«Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»

Ήταν μια από τι συζητήσεις που έκανα μαζί της για το σχολείο, για το τι δουλειά θα μπορούσε να κάνει όταν μεγαλώσει και τέτοια, όταν η κουβέντα, δεν ξέρω πώς, πέρασε στην περίπτωση ενός φίλου συμμαθητή της που είχε πεθάνει  στα οχτώ του, και είχαμε πάει μαζί στην κηδεία του. Τότε ήταν που μου έκανε την ερώτηση: «Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»
Σκέφτηκα πως δεν ήταν άσχετο το ότι με ρώτησε ακριβώς τη στιγμή που συνάντησε τον θάνατο τόσο κοντά της. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις:  θανάτων, σεισμών, αρρώστιας, μεγάλου πόνου και τα παρόμοια, δεν είναι που αρχίζουμε να έχουμε κάποιες… μεταφυσικές ανησυχίες; Είναι, άραγε, μόνο επειδή νιώθουμε κάποια ανασφάλεια, καθώς μας περιτριγυρίζει ένα αίσθημα φόβου για κάτι που είναι πέρα από τις γνώσεις μας και τις δυνάμεις μας ή, μήπως, και επειδή υπάρχει κάτι φυλακισμένο μέσα μας που σε τέτοιες στιγμές ελευθερώνεται; Κάτι πολύ λεπτό και βαθύ που υπάρχει στα παιδιά μας και που οι γονείς πρέπει να το προσέχουν; Μια λεπτή και βαθιά ποιότητα που θα πρέπει οι γονείς να τη βοηθούν ν’ ανθίσει· να μην επιτρέπουν να ξεχαστεί σε κάποιο «ντουλάπι» μέσα τους, όπως έχει συμβεί στους περισσότερους από μας;Έχω τη γνώμη ότι σε όλους τους ανθρώπους – στους περισσότερους τουλάχιστον – υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα ανικανοποίητου και μια λαχτάρα για κάτι πέρα απ’ όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή. Μοιάζει αυτά τα δύο, σε συνδυασμό με τον τρόπο που μεγαλώνει κανείς  και τον χαρακτήρα του και τις κλίσεις του, να τον οδηγούν κάποτε στην αναζήτηση κάτι βαθύτερου, λεπτότερου ή πάλι –αντίθετα- μπορεί αυτά τα ίδια να τον κάνουν να στραφεί σε ένα αδιάκοπο, αλόγιστο κυνήγι ευχαρίστησης όλων των λογιών, όπου σε κάθε στροφή του δρόμου παραμονεύει πάντα η απογοήτευση, το άγχος, η θλίψη; Νομίζω, ύστερα από τρία παιδιά που έχω μεγαλώσει,  το αίσθημα του ανικανοποίητου και, κυρίως, της λαχτάρας για κάτι άλλο, κάπου εκεί λίγο πριν την εφηβεία αρχίζουν να παρουσιάζονται για να εκδηλωθούν, τελικά, αργότερα με ορμή. Εάν έχει προηγηθεί παιδική ηλικία με σοβαρά προβλήματα, τότε υπάρχει κίνδυνος (όχι πάντα) να σπρώξουν σε καταστροφικές συνήθειες, όπως ναρκωτικά κ.λπ. Εάν έχει προϋπάρξει μια μέση υγιής οικογενειακή ζωή κι ανατροφή, παρουσιάζονται ανησυχίες για την πολιτική, την τέχνη, τη θρησκεία κ.λπ. Επίσης, μπορεί όλο αυτό να στραφεί στην επιθυμία για οικονομική άνεση ή ακόμα και απόκτηση όλο και μεγαλύτερου πλούτου. Ο έρωτας παίζει μεγάλο ρόλο σ’ όλες τις περιπτώσεις — είτε σαν φρένο είτε το αντίθετο, σαν προωθητική δύναμη.  Ίσως μετά το τέλος της εφηβείας και, πάντως, όταν τεθεί θέμα επιβίωσης, παίζεται το προς τα πού θα στραφούν: το αίσθημα του ανικανοποίητου κι εκείνη η λαχτάρα για «κάτι άλλο». Θα μετατραπούν σε προσήλωση σε κάποια πίστη ή ιδεολογία, όπου από πίσω καιροφυλακτεί ο φανατισμός, η βία και άλλα παρόμοια; Θα γίνουν κινητήρια δύναμη για απόκτηση όλο και περισσότερης εξουσίας, πλούτου, ευχαρίστησης ή θα κλειστούν ερμητικά σ’ ένα «ντουλάπι» της ψυχής για να μην «ενοχλούν»;Μπορούν, άραγε, να συνεχίσουν να υπάρχουν και τα δύο, παράλληλα με την καθημερινή ζωή, ζωντανά αλλά… αμέτοχα, διατηρώντας τον νου ξύπνιο, σε μια κατάσταση αδιάκοπης παρατήρησης όσων συμβαίνουν «μέσα κι έξω» μας, μαθαίνοντας έτσι διαρκώς αυτό που πραγματικά είμαστε — εκείνο που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον τόπο και λέγεται, «γνώθι σ’ αυτόν»;  Και αν ναι, πώς θα καταφέρει ένας γονιός να αναθρέψει τα παιδιά του, δίνοντάς τους μια τέτοια εκπαίδευση, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν ζωντανό αυτό το ανικανοποίητο και τη λαχτάρα για κάτι άλλο, χωρίς να στραφούν σε ένα αδιάκοπο κυνήγι ευχαρίστησης, αποφυγής του πόνου ή να τα κάνει ένα  ιδανικό που… ε,  κάποτε θα το φτάσει;
Μήπως θα πρέπει, αποκτώντας κανείς παιδιά, να ξαναδεί το θέμα της δικής του ζωής;  Μήπως, δηλαδή, πρέπει πρώτα ο γονιός να φροντίσει να έχει ένα νου που διαρκώς ερευνά και δεν αράζει βολικά σε καμία πίστη για τίποτα; Να έχει ένα νου που είναι πάντα ξύπνιος  (όχι έξυπνος, ξύπνιος), που θα’ χει την ποιότητα που δίνει η δημιουργική αμφιβολία; Εκείνη που σε κάνει να μην γίνεσαι οπαδός, να μη δέχεσαι αυθεντίες στα ψυχολογικά ή πνευματικά θέματα ή ερμηνευτές ή ενδιάμεσους σε σένα και την Αλήθεια; Ένας τέτοιος νους, δεν θα αχρήστευε κάθε είδους φυγή; Από το τσιγάρο έως τα ναρκωτικά· και από τις οργανωμένες θρησκείες έως τις δεκάδες ομάδες ντόπιων και ξενόφερτων «δασκάλων» τύπου «γκουρού», οργανωμένων σε σχολές, κέντρα ή διάφορους ομίλους: μελετητών, εξυπηρετητών, καλοθελητών, ινδουιστών, βουδιστών, βενταντιστών, λαμαϊστών κ.λπ. που όλοι τους εκεί μιλούν για αγάπη, χωρίς να έχουν πάρει χαμπάρι ότι η αγάπη έχει φύγει απ’ το παράθυρο, επειδή βαρέθηκε να κάθεται κάπου, όπου πιστεύουν ότι μπορεί κανείς στο  να εξασκηθεί στο να αγαπά;
Η Μαρία, στα οχτώ της τότε, επέμεινε ρωτώντας για δεύτερη φορά: «Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»
Και της απάντησα, πάνω κάτω, τα εξής: «Αν υπάρχει, παιδί μου, θα πρέπει να τον βρεις μόνη σου και μέσα σου. Πουθενά αλλού κι από κανέναν — ούτε από μένα, κυρίως από μένα. Και, πάντως, θα πρέπει να αρχίσεις από απλά πράγματα: απ’ αυτό που πραγματικά  είσαι εσύ· από τον εαυτό σου. Για να πάει κανείς μακριά, πρέπει να ξεκινήσει από κοντά, από εκεί που βρίσκεται, έτσι δεν είναι; Και μαθαίνοντας διαρκώς εσύ για σένα, κοιτάζοντας χωρίς κριτική και δικαιολογίες  αυτό που είσαι, ό,τι κι αν είναι αυτό, όσο κι αν δεν σ’ αρέσει, χωρίς ενοχές και φόβο. Τότε, αν κάτι στ’ αλήθεια και βαθιά δεν σ’ αρέσει, θα σταματήσει από μόνο του, θα σβήσει χωρίς καμία άλλη προσπάθεια, χωρίς να χρειάζεται να φτιάξεις ένα ιδανικό που θα τρέχεις πίσω του κοροϊδεύοντας τον εαυτό σου ότι θέλεις ν’ αλλάξεις· χωρίς να φορτώσεις την ευθύνη της ζωής σου σε κάποιον άλλον, όποιος κι ό,τι κι αν είναι αυτός κι όσο κι αν προσφέρεται ο ίδιος να το κάνει· κυρίως τότε. Καθώς θα μεγαλώνεις, θα δεις ότι στη ζωή σου, θα σταματάει πραγματικά μόνο ό,τι δεν θέλεις άλλο κι όχι ό,τι θα ήθελες να είναι αλλιώς. Θα δεις ότι πρώτα δεν θα θέλεις άλλο μια σχέση και μετά θα έρχεται η καινούργια – ποτέ το αντίθετο. Η προσπάθεια για να φέρεις κάτι που θεωρείς θετικό, απλώς θρέφει το αρνητικό, ενώ η άρνησή του, φέρνει το τέλος του και στη θέση του μπαίνει, χωρίς καμιά προσπάθεια, το θετικό. Είναι όπως με το τσιγάρο: όσο θέλεις να το κόψεις είσαι σε σύγκρουση και τελικά καπνίζεις πιο πολύ για να … ξεχάσεις τη σύγκρουση. Ενώ όταν αληθινά και βαθιά πάψεις να θέλεις να καπνίζεις, σταματάει χωρίς καμιά προσπάθεια, από μόνο του. Μ’ έπιασε φλυαρία μωρό μου. Σε ζάλισα;».
Η κόρη μου, με κοίταζε χωρίς να μιλάει και μου φάνηκε ότι μπορεί να μην είχε πιάσει λογικά αυτό που της έλεγα, αλλά ότι το είχε νοιώσει. Κι αυτό θα είχε σημασία να έχει γίνει, σε όποια ηλικία κι αν ήταν. Και είκοσι επτά χρόνια μετά, μου απόδειξε ότι είχε καταλάβει…

Ναι, έτσι είναι. Τα παιδιά «νοιώθουν», γι’ αυτό και «πιάνουν» περισσότερα από τους μεγάλους, που δουλεύουν με το μυαλό. Το ότι καταλαβαίνεις κάτι λογικά, λεκτικά, δεν σημαίνει και πολλά. Πρέπει να το νοιώσεις. Να το γευτείς. Είναι σαν το φαΐ: δεν μπορείς να ξέρεις τη γεύση κάποιου  φαγητού σ’ ένα εστιατόριο, ούτε να χορτάσεις την πείνα σου, διαβάζοντας απλώς το όνομά του στο μενού, πρέπει να το φας.
Σας φιλώ.
Π.

10 Σχόλια στο “«Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»”

      Παπαστρατής Ιωάννης
      21 Ιουλίου 10 στις 20:53

      Το έχω βιώσει και εγώ αυτό φίλτατε.Να μου δίνει συμβουλές ο πατέρας μου και να τα κατανοώ χρόνια μετά αναπολώντας τα.Πολύ ωραίο το σεντόνι σου.

      Με το καλό να μας έρθετε πίσω.Φιλιά και στους δύο σας!!!

      Υ.Γ.:Πάλι μου έβγαλε αυτό το «Δούρειος Ιππος» την προειδοποιήση.

      Καραπιπέρης Γιάννης
      21 Ιουλίου 10 στις 20:58

      «Για να πάει κανείς μακριά, πρέπει να ξεκινήσει από κοντά, από εκεί που βρίσκεται, έτσι δεν είναι; Και μαθαίνοντας διαρκώς εσύ για σένα, κοιτάζοντας χωρίς κριτική και δικαιολογίες αυτό που είσαι, ό,τι κι αν είναι αυτό, όσο κι αν δεν σ’ αρέσει, χωρίς ενοχές και φόβο. Τότε, αν κάτι στ’ αλήθεια και βαθιά δεν σ’ αρέσει, θα σταματήσει από μόνο του, θα σβήσει χωρίς καμία άλλη προσπάθεια, χωρίς να χρειάζεται να φτιάξεις ένα ιδανικό που θα τρέχεις πίσω του κοροϊδεύοντας τον εαυτό σου ότι θέλεις ν’ αλλάξεις· χωρίς να φορτώσεις την ευθύνη της ζωής σου σε κάποιον άλλον, όποιος κι ό,τι κι αν είναι αυτός κι όσο κι αν προσφέρεται ο ίδιος να το κάνει· κυρίως τότε. Καθώς θα μεγαλώνεις, θα δεις ότι στη ζωή σου, θα σταματάει πραγματικά μόνο ό,τι δεν θέλεις άλλο κι όχι ό,τι θα ήθελες να είναι αλλιώς.»

      σοφά αληθινά λόγια (και όχι παραμυθένια)…
      Πολύ καλό σου βράδυ!

      να-τασσσάκι
      22 Ιουλίου 10 στις 19:11

      Μήπως θα πρέπει, αποκτώντας κανείς παιδιά, να ξαναδεί το θέμα της δικής του ζωής; Μήπως, δηλαδή, πρέπει πρώτα ο γονιός να φροντίσει να έχει ένα νου που διαρκώς ερευνά και δεν αράζει βολικά σε καμία πίστη για τίποτα; Να έχει ένα νου που είναι πάντα ξύπνιος (όχι έξυπνος, ξύπνιος), που θα’ χει την ποιότητα που δίνει η δημιουργική αμφιβολία; Εκείνη που σε κάνει να μην γίνεσαι οπαδός, να μη δέχεσαι αυθεντίες στα ψυχολογικά ή πνευματικά θέματα ή ερμηνευτές ή ενδιάμεσους σε σένα και την Αλήθεια;

      Την ίδια ερώτηση μου έκανε ο Άκης στην ίδια ηλικία με τη Μαρία, το καλοκαίρι του 2007, όταν χάσαμε τον αγαπημένο μου θείο – «παππούς» για κείνον- ξαφνικά, στις φωτιές της Ηλίας… Δεν κατάφερα να του απαντήσω τίποτα τότε, ήταν μεγάλο το σοκ και για μένα.

      Όταν πήγε σχολείο το Σεπτέμβρη, στην τρίτη δημοτικού, ξεκίνησαν θρησκευτικά. Μετά από 2 μήνες περίπου, μου έστειλε ένα σημείωμα η δασκάλα του να πάω να την δω. Μου είπε ότι ο Άκης είναι γενικά πολύ καλός μαθητής, με ικανότητες και αντίληψη, προσέχει και συμμετέχει στην τάξη σε όλα τα μαθήματα εκτός από τα θρησκευτικά! Και πως εκεί είναι μόνιμα αφηρημένος, αδιάφορος. Κι όταν τον ρώτησε γιατί, της απάντησε : «Αν είναι τέτοιος ο Θεός, δεν θέλω να ξέρω τίποτα γι’ αυτόν!»

      Της εξήγησα τι είχε συμβεί, και κατάλαβε -κι εγώ.
      Το ξανασυζητήσαμε με τον Άκη, από τότε. Και ήταν ευκαιρία και για μένα, να ψάξω και να ψαχτώ.
      Και σ’ ευχαριστούμε κι οι δυο, για τα παρακάτω 🙂

      Φιλί
      και καλή σας επιστροφή

      Hengeo
      22 Ιουλίου 10 στις 19:58

      Τι ξεγυρισμένο σεντόνι ήταν αυτό; :p

      Σπουδαίο πράγμα το γνώθι σ’αυτόν πράγματι. Έχω νιώσει και εγώ αυτό το συναίσθημα του να παύει κάτι μόλις το κοιτάξεις με καθαρό μυαλό, μέχρι σε σημείο να σκέφτεσαι, αυτό με απασχολούσε; Μήπως αυτό το συναίσθημα είναι αυτό που λένε.. ελευθερία;

      e.
      22 Ιουλίου 10 στις 23:43

      Μου άρεσε η αντίδραση του παιδιού και μου έκανε εντύπωση που επέλεξε να βγάλει το θυμό του σ’ ένα μάθημα που έχει σχέση με το Θεό, όπως τα Θρησκευτικά και μπράβο και στη δασκάλα που το είδε και ενδιαφέρθηκε. Παρατηρώντας τα παιδιά μαθαίνουμε όλοι, γονείς και εκπαιδευτικοί, αρκεί να θεωρούμε αυτήν την παρατήρηση απαραίτητη και συναρπαστική.

      Γιωτα
      23 Ιουλίου 10 στις 16:24

      Καταπληκτικο θεμα και καταπληκτικο κειμενο καλε μου Παραμυθα.Ειναι δυσκολη η βουτια στα βαθια νερα του εαυτου μας.Οσο για το χαρακτηρισμο »σεντονι»,μακαρι να μας »σκεπαζεις» πολυ συχνα με τετοιου ειδους σεντονια. Σε ευχαριστουμε που μοιραζεσαι τις πολυτιμες σκεψεις και τους προβληματισμους σου μαζι μας.

      Παναγιώτης
      24 Ιουλίου 10 στις 12:01

      Όπως λες κι εσύ Π. πρέπει πάντα να ψαχνόμαστε και να βρίσκουμε μόνοι μας, όσο αυτό είναι δυνατό, το δρόμο που θα ακολουθήσουμε. Πρέπει να ακούμε τι λένε οι άλλοι αλλά να έχουμε ένα πολύ καλό φίλτρο για να ξεχωρίζουμε ποια πράγματα από αυτά που λένε είναι ουσιώδη και έχουν κάποια βάση και ποια είναι σκουπίδια και λανθασμένα συμπεράσματα. Έτσι και σε συνδυασμό και με τη δική μας σκέψη και κρίση πιστεύω ότι θα ακολουθήσουμε το σωστότερο δυνατό δρόμο.

Σχολιάστε