Ο γιος της γυναίκας μου

J.M.2

Πριν μερικές μέρες πήγαμε στο γάμο ενός νεανικού φίλου των παιδιών μου, που είναι στην ηλικία τους. Ακόμα και σήμερα τον νοιώθω κι αυτόν σαν παιδί μου. Στο τραπέζι μετά την τελετή, καθόμουνα δίπλα στον γιο της γυναίκας μου από τον πρώτο της γάμο (μπαμπάς του Αλέξανδρου), – στη φωτογραφία κάθεται δίπλα του η κόρη μου η Μαρία και δίπλα της η Τζο- και σκεφτόμουν τα πρώτα χρόνια που αυτά τα δύο παιδιά μας ήταν μικρά – 8 και 12 – και καθώς η Μαρία είχε μετακομίσει μαζί μας, το θέμα της συμβίωσης στο σπίτι είχε τα ζόρια του. (Τον Μάιο του 2007 έγραψα μία ιστορία στο blog με ήρωες αυτή την οικογένεια, και τίτλο, «Το παληκάρι με τη μεγάλη τύχη«, που μπορείτε να την διαβάσετε κάνοντας κλικ  ΕΔΩ).

Ο γάμος αυτός ήταν και για τους δυο μας ο δεύτερος. Και σ’ αυτό το δεύτερο γάμο μας, κι εκείνη κι εγώ, ενώνοντας τα ήδη στημένα κανονικά σπίτια μας, βάλαμε ο καθένας -εκτός από ψυγείο, κουζίνα, τηλεόραση, καφετιέρα, μίξερ και άλλα πολλά- κι από ένα παιδί από τους πρώτους μας γάμους. Τη Μαρία και τον Φρεντ.  Πολύ γρήγορα, τρεις  μήνες μετά γάμο, κάναμε κι ένα δικό μας, τον γνωστό σ’ αυτό το blog ως «μάστορα» ή αλλιώς cpil ή Κωνσταντίνο.

Όπως συμβαίνει, συνήθως, σε παρόμοιες περιπτώ­σεις, που μένουν όλα τα παιδιά μαζί, ο ένας εκνευριζό­ταν με το παιδί του άλλου προσπαθώντας συνέχεια κι απεγνωσμένα να μην το δείχνει και να του φέρεται «σαν να ‘ταν δικό του». Όσοι βρίσκονται ή ήταν κάποτε σε παρόμοια θέση θα με καταλάβουν.

Ο γιος της γυναίκας μου, που βρισκόταν σε μια ευαί­σθητη ηλικία, με το ένα πόδι μέσα στην εφηβεία και τ’ άλλο στο παιδί, είχε συνέχεια ένα… μουρτζούφλικο ύφος που μου «την έδινε», όπως θα ‘λεγε κι εκείνος. Οι προσπάθειες που έκανα να πείσω τον εαυτό μου ότι κι αυτός είναι σαν παιδί μου, απλώς χειροτέρευαν τα πράγματα, αφού ήμουν μονίμως σε σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που συνέβαινε και σε κείνο που θα ‘θελα να συμ­βαίνει. Καθώς η κατάσταση μέρα τη μέρα χειροτέρευε κι η ζωή στο σπίτι άρχιζε να παρουσιάζει δείγματα… κόλασης, τα ‘βαλα κάτω κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι.

Πρώτ’ απ’ όλα, απλά και ξάστερα: γιατί αυτό το παιδί να μ’ εκνευρίζει για πράγματα που έκανε και το δικό μου παιδί, χωρίς, όμως, ν’ αντιδρώ έτσι; Μήπως είχε σημα­σία που αυτός ήταν αγόρι, ενώ η δική μου κορίτσι; (Ο «μάστορας» δεν πιανόταν γιατί ήταν ακόμα μηνών). Μήπως υπήρχε ανάμεσα μας κάποιος κρυμμένος αντα­γωνισμός σε σχέση με τη μητέρα του; Από τη μεριά του σίγουρα -και με το δίκιο του- αλλά κι από τη μεριά μου; Σιγά σιγά οι ερωτήσεις έκαναν ν’ αρχίσει ένας διάλο­γος με τον εαυτό μου, που πάνω κάτω ήταν αυτός:
–          Πότε εκνευρίζομαι;
–          Όταν κάνει κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό.
–          Εκνευρίζομαι το ίδιο και με την κόρη μου σε ανάλογες περιπτώσεις;
–          Όχι τόσο, είναι η αλήθεια.
–          Μ’ αυτόν γιατί εκνευρίζομαι περισσότερο;
–          Ίσως γιατί, επειδή δεν είναι παιδί μου, κρατιέμαι να μην του ρίξω καμιά σφαλιάρα.
–          Σφαλιάρα! Ψέματα! Είμαι εναντίον του ξύλου· δεν έχω απλώσει χέρι πάνω στο παιδί μου κάτι άλλο συμβαίνει.
–          Ίσως μ’ εκνευρίζει η ιδέα ότι, ακόμα κι αν ήθελα να του ρίξω καμία, δεν μπορώ.
–          Γιατί δεν μπορώ;
–          Εεε… δεν θα ‘ταν υπέρ μου να κάνω κάτι τέτοιο.

Σ’ αυτό το σημείο είχα νοιώσει να κρύβεται κάτι, που δεν ήθελε να βγει. Δεν μ’ άρεσε η ιδέα να πιέσω άλλο τον εαυτό μου τότε , και σταμάτησα. Άφησα τα ερωτήματα αυτά να πλανιόνται τις επόμε­νες μέρες στο κεφάλι μου, χωρίς να ξανασχοληθώ ιδιαί­τερα μαζί τους αλλά και χωρίς να τα ξεχάσω. Είναι όπως όταν φυτέψεις ένα λουλούδι σε μια γλάστρα: περιμένεις, δίχως να μπορείς να κάνεις τίποτα, ν’ ανθίσει. Έχεις το νου σου στη γλάστρα για να την ποτίζεις, αλλά δεν πας κάθε τόσο να βγάζεις από το χώμα τους σπόρους για να δεις αν άρχι­σαν να φυτρώνουν! Τ’ άφησα, λοιπόν, να κάνουν «από μόνα τους» τη δουλειά τους. Είχα δει από τότε, ότι αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος για να πάρει κανείς μια απάντηση από την καρδιά του. Πράγμα που σημαίνει ότι μ’ αυτήν κάτι μπορεί ν’ αλλάξει, ενώ με το μυαλό, όσο λογική α­πάντηση κι αν δώσει, όσο κι αν αναλύσει, ξαναπέφτεις στα ίδια και τα ίδια. Η σχέση μου με το γιο της γυναίκας μου -αν και εξωτε­ρικά δεν φαινόταν τίποτα- πήγαινε από το κακό στο χει­ρότερο. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως όποτε βρι­σκόμασταν μαζί, παρατηρούσα τη συμπεριφορά μου απέναντι του περισσότερο από πριν. Είχε περάσει κάπου ένας μήνας, όταν, ενώ παρακο­λουθούσα μία διάλεξη της οποίας δεν μ’ απασχολούσε το θέμα, μου πέρασε από το νου – σαν να έβλεπα έργο στην τηλεόραση – μια σκηνή που είχε γίνει ανάμεσα σε μένα και σ’ εκείνον μερικές μέρες πριν, Μια σκηνή απλή, γρήγορη, σαν αυτές που γίνονται κατά δεκάδες ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι. Καθώς, όμως, η σκηνή φιλτραριζόταν μέσα από τα ερωτήματα που είχαν μπει και, κυρίως, από τη δυνατή επιθυμία να γλιτώνω από τη δυσάρεστη κατάσταση μιας τέτοιας, ψυχολογικά μίζερης σχέσης, άρχισε να ξεχύνεται από μέσα μου μια καινούργια σειρά από ερωτήματα που, χωρίς να είναι τα ίδια απαντήσεις, έμοιαζε να απαντούν στα πρώτα: Ήταν αιτία της σύγκρουσης η προσπάθεια να δείξω μια άλλη συμπεριφορά απ’ αυτή που μου ερχόταν; Είχα μια εικόνα για το πώς θα ‘πρεπε να ‘μαι και προσπαθού­σα να ξεφύγω απ’ αυτό που ήμουν; Γιατί το ‘κανα αυτό; Ποιον κορόιδευα με το να παριστάνω κάτι που δεν ή­μουν; Τι φόβοι κρύβονταν πίσω από μια τέτοια ανειλι­κρινή στάση; Μήπως αυτοί οι φόβοι ήταν ίδιοι ή ανάλο­γοι με αυτού του παιδιού; Είχε ή δεν είχε αυτό το παιδί το ίδιο πρόβλημα με την κόρη μου: παιδί χωρισμένων γονιών που ξαναπαντρεύτηκαν;

Είχε πια ξεχυθεί μέσα μου ένας χείμαρρος από ερωτήματα που δεν μπορούσα να σταματήσω και που γίνονταν όλο και πιο οδυνηρά. Στο βάθος της καρδιάς μου άρχισε να αχνοφαίνεται μια καλοσύνη γι’ αυτό το παιδί, μια καλοσύνη που επρόκειτο να κάνει πολύ καλύτερη τη σχέση μας, έτσι ώστε τα ζόρια εκείνου του καιρού να είναι σήμερα – που κι αυτός είναι πατέρας – σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Καλό ξημέρωμα.
Π.

13 Σχόλια στο “Ο γιος της γυναίκας μου”

      Nelli Nezi
      29 Ιουλίου 09 στις 8:26

      …..Mου λειψαν τόσο αυτά τα ποστς σου…..Σου χω πει ότι σε αγαπάω γιατί είσαι τόσο αληθινός? Τόσο…μη στημμένος…τόσο χαλαρός στο να τα πεις όλα ανοιχτά. Τελικά συνειδητοποιώ, ότι τώρα πια , το Παραμυθάς , έχει μπει ένα σκαλοπατάκι πιο κάτω από το Πιλάβιος.

      Συγκινήθηκα πολύ διαβάζοντάς το. Το ένοιωσα τόσο αληθινό.

      Μπράβο σου.

      Τα έχω-ουμε , ανάγκη αυτά τα ποστς.

      Καλημερούδια με πολλά σματς σμουτς 🙂

      Mika
      29 Ιουλίου 09 στις 10:37

      Το θέμα είναι καλέ μου Παραμυθά να τα αφησεις να ξεχυθούν τα ερωτήματα…και μετά αυτά θα βρούν τον δρόμο τους και θα σου φέρουν τις απαντήσεις. Μόνο να τα αφήσεις…απλά και χωρίς λογοκρισία να βγούνε…
      Αυτο από μόνο του είναι πολύ οδυνηρό αλλά αξίζει τον κόπο…ξέρεις εσύ!!!
      Πολύ ωραίο και αληθινό post!
      Φιλιά πολλά!

      papiera
      29 Ιουλίου 09 στις 12:09

      εγώ πάλι, αυτές τις καταγραφές προσωπικών στοιχείων, καταστάσεων και συναισθημάτων στο ίντερνετ, δεν τις βλέπω με καλό μάτι..

      να-τασσσάκι
      29 Ιουλίου 09 στις 12:16

      …που τα ζόρια εκείνου του καιρού να είναι σήμερα – που κι αυτός είναι πατέρας – σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

      κι έτσι εσύ δηλώνεις παντού «έχω τρία παιδιά», και δυο εγγόνια 🙂
      Φιλί και καλημέρα

      @ papiera, τα κείμενα που έχουν «ετικέτα» «Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται» είναι άρθρα από εβδομαδιαίο περιοδικό και έχουν ήδη κυκλοφορήσει σε βιβλίο -τι άλλο μπορεί να πάθουν, στο ίντερνετ;

      papiera
      29 Ιουλίου 09 στις 16:06

      Τα άρθρα τίποτα.. Εγώ παθαίνω.. Νιώθω σα να φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν..
      Ξέρω..ξέρω.. !
      Θα το συζητήσω με τον εαυτό .. 🙂

      Κυρία Παραμυθά
      30 Ιουλίου 09 στις 9:01

      Μια καλημέρα και από την μάγισσα, νεράιδα του Βοσπόρου, όπως με πολύ τρυφερότητα με αποκάλεσαν πρόσφατα μερικά Παραμυθόπαιδα που επισκέφτηκαν το blog μου!
      Papiera, να δεις εγώ τι παθαίνω όταν διαβάζω αυτό «το σεντόνι» για τον γιο μου…άσε που βλέπω και την φάτσα μου ως Μαντόνα! Φυσικά και δεν θα περιγράψω εδώ τα απερίγραπτα αυτής της σχέσης…Πολλά φιλιά σε όλα τα μικρά και μεγάλα παιδάκια του Παραμυθά.!

      Κυρία Παραμυθά
      30 Ιουλίου 09 στις 17:13

      Συγνώμη, μια σημαντική διευκρίνηση, το νεράιδα του Βοσπόρου, ένας το είπε και απλώς άλλοι το υιοθέτησαν..Όσοι έχουν δει τον Βόσπορο μπορούν να καταλάβουν αυτή την μαγεία… Όσο για τα απερίγραπτα όντως αυτά τα χρόνια ήταν απερίγραπτα…!

      Fwtino_Asteraki
      16 Αυγούστου 09 στις 19:56

      Μια γλυκια καλησπερα και απ μενα…
      Ο συναισθηματικος αλλα και «αντικεμενικος»-με την ενοια οτι μερικα πραγματα προσπαθεις να τα δεις και απ μακρια- χαρακτηρας ενος τετοιου ειδους ποστ πιστευω πως εκτος του να ξαναφρωσεις απ ορισμενα πραγματα σε κανει να εισαι και τοσο μα τοσο αληθινος σε ολα!…Καθε προταση εχει το κατι του την δικια του αντιπαραθεση…

      Και ολο αυτο μου θυμισε λιγακι λιγακι ενα μικρουλικο παιδακι που μπαινει σε ενα χωρο καινουργιο-ισως ακομα και το δωματιο του-στην αρχη το εξερευνα…»φοβαται» αν δει κατι παραξενο κατι το διαφορετικο η κατι το «ξενο» για αυτο …μα οταν τελειωσει αυτη η εξερευνηση ειναι μες στην τρελη χαρα χαμογελαστο αγαπαει τους παντες και ειναι ενας μικρος πριγκιπας/πριγκιπισα στο βασιλειο του που ολοι ειναι καλοδεχουμενοι…

      Απ ολο το παραπανω νομιζω πως πρεπει να φυλαξω το εξης : Τ’ άφησα, λοιπόν, να κάνουν «από μόνα τους» τη δουλειά τους. Είχα δει από τότε, ότι αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος για να πάρει κανείς μια απάντηση από την καρδιά του.

      Νομιζω πως κατι τετοιο σου δινει τις απαντησεις που ζητας την καταλληλη στιγμη! 🙂 😉

      Yota
      16 Δεκεμβρίου 09 στις 21:41

      Καλησπέρα!
      Διάβασα το και σας διαβεβαιώ οτι αυτο συμβαίνει καμιά φορα και με τα ίδια μας τα παιδιά. Δεν ξέρω μερικές φορές τι είναι αυτό που με εκνευρίζει πολλες φορές και εμενα με το γιό μου. Με βάλατε σε σκέψεις , ερωτήσεις που πρέπει να κάνω στον εαυτό μου για βρώ τη λύση. Να μην ανησυχώ τοσο πολύ για όλα και άλλα πολλα.
      Ευχαριστώ πολύ.

Σχολιάστε