Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ. Β’ ΜΕΡΟΣ

Λοιπόοον… Κατ’ αρχήν, όσοι δεν έχετε δει το – ακριβώς πριν από αυτό – Α΄ΜΕΡΟΣ του post, και πρωτομπαίνετε εδώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω να το διαβάσετε πριν προχωρήσετε στο Β΄ΜΕΡΟΣ. Έχει σημασία.
Το πρωί – ποιο πρωί δηλαδή, νύχτα ήταν ακόμα – τελειώνοντας την περιγραφή της πρώτης φάσης της κόλασης των προσπαθειών μου να κόψω το τσιγάρο, αφού κατέληξα ότι το τσιγάρο δεν κόβεται και είπα, «τέλος η προσπάθεια», το ξαμόλησα χωρίς να νοιώθω καμιά ενοχή, κανένα φόβο, χωρίς καμιά σύγκρουση μέσα μου, κι έφτασα να καπνίζω τέσσερα πακέτα την ημέρα, δηλαδή 80 τσιγάρα! Αλλά…
Υπήρξε, λοιπόν και ένα «αλλά» το οποίο, μετά 3 μήνες περίπου, κατέληξε στο να σταματήσω το κάπνισμα. Καθώς είχε πάψει κάθε προσπάθεια να κόψω το τσιγάρο, είχα «γράψει» κανονικά κάθε προειδοποίηση υγείας, αφού δεν είχα και τίποτα, και δεν ένοιωθα καμιά ενοχή για οτιδήποτε, κάποια στιγμή πρόσεξα ότι είχε αρχίσει να με τρώει μέσα μου μια περιέργεια να μάθω γιατί δεν μπορούσα να το κόψω αφού το έπαιρνα απόφαση και το ήθελα. Έτσι, λοιπόν, σαν παιχνίδι άρχισα να με παρατηρώ:
– Πότε κάπνιζα, γιατί κάπνιζα, πόσο κάπνιζα κ.λπ.
– Κατ’ αρχήν είδα ότι κάπνιζα κάθε δέκα λεπτά περίπου.
– Το κάθε τσιγάρο μού έπαιρνε 7 με 8 λεπτά να το τελειώσω και άναβα το επόμενο μετά από 2 ή 3 λεπτά.
–  Υπήρχαν φορές που το έπιανα από την αρχή που μου ερχόταν η επιθυμία να καπνίσω, αλλά άλλες που το συνειδητοποιούσα αφού είχα αρχίσει να καπνίζω. Οι πρώτες είχαν σχέση είτε με γεύση είτε με αμηχανία είτε για να αντλήσω περισσότερη ευχαρίστηση από κάτι ή για να ξεφύγω ένα άλλο. Οι δεύτερες ήταν μηχανικές είτε από κεκτημένη ταχύτητα της συνήθειας είτε επειδή υπήρχε μηχανικός συνδυασμός ενός πράγματος με το κάπνισμα. Π.χ. κάθε φορά που έμπαινα στο αυτοκίνητο, έβαζα μπροστά, άνοιγα το ραδιόφωνο κι άναβα τσιγάρο. Κάθε φορά, μα κάθε φορά! Ακόμα κι αν είχα σβήσει ένα άλλο τσιγάρο πριν μπω στο αυτοκίνητο!!!
– Επίσης παρατήρησα ότι το τσιγάρο μου έδινε τη δυνατότητα να παίρνω διάφορες πόζες ανάλογες με την περίπτωση.
– Κάτι που μου  έκανε πολύ εντύπωση είναι ότι όταν είχα γύρισμα του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», από τις 9 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα, κάπνιζα στις 10 ώρες γυρίσματος, ΕΝΑ μόνο τσιγάρο μετά το φαγητό στο μεσημεριανό διάλειμμα, όχι γιατί δεν μου επιτρεπόταν το κάπνισμα, αλλά γιατί δεν ήθελα! Και το πιο περίεργο: δεν μου έλειπε!!!
Αυτό το τελευταίο – μαζί με κάποια άλλα που είχα δει – μ’ έκανε να καταλάβω ότι ο λόγος που δεν μπορούσα να σταματήσω να καπνίζω ήταν επειδή ήθελα να κόψω το τσιγάρο κι όχι επειδή δεν ήθελα άλλο να καπνίζω. Το πιάνετε; Αν γυρίσετε πίσω στη ζωή σας, θα δείτε πως ό,τι ψυχολογικό, συνήθεια, σχέση, δουλειά, οτιδήποτε, σταμάτησε ριζικά και για πάντα είναι ό,τι δεν θέλατε άλλο – όχι όταν θέλατε να μην το συνεχίσετε. Γι’  αυτό καμιά φορά πρώτα τελειώνει κάτι μέσα σου και μετά από λίγο καιρό συνειδητοποιείς ότι έχει τελειώσει. Γι’ αυτό και τα πετυχημένα διαζύγια είναι εκείνα που γίνονται επειδή οι δύο άνθρωποι δεν θέλουν να περάσουν σε άλλη σχέση, αλλά απλώς και κατ’ αρχήν δεν θέλουν να είναι άλλο μαζί και το ομολογούν ειλικρινά και έντιμα. Δηλαδή: η αρνητική προσέγγιση ενός πράγματος φέρνει θετικό αποτέλεσμα, ενώ η θετική προσέγγιση φέρνει προσπάθεια, σύγκρουση, καταπίεση, αλλά κανένα αποτέλεσμα ή αν το φέρει θα είναι φοβερά βίαιο. (Βλέπε: καρκίνους, εγκεφαλικά, εμφράγματα, έλκη, ψυχοπάθειες κ.λπ.)
Είχε μπει ο Μάρτης του 1986. Ένοιωθα ότι ενώ δεν μ’ ένοιαζε να κόψω το τσιγάρο, είχα αρχίσει να μην θέλω να καπνίζω. Δεν το ελάττωσα, αλλά έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο που λεγόταν, «ΠΩΣ ΘΑ ΚΟΨΕΤΕ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ». Το αγόρασα. Στο μεγαλύτερο μέρος του έλεγε παπαριές, αλλά είχε 8 καλές πρακτικές  συμβουλές:
1. Το πρωί πριν καν πλύνεις τα δόντια σου πιες ένα ποτήρι νερό.
2. Να κάνεις οπωσδήποτε μπάνιο και να τρίψεις από μέσα όλες τις κλειδώσεις σου (αγκώνες, καρπούς, γόνατα) μέχρι να κοκκινίσουν δημιουργώντας έτσι υπεραιμία.
3. Αν πίνεις καφέ να τον αντικαταστήσεις με τσάι ή χυμό.
4. Μετά το πρωινό να περπατάς 25 λεπτά τουλάχιστον.
5. Κάθε φορά μέσα στη μέρα που θες να καπνίσεις, πίνε ένα ποτήρι νερό -μπορεί να ξεπεράσεις και τα 30 ποτήρια.
6. Αν δεν βρίσκεις νερό, πήγαινε σε ένα παράθυρο ή όπου είσαι και πάρε μερικές βαθιές ανάσες.
7. Τέλος, αν σου έρθει τρέλα πες, «εντάξει, θα καπνίσω, αλλά σε 1 λεπτό», και κάθισε και παρακολούθησε προσεκτικά το λεπτοδείχτη του ρολογιού σου μέχρι να συμπληρώσει ένα κύκλο.
8. Αν παρόλα αυτά καπνίσεις, μην απογοητευτείς ή νοιώσεις ενοχές, πες «εντάξει» και συνέχισε σαν να μην τρέχει τίποτα.
Το βιβλίο, εκτός από τις 8 πρακτικές συμβουλές, είχε και μία ψυχολογική: «Μην πείτε ποτέ, ‘κόβω το τσιγάρο’· πείτε, ‘για να δούμε πόσο καιρό μπορώ να μην καπνίζω’ και δοκιμάστε».
Αυτό το τελευταίο μου άρεσε πολύ, γιατί δεν είχα πάρει καμιά απόφαση να κόψω το τσιγάρο, αλλά ύστερα από όλη την παρατήρηση που είχα κάνει και την επίγνωση που είχα πια κάθε φορά που κάπνιζα, έβλεπα ότι δεν πολύ-ήθελα πια να καπνίζω. Έτσι, την Καθαρή Δευτέρα, 17 Μαρτίου, του 1986, στις 10 η ώρα το πρωί, ήπια ένα ποτήρι νερό πριν πλύνω τα δόντια μου, έκανα μπάνιο τρίβοντας δυνατά τις φλέβες μου στα σημεία από όπου μπορούν να σου πάρουν αίμα, έφτιαξα ένα τσάι με διάφορα και μια πορτοκαλάδα και είπα: «Για να δω πόσο καιρό μπορώ να μην καπνίζω». Και έχουν περάσει από τότε 22 χρόνια, 11 μήνες, και 10 ημέρες χωρίς να ξανακαπνίσω ποτέ, ούτε για αστείο, ούτε για δοκιμή. Και είδα όλα αυτά τα χρόνια ότι οι φορές που κινδύνεψα να ξανακαπνίσω δεν ήταν από ζόρι ή στενοχώρια, αλλά από αυτοπεποίθηση ότι έχω κόψει το κάπνισμα σε στιγμές διασκέδασης. Επίσης, θέλω να σας πω ότι από φανατικός καπνιστής δεν έγινα φανατικός αντικαπνιστής· αυτό δεν είναι στην ουσία καμιά αλλαγή. Απλώς έπαψα να θέλω να καπνίζω. Οι φανατικοί αντικαπνιστές, είναι εκείνοι που τρώγονται μέσα τους να καπνίσουν, αλλά το καταπιέζουν και το κρύβουν κι από τον ίδιο τους τον εαυτό. Όπως οι ομοφυλόφιλοι που φοβούνται να το δείξουν και να το ομολογήσουν, κι αντί να το αφήσουν ελεύθερο και να είναι ευτυχισμένοι άνθρωποι, το κρύβουν και το καταπιέζουν και κακιώνουν με τη ζωή και με τον εαυτό τους και με τους άλλους, καθώς γίνονται φανατικοί ετεροφυλόφιλοι – δηλαδή δυστυχισμένοι.
Πριν προχωρήσω, επειδή αυτά που έρχονται  είναι φιλοσοφικοαυτογνωσιακοψυχολογικά «φούμαρα ιντερνετικά», (χα, χα, χα… πού το θυμήθηκα! Καλή της ώρας της κοπέλας  που το ‘χε γράψει), πριν, λοιπόν, αρχίσουν τα «φούμαρα τα ιντερνετικά» όσοι τα βαριούνται, μπορούν άνετα να σταματήσουν εδώ. Εγώ έχω ολοκληρώσει την ιστορία τού πώς έπαψα να καπνίζω κι επίσης έχω δώσει και κάποια πρακτικά βοηθήματα που εμένα μου φάνηκαν χρήσιμα.  Αυτά που ακολουθούν είναι γενικότερα συμπεράσματα, βγαλμένα από τη διαδικασία παρατήρησης, επίγνωσης θα έλεγα, που πέρασα μερικούς μήνες μέχρι να σταματήσω το κάπνισμα, που θεωρώ ότι ισχύουν και για κάθε είδους συνήθεια.  Όσοι θέλουν λοιπόν, μπορούν να σταματήσουν εδώ. Οι υπόλοιποι, καλά να πάθετε.

cigarette_butt.jpg

  Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη στιγμή που αμόλησα το κάπνισμα κι όπου πάει, έως τη στιγμή που είπα, «για να δω πόσο καιρό μπορώ να μην καπνίζω», ανακάλυψα ένα σωρό πράγματα, όταν σαν παιχνίδι άρχισα να παρατηρώ γιατί ενώ ήθελα να κόψω το τσιγάρο δεν μπορούσα. Όλα, άρχισαν με ένα ερώτημα που γεννήθηκε και που η απάντηση ήρθε μέσα σους επόμενους μήνες, άσχετα αν εδώ για ευκολία σας την γράφω αμέσως. Το ερώτημα, λοιπόν είναι:  Τι μπορεί να κάνει κανείς για να σταματήσει το κάπνισμα, όταν βλέπει ότι παρόλο που θέλει πολύ να το κάνει δεν μπορεί. Η απάντηση είναι: να μην κάνει τίποτα. Να αφήσει τα πράγματα όπως είναι. Αν λαχταράει κανείς αληθινά  να πάψει να καπνίζει, θα πάψει.  Βλέπετε, εκείνο που συμβαίνει είναι τούτο ακριβώς: Με τη λογική θέλεις να πάψεις να καπνίζεις, αλλά ψυχολογικά εξακολουθείς να ενδίδεις  στην ευχαρίστηση ή την παρηγοριά του καπνίσματος. Το ερώτημα, λοιπόν, στην πραγματικότητα είναι: Τι  να κάνω αφού θέλω να κόψω το κάπνισμα, αλλά ταυτοχρόνως και δεν θέλω να το κόψω; Μοιάζει αστείο, αλλά έτσι είναι!
Κατ’ αρχήν, πρέπει κανείς να κατανοήσει γιατί καπνίζει κι όχι να μαλώνει τον εαυτό του που το κάνει. Όταν επικρίνεις τον εαυτό σου και τον μαλώνεις που καπνίζει αποφεύγεις το πρόβλημα, δεν το λύνεις. Όπως κι όταν το κόβεις με τη βία. Όταν μαλώνεις ένα παιδί για να σ’ αφήσει ήσυχο να δεις τηλεόραση ή για οτιδήποτε, το παιδί εξακολουθεί να είναι εκεί, δεν εξαφανίζεται για πάντα. Μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε κάτι όταν το επικρίνουμε; Η επίκριση ή η αποδοχή είναι εύκολη δουλειά, αλλά είναι και φυγή από το πρόβλημα. Κι αν παρατηρήσεις τον εαυτό σου θα δεις ότι είναι πολύ δύσκολο να μην επικρίνεις. Η διαμόρφωσή μας βασίζεται στην άρνηση, στην κριτική, στη σύγκριση, στην παραίτηση, στην εκλογίκευση. Μ’ αυτή τη διαμόρφωση είναι που πλησιάζουμε τα προβλήματά μας, όπως  μια συνήθεια σαν το κάπνισμα. Κι αυτή ακριβώς η διαμόρφωση θρέφει τα προβλήματα. Νομίζουμε ότι αν ξέρουμε την αιτία ενός προβλήματός μας, θα γλυτώσουμε από αυτό. Αλλά αυτή η γνώση είναι απλή πληροφόρηση. Η γνώση της αιτίας ενός προβλήματός μας και η κατανόηση τού προβλήματος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Και αυτή η γνώση εμποδίζει την κατανόηση. Η γνώση είναι του μυαλού, αλλά η κατανόηση είναι της καρδιάς. Η γνώση σε ικανοποιεί, η κατανόηση σε πονάει.
Τώρα: αν προσεγγίσεις το πρόβλημα του καπνίσματος συνολικά,  όχι κομματιασμένος στα δύο – ψυχολογικά και λογικά – και χωρίς τις ιδέες, «θέλω ή δεν θέλω, το κόβω ή δεν το κόβω», θα ανακαλύψεις αν θέλεις πραγματικά ή όχι να καπνίζεις. Αν ανακαλύψεις ότι θέλεις να καπνίζεις ε, τότε κάπνιζε. Μ’ αυτόν τον τρόπο έχεις πιθανότητες να ανακαλύψεις τι είναι αυτή η συνήθεια χωρίς να την αποκαλείς συνέχεια βλαβερή κι ωστόσο να τη συνεχίζεις. Αν προσεγγίσεις έτσι ολοκληρωτικά, με όλο σου το είναι το πρόβλημα, τότε θα πάψεις ν’ αναρωτιέσαι, «να το κόψω… να μην το κόψω;…». Ενώ αλλιώς, από τη μια θα θέλεις να καπνίζεις επειδή σου δίνει ευχαρίστηση και από την άλλη δεν θα θέλεις επειδή λογικά το βρίσκεις ανοησία. Έτσι είναι που φτάνεις να βάλεις πειθαρχία στον εαυτό και λες: «από αύριο το κόβω» ή «μέσα σε ένα μήνα θα το έχω κόψει» ή κάποια στιγμή στο μέλλον, είτε είναι το αύριο είτε σε ένα χρόνο.
Αλλά γιατί ο νους βάζει στη μέση το χρόνο; Το χρόνο σαν αύριο ή σαν την επόμενη στιγμή ή σαν μήνες μετά και λοιπά; Γιατί λες, «θα κάνω το τάδε πράγμα αύριο» ή «θα κόψω το τσιγάρο»; Το «θα», σημαίνει χρόνο, μέλλον, δηλαδή: αναβολή. Ο νους επινοεί έναν τεχνητό χρόνο, που δήθεν είναι του ημερολόγιου, για να μην κάνει κάτι τώρα. Η αναβολή αυτή είναι άλλοθι για να μην αλλάζεις ποτέ. «Θα πάψω να καπνίζω» ή «θα πάψω να ζηλεύω» ή «θα πάψω να λέω ψέματα» ή «θα πάψω να είμαι βίαιος», δηλαδή με την αναβολή κάνω το γεγονός ιδέα, ένα ιδανικό που θα παλέψω γι’ αυτό να το πετύχω κάποτε, αλλά μέχρι τότε μπορώ να είμαι όπως είμαι ή να κάνω ό,τι κάνω χωρίς καμιά αλλαγή, έχοντας το άλλοθι, τη δικαιολογία, ότι υποφέρω και παλεύω γι’ αυτήν την αλλαγή που … κάποια στιγμή θα την καταφέρω. (Τι πανούργο πράμα που είναι ο νους! )
Λες, λοιπόν, ότι χρειάζεσαι χρόνο για να ξεπεράσεις τη σύγκρουση που δημιουργείται μέσα σου με το «θέλω να κόψω το τσιγάρο, αλλά δεν μπορώ». Από τη μια το σώμα έχει συνηθίσει στη νικοτίνη και την αποζητάει κι από την άλλη αποφασίζεις λογικά να κόψεις το κάπνισμα. Εδώ υπάρχει σύγκρουση. Και είναι δυνατόν να κόψει κανείς εντελώς το κάπνισμα χωρίς αυτή τη σύγκρουση; Από τη μια είναι το σώμα που έχοντας συνηθίσει τη νικοτίνη την αποζητάει κι από την άλλη ο νους που λέει: «Τι βλακεία, τι βλαβερό πράγμα που είναι το κάπνισμα! Θα μου πειράξει την καρδιά, τους πνεύμονες… γι’ αυτό θα το κόψω».  Έχουμε, λοιπόν, μία λογική απόφαση από τη μια, και ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός από την άλλη, που είναι ότι το σώμα έχει εθιστεί στη νικοτίνη, οπότε υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Και για να ξεπεράσεις τη σύγκρουση λες: «Θα το κόψω σιγά σιγά. Στην αρχή, αντί κάθε τέταρτο θα καπνίζω κάθε μισή ώρα, μετά θα το κάνω κάθε μία ώρα, μετά δύο ώρες και κάποτε θα το ξεσυνηθίσω». Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει ένα ερώτημα: υπάρχει τρόπος να κόβεις το τσιγάρο ή μία οποιαδήποτε συνήθεια χωρίς καμία σύγκρουση; Που σημαίνει, ότι το σώμα δέχεται το γεγονός και με τη δική του νοημοσύνη βλέπει τον κίνδυνο της συνήθειας και την κόβει. Πρέπει, λοιπόν, να ανακαλύψει κανείς μόνος του, μέσα του, αν το σώμα μπορεί να δει το κάπνισμα με την ίδια νοημοσύνη που το βλέπει ο νους και να το σταματήσει χωρίς καμιά σύγκρουση. Υπάρχει η «κεκτημένη ταχύτητα» του σώματος που θέλει να καπνίζει και η «κεκτημένη ταχύτητα» του νου που λέει, «θέλω να το κόψω». Και είναι δυνατόν, το σώμα κι ο νους να δουν με τον ίδιο τρόπο το κάπνισμα και να το σταματήσουν;
Δηλαδή, υπάρχει χωρισμός νου και σώματος. Βέβαια. Πώς λέμε, «το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ αδυνατεί»; Ε, αυτό θα πει: σύγκρουση. Και το ξεπέρασμα της σύγκρουσης λέμε ότι απαιτεί χρόνο. Κι ο χρόνος σημαίνει αναβολή. Αναβολή αντίδρασης σε ένα κίνδυνο. Αλλά όταν περνώντας αφηρημένος το δρόμο αντιλαμβάνεσαι ξαφνικά τον κίνδυνο του αυτοκινήτου που έρχεται με φόρα, τραβιέσαι αμέσως, «τώρα», δεν το αναβάλεις για αύριο. Που σημαίνει τι;  Ότι το σώμα κι ο νους είδαν το γεγονός την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο κι αντέδρασαν τώρα. Δεν είδε ο νους τον κίνδυνο, αλλά το σώμα είπε, «αχ, είμαι κουρασμένο δεν μπορώ να τραβηχτώ αμέσως»! Γίνεται, λοιπόν, να υπάρξει μία ολική αντίληψη από το σώμα και το νου, ώστε να μπει τέλος στο κάπνισμα, δηλαδή να δουν και τα δύο, την ίδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο τον κίνδυνο που έρχεται και ν’ αντιδράσουν και τα δύο, «τώρα»;
Μήπως είναι θέμα απόφασης; «Παίρνω απόφαση να κόψω το τσιγάρο»;  Όχι. Η απόφαση είναι μία λογική κατάληξη. Το κόψιμο του τσιγάρου είναι ψυχολογική υπόθεση και σε ψυχολογικά θέματα δεν χωράει η λογική, δεν χωράνε αποφάσεις. Ξέρω, ακούγεται παράδοξο, αλλά κοιτάξτε: Η απόφαση συνεπάγεται επιλογή, έτσι;  Η επιλογή συνεπάγεται δύο ή και περισσότερα πράγματα που πρέπει μεταξύ τους να επιλέξεις.  Π.χ. να επιλέξεις ανάμεσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο ή το άλλο, εκείνη την ταινία που θα δεις κι όχι την άλλη, αυτά τα παπούτσια από τα άλλα κ.λπ. Αλλά σε κάτι ψυχολογικό δεν υπάρχει επιλογή. Όταν ερωτεύεσαι, δεν έχεις μπροστά σου δυο τρεις επιλογές από τις οποίες αποφασίζεις λογικά ποια είναι η καλύτερη, που την επιλέγεις και την ερωτεύεσαι! Ερωτεύεσαι κατ’ ευθείαν, χωρίς επιλογές. Ακόμα κι όταν ο έρωτας δεν είναι «κεραυνοβόλος» και γλιστράει μέσα σου λίγο λίγο, δεν είναι θέμα επιλογής.
Ας πούμε, λοιπόν, ότι αποφασίζω να κόψω το κάπνισμα. Αυτή η απόφαση είναι κάτι μερικό. Είναι μία μερική πράξη επειδή έρχεται ως αποτέλεσμα ενός λογικού συμπεράσματος που λέει ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα επειδή με βλάπτει, μπορεί να πειράξει την καρδιά και τα πνευμόνια μου, μπορεί να πάθω καρκίνο, η νικοτίνη κάνει νωθρό τον εγκέφαλό μου, δίνω ένα σωρό λεφτά το μήνα για τσιγάρα κ.λπ. Όλα αυτά, όμως, είναι λογικά συμπεράσματα και κάποια από αυτά το πολύ να μου προκαλέσουν φόβο μην πεθάνω κι έτσι αποφασίζω με το ζόρι να κόψω το κάπνισμα. Η απόφαση αυτή είναι μία μερική πράξη, όχι μία ολοκληρωμένη πράξη, οπότε υπάρχει σύγκρουση, ανάμεσα στη λογική απόφαση και στο γεγονός ότι πρέπει να το κόψω. Η απόφαση, λοιπόν, έχει ένα κίνητρο κι ένα στόχο που για να τον πετύχω λέω ότι χρειάζομαι χρόνο, οπότε διαιωνίζω τη σύγκρουση.
Αν, λοιπόν, δεις ότι είσαι διαμορφωμένος: να κάνεις επιλογές με κίνητρα και να αποφασίζεις να βάζεις στόχους για να τους πετύχεις παρεμβάλλοντας έτσι χρόνο που σημαίνει προσπάθεια και σύγκρουση και αναρωτηθείς αν υπάρχει τρόπος να σβήσεις μια συνήθεια, χωρίς προσπάθεια, μια και καλή, τότε βλέπεις το όλο πράγμα εντελώς διαφορετικά. Τότε, αρχίζει να υπάρχει μία επίγνωση της συνήθειας. Μια επίγνωση χωρίς κρίσεις, σχόλια, εκλογικεύσεις, δικαιολογίες ή αυτό-επίκριση και ενοχές. Σε μια τέτοια επίγνωση δεν υπάρχουν επιλογές που οδηγούν σε αποφάσεις, αλλά απλώς έχεις επίγνωση της συνήθειας – όποια κι αν είναι – και τότε βλέπεις τι συνεπάγεται αυτή η συνήθεια: ευχαρίστηση, παρηγοριά, μίμηση, μια αίσθηση ότι ανήκεις σε κάποια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων, φυγή, φόβους, ενοχές, τα «πρέπει» και «δεν πρέπει», τον βασανισμό του σώματος από αυτοπειθαρχίες που είναι άσκοπη σπατάλη ενέργειας και τελικά δυνάμωμα της λαχτάρας για τσιγάρο, για ποτό, για ναρκωτικά, για σεξ – ίσως η πιο κρυφή και ύπουλη συνήθεια για φυγή – ή οποιαδήποτε άλλη ψυχολογική συνήθεια.

Όταν το δει κανείς όλο αυτό απολύτως καθαρά, όχι σχετικά καθαρά, απολύτως καθαρά: χωρίς φόβους για υγεία ή ενοχές για το παιδί σου που του φυσάς τον καπνό στο πρόσωπο, χωρίς ενοχές γενικά  επειδή είδες ότι οι ενοχές είναι άλλοθι για να μην αλλάζεις· χωρίς να νοιώθεις μειονεκτικά μπροστά σε άλλους που το έκοψαν και πουλάνε μούρη· χωρίς χρονοδιαγράμματα κοψίματος για να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, τότε υπάρχει μια διαφορετική ποσότητα και ποιότητα ενέργειας, δύναμης αν θέλετε, μέσα σου και μπορείς να αναρωτηθείς σοβαρά και ήσυχα: «Πώς μπορώ να τελειώνω μ’ αυτήν ή με οποιαδήποτε άλλη ευχάριστη συνήθεια εύκολα και χωρίς προσπάθεια»;  Και τότε βλέπεις ότι το πρώτο πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να πάψεις να αντιστέκεσαι στη συνήθεια. Ας πας από τα 20 τσιγάρα  στα 40, σε όσα να ‘ναι. Το ευχαριστιέσαι χωρίς να του αντιστέκεσαι, χωρίς να το μάχεσαι, χωρίς να το καταπιέζεις, χωρίς να του ξεφεύγεις με στόχους, κόλπα και χρονοδιαγράμματα, χωρίς καν να θέλεις να το κόψεις. Αλλά το παρακολουθείς χωρίς να επεμβαίνεις. Έχεις επίγνωση του: τι, πότε, πώς, πόσο και γιατί το κάνεις. Έχεις επίγνωση του χεριού σου που ανοίγει το πακέτο και παίρνει το τσιγάρο, έχεις επίγνωση γιατί εκείνη ειδικά τη στιγμή θέλησες να καπνίσεις, παρακολουθείς πώς το πιάνεις ανάμεσα στα δάχτυλά σου, πώς το ανάβεις, έχεις επίγνωση της ευχαρίστησης της πρώτης βαθιάς ρουφηξιάς, της πόζας που παίρνεις καπνίζοντας μέχρι το σβήσιμο του τσιγάρου στο τασάκι. Δεν χρειάζεται να έχεις επίγνωση συνέχεια. Ας είναι και μία φορά τη μέρα, μισή. Κι αν το ξεχνάς μην εκνευρίζεσαι.  Επίγνωση είναι η στιγμή που βλέπεις ότι δεν έχεις επίγνωση. Και με τον καιρό αυτή η επίγνωση θα υπάρχει όλο και περισσότερο, χωρίς καμιά προσπάθεια.
Τι συμβαίνει στο νου σου όταν γίνει όλο αυτό; Γιατί κάτι συμβαίνει. Τι συμβαίνει στο νου που έχει μάθει να ζει και να δουλεύει μέσα στις συνήθειες, στη ρουτίνα, στην ασφάλεια της επανάληψης, με συστήματα, με μεθόδους, κάτω από πίεση, με φόβο τιμωρίας ή ελπίδα ανταμοιβής; Τι συμβαίνει στο νου όταν δει ότι δούλευε μηχανικά έως τώρα και πάψει να το κάνει; Πάψει αληθινά, όχι θεωρητικά, φιλοσοφικά, στα λόγια. Τι συμβαίνει; Αυτό είναι κάτι που ο καθένας πρέπει να το ανακαλύψει και να το νοιώσει μόνος του. Διαβάζοντας το μενού με τα φαγητά στο εστιατόριο δεν χορταίνεις την πείνα σου· πρέπει να φας.

Και για να κλείσουμε το θέμα γιατί σας έπρηξα. Το χρόνο που πέρασε, έχω μπει σε πολλά blogs κι έχω δει ότι υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους αυθεντίες σε πολιτικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, μεταφυσικά, ακόμα και πνευματικά θέματα. Ελπίζω να έχετε καταλάβει ότι εδώ δεν υπάρχει αυτή η πρόθεση. Θα ήμουν ασυνεπής, αφού θεωρώ δεν υπάρχουν αυθεντίες πέρα από πρακτικούς χώρους. Δεν σας μιλάω εδώ για τίποτα βαριές φιλοσοφίες, αλλά για πράγματα καθημερινά, όπως αυτό εδώ με το κάπνισμα. Αλλά σας παρακαλώ, γι’ αυτό και για οτιδήποτε διαβάσετε ή θα διαβάσετε εδώ, μη δέχεστε αυτά που σας λέω, δοκιμάστε τα κι ανακαλύψτε τα  μόνοι σας – αν είναι έτσι –  για τον εαυτό σας και τότε θα είναι δικά σας. Σας παρακαλώ δείτε το: αυτό ισχύει από το κόψιμο του τσιγάρου μέχρι την ανακάλυψη του αν υπάρχει Θεός. Μη δέχεστε παιδιά μου, τίποτα από ό,τι  σας λένε, όλοι αυτοί που παριστάνουν τον φωτισμένο δάσκαλο, το θρησκευτικό ηγέτη, τον γκουρού επειδή είναι αρχομανείς του χειρότερου είδους, καθώς θέλουν εξουσιάζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Πιστέψτε με, οι αληθινοί δάσκαλοι, δεν έχουν μαγαζιά φώτισης όπου πληρώνετε με το μήνα για να δείτε την αλήθεια. Μην πηγαίνετε σε μέρη όπου μιλάνε διαρκώς για αγάπη, αλλά η αγάπη έχει φύγει από το παράθυρο και δεν το έχει πάρει κανείς χαμπάρι.
Τα λέω αυτά, επειδή είμαι αληθινά στενοχωρημένος, γιατί μόλις χθες έμαθα, ότι μια παλιά μου φίλη και αληθινή καλλιτέχνις είχε εξαφανιστεί για δέκα χρόνια από το χώρο που αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο, γιατί της το επέβαλλε ο «Δάσκαλος» (ο παπάρας δηλαδή) του γκουρούδικου που πήγαινε, του σοβαρότερου λένε της Αθήνας γι’ αυτό και του πιο επικίνδυνου και εγκληματικού. Είναι σίγουρο πως ό,τι μας συμβαίνει το έχουμε επιτρέψει εμείς, αλλά αυτό δεν απαλλάσσει τον άλλο από τη δική του ευθύνη για ό,τι μας έκανε.
Σας φιλώ.
Π.

15 Σχόλια στο “Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ. Β’ ΜΕΡΟΣ”

      nellinezi
      10 Μαρτίου 08 στις 21:36

      To πρώτο σχόλιο που θα κάνω είναι το εξής:

      Δεν έχω τελειώσει με την αναγνωση του ποστ….είμαι πιο μετά από τη μέση, αλλά έχω ακόμη αρκετό! Αυτό δεν είναι σεντόνι…..ολόκληρο τόπι υφάσματος είναι!! 😀 😀

      και συνεχίζω……………!!!

      nellinezi
      10 Μαρτίου 08 στις 21:45

      Xαίρομαι που το συνέχισα και το διάβασα ως το τέλος….γιατί στο τέλος είναι ένα μάθημα…ένα μάθημα που μας το διδάξατε όχι με την αυθεντία του δασκάλου όπως λέτε κι εσείς, μα με την αγάπη.

      θα το ξαναδιαβάσω. Εχω κόψει το τσιγάρο γύρω στους 10 μήνες. Δε μου λείπει, μα υπάρχουν στιγμές που με τραβάει…. Θα το ξαναδιαβάσω για αυτές τις στιγμές…Μα και για να καταλάβω τί είναι συνήθεια στη ζωή μου , τι αλήθεια και τι ευχαρίστηση.

      Αυτό το ποστ , δεν ήταν για το τσιγάρο…

      φανή
      10 Μαρτίου 08 στις 22:05

      ευτυχώς που συνέχισα ως το τέλος, παρά το «καλά να πάθετε» 🙂
      θα έχανα το καλύτερο κομμάτι!
      σ’ ευχαριστώ πολύ!

      unamama
      10 Μαρτίου 08 στις 23:35

      το οτι δεν κοβουμε το καπνισμα αλλα το σταματαμε μου θυμιζει το αναλογο των ναρκωμανων που λενε ‘ειμαι 10 μερες καθαρος’ η ‘5 χρονια καθαρος’ κλπ…ειναι ουσια που προκαλει εξαρτηση η νικοτινη οποτε πολυ σωστο το βρισκω να χρησιμοποιουνται οι συγκεκριμενες λεξεις!
      η επιτυχια σας παντως πιστευω ωφειλεται στην γενικοτερη λογικη που αντιμετωπιζετε τα πραγματα και τη ζωη…και ειναι πολυτιμα ολα αυτα που γραψατε με τοσο προσοχη και κοπο!
      ελπιζω να δωσουν εναυσμα σε πολλους να ξεκινησουν την προσπαθεια τους…
      κι εδω παντως ειδαμε το στοιχειο της αποστασιοποιησης για αλλη μια φορα να παιζει σημαντικο ρολο…τη στιγμη που παρατηρειτε ποτε θελετε τσιγαρο, ποτε καπνιζετε, με ποιον τροπο, ποια συχνοτητα…κλπ!

      σας ευχαριστουμε πολυ και συγνωμη αν γιναμε φορτικοι η πιεστικοι γι αυτο το θεμα αλλα νομιζω αξιζε παρα πολυ τον κοπο…

      καλη σας νυχτα : ))

      ζαργάνα
      11 Μαρτίου 08 στις 11:59

      «….Μη δέχεστε παιδιά μου, τίποτα από ό,τι σας λένε, όλοι αυτοί που παριστάνουν τον φωτισμένο δάσκαλο, το θρησκευτικό ηγέτη, τον γκουρού επειδή είναι αρχομανείς του χειρότερου είδους, καθώς θέλουν εξουσιάζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Πιστέψτε με, οι αληθινοί δάσκαλοι, δεν έχουν μαγαζιά φώτισης όπου πληρώνετε με το μήνα για να δείτε την αλήθεια. Μην πηγαίνετε σε μέρη όπου μιλάνε διαρκώς για αγάπη, αλλά η αγάπη έχει φύγει από το παράθυρο και δεν το έχει πάρει κανείς χαμπάρι…..»

      σωστοοοοοοοοοοοοος, καλο είναι να ‘ναι ψυλιασμένος κανεις 😉

      natassaki
      11 Μαρτίου 08 στις 13:56

      Η γνώση της αιτίας ενός προβλήματός μας και η κατανόηση τού προβλήματος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Και αυτή η γνώση εμποδίζει την κατανόηση. Η γνώση είναι του μυαλού, αλλά η κατανόηση είναι της καρδιάς. Η γνώση σε ικανοποιεί, η κατανόηση σε πονάει.
      (το έχουμε ξαναπεί, ότι συμφωνούμε σ’ αυτό, ε;)

      Έχεις επίγνωση του: τι, πότε, πώς, πόσο και γιατί το κάνεις.

      …Μη δέχεστε παιδιά μου, τίποτα από ό,τι σας λένε, όλοι αυτοί που παριστάνουν τον φωτισμένο δάσκαλο, το θρησκευτικό ηγέτη, τον γκουρού επειδή είναι αρχομανείς του χειρότερου είδους, καθώς θέλουν εξουσιάζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Πιστέψτε με, οι αληθινοί δάσκαλοι, δεν έχουν μαγαζιά φώτισης όπου πληρώνετε με το μήνα για να δείτε την αλήθεια.

      Μάλιστα… δεν θα τα δεχτούμε αν δεν τα ψάξουμε, (αλλά αυτό ήδη το ξέρεις, μα ξέρεις πια)

      Κι ευτυχώς που αυτό το ποστ δεν ήταν για το τσιγάρο, γιατί εγώ δεν κάπνιζω, (μια φορά, έφηβη, για λίγα δευτερόλεπτα -αηδίασα τόσο πολύ, που δεν το ξανακούμπησα..!) αλλά κι εγώ χαίρομαι που το διάβασα!
      🙂

      Φιλιά πολλά
      και σ’ ευχαριστούμε που μας «μεγαλώνεις» ακόμα.

      xristi
      11 Μαρτίου 08 στις 17:52

      Σχετικά με το α! μέρος του post/σεντονιού.. έχεις τόοοσο δίκιο για τις εσωτερικές πόζες που παίρνουμε καθώς «βυθιζόμαστε στο ρεμβασμό», συχνά εχω δεί να παίζω το «θύμα» την «ανέμελη»κλπ..
      Διαβάζοντας δε το β! μέρος, κατάλαβα με έκπληξη πώς ‘εγινε και μου σταμάτησε το κάπνισμα, το Γενάρη που πέρασε, χωρίς πιέσεις, αποφάσεις, επιλογές κ χωρίς after effects μετά απο 2-3 δεκαετίες 20 τουλάχιστον τσιγάρων την ημέρα !!! Μου φάνηκε τόσο εύκολο… που το ξανάρχησα μετά το μήνα γιατί έβαλα 4-5 κιλά που δεν έφευγαν!!!… ήθελα να καπνίζω μόνο 2-3 τη μέρα αλλά φυσικά δεν παρέμειναν τόσα. Σ’ ευχαριστώ.. μου εξήγησες πολλά.

      rodoula-kelly
      12 Μαρτίου 08 στις 19:29

      Oλο το κείμενο αξίζει να διαβαστεί ξανά.
      Αλλά αυτό με τις πόζες εσωτερικές και εξωτερικές του καπνιστή
      Είναι παρατήρηση μικροσκοπίου!
      Πόσο δίκιο!

      Καρέλλεν
      16 Μαρτίου 08 στις 14:15

      Το αφιέρωμα αυτό, αγαπητέ μας Παραμυθά, με τα δυο του μέρη, προσπαθώ να το ζήσω τρόπον τινά, να ενστερνιστώ τα πολλαπλά του μηνύματα. Δεν είμαι καπνιστής, αλλά είναι βεβαίως κάτι πολύ περισσότερο από ένα κείμενο για το κάπνισμα. Παρέπεμψα ακόμη σε αυτό φίλους και συγγενείς που υποφέρουν από την εξάρτηση του τσιγάρου, κι όχι μόνο. Οι εξαρτήσεις στη ζωή είναι, ως γνωστόν, ποικίλες και ορισμένες φορές δυσδιάκριτες. Όχι μόνο το ποτό, η βουλιμία ή οι ουσίες. Υπάρχουν οι τραγικές εξαρτήσεις από την ραθυμία, την ευκολία, την απάθεια, την οικονομική ευμάρεια και τόσες άλλες…
      Σε ευχαριστώ, για άλλη μια φορά.

      RAINBOYJO
      16 Οκτωβρίου 15 στις 22:12

      Το πιό ευκολο πράγμα στον κόσμο είναι να κόψεις το κάπνισμα. Εγω το χω κόψει πάνω απο 10 φορές 🙂

Σχολιάστε