Η καρέκλα μου

Αρκετά οι διδακτικές ιστορίες και τα φιλοσοφικοψυχαναλυτικά «σεντόνια». Για σήμερα μια παλιά καλή… σουρεαλιστική ιστορία του Παραμυθά και μάλιστα από τις πρώτες. Όπως θα έχετε καταλάβει, ανακάλυψα το ντοσιέ με τις ιστορίες από τις πρώτες ασπρόμαυρες εκπομπές. Μόλις τις είδε ο «μάστορας», μου λέει: «Πω, πω, κοιτά πώς είναι το χαρτί, και γράμματα παλιάς γραφομηχανής και με σημειώσεις σου επάνω και πρόχειρα σκιτσάκια του Κυριτσόπουλου! Τι λες τώρα! Αυτά τα σενάρια είναι κειμήλια! Δεν τα βγάζεις σε πλειστηριασμό μπας και ξεχρεώσεις το ΤΕΒΕ σου»!
Χα, χα, χα… Μεγάλη ιδέα έχει το παιδάκι μου για τον πατέρα του! Πώς λέμε «χαζομπαμπάς»; Ε, αυτός είναι «χαζογιός». Χα, χα, χα…
Καλό ξημέρωμα
Σας φιλώ.
Π.

Σας έχω πει ποτέ πώς βρήκα την καρέκλα μου; Όχι, ε; Ακούστε, λοιπόν την ιστορία της.
storyteller-gro.JPG Ένα απόγευμα, πριν κάμποσο καιρό, πήγα πετώντας σ’ ένα πολύ ψηλό βουνό πού ξέρω – και δεν το λέω για να μην μαζευτούν τίποτα τύποι με μοτοσυκλέτες που κάνουν φριχτό θόρυβο – για να δω το ηλιοβασίλεμα.
Μόλις έφτασα, βλέπω εκεί στο πουθενά μια καρέκλα! «Α, ωραία», λέω, «θα δω το ηλιοβασίλεμαmommyschair.jpg καθιστός»! Αλλά με το που κάθομαι, αρχίζει η καρέκλα να τρέμει σαν να γίνεται σεισμός και… «φρουπ», δίνει μια στο τέλος και με τινάζει από πάνω της!
«Ωχ», φώναξα καθώς βρέθηκα κάτω ανάσκελα με το τίναγμα της καρέκλας.
«Γιατί με πέταξες κάτω καλέ κυρά καρέκλα» τη ρωτά.
«Σαν να μην μου έφταναν τα βάσανά μου, ήρθες τώρα κι εσύ να κάτσεις πάνω μου», απάντησε η καρέκλα!
«Μα τι βάσανα έχεις», την ρωτάω.
«Να: δεν προλαβαίνω να κάνω ένα φίλο και τον χάνω. Χάνω διαρκώς τους φίλους μου και είμαι πάντα μόνη μου», απάντησε με λυπημένη φωνή η καρέκλα.
«Δηλαδή», την ρωτάω κι εκείνη άρχισε να μου λέει τον πόνο της.

fishbowl.jpg«Μόλις πριν λίγες μέρες μ’ αγοράσανε από το μαγαζί όπου με είχαν φτιάξει κι έχασα έτσι για πρώτη φορά τους φίλους που είχα κάνει, κάτι άλλες καρέκλες και τραπέζια, από τη μέρα που με φτιάξανε. Στο σπίτι που πήγα, με βάλανε δίπλα σ’ ένα τραπεζάκι που είχε πάνω του μια γυάλα μ’ ένα χρυσόψαρο. Και πάνω που είχαμε γίνει φίλοι με το χρυσόψαρο, το πήρανε και το πήγανε σε ένα άλλο δωμάτιο.

flowerpot.jpgΣτη θέση του βάλανε ένα ωραίο βάζο με λουλούδια κι όταν γνωρίστηκα με τα λουλούδια και γίναμε φίλοι, πάνω που εκείνα έσκυβαν προς τη μεριά μου για να μυρίσω το άρωμά τους, με άρπαξε ένα χέρι και με πήγε μακριά τους, μπροστά σε μια μπαλκονόπορτα. Κι όταν εκεί γνωρίστηκα με τον ήλιο κι είχε αρχίσει να με ζεσταίνει η καρδιά του με πήραν κι από ‘κει!

Και να που έρχεται και κουλουριάζεται πάνω μου χαδιάρικα μια γλυκιά γατούλα και πιάσαμε κουβέντα. Αλλά ούτε καιhammiecat.jpg τη ζεστασιά της γάτας δεν μπόρεσα να χαρώ! Μόλις τα ‘χαμε βρει και μας έπαιρνε ο ύπνος, να σου κάτι άτακτα παιδιά που άρχισαν να με τραντάζουν και μου έδιωξαν τη γάτα. Τ΄ αγαπώ, βέβαια, τα παιδιά γιατί παίζουν μαζί μου, αλλά μερικές φορές το παρακάνουν. Τέλος πάντων, αυτά είναι τα βάσανά μου. Αλλά τώρα γεια σου. Φεύγω γιατί έχω δουλειά», είπε η καρέκλα κι έφυγε κατηφορίζοντας γρήγορα το βουνό με τα τέσσερα πόδια της.

Όταν έφυγε η καρέκλα σκέφτηκα να την παρακολουθήσω για να δω πού θα πάει και τι δουλειά μπορεί να έχει μια καρέκλα, εκτός από το να κάθονται οι άνθρωποι πάνω της, ή να ακουμπάνε τα ρούχα της σ’ αυτήν!
Εκεί που προχωρούσαμε, ξαφνικά η καρέκλα σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνο έσκυψε από πάνω της, κάτι της είπε που δεν μπορούσα ν’ ακούσω και τότε η καρέκλα χοροπηδώντας από τη χαρά της γύρισε στο σπίτι της. Κοίταξα από το παράθυρο και βλέπω να την πλησιάζει κάποιος και να κάθεται πάνω της. Και πάνω που ετοιμαζόμουν να φύγω γιατί η ιστορία δεν παρουσίαζε πια ενδιαφέρον, ακούω τον άνθρωπο που κάθισε πάνω της να φωνάζει: «Ωχ, κόλλησα! Κόλλησα στην καρέκλα και δεν μπορώ να σηκωθώ. Τότε έρχεται κάποιος για να τον τραβήξει και κολλάει κι αυτός! Οπότε έρχεται ένας τρίτος, πιάνει τα χέρια του δεύτερου και κολλάει κι αυτός.
Και σε λίγο ήρθε κι άλλος, και μετά κι άλλος κι όλοι κολλάγανε πάνω στον προηγούμενο. Κι επειδή φοβήθηκα ότι στο τέλος θα κολλούσε ολόκληρη η πόλη, σκέφτηκα κάτι και πέταξα γρήγορα προς το βουνό για να βρω το δέντρο πού είχε συναντήσει η καρέκλα. Ήμουν βέβαιος ότι αυτό της είχε πει το μαγικό που τους έκανε να κολλάνε όλοι.
«Πες μου δεντράκι μου σε παρακαλώ», του λέω μόλις έφτασε εκεί, «τι είπες στην καρέκλα και κολλάνε πάνω της όλοι όσοι την πλησιάζουν. Δεν είναι σωστό αυτό πού έγινε! Μια ολόκληρη πόλη κοντεύει να ερημώσει γιατί έχουν κολλήσει όλοι ο ένας πάνω στον άλλον κι όλοι πάνω στην καρέκλα. Και το δέντρο, πού κατάλαβε το λάθος του- μου ψιθύρισε στ’ αυτί μια μαγική φράση κι έφυγα αμέσως πετώντας.
queue.jpg Μόλις έφτασα πάνω από την καρέκλα με τους κολλημένους ανθρώπους που πια βγαίναν έξω από το σπίτι και είχαν πλημμυρίσει τους γύρω δρόμους, φώναξα τη μαγική φράση που μου είπε το δέντρο: «Τούνκουςτένκουςφλουλελένκους»… Κι αμέσως ο ένας μετά τον άλλον άρχισαν να ξεκολλάνε οι άνθρωποι, μέχρι που σηκώθηκε κι ο τελευταίος από πάνω της. Και τότε την πλησίασα και την ρώτησα: «Γιατί το έκανες αυτό;»
«Για να τους τιμωρήσω πού μ’ άφηναν μόνη μου», απάντησες εκείνη.
«Ε , λοιπόν, θα σε πάρω σπίτι μου», της λέω εγώ, «και δεν θα ξαναμείνεις μόνη σου ποτέ πια».
Κι έτσι, έφερα την καρέκλα στο σπίτι μου και δεν έμεινε ποτέ ξανά μόνη της, αφού όταν λείπω εγώ της κάνουν παρέα ή γάτα μου κι ο παπαγάλος μου.

mr_parrot.png

5 Σχόλια στο “Η καρέκλα μου”

      natassaki
      13 Μαρτίου 08 στις 1:24

      …κι αυτός είναι ο Παραμυθάς που θυμάμαι εγώ: που δεν αφήνει παραπονεμένη και μόνη της ούτε μια καρέκλα!!!

      Φιλιά πολλά, καληνύχτα
      🙂

      nellinezi
      13 Μαρτίου 08 στις 12:48

      Ε ναι….ναι…ένα παραμυθάκι ήταν ό,τι έπρεπε μετά από το σεντόνι του καπνίσματος! ( ποιο «σεντόνι» δηλαδή…..τα παμε αυτά!! 😀 😀 )

      Την καλημέρα μου!

      Νατασσάκι και σένα καλημέρααααααα!

      Sweet and bitter
      13 Μαρτίου 08 στις 20:00

      Ωραίο παραμύθι!!! Χρειαζόταν μετά το σεντόνι για το κάπνισμα!

      Ιδέα: θα ήταν ωραίο να βάλετε μερικές φωτογραφίες από εκείνες τις σημειώσεις που λέτε στην αρχή με τα «γράμματα παλιάς γραφομηχανής και με σημειώσεις σας επάνω και πρόχειρα σκιτσάκια του Κυριτσόπουλου!»

      Τα φιλιά μου!

Σχολιάστε