Οι χαρταετοί που το ‘σκασαν.

Επειδή είχα καιρό να σας πω καμιά από τις περιπέτειές μου και η Καθαρή Δευτέρα μου θύμησε κάτι που μου έχει συμβεί μια τέτοια μέρα, πριν μερικά χρόνια, είπα να την ανεβάσω σήμερα. Ελπίζω να σας αρέσει. 
Καλή εβδομάδα.
Π.


Ένα πρωί Καθαρής Δευτέρας, μόλις γύρισα σπίτι μου από μια βόλτα που είχα πάει πετώντας, άκουσα κάτι φωνές και πήγα να δω τι ήταν.
«Πω… πω … παιδιά!…Τί θέλετε εδώ εσείς, καλέ»;
«Αχ, Παραμυθά, βοήθησε μας», μου λέει ένα αγοράκι.
«Μα τι πάθατε»; το ρωτάω.
«Το πρωί», μου λέει, « είχαμε πάει να πετάξουμε τους αετούς μας. Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι όταν ξαφνικά, κόπηκαν οι σπάγκοι των αετών, και χάθηκαν πετώντας μόνοι τους στον ουρανό»!
«Και τώρα Παραμυθά, τι θα κάνουμε; Πώς θα ξαναβρούμε τούς αετούς μας», με ρώτησε ένα άλλο αγοράκι.
«Μη στενοχωριέστε», τούς λέω εγώ. «Πρώτα-πρώτα, θα φωνάξουμε τα ζώα τους φίλους μου, να μας βοηθήσουν».
Ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου, έδωσα τη μαγική τρομπέτα που μου είχε χαρίσει η Κλοκλό σε ένα αγοράκι και του είπα να σφυρίξει.
Σε λίγο όλοι οι φίλοι μου τα ζώα, άρχισαν να μαζεύονται. έξω από το σπίτι μου.
Κι όταν μαζεύτηκαν όλα, άρχισα να τα στέλνω εδώ κι εκεί. Την χελώνα και τον λαγό τούς έστειλα να ψάξουν μήπως βρουν τούς χαρταετούς , μέσα στο γειτονικό μου δάσος.
Την καμηλοπάρδαλη την έστειλα να κοιτάξει στα καλώδια του τηλεφώνου και του ηλεκτρικού μήπως έχουν μπερδευτεί εκεί οι χαρταετοί και όλα τα υπόλοιπα ζώα, τα έστειλα να ρωτήσουν σε φίλους και γνωστούς μήπως είδαν πουθενά τους χαρταετούς. Όταν έφυγαν όλα, σκέφτηκα να ρωτήσω και τη γνώμη της σοφής φίλης μου, της κουκουβάγιας που είχε μείνει μαζί μας και που ήταν και μάντισσα. «Διαισθάνομαι ότι κάτι κακό συμβαίνει», μου είπε εκείνη, «και πρέπει γρήγορα να τους βρούμε, για να μη στενοχωριούνται τα παιδάκια.»
Σε λίγο, γύρισαν κι όλοι οι φίλοι μου από εκεί που είχαν πάει, αλλά κανένα δεν είχε μάθει τίποτα για τούς χαρταετούς, ούτε είχα δει κανένα απ’ αυτούς. Δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω, παρά να ψάξω εγώ πετώντας παντού, για να βρω τούς χαμένους χαρταετούς. Έτσι, αφού ευχαρίστησα όλα τα ζώα που είχαν τρέξει να με βοηθήσουν, ξεκίνησα να ψάχνω πρώτα στη θάλασσα.
«Εεεε, κύριε ψάρι», φώναξα σ’ ένα μεγάλο φαγκρί με μουστάκια που είδα πρώτο, «μήπως είδατε τίποτα χαρταετούς να πέφτουν στην θάλασσα»;
«Όχι», μου απάντησε εκείνο.
Πέταξα από ‘δω, πέταξα από ‘κει, αλλά όπου κι αν πήγα δεν μπόρεσα να μάθω τίποτα για τούς χαρταετούς. Στο τέλος, απογοητεύτηκα και πήγα στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό, για να μου πει αν έβλεπε στην κρυστάλλινη σφαίρα της, τους χαρταετούς.
« Μμμμ… Είναι ψηλά πολύ ψηλά», μου είπε η Κλοκλό κοιτάζοντας την κρυστάλλινη σφαίρα της και κινδυνεύουν. Είναι κάπου πίσω από τους λόφους. Πρέπει να πάς γρήγορα…»
Την ευχαρίστησα κι έφυγα γρήγορα πετώντας. Εκεί που πετούσα, πάνω από τους λόφους, είδα ξαφνικά ένα σωρό πουλιά να πετούν βιαστικά, το ένα πίσω από το άλλο.
«Πού να πηγαίνουν άραγε», σκέφτηκα, κι αποφάσισα να τ’ ακολουθήσω.
«Εεε …», φώναξα σ’ ένα γεράκι, «πού πάτε όλα τα πουλιά μαζί;»
«Έχουμε πόλεμο», μου λέει το γεράκι.
Και τότε, είδα σ’ ένα δέντρο ένα χαρταετό, χωρίς ουρά, πληγωμένο. «Τι να συμβαίνει άραγε;» σκέφτηκα.
Καθώς ανέβαινα όλο και ψηλότερα, είδα κι άλλους χαρταετούς χωρίς ουρές. Και πιο πέρα, είδα τις ουρές τους πεταμένες εδώ κι εκεί! Κατάλαβα πώς σε λίγο θα μάθαινα τι είχε γίνει. Μπροστά στα μάτια μου είδα τα πουλιά και τούς χαρταετούς να έχουν στήσει πραγματικό πόλεμο. Οι χαρταετοί προσπαθούσαν με τους ξύλινους σκελετούς τους να χτυπήσουν τα πουλιά, κι εκείνα με το ράμφος τους τράβαγαν να κόψουν τις ουρές των χαρταετών!
«Εεε…σταματήστε..σταματήστε..», τούς φώναξα, μπαίνοντας πετώντας γρήγορα ανάμεσά τους. Όλοι παραξενεύτηκαν που είδαν έναν άνθρωπο να πετάει μπροστά στα μάτια τους και σταμάτησαν.
« Τί κάνετε εδώ;» τους φωνάζω.
«Θα τους κάνουμε κομμάτια τους ψευτο-αετούς», μου λέει ‘ενας αληθινός αετός με υπέροχα μεγάλα φτερά.
« Μα γιατί; Τί σας έκαναν», τον ρωτάω.
«Άκου για να καταλάβεις», μου λέει ο αετός. «Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, αυτοί οι παλιοχαρταετοί, ανεβαίνουν ψηλά και μας ενοχλούν, μας τρομάζουν. Και εμείς πάμε όλο και πιο ψηλά για να γλυτώσουμε απ’ αυτούς. Φέτος όμως, αυτοί έκοψαν τους σπάγκους που τους κρατούσαν για να φύγουν μόνοι τους μακριά, κι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν εδώ πάνω, που μόνο εμείς φτάνουμε. Γι αυτό κι εμείς τα πουλιά αποφασίσαμε να τους τιμωρήσουμε».
«Εμείς θα σας νικήσουμε», είπε ένας τεράστιος χαρταετός πού είχα μπροστά του.
«Εεε, σταματήστε πια», τους φώναξα θυμωμένος. Δεν ντρεπόσαστε; Τι κερδίζετε με το να τσακωνόσαστε; Σας χωράει όλους ό ουρανός… Δεν ντρέπεστε να μαλώνετε; Κι εσείς οι χαρταετοί, δεν σκεφτόσαστε τα παιδιά που είναι στενοχωρημένα που σας έχασαν, κα δεν σκέφτεστε ότι δεν είστε φτιαγμένοι για να πετάτε μόνοι σας; Καθετί στη φύση είναι πλασμένο για να κάνει κάτι, κι όταν πάει να γίνει κάτι άλλο που δεν είναι, το πληρώνει άσχημα. Άλλη φορά να μη κόβετε τούς σπάγκους σας γιατί και τα πουλιά ενοχλείτε και τα παιδιά στενοχωριούνται πού σας χάνουν».
Τα πουλιά κι οι χαρταετοί, κοίταζαν ο ένας τον άλλο όταν άκουσαν τα λόγια μου. Φαίνεται πως τούς έκαναν εντύπωση και το ξανασκέφτηκαν.
«Άντε λοιπόν,» τούς φώναξα. «Σταματήστε να τσακώνεστε και γίνετε φίλοι».
Και πραγματικά, τα πουλιά και οι χαρταετοί, αγαπημένοι, έπαψαν να πολεμάνε μεταξύ τους. Τα πουλιά, γύρισαν στις φωλιές τους και οι χαρταετοί στα παιδάκια, που τους περίμεναν και ξανάγιναν χαρούμενα που είχαν πάλι τούς αετούς τους. Κι όσο για μένα, ε… έκανα μια μικρή αταξία. Έγινα πολύ μικρός και πέταξα ψηλά, καθισμένος πάνω στον τεράστιο πολύχρωμο χαρταετό, που είχα γνωρίσει πριν λίγο.

5 Σχόλια στο “Οι χαρταετοί που το ‘σκασαν.”

Σχολιάστε