Μια ιστορία για το φόβο

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα μικρό αγόρι σε κάποια φτωχογειτονιά μιας μεγάλης πόλης. Ζούσε μαζί με τη μητέρα του, τον πατέρα του και τις δύο μικρότερες αδελφές του. Το μικρό διαμέρισμα με τα δύο δωμάτια, όπου ζούσε αυτός και η οικογένειά του, ήταν ένα μικρό υπόγειο. Από τη μεριά τού δρόμου τα παράθυρα του σπιτιού είχαν για θέα τα πόδια των περαστικών μέχρι τον αστράγαλο.  Από την μεριά της κουζίνας, όμως, το παράθυρο  έβλεπε σε ένα μεγάλο κοινόχρηστο κήπο που δεν πήγαινε ποτέ κανείς – εκτός από το μικρό αγόρι.

palmtree

Ο κήπος δεν ήταν περιποιημένος, αλλά έμοιαζε με ξεχασμένο παράδεισο μέσα στη μεγάλη πόλη, έτσι καθώς ήταν γεμάτος με αγριολούλουδα, μικρούς θάμνους, δυο τρία μικρά δέντρα, μια αγριοσυκιά, μία πανέμορφη μωβ βουκαμβίλια  σκαρφαλωμένη στη μάντρα που χώριζε τον κήπο από τον πίσω δρόμο όπου δεν υπήρχαν ψηλά σπίτια, αλλά ένα μεγάλο άδειο οικόπεδο και τέλος έναν, τρομερό, πανύψηλο φοίνικα, που έμοιαζε εκεί σαν μετανάστης από την Αφρική. Έτσι, όταν ήσουν στον κήπο  μπορούσες να βλέπεις το γαλάζιο ουρανό και τα μικρά σύννεφα που μερικές φορές έμοιαζαν στο αγόρι με παχουλά παιδάκια που κυνηγιόντουσαν  και τον καλούσαν να παίξει μαζί τους. Και το μικρό αγόρι, τέντωνε τα χέρια του και φανταζόταν ότι πέταγε ψηλά για να τα συναντήσει, εκεί πάνω με την απέραντη άπλα, τη βαθιά ησυχία και το υπέροχο φως, μακριά από το στενόχωρο σκοτεινό σπίτι του και το θόρυβο της μεγάλης πόλης.

flying_boy

Ναι, αυτός ο κήπος ήταν ο παράδεισος για το μικρό αγόρι. Σκαρφάλωνε στην αγριοσυκιά, μάσαγε μερικούς από εκείνους τους κίτρινους μικρούς καρπούς που έπεφταν από τους φοίνικες, κυνήγαγε τις γάτες  και τα πουλιά που επισκέπτονταν τον  κήπο και μουρμούριζε συνέχεια, σαν να μιλούσε σε κάποια άλλα παιδιά που παίζανε μαζί του. Κι ώρες ώρες, είχε μια αίσθηση ότι ήταν πάνω σε μια μεγάλη σκηνή και τον παρακολουθούσε κόσμος και τότε μίλαγε δυνατά. «Πάλι παραμιλάς;» τον ρώταγε η μάνα του, που μερικές φορές πήγαινε να δει τι κάνει ο γιος της  – που ανησυχούσε να τον βλέπει ώρες ώρες πολύ «φευγάτο» – και τον πλησίαζε χωρίς εκείνος να την πάρει χαμπάρι. Το μικρό αγόρι τρόμαζε ξαφνιασμένο και μετά γελώντας την αγκάλιαζε από τη μέση κι εκείνη του χάιδευε το κεφάλι. Πω, πω… αυτός με τη μάνα του μόνοι τους οι δυο τους στον κήπο αγκαλιά! Ε, αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία που μπορούσε να νοιώθει το μικρό αγόρι. Γι’ αυτό και ήταν κάπως  σαν θαύμα, πού ξέφυγε πολύ νωρίς από την επιρροή της, πριν τα είκοσι, ενώ άλλοι φίλοι του συνέχισαν να  επηρεάζονται από τις μάνες τους μέχρι που έφυγαν εκείνες από τη ζωή και ίσως και μετά.

Όπως σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και στο μικρό αγόρι άρχισαν να μπαίνουν από πολύ νωρίς διάφοροι φόβοι μέσα στην καρδιά του. Όχι οι πρακτικοί φόβοι, μην το πατήσει αυτοκίνητο, μην κάψει το χέρι του στην κουζίνα, μην βγει έξω χωρίς παλτό και κρυώσει και τέτοια. Αλλά το άλλο είδος φόβων, των ψυχολογικών, αυτών που ριζώνουν από τότε που είμαστε μικροί στην καρδιά κι όσο περνάει ο καιρός πληθαίνουν κι αλλάζουν: Ο φόβος μήπως δεν είσαι καλός μαθητής, ο φόβος μήπως δεν είσαι καλό παιδί, ο φόβος  μήπως οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι από σένα, ο φόβος μήπως πάψουν να σ’ αγαπάνε οι γονείς σου, ο φόβος μήπως δεν είσαι σαν τους άλλους και σε απομονώσουν και μείνεις μόνος σου, ο φόβος τι θα πουν οι άλλοι, ο φόβος της τιμωρίας· και ο χειρότερος φόβος μήπως δεν γίνεις κάποιος σπουδαίος, που σημαίνει ότι δεν αφήνεις να ανθίσει αυτό που πραγματικά είσαι, αλλά  προσπαθείς να γίνεις αυτό που άλλοι σου έχουν φυτέψει από μικρό μέσα σου ότι πρέπει να γίνεις: οι γονείς σου, οι συγγενείς σου, το σχολείο, η κοινωνία, η θρησκεία, η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η διαφήμιση… Κι έτσι το μικρό αγόρι – για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό – θα έχανε τον εαυτό του, αν δεν του συνέβαινε κάτι, τότε που ήταν ακόμα μικρός, κάτι που του έμαθε να μην φοβάται το φόβο.

corid1

Αυτή η μικρή αυλή, λοιπόν,  που φάνταζε σαν παράδεισος στο μικρό αγόρι, βρισκόταν στην άλλη μεριά από το υπόγειο διαμέρισμα όπου έμενε. Για να φτάσεις στην αυλή, έπρεπε να διασχίσεις όλο το υπόγειο της πολυκατοικίας, περνώντας από ένα μακρύ σκοτεινό διάδρομο. Σ’ αυτόν το διάδρομο υπήρχαν οι αποθήκες των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και οι λάμπες που υπήρχαν στο ταβάνι ήταν πάντα καμένες γιατί σπάνια κατέβαινε κανείς εκεί κάτω. Μόνο το μικρό αγόρι πέρναγε κάθε μέρα από αυτό το διάδρομο για να πάει στην αυλή να παίξει. Ο σκοτεινός αυτός μακρύς διάδρομος, έμοιαζε με ξαπλωμένο ΗΤΑ κεφαλαίο.  Στην κάτω αριστερή άκρη ήταν η πόρτα του σπιτιού του μικρού αγοριού και στην πάνω δεξιά η πόρτα της αυλής. Όταν ξεκινούσες, στην αρχή του διαδρόμου υπήρχε λίγο φως που ερχόταν από τη σκάλα της πολυκατοικίας που κατέβαινε στο υπόγειο, κι όταν έπαιρνες την τελευταία στροφή, ερχόταν λίγο φως της αυλής από την κλειστή, αλλά σαραβαλιασμένη ξύλινη πόρτα της. Το χειρότερο κομμάτι του διαδρόμου ήταν το μεσαίο, σαν να λέμε η γραμμή που ενώνει τα δύο πόδια του κεφαλαίου ΗΤΑ. Εκεί υπήρχε απόλυτο σκοτάδι!  Το μικρό αγόρι δεν είχε ξαναδεί τίποτα πιο σκοτεινό μέχρι τότε στη ζωή του. Και φοβόταν πολύ το σκοτάδι. Ένοιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά του, γι’ αυτό και τα βράδια στο δωμάτιό του, η μάνα του άναβε ένα καντήλι για να έχει λίγο φως το δωμάτιο. Έτσι, όταν ήθελε να πάει στην αυλή να παίξει – συνήθως μόλις γύριζε από το νηπιαγωγείο και μετά, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού – έλεγε στη μαμά του να τον πάει. Εκείνη τον πήγαινε στην αυλή και τον άφηνε εκεί. Κι όταν το αγόρι ήθελε να γυρίσει πίσω, πήγαινε στην άλλη άκρη της αυλής όπου υπήρχε το παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού του και φώναζε τη μαμά του να τον πάρει.
Και ήρθε εκείνη η μέρα που δεν θα την ξέχναγε ποτέ στη ζωή του, σε όποια ηλικία κι αν είχε φτάσει. Ήταν Μάης κι είχε καλοκαιριάσει για καλά στην πόλη. Το μικρό αγόρι πήγαινε στην πρώτη Δημοτικού. Την τελευταία ώρα στο μάθημα, κοίταζε έξω από τα μεγάλα παράθυρα της τάξης του τον γαλάζιο ουρανό, κι ονειρευόταν πότε θα βρεθεί στην αυλή του για να παίξει. Έτσι, μόλις σχολάσανε, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του, που ήταν δυο βήματα από το σχολείο, και ζήτησε χαρούμενο στη μαμά του να τον πάει στην αυλή. Εκείνη, όμως, του απάντησε ότι δεν μπορούσε γιατί είχε αργήσει να ξεκινήσει το μαγείρεμα και δεν γινόταν να σταματήσει. Το αγόρι γκρίνιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Κάθισε σε μια καρέκλα στενοχωρημένο. Σκέφτηκε να πάει μόνο του, αλλά ένοιωσε τέτοιο φόβο να του σφίγγει το στομάχι και την καρδιά, που παράτησε αμέσως την ιδέα. Δεν πέρασαν, όμως, ούτε πέντε λεπτά κι η ιδέα να πάει μόνος του στην αυλή, ξαναγύρισε στο νου του. Κι όπως καθόταν, κάπως σαν να άρχισε να παρακολουθεί τι γινόταν μέσα του: το σφίξιμο στην καρδιά, το σφίξιμο στο στομάχι και τις σκέψεις που τρέχανε στο κεφάλι του. «Γιατί να μην πάω;» έλεγε η μία σκέψη. «Μα είναι πολύ σκοτεινά, πώς θα φτάσεις στην αυλή; Αν είχες φακό, θα πήγαινες», είπε η άλλη. «Κρίμα να μην έχω φακό», είπε μια άλλη σκέψη. «Και τι θα πάθω στο σκοτάδι», ρώτησε μια πιο θαρραλέα σκέψη. «Πα, πα, πα… ούτε να το συζητάς», είπε μια πιο φοβητσιάρα απ’ όλες σκέψη. «Μην είσαι φοβητσιάρης μωρέ! Τι θα πάθεις; Θα σε φάει μπαμπούλας;», φώναξε άλλη μια θαρραλέα σκέψη. «Μμμ… Αυτό μου το έλεγε η μαμά μου όταν ήμουν πολύ μικρός», σκέφτηκε το αγόρι. «Μην βγεις ποτέ μόνος από το σπίτι γιατί θα σε φάει μπαμπούλας». «Κι έχεις δει εσύ ποτέ κανένα μπαμπούλα», ρώτησε μία πολύ λογική σκέψη. Και τότε το μικρό αγόρι, κατάλαβε ξαφνικά, σαν να άστραψε ένα φλας φωτογραφικής μηχανής στο κεφάλι του, ότι όλες ατές οι σκέψεις που έμοιαζαν να κυνηγούν η μια την άλλη μέσα στο κεφάλια του -και οι θαρραλέες και οι φοβητσιάρες, όλες ήταν αυτός ο ίδιος.  Άρα δεν υπήρχε και ένα κακό παιδί μέσα του και ένα καλό, όπως του λέγανε,  όλα ήταν αυτός.   Και καθώς παρακολουθούσε όλα όσα γίνονταν στο κεφάλι του, αποφάσισε να πάει μόνος του στην αυλή. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

hta-3

Ο διάδρομος, σκοτεινός τον περίμενε στα δεξιά του. Προχώρησε. Ένοιωσε σαν να μπαίνει σε μια σκοτεινή σπηλιά.  Η καρδιά του έτρεμε. Έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Κοίταξε πίσω του. Από ‘κει ερχόταν ακόμα το λιγοστό φως από την κεντρική σκάλα της πολυκατοικίας.   Γύρισε το κεφάλι του και προχώρησε. Κι έφτασε στο πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής. Στον μεσαίο διάδρομο, όπου υπήρχε απόλυτο σκοτάδι. Φοβήθηκε πολύ. Αλλά πράγμα παράξενο, ενώ φοβόταν, δεν τον ένοιαζε που φοβόταν κι έτσι δεν έκανε πίσω. Του φάνηκε και λίγο αστείο που δεν φοβόταν να φοβάται. Κοίταξε μπροστά  του, πήρε μια βαθιά ανάσα και χώθηκε στο σκοτάδι. Προχωρούσε αργά, αλλά χωρίς δισταγμό. Μέσα στη φοβερή ησυχία του υπόγειου διάδρομου, άκουγε την καρδιά του να χτυπάει. Έτσι που δεν έβλεπε τίποτα γύρω του από το πηχτό σκοτάδι που τον τύλιγε, ένοιωθε σαν να βρισκόταν  στο κενό. Τότε ήταν που άκουσε ένα θόρυβο σαν θρόισμα φύλλου, κι ένοιωσε κάτι να τον ακουμπάει φευγαλέα στο δεξί του παπούτσι. Σταμάτησε. Πάγωσε ολόκληρος. Μόλις τον είχε ακουμπήσει ένα ποντίκι. Και φοβόταν τρομερά τα ποντίκια. Του ‘ρθε να φωνάξει, «μαμά», να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Αλλά να και πάλι εκείνο το περίεργο που ενώ φοβόταν, την ίδια στιγμή δεν τον ένοιαζε και που φοβόταν. Προχώρησε. Ήθελε λίγο ακόμα για να πάρει τη στροφή και να βρεθεί στον τελευταίο διάδρομο, όπου θα ερχόταν το φως από την μισοξεχαρβαλωμένη πόρτα της αυλής. «Λίγο έμεινε» σκέφτηκε, ενώ ένοιωθε τις αισθήσεις του να δουλεύουν όλες μαζί στο φουλ: Άκουγε και τον παραμικρό ήχο, μύριζε τον μουχλιασμένο αέρα του υπόγειου, κοίταγε το σκοτάδι με ένταση, γευόταν το σάλιο στο στόμα του κι έτριβε τα δάχτυλά του στο παντελόνι του, γιατί η αφή του τον έκανε να νοιώθει ότι υπάρχει. Κοίταξε πάλι πίσω του: Σκοτάδι. Κοίταξε μπροστά του: Σκοτάδι. Σήκωσε το δεξί του χέρι και ψηλάφησε τον τοίχο. Λίγα βήματα ακόμα. Και να, τα δάχτυλά του τού είπαν ότι έφτασε στο τέλος του τοίχου του μεσαίου διάδρομου. Πήρε γρήγορα τη στροφή… και να το φως της αυλής που περνούσε από τις χαραμάδες της παλιάς ξύλινης πόρτας σαν για να τον καλωσορίσει. Ασυγκράτητος πια, έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε με ορμή. Για δευτερόλεπτα έκλεισε τα  μάτια του που δεν άντεχαν το δυνατό φως του ήλιου που πλημύρισε τον σκοτεινό διάδρομο και διέλυσε το σκοτάδι. Βγήκε έξω. Μόλις πάτησε στο χώμα, ένοιωθε τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα χαράς. Έτρεξε στο παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού του όπου ήταν η μάνα του και μαγείρευε. «Μαμά, μαμά…» φώναξε χαρούμενος, «κοίτα, ήρθα μόνος μου στην αυλή»! Η μάνα κοίταξε το μικρό αγόρι και του είπε κι εκείνη χαρούμενη: «Μπράβο το παιδί μου που μεγάλωσε…» Το μικρό αγόρι, ένοιωσε περήφανο με τα λόγια τής μαμάς του κι έπαιξε όσο ποτέ δεν είχε παίξει στην μικρή αυλή. Κι από εκείνη την ημέρα, πήγαινε πάντα μόνος του πια στην αυλή για να παίξει. Έκανε αυτή τη διαδρομή πολλές φορές από τότε. Αλλά από εκείνη την πρώτη φορά, του έμεινε μια αίσθηση σαν να είχε κάνει ήταν το μακρύτερο ταξίδι της ζωής του. Ένα ταξίδι που το είχε κάνει  παρέα με το φόβο, χωρίς να τον φοβάται .

Έτσι, το μικρό αγόρι, χωρίς να το ξέρει, έμαθε μια μεγάλη τέχνη: την τέχνη να μην φοβάται το φόβο. Γιατί όταν δεν φοβάσαι να φοβάσαι, όταν δεν κουκουλώνεις μέσα σου το φόβο καθώς γεννιέται, αλλά τον αφήνεις να έρχεται και να φεύγει παρακολουθώντας τον και καμιά φορά προκαλώντας εσύ, πριν  σε προλάβει αυτός, τότε μπορεί να έρθει μια μέρα που δεν θα φοβάσαι ποτέ τίποτα, εκτός βέβαια από πρακτικά πράγματα, που είναι φυσικό. Τότε θα έχεις τελειώσει με όλους τους ψυχολογικούς φόβους από τον πιο απλό, μέχρι το φόβο του θανάτου. Θα έχεις τελειώσει με όλους τους φόβους που γεννάνε μέσα σου από την απλή ανησυχία μέχρι τη βία και το φόνο, δηλαδή το Κακό. Γι’ αυτό και ίσως ο φόβος να είναι το μόνο που θρέφει την ύπαρξη του Κακού στον κόσμο, ίσως ο ίδιος να είναι το μόνο Κακό που υπάρχει και μάχεται το Καλό.

Καλό ξημέρωμα
Π.

43 Σχόλια στο “Μια ιστορία για το φόβο”

      νατασσσάκι
      12 Μαΐου 09 στις 0:03

      -δεν φοβόταν να φοβάται…
      -Μπράβο το παιδί μου που μεγάλωσε…

      Αν βρεις τη δύναμη, και σου πουν και «μπράβο» -δεν σου κόψουν τα φτερά, δλδ…- τα κατάφερες 🙂

      Φιλί
      καλημέρα

      Γιαννης απο ΝΥ
      12 Μαΐου 09 στις 0:17

      «την τέχνη να μην φοβάται το φόβο.»
      Τι ωραια που θα ηταν να υπηρχε μια σχολη να μαθαινε μια τετοια τεχνη στον κοσμο…
      Αναστασια μου ευχομαι ο μπαμπας σου να γυρισει συντομα στον κηπακο του γερος και σιδερενιος.

      Συνονοματε μπορει να πηρα λιγο φορα κι εγω ετσι οπως τρεχεις κι εσυ, απο Παπαστρατης εγινες Παπατρεχας.
      Μου φαινεται πως μπορει να σε στεναχωρησα και λυπαμαι για αυτο. Μην μου απαντησεις τωρα με τρεις σελιδες κειμενο. Οτι ειπα δεν το ειπα με κακια. Το τελευταιο που σου ειπα το παιρνω πισω.

      Ενα τραγουδακι για το παιδακι με την αυλη του.

      http://www.youtube.com/watch?v=uOOPPO91t2Q

      Μαρία
      12 Μαΐου 09 στις 8:39

      Αχ Νατασσακι σκεφτήκαμε ακριβώς το ίδιο πράμα μα γιατί μου φαίνεται πως ο παραμυθάς αυτό το παιδάκι κάπου το ξέρει… ή κάνω λάθος; πάντως πολύ καλή η ιστορία ξέρω πολλούς νέους ανθρώπους με το φόβο τι θα πει ο κόσμος δυστυχώς ή ευτυχώς τουλάχιστον αυτό δεν το είχα ποτέ… και το πλήρωσα αρκετές φορές!

      Effie
      12 Μαΐου 09 στις 10:49

      Ο δικός μου μεγάλος φόβος είναι το ύψος αλλά προσπαθώ να μη μου στερεί πράγματα πια. Θυμάμαι πριν 3 χρόνια στην Πράγα πήγαμε σ’ένα λόφο στην κορυφή του οποίου είχε ένα ξύλινο αντίγραφο του πύργου του Άιφελ κι έπρεπε να τον ανεβείς με τα πόδια. Ανέβηκα μέχρι τη μέση και σταμάτησα. Ένιωθα ότι η καρδιά μου είχε βγει έξω από το σώμα μου και χτυπούσε σαν παλαβή, δεν έχω ξανανοιώσει έτσι, νομίζω ήμουν σε πανικό..Μετά από πολλή σκέψη και «προσπάθεια» προχώρησα. Η θέα με αντάμειψε, τρομερή!!! Όλη η Πράγα και η γύρω περιοχή στα πόδια σου! Όχι ότι είχα σταματήσει να φοβάμαι γιατί λόγω του αέρα κουνούσε και λιγάκι πάνω αλλά το πάλεβα. Έβλεπα και τους υπόλοιπους χαλαρούς, λέω εντάξει είμαστε.
      Ο φόβος μας στερεί πολλά, πάρα πολλά, το θέμα είναι αν θα τον αφήσουμε…Προσπαθώ να το μάθω στα παιδιά μου, ελπίζω να τα καταφέρω…

      ΑΡΙΣΤΗ
      12 Μαΐου 09 στις 11:22

      Δυστυχώς για μένα δεν μπορώ να νικήσω τους φόβους μου.
      Πολύ ωραίο παραμυθά μου το κείμενο. Μόνο που μεγάλωσα…. και δεν μπορώ να γυρίσω πίσω για να παλέψω.
      Φιλάκια πολλά!

      νατασσσάκι
      12 Μαΐου 09 στις 14:19

      Μαρία μου, νομίζω ότι όλοι μας «ξέρουμε» ένα τέτοιο παιδάκι, ακόμα κι αν δε χρειάστηκε να περάσουμε ένα σκοτεινό διάδρομο αλλά να ανέβουμε, για παράδειγμα σε μια ψηλή σκάλα. Ή να μπούμε σε ένα πολύ μικρό δωματιάκι μόνοι μας. Ή χίλια δυο που μπορεί να φοβάται κάποιος.

      Και ποτέ δεν είναι αργά να ξεπεράσει κανείς το φόβο για το φόβο -άρα, όλους τους φόβους μαζί. Και νομίζω πως ούτε μπορεί να το διδαχθεί αυτό κανείς. Μάλλον το νιώθει από μόνος του, όταν είναι έτοιμος.
      🙂

      Mika
      12 Μαΐου 09 στις 14:44

      Δυστυχώς αυτοί οι φόβοι (οι εμφυτευμένοι) μας κάνουν τόσο μεγάλο κακό…γιατί όπως λες δεν μας αφήνουν να είμαστε αυτό που πραγματικά είμαστε…
      Αλλα μόλις το ανακαλύψεις μπορείς και να το αλλάξεις, έστω και αν καταφέρεις να καταργήσεις μερικούς απο αυτούς…θα νιώσεις μεγάλη ελευθερία…
      Για αυτό η αναζήτηση του εαυτού μας πρέπει να είναι συνεχής, πάντα υπάρχει κάτι προς βελτίωση!
      Να είσαι καλά Παραμυθά μου!
      Φιλιά

      nelli nezi
      12 Μαΐου 09 στις 16:37

      ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΠΟΣΤ ΜΟΥ…

      «…..Βαρύ βιβλίο. Το διάβασα ευχάριστα όμως. Και το μόνο που θυμάμαι, είναι μια φράση που την «κράτησα» : ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ.
      Δε με νοιάζει ποιος αρχαίος την είπε. Με νοιάζει να την πάρω και να την κάνω κομμάτι της σκέψης μου….να «βγάλω» κάτι από αυτήν.

      Ναι.
      Ευτυχία=ελευθερία και
      Ελευθερία =γενναιότητα …..άρα

      Ευτυχία=Γενναιότητα.

      Και τι σημαίνει «γενναιότητα»?

      Θα την ερμηνεύσω όπως τη νοιώθω.

      Σημαίνει σκέψη.
      Ερευνα.
      Κρίση.
      Απόφαση.
      Θάρρος.
      Δράση.
      Απουσία φόβου στις επιλογές και τις πράξεις.

      Άρα λοιπόν είναι ….τόσο απλό?
      «Διώξε τον φόβο…κάνες τις επιλογές σου και…είσαι ευτυχισμένος?»¨

      Η απουσία της γενναιότητας ισοδυναμεί με τη δειλία. Κι η δειλία ενέχει το φόβο.
      Δεν υπάρχει πιο καταστροφικό από το φόβο.

      Οποιοδήποτε φόβο.
      Φόβο για παρεξήγηση.
      Φόβο για γελοιοποίηση.
      Φόβο για μη κοινωνική καταξίωση.

      Ό,τι το φοβάσαι…δεν το ζεις. Κι ό,τι δεν το ζεις σε κρατά πίσω. Είναι η αιτία για τη μη ολοκλήρωση του ανθρώπου ως πολύπλευρη προσωπικότητα και διάσταση.

      Φόβος να μην ενταχθείς.
      Φόβος να μην κριθείς.

      Δεν υπάρχει πιο ύπουλο συναίσθημα από τον φόβο. Είναι αυτός που σου στερεί την ελευθερία. Είναι αυτός που σου στερεί την ευτυχία. Που σε κρατά αλυσοδεμένο. Υπάκουο ανθρωπάκι σε δρόμους γνώριμους και σίγουρους.

      Φόβο για αδυναμία ανταπόκρισης.
      Φόβο για τιμωρία.
      Φόβο για το άγνωστο.

      Επιλέγεις το σίγουρο. Αφήνεις την ελευθερία. Επιλέγεις την ασφάλεια.

      ΜΑ-ΛΑ-ΚΙ-ΕΣ !

      Πού σταματά η ανασφάλεια και αρχίζει η ασφάλεια?

      Πού σταματά η αβεβαιότητα?
      Ποιος καθορίζει αυτά τα όρια?

      Ποιος είναι ο οδηγός?
      Εσύ? Εγώ?
      Σίγουρα? Για ξανασκέψου το.

      Μήπως είναι όλα όσα σε έμαθαν από μικρό παιδί να ακολουθείς πειθήνια?»

      «Πίστευε και μη ερεύνα»!
      Πίστευε τους μεγαλύτερους.
      Την κοινωνία.
      Τα πρότυπα.

      «Αχ κακομοίρη μου…..αν τυχόν και ερευνήσεις….πάει….σε πήρε το ποτάμι…..»

      Όχι ευχαριστώ. Δε θα πάρω ….ΠΙΑ. Και ΔΕ θα πιστέψω και ΘΑ ερευνήσω.

      Κι άμα ερευνήσω , θα αποφασίσω και θα προχωρήσω.

      Ε Γ Ω !!
      Ε Σ Υ!!

      ΔΕ ΦΟΒΑΜΑΙ.

      ΔΕ ΦΟΒΑΣΑΙ.

      ΣΕ ΕΜΑΘΑΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ.

      Είναι τόσες οι ελευθερίες που σου στερεί ο φόβος. Δεν πρέπει να τον υποτιμάς. Παρά μόνο να τον κοιτάς στα μάτια και να τον αντιμετωπίζεις…..είναι καιρός να το κάνεις εσύ ….που ορίζεις τη ζωή σου με γνώμονα το χρήμα, εσύ….που την ορίζεις με γνώμονα την κοινωνική καταξίωση, κι εσύ…που μένεις σε μια σχέση για το «τι θα πει ο κόσμος», κι εσύ που δεν αποφασίζεις να βγεις από τον βάλτο σου ….γιατί ποιος ξέρει τι σε περιμένει μετά… Κι εσύ που θέλεις να τελειώσεις τη ζωή σου. Κι εσύ που είσαι δέσμιος της εικόνας σου.

      Κι εγώ.

      ΠΑΛΕΨΕ.

      ΕΝΑΝΤΙΑ.

      ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΕ ΕΜΑΘΑΝ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ.

      ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΕ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ.

      Όλα σου τα έμαθαν , φοβισμένοι άνθρωποι. Κι αυτοί τα διδάχθηκαν από άλλους φοβισμένους. Πιο παλιούς.

      ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

      Τόλμη ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΕΙΣ ΕΝΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ.

      Τόλμη ΝΑ ΠΑΣ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ.

      Τόλμη ΝΑ ΑΥΤΟΟΡΙΖΕΣΑΙ.

      Τόλμη ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΖΕΣΑΙ.

      Τόλμη ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΕΖΕΙΣ.

      Τόλμη ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΟΥ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΝΟΙΩΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΣΥ.

      Αρετή ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ……ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ………

      …………………………….»

      Φιλιά μπαμπαδοπαραμυθοφιλαράκι μου…..

      nelli nezi
      12 Μαΐου 09 στις 16:44

      Γαμώ τη τρέλα μου, πέσαν τσακωμοί εδώ μέσα και τους έχασα?? Φτουουουουουουου !!!!!!!!!!!

      ΠΑΙΔΕΣ….ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΣΑΚΩΝΕΣΤΕ…Η ΠΑΛΙΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ!!! ΑΝΤΕ …ΠΟΥ ΜΟΥ ΠΗΡΑΤΕ ΑΕΡΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΙ ΤΣΑΚΩΜΟΥΣ !! ΕΔΩ ΜΕΣΑ , ΤΣΑΚΩΝΟΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟ…Η ΑΡΙΣΤΗ ΚΙ ΕΓΩ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΓΟΥ (που σημειωτεον δε τίθεται τέτοιο θέμα…καθότι της ρίχνω στα αυτιά, αλλά την αφήνω να ελπίζει!! χαααααααχαχαχα Αριστάκι σε πεθύμησα!)

      ΠΙΣΩ!!
      ΠΙΣΩ ΟΛΟΙ! 😀 😀

      (Χιχιχιχιχι…ναι ανάβω φωτιές!! Ωραίο πράγμα 😛 )

      nelli nezi
      12 Μαΐου 09 στις 16:46

      Έχω όρεξη σήμερα να τα κάνω όλα μπάαααααααααααααααααχαλο !!!!!!!!

      Λοιπόν….κάτσε να σκεφτώ τι άλλο μπορώ να κάνω, για να τα κάνω όλα άνω κάτω !! Μισό….μέχρι το επόμενο σχόλιο θα σκέφτομαι, ναι?? 😛

      Elenita
      12 Μαΐου 09 στις 17:08

      Καλησπέρα! 🙂
      Κάποτε ήθελα να μη φοβάμαι τίποτα (μετά παντρεύτηκα λέει… χοχοχο!), αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι ο φόβος εκτός του ότι μπορεί να θρέψει το Κακό, θρέφει και την εξέλιξη, θρέφει και την ελπίδα.
      Αν δε φοβόμασταν δε θα προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να επιβιώσουμε και λύσεις για να ζούμε ομορφότερα!
      Με λίγα λόγια, αν τον μετατρέψουμε σε δημιουργία και φαντασία, μόνο κακός δεν μπορεί να είναι. Απ’ ότι βλέπω και από δω μέσα, μάλλον σε καλό δρόμο είμαστε! 🙂

      δημητρης
      12 Μαΐου 09 στις 17:45

      μολις γυρισα απο τη δουλεια και την ωρα που ξεκουραζομουν ειπα να μπω σαν κλεφτης στον κηπο σου να κλεψω ενα παραμυθι.
      οποιος ομως μπει στον κηπο σου σημερα βλεπει το ειδωλο του και τρανταζεται…ετσι δεν παιρνει μονο αλλακαι αφηνει.
      οι πρωτες μερες στο σχολειο,

      οι πρωτες ανοιξης αχτιδες,
      σταθηκαν ξαφνικα εμπρος μου,
      σε στιγμη που ειχα αναψει μια φωτια
      να καιω ελπιδες.

      ειδα μαζι τους και εναν αλλο
      μικρουλη φιλο που ειχα χασει,
      μεσα σε μια φωτογραφια,
      καπου μακρια σε καποια ταξη.

      χαμογελουσε σαν την Τζοκοντα
      κι εγω ακομη ερμηνευω…
      αχ!να μπορουσα να χορευω
      και να`βγαινα παλιστους δρομους!!!

      σαν τον δερβιση θα γυρνουσα κι ας ζαλιζομουν,
      ας επεφτα και ας χτυπουσα,στη γη ανασκελα θα
      ημουν,τα συννεφα θα μου γελουσαν.

      Φιλε,θα πιασω ενα νεφος απανω του να ταξιδεψω
      κι εκει που αυτο θα σταματησει βροχης σταγονα
      θα επιστρεψω.

      Παπαστρατής Ιωάννης
      12 Μαΐου 09 στις 17:55

      Λέω να ξεκινήσω με ένα προσώπικό μου βίωμα.

      Όταν ήμουνα μικρός είχα πάει σε μία κατασκήνωση.Εποχή που πήγαινα ακόμα στο Δημοτικό.Όπως έκανα κούνια ένα απόγευμα,σαν παιδάκι κι εγω,μία ακρίδα ήρθε και κούρνιασε επί της κεφαλής μου.Η μόνη ερμηνεία που μπορώ να δώσω,είχα και πυκνό μαλλάκι,οτί τα πέρασε για ένα νέο είδος θάμνου και είπε να τον εξερευνήσει από κοντά.Από τότε δε θέλω να βλέπω ακρίδα ούτε ζωγραφιστή.Όποτε τυγχαίνει να συναντήσω καμιά απομακρύνομαι ατάκτως.Να μου πεις 27 χροών γομάρι φοβάσαι τις ακρίδες;Επειδή όμως αυτό έγινε προ 20σαετίας περίπου ο φόβος αποθηκεύτηκε στο υποσεινήδητο(έτσι γράφεται;).Γιατί συνειδητά ξέρω ότι δε μπορει να μου κάνει τίποτα.

      Η σημερινή ιστορία ασχολήθηκε με τον πιο »διάσημο»από όλους τους φόβους.Το σκοτάδι.Λογικό είναι.Σε κάνει να αισθάνεσαι ανίσχυρος,αδύναμος,απροστάτευτος,κ.λπ.Ουσιασικά,θεωρώ, είναι ο μόνος φόβος που θά τον έχουμε πάντα.Ακριβώς επειδή το οπτικό σου πεδίο είναι μικρό δε ξέρεις τι να περιμένεις.Μπράβο στο παιδί της ιστόριας και στην Εffie που ξεπέρασε τη υψοφοβία της.

      Είμαι ο Γιάννης και μόλις τελείωσα(ΝατασσσΆκι είπα να το κάνω σλόγκαν,τι λες;)

      Φιλούσκια και Καλησπέρες σε όλους και σε όλες!!! 8)

      Helda
      12 Μαΐου 09 στις 18:37

      Τώρα ξεκινώ για να πάω εκεί που αγαπώ και πάντα φοβάμαι να πάω με την σκέψη μήπως δεν πρέπει ; μήπως δεν είναι σωστό ; μήπως παρεξηγηθώ ; μήπως τελικά είναι βλακεία ;
      Η αγάπη όμως που έχω , η αγνότητα των προθέσεών μου και το ότι δεν βλάπτω κανένα διώχνει τον φόβο μου και πάω .

      Πιστέψτε με θέλει πολύ κουράγιο να διώχνεις τους φόβους σου και να κάνεις αυτό που πραγματικά αγαπάς .

      Θα πρέπει να το έχεις ζυγίσει με την ζωή και το θάνατο .

      ΑΡΙΣΤΗ
      13 Μαΐου 09 στις 9:27

      Δύο πράγματα φοβάμαι στην ζωή μου. Το πρώτο είναι να μην μου πάρει την αρχηγεία η nelli. (Αν και είναι πολύ δύσκολο αυτό, μάλλον θα ξεπεράσω αυτό τον φόβο …χαχαχα)
      Το άλλο και το ουσιαστικότερο είναι ότι φοβάμαι να μην πάθει κάτι η οικογένεια μου. Και θα με συγχωρέσει η χάρη σας αλλά αυτός ο φόβος για μένα τουλάχιστον δεν ξεπερνιέται με τίποτα……
      Φιλάκια και την καλημέρα μου σε όλους.

      Μαρία
      13 Μαΐου 09 στις 9:45

      ουπς η παλιά φρουρά ξαναχτυπά Νελίτσαααααααααααααααααααααα! καλώς την άντε βρε να ζωηρέψει το μπλογκ και παρασοβαρέψαμε!
      φιλιά!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

      papiera
      13 Μαΐου 09 στις 12:14

      Δεν ξέρω αν το ήτα ήταν επιλεγμένο τυχαία. Εγώ το πήρα σαν ήττα. Γιατί όταν ξεπερνάς την πρώτη ήττα, μετά είναι όλα εύκολα…

      Ευχαριστώ για τις ευχές σας για τον μπαμπά μου! Είναι πολύτιμες!!

      δημητρης
      13 Μαΐου 09 στις 14:10

      …βαση προεδρικου διαταγματος της συνειδησης μου που δημοσιευτηκε στην εφημεριδα της κυβερνησης του εγκεφαλου μου αρθρο5 παραγρ.3 [σχετικα με το κεφ.»ολα και τα παντα»] υπεπεσα στο βαρυτατο αδικημα της αγενειας μπαινοντας στον διαδικτυακο κηπο του παραμυθα χωρις να συστηθω.οι ποινες που μου αυτοεπιβαλλονται και ταυτοχρονα εκτιονται ειναι οι εξης
      α)ζητω συγνωμη απο τον παραμυθα και την παρεα του
      β)το μινι βιογραφικο μου σημειωμα ξεκιναει με την γεννηση μου στο Μ.Ρευμα(Αρναουτκιο’ι’) Κωνσταντινουπολης πριν 40 ετη περιπου (η συγγενεια μου με τον χοτζα ερευναται).μεγαλωσα στον Βυρωνα οπου και τελειωσα το λυκειο.για αγνωστους λογους εσπευσα ταχεως να εισαχθω στην ανωτατη σχολη των οικοδομων αττικης οπου απεκτησα την ειδικοτητα του πλακα που ειναι πια το επαγγελμα μου.μενω στο Περιστερι παντρεμενος με μια υπεροχη συντροφο και δυο εξισου υπεροχους γιους 11 και 6 ετων
      γ)αποδεχομαι τον διαδικτυακο ντοματοβολισμο μου αλλα και τον αληθινο (που ομως θα σας κοστισει πολυ )
      καλο απογευμα

      Μαρία
      13 Μαΐου 09 στις 16:59

      Καλώς τον Δημητρη καλως ήρθες και καλώς σε βρήκαμε μόνο μια παρατήρηση πλέον δεν είναι ο παραμυθάς και η παρέα του αλλά ο παραμυθάς και η παρέα μας πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό να σου ζήσουν οι γιοι και να χαίρεσαι την οικογένεια σου και την υπέροχη και απείρως συμπαθητική σου ειδικότητα. Αυτά και όχι αριστούλα δε γλύφω επειδή φοβήθηκα μη χάσω τη θέση του υπουργού πολιτισμού απλά καλωσορίζω τον άνθρωπο! 😆 Τι δεν το είπες; καλά σε προλαβαίνω!

      Παπιερούλα καλό κουράγιο γλυκιά μου όλα θα πάνε καλά!

      Παπαστρατής Ιωάννης
      13 Μαΐου 09 στις 19:02

      Εδώ οι καλές ντομάτες για τον ντοματοβολισμό του Δημήτρη.Σε πολύ χαμηλές τιμές(λόω οικονομικής κρίσης). 😆
      Καλώς ήρθες.

      Ρε κορίτσια από ότι κατάλαβα τα υπυργεία τα μοιράσατε.Πρωθυπουργό βγάλατε;Είμαι,με χαρά,διαθέσιμος. 🙂

      Καλησπέρες 8)

      Μαρία
      14 Μαΐου 09 στις 1:00

      Καλό ταξίδι από όλη την παραμυθοχώρα 🙁
      Αριστούλα το είδες το σχόλιο του Γιάννη;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
      Καλά που το ανέφερες Δημ

      Nelli Nezi
      14 Μαΐου 09 στις 8:59

      ….Καλωσορίζω κι εγώ με τη σειρά μου τους καινούργιους!!

      Welcome to OUR BLOG!!!

      Παραμυθάκο μου τονιζω το OUR …έτσι…κατά τύχη!! χιχιχιχιχι
      Ναι καλέ, γιατί?
      Αφού το μπλογκ ανήκει σε όλους μας, πάλι θα τα λέμε?

      ΩΩΩΩΩΩΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΛΟΙΠΟΝ….ΚΑΛΩΣΟΡΙΖΩ ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΜΥΘΟΦΥΛΗ ΜΑΣ!!

      ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣΚΙΔΙΑ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ!!

      @ ΑΡΙΣΤΗ ΜΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ…μην κλαις καλε, μη μου φοβάσαι κοριτσάρα μου..την αρχηγεία την έχω ήδη εγώ, οπότε θεώρησέ το τετελεσμένο γεγονός για να το ξεπερασεις! Μπου α χα χα χα χα ( μάκια μάκια!!)

      @ ΜΑΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΙ…. που σαι ρε Μαράκι ? Εμένα περίμενες για να ζωντανέψει το μπλογκ? Τι σε εχω αφήσει αναπληρώτρια στο πόδι μου βρεεεεεεεεεεε? Κουνήσου ! Κουνήσου!…τς τς τς…όχι κυριολεκτικώς παιδί μου!! Μεταφορικώς μιλάω! Αμέσως εσύ! Μη χάσεις …να πάρεις το ύφος και το τουπέ και να μου αρχίσεις τα κουνήματα!
      Μαζέψου!
      Ορίστε μας!
      Το νου σου στο μπλογκ όσο λείπω, ναι?
      Αντε! Μακια μάκια!

      @ ΡΕ ΤΖΟΝΟΤΡΕΛΟΑΜΕΡΙΚΑΝΕ…πού το είδες βρε, ότι η αφιερωση ήταν για σέεεεεεεεεενα? εεεεεεεεεεεεε? Εμ βέβαια! Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρευεται!! Κορίτσια…όσο θα λείπω…αφήνω ρητή διαταγή…να αφιερωνετε τραγούδια του Τζονάκου, κάθε μέρα , από καμιά δεκαριά η καθεμία να ρθει στα ίσα του ο άνθρωπος…γιατί αν δεν έρθει στα ίσα του έτσι, υπάρχει πάντα και ο τρόπος του «δείρειν» αλύπητα!

      Τζόνι?

      Μπορείς να πεθάνεις για μένα?
      Μπορείς να σκοτώσεις τά όνειρά σου για μένα?
      Μπορείς να πεσεις πιο κάτω από τον καθένα?

      ΓΙΑΤΙ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΟΥΟΟΥΟΥΟΥΟΥ?
      ΓΙΑΤΙ ΛΕΒΕΝΤΟΝΙΕ ΜΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ?

      ΤΗ ΦΟΥΚΑΡΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΤΗ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΒΡΕ?

      Τι να πεις κανείς? Αμερικάνοι!

      @ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ …θα σε λέω Παπαστρατή, γιατί πολλοί γιάννηδες μαζευτηκατε, και κάπως πρέπει να σας ξεχωρίσουμε, εντάξει? Εντάξει!!

      φοβάσαι τις ακρίδες?? ΕΓΩΩΩΩΩΩΩΩ ΝΑ ΔΕΙΣ!! ΣΕ ΝΟΙΩΘΩ ΟΣΟ ΚΑΝΕΙΣ! ΑΚΡΙΔΟΥΛΕΣ, ΤΖΙΤΖΙΚΑΚΙΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΦΗ…ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΑ ΒΛΕΠΩ ΑΠΟ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΑ ΜΑΚΡΙΑ, ΑΛΛΑΖΩ ΔΡΟΜΟ , για να μην υπάρξει περίπτωση να προσγειωθεί κανένα πάνω μου!

      ΑΡΙΣΤΗ
      14 Μαΐου 09 στις 9:03

      Καλημερούδια σε όλους και πολλά φιλάκια.
      Μαράκι μου γλυκό ένα θα σου πω για τον Γιάννη. Χαχαχαχαχα…. ας γελάσω.
      Εσύ τουλάχιστον ξέρεις με ποια πρέπει να είσαι.
      Άσε τους άλλους να ονειρεύονται…
      Φιλάκια και πάλι σε όλους και ιδιαιτέρος στον παραμυθούκο μου.

      ΑΡΙΣΤΗ
      14 Μαΐου 09 στις 9:40

      Ε όχι βρε nelli μου θα σκάσω. Δεν μιλάς, δεν μιλάς τόσο καιρό και τώρα που εμφανίστηκε το θέμα τις αρχηγίας τσουπ εδώ. Ουυυυυυυυυφφφφφφφφφφ με έχεις σκάσει. Είπαμε αρχηγός εγώ. Πάλι να μαλλιοτραβηχτούμε? Και άσε το Μαράκι ήσυχο και μην το πολύκαλοπιάνεις (σε άφησα στο πόστο μου και τέτοιες χαζομάρες. Παίρνουν τα μυαλά της αέρα…)γιατί είναι με μένα. Εντάξει;;;;; Ωχχχχχχχχχχχχχ άντε πια με κούρασες, αλλά πάρε και ένα φιλάκι γιατί ποιος ξέρει τι θα νομίζουν για μας οι νέοι που σίγουρα θα είναι και ωραίοι! Χαχαχαχα…..

      Nelli Nezi
      14 Μαΐου 09 στις 9:45

      χααααααααχαχαχαχαχαχχαχαχαχαχαααααααααααα

      ο νέος είναι ωραίος Αριστάκι μου, αλλά Ο ΠΑΛΙΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΙΩΣ!!!!

      ΕΛΑ …ΕΛΑ…ΔΕ ΘΕΛΩ ΠΙΚΡΕΣ…ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΠΕΤΡΑ , ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΞΟΥ ΤΟ!
      Η ΑΡΧΗΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ ΛΕΜΕ!
      ΛΕΜΕ ΛΕΩ!
      ΛΕΩ ΛΕΜΕ!!!
      ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΜΕ ΤΩΡΑ ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛΟΙ?
      ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΛΛΗ!!!

      ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΤΕ ΠΟΥ ΔΕ ΜΙΛΩ. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ! ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΣΩΣΤΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ…ΝΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΜΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ…ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΠΑΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΤΗ ΦΕΡΕΙ ΠΙΣΩΠΛΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΑΡΕΙ ΤΗ ΘΕΣΟΥΛΑ ΜΟΥ ( ΒΛ. ΑΡΙΣΤΗ!)

      Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΥΠΑΡΧΗΓΕ (είδες? εγώ δεν κρατώ κακίες…μέχρι και υπαρχηγό σε έκανα βρε, τι άλλο θες?) Η ΠΑΛΙΑ…ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΙΩΣ!! 😛

      Nelli Nezi
      14 Μαΐου 09 στις 9:48

      KAI ΣΙΓΑ ΜΗ ΜΑΛΛΙΟΤΡΑΒΗΧΤΟΥΜΕ….ΕΝΑ ΦΟΥ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΩ, ΘΑ ΠΑΡΑΠΑΤΑΣ ΚΑΗΜΕΝΟΥΛΑ !! ΣΚΕΨΟΥ ΝΑ ΑΡΜΑΤΩΘΩ ΚΙΟΛΑΣ !

      ΑΡΙΣΤΗ
      14 Μαΐου 09 στις 9:52

      Αυτά μας τα έχεις ξαναπεί. Γίνεσαι κουραστική μικρή μου. Αν θυμάσαι είχαμε πει ότι αρχηγός θα γίνει αυτός που τον κουνάει….. καλύτερα. Δες παλιότερα ποστ γιατί ως παλιά ξεχνάς και εύκολα. Λοιπόν έλα τώρα μην αρχίσεις τις πρόβες για κουνήματα γιατί ξέρεις δεν θα τα καταφέρεις με μια Θεσσαλονικιά.

      Nelli Nezi
      14 Μαΐου 09 στις 9:55

      E ΦΥΣΙΚΑ….ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΟΥ Κ….ΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΑ ΜΟΥ!
      ΔΕΝ ΕΙΝ ΚΑΚΟ!
      ΔΕ ΣΕ ΚΑΚΙΖΩ!
      ΚΡΑΤΑ ΕΣΥ ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΟΥ Κ….ΟΥ ΚΙ ΑΣΕ ΤΗ ΓΝΗΣΙΑ ΑΡΧΗΓΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΓΙΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΘΕΣΗ!

      ΓΙΑΤΙ Ο ΣΩΣΤΟΣ, Ο ΠΡΟΣΤΥΧΟΣ , Ο ΕΞΥΠΝΟΣ, Ο ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟΣ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ, ΠΑΝΩ ΑΠ ΟΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ….

      ΑΡΙΣΤΗ
      14 Μαΐου 09 στις 10:13

      Όσα δεν φτάνει αλεπού… Ρίξε το επίπεδο να πάρεις την θέση. Να δω και τους σύμμαχους σου θέλω.

      Nelli Nezi
      14 Μαΐου 09 στις 10:17

      ΣΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΠΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ…

      ΑΛΛΑ ΔΕ ΛΕΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ….

      Η ΝΕΛΛΗ ΝΕΖΗ ΤΑ ΒΓΑΖΕΙ ΠΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

      Κυρία Παραμυθά
      14 Μαΐου 09 στις 10:33

      Καλημέρα και πάλι, έγραψα πριν λίγα λεπτά στο τελευταίο κείμενο του Π περί ανοιχτής καρδιάς και δεν είχα διαβάσει αυτά τα σχόλια σας, λοιπόν αυτό που αποκόμισα είναι ότι πρώτον η παιδική χαρά καλά κρατεί!… ότι δεύτερον, η Νελλίτσα σαν ερωτευμένη μου φαίνεται… ποιος ο τυχερός; και τρίτον ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΡΧΗΓΟΙ, προτείνω λοιπόν, αν η παιδική χαρά θέλει αρχηγό να γίνουν ΕΚΛΟΓΕΣ !!!!!!!!!!!!

      Κοκκινοσκουφίτσα
      14 Μαΐου 09 στις 13:02

      Να μην στενοχωρήσω κανέναν, αλλά υπάρχει και μια Υπουργός εδώ που αν και εκ του μακρόθεν, τη θέση την κρατεί καλά και δεν έχει ακόμη ψηφίσει για Πρωθυπουργό.. Μη σας πω θα διεκδικήσω και την Πρωθυπουργία κι άμα μου αρέσει θα κλείσω και τη Βουλή…. Γεια σε όλους!

      Fwtino_Asteraki
      16 Μαΐου 09 στις 0:05

      Χμμ ειναι δυνατος παντα και ατρομητος το θεμα ειναι να θελεις εσυ να ξεπερασεις τον εαυτο σου και να γινεις λιγακι πιο σκληρος εξωτερικα μα παντα να μενεις ευαισθητος και παιδι καθε φορα…

      Καληνυχτα και ονειρα γλυκα σε ολους!
      Μακια και αγκαλιτεθεθ!

      Έλλη
      26 Μαΐου 09 στις 22:35

      Τυχαία βρήκα αυτό το μπλογκ κάνοντας ένα διάλειμμα στη δουλειά και έχω συγκινηθεί τόσο πολύ! Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια και νιώθω ότι έχει περάσει τόσος καιρός από τότε! Σαν να ήταν μια άλλη ζωή! Χαίρομαι όμως που υπάρχουν άνθρωποι που διατηρούν την παιδικότητα και αθωότητα τους! Σας ευχαριστώ όλους και ιδίως τον κ.Παραμυθά για τις όμορφες ιστορίες του!

      Διαβάζοντας αυτό το ποστ για το φόβο θυμήθηκα τη δική μου «πάλη» σαν παιδί: θυμάμαι ότι για ένα διάστημα φοβόμουν περίεργα πράγματα. Π.χ. δεν ήθελα να πάω στην ταράτσα γιατί φοβόμουν ότι θα πέσει ο στύλος της ΔΕΗ που ήταν δίπλα και θα πάρουμε φωτιά! Θυμάμαι να σφίγγω την καρδιά μου, να λέω στον εαυτό μου «μα τι βλακεία είναι αυτή που σκέφτεσαι, ο στύλος είναι εκεί τόσα χρόνια, τώρα θα πέσει;», αλλά και πάλι, πήγαινα γρήγορα γρήγορα να κάνω ό,τι είχα να κάνω και έτρεχα να επιστρέψω στο σπίτι! Αργότερα, όταν γυρνούσα από το σχολείο, περνούσα μπροστά από μία διαφημιστική ταμπέλα και φοβόμουν ότι θα πέσει.. Μέχρι μια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο σκεφτόμουν «μα τι έχεις πάθει, μια φοβάσαι ότι θα πέσει ο στύλος, μια η ταμπέλα, μια τη φωτιά.. Κάτι δεν πάει καλά με σένα!» Και τότε μου ήρθε αναλαμπή, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. «Αυτό που φοβάμαι δεν είναι ο στύλος ή η ταμπέλα, είναι ο θάνατος! Αυτό φοβάμαι, μην πεθάνω! Αλλά είναι φυσιολογικό, όλοι οι άνθρωποι φοβούνται τον θάνατο, δεν είναι κάτι παράξενο!» Από τότε σταμάτησα να φοβάμαι τόσο, περνούσα κάτω από την ταμπέλα και δεν πήγαινα πιο γρήγορα πια, ήξερα ότι δεν ήταν η ταμπέλα ο πραγματικός φόβος μου! Και σύντομα ξέχασα τις φοβίες μου! Δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

Σχολιάστε