Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ.

Σαν σήμερα, πριν 22 χρόνια, Καθαρή Δευτέρα του 1986, στις δέκα το πρωί, σταμάτησα το κάπνισμα «μαχαίρι», που λένε, ύστερα από smoking-2.JPG30 χρόνια καπνίσματος. Ακριβώς τα 22 χρόνια που έχω σταματήσει να καπνίζω τα κλείνω την επόμενη Κυριακή 16 Μαρτίου, γιατί τότε η Καθαρή Δευτέρα είχε πέσει στις 16 του μήνα, αλλά σας είχα πει ότι τελευταία προθεσμία που ζήτησα για να βάλω αυτό το post είναι η Καθαρή Δευτέρα. Συγνώμη, που καθυστέρησα τόσο πολύ να το ανεβάσω, αλλά όταν ξεκίνησα να το γράφω, άρχισαν να μου βγαίνουν διάφορα πράγματα που τα είχα παρατηρήσει τότε, αλλά που τελικά είδα για πρώτη φορά τη γενικότερη σημασία τους – δηλαδή, όχι μόνο για το κάπνισμα, αλλά για οποιαδήποτε συνήθεια – τώρα, βλέποντάς τα γραμμένα όλα μαζί σε ένα κείμενο. Κι έτσι αποφάσισα να θυμηθώ όλα όσα είδα τότε και να τα γράψω εδώ για όσους από σας βρουν ίσως κάποιο ενδιαφέρον σ’ αυτά.
Κατ’ αρχήν να εξηγήσω τη φωτογραφία. Όπως ίσως θα καταλάβατε είμαι εγώ. Είναι βγαλμένη το καλοκαίρι του 1964 (στα 21 μου), στο σπίτι του φίλου μου του Άλκη – που σας έγραψα γι’ αυτόν σε κάποιο προηγούμενο post – στη Θεσσαλονίκη, όταν ήμουν φαντάρος εκεί. Όταν μου είπε να με βγάλει φωτογραφία, άναψα αμέσως τσιγάρο και πήρα την πόζα που βλέπετε! Βάζω, λοιπόν, αυτή τη φωτογραφία εδώ για να αρχίσω με ένα από τα βασικά εξωτερικά στοιχεία του καπνίσματος που παρατήρησα στην περίοδο που άρχισα να θέλω να μάθω γιατί καπνίζω. Το στοιχείο αυτό είναι η πόζα. Όσοι καπνίζετε, παρατηρήστε κάθε φορά που ανάβετε τσιγάρο – χωρίς να κατακρίνετε ή να δικαιολογείτε αυτό που κάνετε ή βλέπετε – τι πόζα παίρνετε και γιατί. Θα δείτε ότι ακόμα και η απουσία οποιασδήποτε πόζας, όπως αυτή της φωτογραφίας, είναι πόζα. Υπάρχουν πολλών ειδών πόζες: η πόζα «του άνετου»· η πόζα του «πολύ σοβαρού»· η πόζα του «γαμάω»· η πόζα του «πονεμένου»· η πόζα του «καλά έχω και πολύ γοητεία»· η πόζα του «πολύ άντρα» κι αντίστοιχα της «πολύ γκόμενας» και εκατοντάδες άλλες. Τώρα: αυτές οι πόζες είναι εξωτερικές, αλλά το κακό είναι ότι υπάρχουν και εσωτερικές. Είναι εκείνες που τις παίρνουμε καπνίζοντας όταν είμαστε μόνοι μας, έτσι σαν να τις παίρνουμε για μας τους ίδιους καθώς βυθιζόμαστε σε ένα είδος… «ρεμβασμού» και παίζουμε καπνίζοντας: τον «απελπισμένο», τον «δυστυχισμένο», τον «αδικημένο», το «θύμα», τον «ανέμελο», τον «φιλόσοφο» και πολλά άλλα. Μάλιστα, ακόμα και συναισθήματα που είναι αληθινά, λες και υπάρχει μέσα μας ένας ασυνείδητος μηχανισμός που τα μετατρέπει κι αυτά σε πόζα για μας τους ίδιους, καθώς καπνίζουμε!
Μοιάζει παράδοξο σε ένα κείμενο που μιλάει για το σταμάτημα του καπνίσματος να υπάρχει τίτλος, «Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ». Κι όμως, έτσι είναι. Αν μάλιστα προσθέσουμε και το, «εκτός αν στο κόψει με το ζόρι ο γιατρός», τότε είμαστε 100% μέσα. Οπότε τι θα πεις, μπορεί να ρωτήσετε. Αν το προσέξατε και το θυμάστε, στα προηγούμενα posts που σας έλεγα ότι θα γράψω για το τσιγάρο, δεν έλεγα, «θα σας πω πώς έκοψα το τσιγάρο», αλλά: «πώς σταμάτησα το κάπνισμα». Δεν είναι παραδοξολογία, αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.
Άρχισα να καπνίζω στα 13 μου, το 1956. Σ’ ένα πάρτι. Τα πάρτι της δεκαετίας του ‘50 και των αρχών του ’60 – με τη μουσική μπλουζ και τα κλειστά φώτα – ήταν ο βασικός χώρος όπου άνθιζε η ερωτική μας ζωή. Σε ένα από αυτά ήταν ένα κορίτσι που μου άρεσε πολύ και πάνω που παιζότανε να «τα φτιάξουμε» – όπως λέγαμε – έρχεται ένας συμμαθητής μου καπνίζοντας «πολύ αντρικά» και της ζητάει να χορέψουνε. Μετά κάθισαν και την κέρασε τσιγάρο, οπότε τέλειωσε η ιστορία μου μαζί της πριν προλάβει ν’ αρχίσει. Εκείνο το βράδυ άναψα το πρώτο μου τσιγάρο – τράκα. Το κάπνιζα επιδεικτικά μπροστά στο κορίτσι που φλερτάριζα, αλλά πια ήταν αργά. Μου την είχε «φάει» ο φίλος μου! Από την άλλη μέρα άρχισα να κλέβω τσιγάρα από τον πατέρα μου – ΑΡΩΜΑ σκέτο – που ήταν πολύ βαρύς καπνιστής, κάπνιζε πάνω από 5 πακέτα την ημέρα! Λίγο αργότερα , άρχισα να αγοράζω δικά μου τσιγάρα – μικρό πακέτο των 10 στην αρχή – για να φτάσω να καπνίζω στα 40 μου, λίγους μήνες πριν το σταματήσω, τέσσερα με τεσσεράμισι πακέτα την ημέρα, πάντα σκέτα – ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ και GAULOISE, που δεν ξέρω αν υπάρχουν και σήμερα.
Το 1985, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα , όταν δούλευα ακόμα στην Ε.Ρ.Τ. – κάπνιζα γύρω στα τρία πακέτα τσιγάρα, σκέτα, την ημέρα – μου συνέβησαν τέσσερα πράγματα που ήταν μοιραία για το μέλλον μου ως βαρύ καπνιστή.
Είχαμε πάει στις Ινδίες,  σε ένα σχολείο που είχε ιδρύσει ο Κρισναμούρτι στο Rishi Valley, και μας είχε καλέσει ο ίδιος.   Εκεί, σε ένα μεγάλο αγρόκτημα, μαζί με το σχολείο βρίσκονταν και οι κοιτώνες όπου μείναμε. Το κάπνισμα απαγορευόταν παντού. Όταν λέμε παντού εννοούμε όχι μόνο ούτε στο δωμάτιό σου, αλλά ούτε στους γύρω κήπους. Και δεν απαγορευόταν απλώς, αλλά όλοι το θεωρούσαν αυτονόητο ότι δεν καπνίζει κανείς. Κι αυτό σε έκανε να αισθάνεσαι άσχημα να χωθείς πίσω από κάποιο θάμνο για να καπνίσεις. Έτσι, έπρεπε να περπατάω γύρω στα 25 λεπτά για να βγω έξω από την περιοχή του Σχολείου για να καπνίσω με την ησυχία μου, χωρίς να με βλέπει κανείς. Δηλαδή, 25 λεπτά να πάω, 10 να καπνίσω και 25 να γυρίσω, ήθελα 1 ώρα το τσιγάρο! Αν κάπνιζα τα 60 τσιγάρα που είχα συνηθίσει θα έπρεπε να φύγω αμέσως από αυτό το μέρος. Έτσι τα περιόρισα με πολύ πόνο στα τέσσερα την ημέρα. Μείναμε πέντε μέρες και τις δύο τελευταίες είχα αρχίσει να αισθάνομαι γελοίος που έπρεπε να περπατάω γύρω στις τέσσερις ώρες την ημέρα για να καπνίζω! Αυτό, το αίσθημα ότι είναι γελοίο αυτό που κάνω, ήταν το πρώτο μοιραίο χτύπημα για το κάπνισμα που συνέβη.
Το δεύτερο που συνέβη, ήταν δυο ή τρεις εβδομάδες μετά. Μπήκα κάποια στιγμή στην τουαλέτα να χτενιστώ καπνίζοντας, τράβηξα μια γερή ρουφηξιά κι άφησα το τσιγάρο για λίγο στο μαρμάρινο ραφάκι κάτω από τον καθρέφτη. Το συναίσθημα από εκείνο το θέαμα δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Καθώς χτενιζόμουν είδα να βγαίνει πυκνός καπνός από τα ρουθούνια μου όπως πάντα. Και τότε θυμήθηκα κάτι σκίτσα με δράκο που είχε σχεδιάσει ο Κυριτσόπουλος για τον «Παραμυθά», και που τον είχε κάνει να βγάζει καπνό από τα ρουθούνια του. Και ένοιωσα πολύ γελοίος, για δεύτερη φορά, έτσι όπως έβγαινε καπνός και από τα δύο ρουθούνια μου!
Το τρίτο και φαρμακερό για το «καπνιστικό» μου μέλλον έγινε λίγο μετά, αρχές Οκτωβρίου του ’85. Τότε, ο κατασκευαστής και «μάστορας» αυτού του blog ήταν ενός έτους και δέκα μηνών. Κάθε πρωί πριν φύγω για την Ε.Ρ.Τ. έτρωγα το πρωινό μου στην κουζίνα κι εκείνος καθόταν δίπλα μου στο καρεκλάκι του με το γκιογκιό και έπινε μαζί μου τσάι που του έβαζα λίγο σε ένα φλιτζανάκι του καφέ. Στη μισή ώρα που έπαιρνα πρωινό, κάπνιζα δύο με τρία τσιγάρα! Εκείνος καθόταν στα αριστερά μου, κι εγώ – τάχα μου δήθεν για να μην τον κάνω παθητικό καπνιστή – φύσαγα τον καπνό με την άκρη του στόματος προς τα δεξιά ή τον «έδιωχνα» με το χέρι μου όταν ξεχνιόμουν και του τον φύσαγα στη μούρη. Και ξαφνικά, εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη, καθώς τον κοίταζα και φύσαγα στο πλάι τον καπνό, αλλά τον έπιασε βήχας, θυμήθηκα κάποια λόγια του Κρισναμούρτι από ένα βιβλίο με συνάντηση γονείς των παιδιών του Σχολείου. Κάποια στιγμή που μιλάνε για την αγάπη του γονιού στα παιδιά του, κι λέει ότι δεν είναι πάντα κάτι δεδομένα μη εγωιστικό, κάποιος τον ρωτάει: «Δηλαδή, εσείς τι θεωρείτε ότι πρέπει να κάνει ένας γονιός για τα παιδιά του όταν τα αγαπάει αληθινά»; Κι εκείνος τον ρωτάει: «Αγαπάτε αληθινά τα παιδιά σας;» «Φυσικά», του απαντάει ο άλλος και ο Κρισναμούρτι συνεχίζει: «Καπνίζετε»;  «Ναι», του απαντάει  εκείνος. «Κόψτε πρώτα το κάπνισμα και μετά ελάτε να το συζητήσουμε», του λέει ο Κρισναμούρτι.
Όλη τη μέρα είχα νεύρα. Σκεφτόμουν ότι όντως, δεν μπορείς να βλάπτεις κάποιον αν τον αγαπάς. Κι εγώ είχα κάνει το σπίτι να μυρίζει παντού σαν σταχτοδοχείο. Ο νους μου είχε αρχίσει να το βλέπει, αλλά ταυτόχρονα κάπνιζα από τα νεύρα μου περισσότερο από άλλες μέρες.
Το άλλο πρωί, όμως, πήγα κι αγόρασα καπνό πίπας και μία ωραία πίπα. Δεν βαριέσαι! Μετά το φαγητό ήθελα τσιγάρο, με τον καφέ η πίπα ήταν αηδία και επίσης επειδή ανυπομονούσα να καπνίσω γεμίζοντας την πίπα, άναβα κι ένα τσιγάρο και τη γέμιζα καπνίζοντας! Χα, χα, χα… Πλήρης παράνοια! Έτσι μετά από μία εβδομάδα αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι άλλο: να αρχίσω να μακραίνω τα μεσοδιαστήματα ανάμεσα σε δύο τσιγάρα. Από 15 με 20 λεπτά που είχα συνηθίσει, το πήγα πρώτα στη μισή ώρα, μετά στα 35 λεπτά, μετά στα 40 και όταν την πέμπτη μέρα έφτασα στα 45, τότε μου ήρθε τρέλα, γιατί κάθε 5 λεπτά κοίταγα το ρολόι μου, οπότε το κατήργησα καπνίζοντας δύο απανωτά με ένα σπίρτο και για τα δύο. Τότε, μου είπαν για τις τσίκλες με νικοτίνη. Α, μ’ αυτό την καταβρήκα! Μετά από δύο μέρες μάσαγα τσίκλα νικοτίνης και κάπνιζα ταυτόχρονα. Το τέλειο: διπλή δόση νικοτίνης! Και τότε ήταν που κάποιος που του άρεσαν τα παραδοσιακά, μου είπε ότι παλιά, οι παππούδες που ήθελαν να κόψουν το κάπνισμα, έκαναν τρύπες με καρφίτσα στην άκρη του τσιγάρου, κοντά στο στόμα, για να χάνεται ο καπνός και να μην πηγαίνει μέσα. Το έκανα κι αυτό. Άρχισα με μία τρύπα, μετά έκανα δύο, μετά τρεις και στο τέλος το τσιγάρο έμοιαζε σαν χαρτί της τουαλέτας με τις τρυπούλες για να το κόβεις! Και τότε είδα σε ένα Φαρμακείο ότι η τεχνολογία είχε προχωρήσει, και υπήρχαν ωραίες φιλντισένιες πίπες τσιγάρου με μια τρυπούλα στην άκρη, εκείνη όπου έμπαινε το τσιγάρο. Ήταν τέσσερις στο κουτί και η κάθε μια είχε μεγαλύτερη τρύπα από την προηγούμενη. Όταν τράβαγες ρουφηξιά, έβλεπες να βγαίνει καπνός από την τρυπούλα. Έπρεπε να καπνίσεις δέκα με είκοσι μέρες με την κάθε πίπα, και μετά προχωρούσες στην επόμενη με την μεγαλύτερη τρύπα, ώσπου όταν θα έφτανες στην τελευταία, θα πήγαινε ελάχιστος καπνός μέσα σου, θα είχες αποτοξινωθεί από την νικοτίνη και θα έκοβες το κάπνισμα! Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι! Στην τρίτη εβδομάδα, μου ήρθε τρέλα κι άρχισα να «κλέβω» καπνίζοντας ένα τσιγάρο με αυτή την πίπα και δύο χωρίς αυτήν. Και τότε για άλλη μια φορά ένοιωσα γελοίος. Ποιον κορόιδευα; Εμένα βέβαια. Και είπα, «τέλος η προσπάθεια. Ας μην αγαπάς τα παιδιά σου· στα τέτοια μου εκείνος ο κύριος στο Σχολείο· ας πάθω και έμφραγμα· δεν κόβω το τσιγάρο». Και τότε το ξαμόλησα, για πρώτη φορά χωρίς καμιά ενοχή, χωρίς κανένα φόβο, χωρίς καμιά σύγκρουση μέσα μου, κι έφτασα να καπνίζω τέσσερα πακέτα την ημέρα, δηλαδή 80 σκέτα βαριά τσιγάρα και καμιά φορά το βράδυ πριν κοιμηθώ – γιατί κάπνιζα και στο κρεβάτι – άνοιγα και πέμπτο πακέτο!!! Αλλά… Εδώ μπήκε για πρώτη φορά ένα, «αλλά»….

smoking-1.JPG Η συνέχεια, όμως, με το «αλλά» σήμερα το βράδυ. Για να ‘χει και λίγο σασπένς το πράγμα… Όχι πλάκα κάνω. Δεν είναι γι’ αυτό. Απλώς νομίζω ότι είναι πολύ μεγάλο το «σεντόνι» και λέω να το σπάσω στα δύο, γιατί και νοηματικά αυτό το πρώτο μέρος μιλάει για το ότι το τσιγάρο δεν κόβεται, ενώ το άλλο είναι για το πώς σταματάει το κάπνισμα.
Η φωτογραφία που βλέπετε είναι ίσως η τελευταία – ή μία από τις τελευταίες – όπου καπνίζω. Είναι από κάποιο συνέδριο, τέλη Δεκεμβρίου του 1985. Άλλη πόζα κι αυτή: άνεσης, σιγουριάς και προσεκτικής παρακολούθησης, ενώ είμαι φευγάτος!

Καλό ξημέρωμα και καλή εβδομάδα.
Π.

 

 

 

8 Σχόλια στο “Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ.”

Σχολιάστε