποιος μπορεί να ξέρει τον εαυτό σου καλύτερα από σένα; Και, ναι, χρειαζόμαστε βοήθεια σε πρακτικά πράγματα, αλλά σε ψυχολογικά  γιατί να ζητάει κανείς  βοήθεια; Γιατί να θες “πατερίτσες” για  να αντιμετωπίσεις τα ψυχολογικά σου προβλήματα; Και γιατί να ζητάς βοήθεια από κάποιον που και ο ίδιος θέλει βοήθεια; Όπως ξέρεις οι ψυχαναλυτές που ψυχαναλύουν άλλους, χρειάζονται κι οι ίδιοι ψυχανάλυση. Και οι ίδιοι, κάνουν ψυχανάλυση κάθε χρόνο με κάποιον άλλο ψυχαναλυτή, που επίσης κάνει ψυχανάλυση με κάποιον άλλον και πάει λέγοντας. Πόσα χρόνια κάνεις ψυχανάλυση;»
«Πέντε», είπε η νέα κοπέλα.
«Για ποιο θέμα πήγες»;
«Για διάφορα, αλλά το βασικό είναι ότι παθαίνω κρίσεις πανικού».
«Έχεις δει καμιά καλυτέρευση»;
«Μικρή».
Η συζήτηση συνεχίστηκε πηγαίνοντας όλο και πιο βαθιά, και η νέα γυναίκα εμπιστευόταν όλο και πιο πολύ την καινούργια της φίλη που ένοιωθε να της στέλνει κύματα αληθινής στοργής χωρίς να υπάρχει κανένα και κανενός είδους προσωπικό ενδιαφέρον για την  ίδια — μόνο στοργή και καλοσύνη.
Το νέο κορίτσι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει έως τα δεκαοχτώ του σ’ ένα από τα νησιά της άγονης γραμμής. Ο πατέρας της ήταν καπετάνιος σε φορτηγό καράβι που έκανε δρομολόγια ανάμεσα στα κοντινά νησιά. Η μητέρας της, κόρη παπά, ήταν αυταρχική και φανατικά θρησκόληπτη που φρόντιζε το σπίτι και τα δυο παιδιά της, την νέα γυναίκα δηλαδή και τον μικρότερο αδελφό της με αυταρχικότητα. Καθώς μεγάλωνε το κορίτσι,  η μάνα της όλο και σκλήραινε τη θρησκευτική  ανατροφή του. Όσο κι αν προσπαθούσε να θυμηθεί, είπε ότι μέχρι τα δώδεκα ήταν σαν να είχαν σβήσει μέσα της όλα όσα είχε ζήσει. Θυμόταν  μόνο, ότι στα δώδεκα όταν είχει αδιαθετήσει για πρώτη φορά,  η μάνα της τής απαγόρευσε να πάει στην εκκλησία γιατί, «όταν είναι έτσι η γυναίκα, είναι βρώμικη και δεν κάνει να πηγαίνει στην εκκλησία», ενώ ο πατέρας της που μπήκε στο δωμάτιο, κοίταξε την κόρη του μ’ ένα βλέμμα παράξενο, που την έκανε να νοιώσει πολύ άσχημα.

Καθώς η ηλικιωμένη γυναίκα άκουγε τη νεαρή κοπέλα να της διηγείται τα πρώτα χρόνια της ζωής της, της φάνηκε σαν ν’ άκουσε  ένα κοριτσάκι να φωνάζει βοήθεια.  Για δευτερόλεπτα τα ‘χασε, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι η φωνή δεν ακούστηκε απ’ έξω, αλλά μέσα στο κεφάλι της! Και τότε  ένοιωσε ότι καθώς η κοπέλα απέναντί της, της  διηγιόταν τη ζωή της, έμοιαζε σαν κάτι από μέσα της να ζητάει  βοήθεια. Αυτό το «κοριτσάκι» που είχε μείνει κρυμμένο από φόβο μέσα της από τα παιδικά της χρόνια, φώναζε βοήθεια. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η γυναίκα  θυμήθηκε το γέρο φίλο της που δεν υπήρχε πια στη ζωή, που εκείνη τον έλεγε δάσκαλό της κι αυτός την κορόιδευε. Της έλεγε ότι,  «μπορεί  να λέει κανείς πέντε πράγματα που έχει δει στη ζωή του σε κάποιον άλλον, αλλά όλοι μας είμαστε μαθητές και δάσκαλοι του εαυτού μας. Και όλοι εκείνοι – αλλά όλοι – που παριστάνουν τους πνευματικούς δάσκαλους και θέλουν “μαθητές”, απλώς διψάνε για χρήμα, για δύναμη, για εξουσία πάνω στην ψυχή των ανθρώπων. Αλλά ένας αληθινός δάσκαλος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα δάσκαλο οδήγησης αυτοκινήτου. Σου λέει πέντε πράγματα και μετά φεύγεις και μαθαίνεις από σένα τον ίδιο που οδηγείς μόνος πια στους δρόμους, πώς να οδηγείς». Τα μάτια της βούρκωσαν καθώς θυμήθηκε το γέρο φίλο της και καθώς έπιασε τον εαυτό της εκείνη ακριβώς τη στιγμή να θέλει πάρα πολύ να βοηθήσει τη νέα κοπέλα απέναντί της, θυμήθηκε κάτι ακόμα που της είχε ο φίλος της, όταν κάποτε είχε πάει να τον ρωτήσει πώς θα μπορούσε να βοηθήσει μια φίλη της που είχε  ψυχολογικά προβλήματα. Εκείνος τότε της είχε απαντήσει:  «Όταν έρχεται κάποιος και σου ζητάει να τον βοηθήσεις για κάποιο ψυχολογικό του πρόβλημα, πρέπει  ν’ αφήσεις κατά μέρος τις εικόνες, τις ιδέες, τα συμπεράσματα, τις απόψεις και τις σκέψεις που έχεις για το θέμα που σου μιλάει ο άλλος.  Αλλά, όταν σου ζητάει κάποιος να τον βοηθήσεις για ένα ψυχολογικό του πρόβλημα, εσύ κάνεις προσπάθεια να τον βοηθήσεις; Γιατί; Οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν κάνεις να  βοηθήσεις, ένα είναι σίγουρο: ότι θα  εμποδίσεις τον άλλο άνθρωπο να κατανοήσει τον εαυτό του. Οπότε καλύτερα μην βοηθάς. Σε παρακαλώ, μην παρεξηγήσεις αυτό που σου λέω. Ξέρω, ακούγεται φριχτό, αλλά πώς θα βοηθήσεις; Μην ξεκινάς, λοιπόν, ποτέ με στόχο ότι πρέπει να βοηθήσεις ή ότι μπορείς σίγουρα να το κάνεις.  Άκουσέ με σε παρακαλώ: Μου είπες ότι είναι κάποια φίλη σου που έχει ψυχολογικά προβλήματα κι έρχεται και στα λέει — δεν έχει σημασία ποια είναι τα προβλήματα.  Νοιώθει απελπισμένη, νοιώθει να είναι σε αδιέξοδο, βρίσκεται σε σύγκρουση, νοιώθει μοναξιά,  είναι βουτηγμένη στη θλίψη, στον πόνο και πολλά άλλα πράγματα. Οι σκέψεις που  βασανίζουν το μυαλό της την έχουν  εξουθενώσει. Έρχεται, λοιπόν,  κουβαλώντας όλα αυτά σε σένα κι εσύ νοιώθεις στοργή γι’ αυτήν. Έρχεται με όλα αυτά που τη βαραίνουν και τη βασανίζουν για να σου τα πει, για να την ακούσεις. Και καθώς στα λέει και εσύ την ακούς αληθινά τότε,  κάτι συμβαίνει. Αυτό το «κάτι», όμως, θα συμβεί μόνο εάν ξέρεις πώς να ακούς. Αν, πεις, “ναι, μπορώ να σε βοηθήσω”, τότε η σχέση σας είναι τελείως διαφορετική. Εσύ θεωρείς ότι βοηθάς κι εκείνη είναι πεισμένη ότι θα τη βοηθήσεις. Κι έτσι παύει κάθε κατανόηση κι από εσένα και από εκείνη, τού τι πραγματικά συμβαίνει. Ενώ αν εκείνη  έρθει με τα πραγματικά της προβλήματα και απλώς στα λέει γιατί θέλει να σου ανοίξει την καρδιά της, χωρίς να σου περιγράφει «λογοτεχνικά» τα συναισθήματα της, κι εσύ την ακούς με στοργή, με ανοιχτή και τη δική σου καρδιά, χωρίς να υποθέτεις ότι μπορείς να την βοηθήσεις, χωρίς εικόνες, χωρίς ιδέες, χωρίς φιλοσοφικές και  ψυχαναλυτικές απόψεις και συμπεράσματα γι’ αυτά που σου λέει, χωρίς να την επικρίνεις ή να την δικαιολογείς, αλλά απλώς ακούς βαθιά και αληθινά, τότε από το γεγονός και μόνο ότι εσύ την ακούς έτσι, ενώ εκείνη σου ανοίγει την καρδιά της κι εσύ ανοίγεις τη δική σου, τότε δημιουργείται μία σχέση ανάμεσα σας, όπου γεννιέται η κατανόηση  και η γνώση του εαυτού της, αλλά και εσένα του δικού σου. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι το εύφορο έδαφος  όπου κάτι καινούργιο μπορεί  ν’ ανθίσει. Τότε και οι δύο μπορεί κάτι να δείτε.  Το να δείτε αναφέρεται στην καρδιά, όχι στο μυαλό· δεν είναι κάποιο λογικό συμπέρασμα είναι αίσθηση και συνειδητοποίηση αυτού που πραγματικά συμβαίνει, χωρίς να χρειάζονται λόγια και περιγραφές· απλώς ξέρεις κάτι που δεν ήξερες πριν. Και το ξέρεις όχι επειδή στο είπε κάποιος άλλος, αλλά επειδή το είδες από μόνη σου…»

Καθώς θυμόταν τα λόγια του γερο φίλου της, ένοιωθε την καρδιά της ν’ ανοίγει κι άλλο κι έμοιαζε να συμβαίνει το ίδιο και στη νέα γυναίκα που την κοίταγε και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Άρχισε να μιλάει ακούγοντας κι η ίδια αυτά που έλεγε, κάπως σαν να τ’ άκουγε για πρώτη φορά. Θυμόταν δυσάρεστες στιγμές με τη μάνα της και τον πατέρα της, που χρόνια τώρα ήταν θαμμένα μέσα της κι έμοιαζε να είχαν σβήσει. Αλλά δεν είχαν σβήσει. Ζούσαν στο σκοτάδι και «ροκάνιζαν» τη ψυχή της και το σώμα της. Ζούσαν στο σκοτάδι σαν φαντάσματα και τώρα έρχονταν στο φως. Κι επειδή τα φαντάσματα δεν ζουν στο φως, τώρα πια έσβηναν στ’ αλήθεια. Ανάμεσα στις δυο γυναίκες είχε γεννηθεί μια βαθιά επικοινωνία, που καθώς τελείωνε η διήγηση έσπρωξε, πολύ απλά και φυσικά, την μια στην αγκαλιά της άλλης.

12 Σχόλια στο “Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια”

      Παπαστρατής Ιωάννης
      16 Οκτωβρίου 10 στις 22:41

      Πολλύ ωραία ιστορία-σεντόνι.

      Συγκέντρωσέ τες να έχουμε κάτι να σκεπαζόμαστε όταν ξαπλώνουμε τα βράδια.

      !!ΑΦ!!

      Υ.Γ.¨Μία ερώτηση (άν μου επιτρέπεις).Ποιό είναι το δεύτερο βιβλίο για μεγάλους που έχεις βγάλει εκτός του «Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται»;

      Μάγισσα Κίρκη
      16 Οκτωβρίου 10 στις 23:44

      Αχ Παραμυθά μου χτύπησες φλέβα.
      Μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μου, χρειάστηκα κι εγώ τέτοιου είδους «βοήθεια».
      Πράγματι έκανα ψυχανάλυση 6 μήνες (ακριβό σπόρ, δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω περισσότερο) και ενώ βοηθήθηκα, όλοι αυτοί οι «βοηθοί» ήταν λίγο ή πολύ έμποροι.Με το ρολόι στο χέρι μην τυχόν και κατσεις παραπάνω με τα ίδια λεφτά, αν ακύρωνες τελευταία στιγμή σου χρέωναν την επίσκεψη (που δεν έκανες) κλπ. που ήταν αρκετά για να με κάνουν να ξενερώσω ειδικά όταν λέμε ότι αυτός που έχεις απέναντί σου, σου εμπιστεύεται την ψυχή σου.
      Βοηθήθηκα που λες αλλά πολλοί από αυτούς πάνω στους οποίους έπεσα, χρειάζονται οι ίδιοι ψυχολόγο για να τους βοηθήσει στο να σταματήσουν να κοροιδεύουν τον κόσμο ή ακόμη καλύτερα μια γερή καταγγελία ειδικά σε κάτι απατεώνες που κυκλοφορούν.

      Hengeo
      17 Οκτωβρίου 10 στις 0:06

      Όμορφο κείμενο! Το περίεργο όμως είναι ότι, ενώ συμφωνώ στο γενικότερο κλίμα του κειμένου, στα περί καρδιάς και επικοινωνίας, διαφωνώ στο συγκεκριμένο περί ψυχολογικής βοήθειας. Για την ακρίβεια μέχρι πριν 2 χρόνια θα συμφωνούσα και σε αυτό. Το ίδιο έλεγα και εγώ, δεν χρειάζομαι τέτοια βοήθεια, μια χαρά είναι η ψυχή μου, μπορώ και μόνος μου. Αλλά πριν 1,5 χρόνο αναγκάστηκα τελικά να ζητήσω βοήθεια ψυχολόγου, και μπορώ να πω ότι με βοήθησε αρκετά. Πάντα αποφεύγει όσο γίνεται να δίνει συγκεκριμένες συμβουλές ή γνώμες, απλώς με βοήθησε να δω κάποια κομμάτια του εαυτού μου, και κατά συνέπεια των άλλων, με διαφορετικό τρόπο, δεν μου είπε πως να βαδίσω, απλώς μου έδειξε μονοπάτια που δεν είχα δει μέχρι τότε. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να κάνει ένας σωστός ψυχολόγος. Αγύρτες βέβαια υπάρχουν πολλοί, ίσως ήμουν τυχερός και έπεσα σε καλό άνθρωπο και επαγγελματία..

      e.
      17 Οκτωβρίου 10 στις 0:11

      Μακάρι να εκδοθεί ένα τέτοιο βιβλίο… καρδιάς.

      Συγκινήθηκα πάρα πολύ… από την ανθρωπιά και το αληθινό ενδιαφέρον που ξετυλίγονται μέσα απ’ αυτό το υπέροχο κείμενο, που μίλησε κατευθείαν στην καρδιά μου.
      Πολλά ευχαριστώ από καρδιάς, λοιπόν.

      Παναγιώτης
      17 Οκτωβρίου 10 στις 9:53

      Σε ψυχολογικά θέματα δεν μπορεί να βοηθήσει κανένας ουσιαστικά τον άλλο. Ίσως μόνο να πει μια κουβέντα φιλικά ή να μοιραστεί μια δική του ιστορία αλλά μέχρι εκεί. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη της επικοινωνίας και γι αυτό όταν βρίσκονται σε καταστάσεις απελπισίας θέλουν κάπου να το πουν για να φύγει από μέσα τους, να ελαφρύνουν λίγο. Μάλιστα το έκανα κι εγώ πριν λίγες μέρες… (κλείσιμο «ματακίου» 🙂 )

      Πάντα είμουν κατά των ψυχολόγων και ειδικά αυτών που έβλεπα στην τηλεόραση. Παρατηρούσα ότι δεν είχαν την ηρεμία και την πραότητα όταν μιλουσαν, παρατηρούσα εντάσεις και γενικά έδιναν συμβουλές τις οποίες είχαν διαβάσει από κάποια βιβλία και δεν κολλούσαν πάντα στην περίπτωση. Για μένα η ψυχολογία δεν είναι επιστήμη αλλά εμπόριο ανθρωπίνων συναισθημάτων.

      Από εκεί και μετά, εντελώς επιστημονικά αν κάποιος που είναι ψυχολογικά πεσμένος αισθάνεται στεναχώρια για πολύ καιρό πρέπει να κάνει μια επίσκεψη σε ψυχίατρο και όχι σε ψυχολόγο για να του δώσει φάρμακα. Γιατί ένα μέρος του προβλήματος είναι βιοχημικό. Συγκεκριμένα το πως αισθανόμαστε εξαρτάται εν μέρει από κάποιες χημικές ουσίες στον εγκέφαλο στις οποίες δρουν τα φάρμακα αυτά και σου αλλάζουν τη διάθεση. Διακόπτουν π.χ. το αίσθημα το να αισθάνεσαι συνεχώς στεναχωρημένος. Αλλά εκεί υπάρχει ένα μικρό κενό. Πρέπει να αρπάξεις αυτή την ευκαιρία που σου δίνουν (την έλλειψη στεναχώριας δηλαδή) και να την μετατρέψεις σε χαρά. Αλλά αυτό δεν είναι πάντα εύκολο δυστυχώς με τα προβλήματα να τρέχουν παράλληλα. Αλλά πρέπει να το παλεύουμε.

      Π. Ευχαριστούμε για αυτή την ιστορία. Έτσι πήρα κι εγώ την απάντησή μου 🙂

      Mika
      22 Οκτωβρίου 10 στις 12:53

      Αχ τι μου κάνεις σήμερα που τα διαβάζω και όλα μαζεμένα.

      Μου έχει συμβεί και εμένα αυτό το ¨άνοιγμα καρδιάς¨με έναν άνθρωπο ξένο μέχρι τότε και ταυτόχρονα πολύ οικείο. Και με ¨άκουσε¨ και μένα με τον ίδιο τρόπο που περιγράφεις. Και από τότε άλλαξε η ζωή μου…γιατί κατάφερα να δω τον εαυτό μου.
      Ευλογία μόνο μπορώ να την ονομάσω αυτή τη συνάντηση. Ευλογία και τύχη.

      Ξέρεις ποιον εννοώ!

      μαρινα
      27 Αυγούστου 11 στις 18:58

      Συμφωνω και εγω και πολλες φιλες μου σχετικα με τους ψυχολόγους.Εισαγγελεας μου ειπε οτι ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να κανουμε καταγγελια μηπως σωθουν αλλοι ανθρωποι απο οσους τετοιους ματαιοδοξους και φιλοχρηματους κυκλοφορουν που πας με ενα μικρο προβλημα και σε τρελλαινουν τελειως για να σου παρουν τα λεφτα. εχω τοσα πολλα απαραδεκτα να πω γιαυτους που δεν φτανουν 10 σελιδες.

Σχολιάστε