Η συκιά

Ψάχνοντας το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από την επίσκεψή μας με τη Στεφανία στην Κωνσταντινούπολη το 1993, για να τις βάλω στο post για την επέτειο του γάμου μας, βρήκα και δύο φωτογραφίες  που δεν έδειχναν κάτι που να μου θυμίζει οτιδήποτε και δεν καταλάβαινα γιατί τις είχα στο άλμπουμ. Και ξαφνικά το θυμήθηκα όλο! Είχαμε πάει δύο φορές στην Πόλη: Μία το 1985 που με είχε στείλει η Ε.Ρ.Τ. και μία το 1993, που είχαμε πάει για την επέτειο του γάμου μας. Αυτές τις δύο φωτογραφίες που μου τις είχε ζητήσει η μάνα μου -που ζούσε ακόμα τότε- και που της είχα βγάλει για χάρη της. Δυο φωτογραφίες που της προκάλεσαν σοκ  κι έμεινε άφωνη, ενώ δάκρυα κύλησαν στα μάτια της! Ας πάρω, όμως, τα πράγματα από την αρχή για να καταλάβετε. Η μητέρα μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη, από μια οικογένεια με πέντε παιδιά -τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι.Είχε γεννηθεί το 1912 και ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας.  Όταν ήταν επτά χρονών, έχασε τον πατέρα της και στα δεκατέσσερά της  έχασε και τη μητέρα της. Τότε, επειδή υπήρχαν και διωγμοί των Ελλήνων στην Τουρκία, τα τέσσερα κορίτσια αποφάσισαν να φύγουν από την Πόλη και να έρθουν να ζήσουν στην Αθήνα, μαζί με τον αδελφό τους, που είχε φύγει μερικά χρόνια πριν και είχε φτιάξει και οικογένεια. Ένα δυο χρόνια μετά, έχει βγει και η φωτογραφία που βλέπετε εδώ.

Τα χρόνια πέρασαν, η μητέρα μου παντρεύτηκε, έκανε τρία παιδιά, και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, όταν το 1985, της είπα ότι με έστελνε η Ε.Ρ.Τ για ένα Συνέδριο στην Πόλη, μου είπε να πάω εκεί όπου έμενε, στα Ψωμαθιά , να δω τι έγινε το σπίτι της και να βγάλω καμιά φωτογραφία για να δει πώς είναι αυτό το μέρος μετά από τόσα χρόνια. Είχε φύγει από ‘κει όταν ήταν στα δεκατέσσερά της και τώρα πια είχε γίνει εβδομήντα τρία. Η επόμενη φωτογραφία είναι λίγους μήνες πριν  τα κλείσει.

Κάποτε, σε ανύποπτο χρόνο, μου είχε πει η μητέρα μου ότι μπροστά στο σπίτι της υπήρχε μια ωραία συκιά, που όταν ήταν μικρή της άρεσε να ανεβαίνει επάνω και να κάθεται με τις ώρες κοιτάζοντας τους περαστικούς, το ωραίο σπίτι που ήταν στην απέναντι μεριά του δρόμου και το τζαμί πίσω του, όπου αρκετές φορές είχε πετύχει τον Μουεζίνη να προσεύχεται. Η συκιά ήταν σχεδόν κολλητή στο σπίτι της, μια ωραία μονοκατοικία, όπως μου είχε πει, σε ένα μεγάλο οικόπεδο με δέντρα που έβλεπε στο Βόσπορο.
Τη δεύτερη μέρα που είμαστε στην Πόλη, μια ξαδέλφη μου, που ανήκε σε μία από τις δύο οικογένειες που ήταν συγγενείς τής μητέρας μου και δεν είχαν φύγει ποτέ από την Πόλη, μας πήγε κατ’ ευθείαν στο σπίτι. Το πρώτο που είδα ήταν η συκιά, που βρισκόταν ακόμα εκεί! Γέρικη και τεράστια, με κίτρινα φύλλα γιατί ήταν Νοέμβριος, αλλά ζωντανή. Κι απέναντί της, ήταν ακριβώς η ίδια θέα, ό,τι έβλεπε δηλαδή η μάνα μου, μικρό κοριτσάκι σκαρφαλωμένο στη συκιά. Η πρώτη φωτογραφία που έβγαλα, ήταν ακριβώς πίσω από τη συκιά με τη θέα μπροστά της. Είναι αυτή που βλέπετε εδώ.

Ήταν όλα όπως τα έβλεπε μικρούλα η μητέρα μου. Εκείνο που δεν ήταν καθόλου ίδιο ήταν η άλλη μεριά, πίσω από τη συκιά. Γύρισα και έβγαλα αυτή τη δεύτερη φωτογραφία που βλέπετε.

Ήταν σαν κάποιος να είχε σηκώσει το σπίτι της και τα δέντρα!  Ίσως αν είχε χτιστεί κάτι σ’ αυτό το μέρος να ήταν διαφορετική η αίσθηση. Αλλά έτσι άδειος ο τόπος, είχε κάτι μεταξύ μεταφυσικού και μακάβριου.
Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, τύπωσα τις δύο φωτογραφίες και τις της πήγα. Της έδειξα πρώτα τη φωτογραφία με τη θέα που έβλεπε όταν ήταν σκαρφαλωμένη στη συκιά, και το πρόσωπό της φωτίστηκε από χαρά, ενώ ένα «ααα!…» γεμάτο έκπληξη βγήκε από το στόμα της και για λίγο ήταν σαν έβλεπα στα μάτια της το κοριτσάκι που ήταν τότε. «Και το σπίτι μου;» με ρώτησε. Τότε της έδειξα τη δεύτερη φωτογραφία. Στην αρχή δεν κατάλαβε. Όταν όμως πρόσεξε ότι ήμουν στην άλλη άκρη και η συκιά ήταν στο βάθος, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Έφερε τις δυο της παλάμες στα χείλια της, ψιθυρίζοντας ένα αχνό, «πω, πω!…» και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, ενώ εγώ με το ένα χέρι συνέχισα να κρατάω τη φωτογραφία και με το άλλο άρχισα να της χαϊδεύω το κεφάλι.
Καλό βράδυ.
Σας φιλώ γλυκά και τρυφερά.
Νίκος.

7 Σχόλια στο “Η συκιά”

Σχολιάστε