Η ιστορία της Γυαλένιας Τοίχου

storyteller-2.jpg
Σε ένα προηγούμενο post σάς είχα πει ότι τελικά το blog θα τ’ αφήσω να πηγαίνει όπου φυσάει ο άνεμος. Δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου να απαντήσω στα πέντε πράγματα για μένα, γιατί δεν ετοιμάστηκαν οι φωτογραφίες που ήθελα να βάλω, κι αναβάλεται για αύριο, Τετάρτη. Κι έτσι για να εξιλεωθώ, θα σας βάλω εδώ την τελευταία ιστορία που έγραψα ποτέ, αρκετά προσωπική, πριν δύο μήνες. Δεν είναι για μένα ή μπορεί και να είναι… Ποιος ξέρει. Τέλος πάντων, κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς… επίτηδες. Είμαι περίεργος αν θα σας αρέσει. Λοιπόν…

Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα πολύ ωραίο σπίτι με κήπο, πολύ κοντά στην πόλη, ζούσε η οικογένεια του κυρίου και της κυρίας Γυάλινου Τοίχου. Ο κύριος και η κυρία Τοίχου, είχαν τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι: την Γυαλένια, την Γυάλινη και τον Γυαλένιο.
Το ονοματεπώνυμο της οικογένειας του πατέρα Γυάλινου Τοίχου, χανόταν βαθιά μέσα στην ιστορία, στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κυρία Γυάλινου Τοίχου που καταγόταν από άλλη χώρα και λεγόταν Ouvre Coeur, όταν ερωτεύτηκε τον νεαρό Γυάλινο Τοίχο, τον παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει μαζί του σε ένα μεγάλο ωραίο σπίτι με πολλά δωμάτια και υπηρέτες, όπου εκεί έκανε ό,τι ήθελε η πεθερά της κι όχι ο πεθερός της, ένας καλός και ήσυχος άνθρωπος που τα είχε εγκαταλείψει όλα στη γυναίκα του, ακόμα και τον εαυτό του• και μάλιστα για να τον αφήσει ήσυχο δέχτηκε να πάρει αυτός το ονοματεπώνυμό της κι όχι εκείνη το δικό του. Έτσι από κύριος Ευγένιος Αδυνάμου, έγινε: κύριος Γυάλινος Τοίχος.


Εδώ πρέπει να σας πω, γιατί οι πρόγονοι της γυναίκας του λέγονταν Γυάλινου Τοίχου. Όπως πολλά επίθετα προέρχονται από επαγγέλματα, τοποθεσίες ή γνωρίσματα – όπως Παπουτσής, Μαυροβουνιώτης, Μικρούτσικος – έτσι και σ’ αυτούς το ονοματεπώνυμο που τους κόλλησε αιώνες πριν, ήταν επειδή λίγο μετά που γεννιόντουσαν γινόταν μία τελετή, κάτι σαν βάφτιση, όπου έμπαινε γύρω τους ένα λεπτός αλλά αδιαπέραστος, αόρατος γυάλινος τοίχος, για να μην μολύνονται συναισθηματικά από την επικοινωνία τους με άλλους ανθρώπους και να μην εκδηλώνεται εκείνο που ένοιωθαν μέσα τους, ούτε να το πολυσκαλίζουν κι οι ίδιοι, επειδή το θεωρούσαν αναξιοπρεπές. Στην αρχή μπορούσαν να ανοίγουν τον γυάλινο τοίχο όποτε θέλουν, αλλά καθώς τον άνοιγαν όλο και πιο σπάνια από φόβο να μην δουν οι άλλοι και οι ίδιοι πώς νοιώθουν στ’ αλήθεια μέσα τους, στο τέλος έπαψαν να τον ανοίγουν. Έτσι, ο κύριος Ευγένιος Αδυνάμου, πέρασε από αυτήν την τελετή κι ονομάστηκε κύριος Γυάλινος Τοίχος. Κι όταν παντρεύτηκε το γιο του η καημένη η Ouvre Coeur, που ήταν πολύ μικρή για γάμους και παιδιά και δεν ήξερε τίποτα από τη ζωή, αναγκάστηκε πολύ γρήγορα να περάσει από την τελετή κι έτσι έγινε κι εκείνη κυρία Γυάλινη Τοίχου. Στην αρχή, έκανε κάποιες προσπάθειες να σπάσει τον τοίχο και να πείσει τον άντρα της να σπάσει κι εκείνος τον δικό του και να φύγουν, αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι κλείστηκε μέσα στον τοίχο και καθώς μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο δυστυχισμένη, αλλά δεν το ήξερε γιατί ο τοίχος – όπως είπαμε – εκτός από προς τα έξω σε εμπόδιζε να δεις και προς τα μέσα.
Το πρώτο παιδί που έκαναν ήταν κορίτσι και το ονόμασαν πολύ γρήγορα Γυαλένια, με την κλασσική τελετή. Το δεύτερο παιδί ήταν πάλι κορίτσι και το ονόμασαν Γυάλινη. Τελευταίο γεννήθηκε το αγόρι, ο Γυαλένιος. Αυτός ειδικά ο μικρός Γυαλένιος μεγαλώνοντας, έμοιαζε όλο και περισσότερο με τον παππού του τον Ευγένιο Αδυνάμου, κι έτσι όταν παντρεύτηκε, η γυναίκα του –που κι αυτή σαν τη μαμά του ήταν από άλλη χώρα και λεγόταν Cuckoo Unhappy– εγκαταλείφθηκε στη γυναίκα του, που του άλλαξε εκείνη το ονοματεπώνυμο και τον ονόμασε κι αυτόν κύριο Cuckoo Unhappy, με αποτέλεσμα οι γονείς του να μην τον αναγνωρίζουν πια.
Το μεσαίο παιδί, η μικρότερη κόρη –η Γυάλινη Τοίχου– που έμοιαζε περισσότερο απ’ όλα τα παιδιά με τη γιαγιά της επειδή είχε πάρει από εκείνο το σόι πιο πολύ, φρόντισε να κάνει δεσμούς με άλλους παντρεμένους, ώστε να μη χρειάζεται να τους παραβάζει μέσα στη ζωή της και να κάνει σχέσεις με βάθος. Ακόμα και το παιδί που απόκτησε, το έκανε με παντρεμένο που είχε άλλα δύο παιδιά και δεν χώρισε τη γυναίκα του ποτέ. Μάλιστα κάποια στιγμή που της κατέβηκε η ιδέα να παντρευτεί για να έχει παρέα η κόρη της κι άλλα παιδιά, βρήκε ένα ζωντοχήρο, που τον έλεγαν Άβουλο Αβουλόπουλο και είχε μια κόρη κι ένα γιο, από τον πρώτο του γάμο. Αλλά πάνω που η Γυάλινη, είχε πείσει τον Αβουλόπουλο –κατά την παράδοση που ξεκίνησε η γιαγιά της– να ετοιμάζεται να του δώσει το δικό της ονοματεπώνυμο και να τον πει κύριο Γυάλινο Τοίχο κι αυτόν, την τελευταία στιγμή είδε ότι δεν άξιζε τον κόπο και τον χώρισε. Κι έτσι συνέχισε να ζει όπως παλιά, μόνο που ο γυάλινος τοίχος της Γυάλινης Τοίχου, άρχισε να σκληραίνει και να γίνεται σαν χοντρό κρύσταλλο, κι έτσι έχασε κι αυτή κάθε ελπίδα να δει κάποτε τον τοίχο να σπάει.
Η μεγαλύτερη κόρη, η Γυαλένια Τοίχου, που ήταν πολύ πονηρή και άταχτη από μικρή, βρήκε ένα μαγικό κόλπο κι έκανε τον γυάλινο τοίχο της να είναι συρταρωτός! Έτσι, όποτε ήθελε τον άνοιγε κι έκανε τις αταξίες που ήθελε μέσα της, αλλά και «μολυνόταν» από την επικοινωνία της με τους απ’ έξω, όπως όταν ρούφαγε την αγάπη που της έδειχνε η νταντά της η κυρία Άννα, μια απλή, καλοσυνάτη και «έξω καρδιά» γυναίκα. Όταν, όμως, η Γυαλένια έφτασε στην εφηβεία, πληγώθηκε πολύ από τ’ αγόρια επειδή προτιμούσαν την αδελφή της που ήταν πιο όμορφη, κι έτσι έσβησε από τη μνήμη της το μαγικό που έλεγε κι έκανε συρταρωτό τον γυάλινο τοίχο για ν’ ανοίγει, έστω και για λίγο. Έτσι, αφού ο τοίχος δεν άφηνε να περνάει τίποτα πια, δεν μπορούσε να καταλάβει ότι υπήρχαν αγόρια που προτιμούσαν αυτήν κι όχι την αδελφή της. Και κάποτε, χωρίς λόγο και αιτία, παντρεύτηκε, έκανε κι ένα παιδί. Αλλά η Γυαλένια, πολύ γρήγορα, χώρισε επειδή βαριόταν να αλλάξει το όνομα του άντρα της για να τον λένε κύριο Γυάλινο Τοίχο κι αυτόν, αφού κάτι μέσα της την έσπρωχνε κάπου που δεν ήξερε επειδή, όπως είπαμε, ο γυάλινος τοίχος εμπόδιζε να δει προς τα μέσα, τον εαυτό της, αυτό που πραγματικά ήταν, κι όχι αυτό που έπρεπε να είναι.
Κι έτσι, μόνη πια μ’ ένα παιδί –σαν την αδελφή της κι αυτή– η Γυαλένια Τοίχου άρχισε να παίρνει από τους άντρες αυτό που είχε στερηθεί ως νεαρό κορίτσι, αλλάζοντας τον έναν μετά τον άλλον, και μερικές φορές έχοντας και δυο τρεις ταυτόχρονα. Κάποιοι την αγάπησαν ή τους αγάπησε κι αυτή, αλλά ο γυάλινος τοίχος, δεν άφηνε να μπορέσει να επικοινωνήσει βαθιά με κάποιον κι έτσι ήταν ακόμα και γι’ αυτούς που θα την ήθελαν για πάντα απλησίαστη.
Εκείνη την εποχή, είχε αρχίσει να ξυπνάει μέσα της η ανάμνηση του σβησμένου μαγικού που έκανε σαν παιδί και άνοιγε τον γυάλινο τοίχο. Κι επειδή δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν, πήγε σε έναν Όμιλο Μάγων που της σύστησαν, χωρίς κι εκείνη να ξέρει ακριβώς γιατί. Κι έμεινε πολλά χρόνια εκεί.
Καθώς, σιγά σιγά, αυτός ο Όμιλος Μάγων της δημιουργούσε την πλάνη ότι επικοινωνούσε με όλους και με το μέσα της, και ότι η καρδιά της είχε ανοίξει, θα έμενε εκεί για πάντα αν κάποια στιγμή ύστερα από κάμποσα χρόνια, δεν ερχόταν ένας κάπως φευγάτος τύπος εκεί. Είχε ένα παράξενο, κάπως ξενικό όνομα: τον έλεγαν Μπατεσκύλι Κιαλέστε και ήταν από μια χώρα που είχε ξεχάσει ποια ήταν κι έψαχνε να την βρει. Ήρθε στον Όμιλο Μάγων γιατί αναζητούσε έναν Ινδό Σοφό που είχε έρθει στον ύπνο του και του είχε πει να τον βρει για να του πει αυτός τελικά, από ποια χώρα ήταν. Ρώτα από ‘δω ρώτα από ‘κει, λοιπόν, έφτασε και στον Όμιλο Μάγων, που είχε κάποια σχέση –όπως του είπαν– με Ινδίες και Σοφούς.
Ο Μπατεσκύλι Κιαλέστε, λοιπόν, ύστερα από λίγο καιρό, γνώρισε την Γυαλένια Τοίχου κι ερωτεύτηκαν. Εκείνη, λίγο πριν, είχε αποφασίσει ότι δεν θα πήγαινε με κανέναν πια αν δεν ήταν να τον παντρευτεί και να τον έχει σύντροφο πια για πάντα. Όταν είδε τον Μπατεσκύλι, ο γυάλινος τοίχος της άνοιξε από μόνος του για λίγο, κι η Γυαλένια ένοιωσε πως είχε βρει αυτόν που έψαχνε και τον ερωτεύτηκε επειδή ήταν το ακριβώς αντίθετο από εκείνη. Αλλά κι ο Μπατεσκύλι Κιαλέστε από τη μεριά του, που μόλις είχε χωρίσει και ζούσε πια στα φανερά όσα έκανε πριν στα κρυφά, την ερωτεύτηκε κι αυτός επειδή ήταν το ακριβώς αντίθετο από εκείνον. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!
Έτσι, ύστερα από έγκριση του Μεγάλου Μάγου του Όμιλου των Μάγων, γιατί εκεί δεν γινόταν αλλιώς, παντρεύτηκαν. Αλλά επειδή εκείνη έμεινε αμέσως έγκυος, ο Μπατεστύλι δεν πρόλαβε να σπάσει τον τοίχο της Γυαλένιας Τοίχου, όπως σχεδίαζε. Κι επειδή μπλέξανε και με τα παιδιά τους από τους προηγούμενους γάμους, με τις δουλειές και –η αλήθεια είναι- πέρναγαν και ωραία όταν έμεναν μόνοι οι δυο τους, δεν πρόσεξαν ότι κάτι δεν πήγαινε και πολύ καλά με την επικοινωνία τους. Η Γυαλένια, παρ’ όλο που ερωτεύτηκε τον Μπατεσκύλι, δεν έσπασε το γυάλινο τοίχο της κι έτσι το ένα κομμάτι του έρωτα, το δικό της, έμεινε από τη μέσα μεριά του τοίχου και το άλλο, το δικό του, έμεινε από την έξω• οπότε καθώς ο έρωτας ήταν κομμένος στα δύο από τον γυάλινο τοίχο της, δεν μπορούσε να γίνει ένα και ν’ ανθίσει.
Αλλά φαίνεται ότι τους βόλευε και τους δύο ο γυάλινος τοίχος και δεν προσπάθησε ούτε εκείνος να τον σπάσει, αλλά ούτε κι η Γυαλένια έκανε τρομερές προσπάθειες να του αλλάξει το όνομα σύμφωνα με την οικογενειακή τους παράδοση, εκτός από μια φορά στην αρχή, λίγο πριν το γάμο, που του έκανε του Μπατεσκύλι κάποια τέτοια νύξη για ένα προικοσύμφωνο που εκείνος αρνήθηκε να υπογράψει. Έτσι, ενώ ζούσαν μαζί, συνέχισαν κατά κάποιο τρόπο να ζούνε, κατά βάθος, χώρια. Αυτή έμεινε, Γυαλένια Τοίχου – άλλωστε και με το νόμο μπορούσε να κρατήσει το όνομά της – κι αυτός παρέμεινε Μπατεσκύλι Κιαλέστε. Έτσι πέρασαν μερικά χρόνια, ώσπου ξαφνικά μια μέρα, έτσι από το πουθενά, ο Μπατεσκύλι Κιαλέστε, ανακάλυψε τον Ινδό Σοφό που είχε δει στο όνειρό του. Πήρε τη Γυαλένια μαζί του, και οι δυο τους πήγανε στην μακρινή χώρα που μίλαγε για να τον ακούσουν.
Φαίνεται πως ο Σοφός κατάφερε κάπως να διαπεράσει το γυάλινο τοίχο της Γυαλένιας, γιατί όταν γύρισαν πίσω, και ο Μπατεσκύλι της ανήγγειλε ότι φεύγει πια από τον Όμιλο Μάγων, έφυγε κι αυτή μαζί του. Κι έτσι, άρχισε να γίνεται μέσα τους μια δουλειά που τελειωμό δεν είχε. Η Γυαλένια Τοίχου ξαναθυμήθηκε το μαγικό που έκανε τον γυάλινο τοίχο της συρταρωτό κι άρχισε όλο και πιο συχνά να τον ανοίγει. Και ο Μπατεσκύλι Κιαλέστε, άρχισε να καθαρίζει το μέσα του ανακαλύπτοντας «σκουπίδια» θαμμένα στην ψυχή του από την παιδική του ηλικία, που αντί να τρέχει στον ένα και τον άλλοξν για να του τα αναλύει, τα πέταγε κι έβαζε έτσι τάξη μέσα του.
Έτσι, πέρασαν τα χρόνια, τα παιδιά μεγάλωσαν κι έφυγαν, κι η Γυαλένια με τον Μπατεσκύλι πέρασαν δυσκολίες κι απρόβλεπτες τύχες, βάσανα κι επιτυχίες, χαρές και πόνους κι έμεναν πάντα μαζί.
Και κάποτε ο Μπατεσκύλι σοβάρεψε κι έγινε αυστηρός, ενώ η Γυαλένια Τοίχου άφηνε πια τη συρταρωτή πόρτα σχεδόν πάντα ανοιχτή. Αλλά πράγμα παράξενο, αυτό δεν το έκανε σχεδόν ποτέ με τον Μπατεσκύλι, κι ενώ εκείνος πια ψόφαγε να παραδοθεί εκείνη δεν το καταλάβαινε. Κι όπως στην αρχή ο έρωτας δεν μπορούσε ν’ ανθίσει, καθώς ήταν κομμένος στα δύο από τον γυάλινο τοίχο της, έτσι και τώρα ο ίδιος γυάλινος τοίχος εμπόδιζε να περπατήσουν μαζί, πλάι πλάι, το δρόμο τους που έφτανε στο τέλος του. Η σχέση έμοιαζε να έχει κολλήσει — όχι πεθάνει, απλώς κολλήσει.
Ο Μπατεσκύλι Κιαλέστε, άρχισε να έχει νεύρα, μελαγχολίες, και δεν ήξερε τι να κάνει. Ώσπου ένα βράδυ, θυμήθηκε την παλιά του δουλειά, που ήταν να φτιάχνει και να λέει παραμύθια – μάλιστα τον παππού του τον λέγανε Παραμυθά – και κάθισε και σκάρωσε ένα παραμύθι για χάρη της. Πίστευε ότι όταν θα άκουγε εκείνη αυτό το παραμύθι, όχι απλώς θα άνοιγε ο συρταρωτός γυάλινος τοίχος της, αλλά χωρίς να το καταλάβει θα έσπαγε για πάντα.
Πήρε, λοιπόν, την Γυαλένια Τοίχου στην αγκαλιά του κι άρχισε να της λέει το παραμύθι, που είχε κατά βάθος σχέση με όλα όσα έλεγε ο Ινδός σοφός.
«Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα πολύ ωραίο σπίτι με κήπο, πολύ κοντά στην πόλη, ζούσε η οικογένεια του κυρίου και της κυρίας Γυάλινου Τοίχου. Ο κύριος και η κυρία Τοίχου, είχαν τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι: την Γυαλένια, την Γυάλινη και τον Γυαλένιο…»
Τι έγινε μετά δεν ξέρω να σας πω. Την πήρε άραγε εκείνη ο ύπνος πριν τελειώσει το παραμύθι ή το άκουσε όλο ως το τέλος κι έσπασε για καλά ο γυάλινος τοίχος; Δεν έμαθα. Εκείνο που έμαθα είναι ότι ο Μπατεσκύλι Κιαλέστε, λέγοντας το παραμύθι, θυμήθηκε κι αυτός ξαφνικά πού βρισκότανν η χώρα που γεννήθηκε, οπότε έδωσε μια και… «τσουπ», βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει μέσα στην καρδιά του, κι έμεινε εκεί πια για πάντα.
Π
Υ.Γ Κι όπως έλεγε κι ο Ινδός σοφός, «ο νοών νοήτω κι οποιοσδήποτε άλλος είναι βλήτο».

15 Σχόλια στο “Η ιστορία της Γυαλένιας Τοίχου”

      Δημητρης
      28 Φεβρουαρίου 07 στις 11:20

      αυτο το «τσουπ» αν εγινε ειναι πολυ τυχερος ο Κιαλέστε.
      και αν γινει αυτο το τσουπ ειναι ισως πιο σημαντικο απο το να σπασει ο γυαλινος τοιχος του αλλου. διοτι ο τοιχος σπαει μονο αν υπαρχει θεληση και απο αυτον που ειναι κλεισμενος μεσα και οχι μονο με τη δυναμη αυτου που ειναι εξω.
      αλλα σε καποια μακρινη χωρα λενε οτι εαν κανεις αυτο το «τσουπ» να ακουστει δυνατα…τοτε και αυτοι που ειναι κλεισμενοι μεσα στους γυαλινους τοιχους μπορει να το ακουσουν και παρασυρομενοι να σπασουν τον δικο τους τοιχο για να ακουσουν το δικο τους «τσουπ».

      Τζωρτζίνα Κ.
      28 Φεβρουαρίου 07 στις 13:29

      Αυτό το «παραμύθι» πρέπει όλοι να το έχουμε στο προσκεφάλι μας και να το διαβάζουμε όσο πιο συχνά γίνεται…
      Ευχαριστούμε αγαπημένε μας Παραμυθά, έχεις να μας διδάξει πολλά ακόμα εμάς τα παιδιά σου.

      Ένα γλυκό φιλί σου στέλνω με ευγνωμοσύνη.

      rodoula
      28 Φεβρουαρίου 07 στις 16:31

      Πριν λίγους μήνες ένας καλός μου φίλος,μου είχε στείλει το παρακάτω μήνυμα.
      «Στη ζωή δεν ‘εχει σημασία αν είσαι σπουδαίος η ασήμαντος,γιατρός η μανάβης,αν ζεις με το νοίκι στα Εξάρχεια ή έχεις δική σου βίλα με πισίνα στα βόρεια προάστια,αν έχεις παιδιά η όχι,αν είσαι παντρεμένος ή όχι,αν είσαι φυλακή ή είσαι έξω,αν έχεις χρέη ή σου χρωστάνε,αν έλκεσαι από ανθρώπους του ίδιου σου του φύλου ή από ανθρώπους του άλλου φύλου,αν είσαι σεξουαλικός η αδιάφορος σεξουαλικά΄σημασία έχει να δεις ότι υπάρχει κάτι πέρα από όλα αυτά,κάτι βαθύ και ιερό,ποπυ είναι κάπου εκεί και περιμένει για σένα,και ότι πρέπει να μάθεις και να δεις αυτό που είσαι,γιατί αυτό που είσαι-ότι και αν είσαι- πρέπει να διαλυθεί.να εξατμιστεί ήσυχα,επαιδή αυτό είναι που σε εμποδίζει να έρθεις σε επαφή με εκείνο το άλλο,κι’αυτή η επαφή μαζί του,η διάλυση και η εξαφανισή σου μέσα σε αυτό είναι όλη η ιστορία της ζωής-όχι το νόημα,γιατί η ζωή δεν έχει ανάγκη να έχει νόημα,απλώς ΕΙΝΑΙ.»
      Το παραθέτω για όλους εσάς με αγάπη.

      rodoula
      28 Φεβρουαρίου 07 στις 19:04

      Ενα κοριτσάκι ρώτησε κάποτε έναν Ινδό σοφό(Τώρα αν είναι ο ίδιος με αυτόν που είδε ο παραμυθάς στον ύπνο του;τι να πω…θα σας γελάσω),Γιατί κύριε,όλοι θέλουμε να έχουμε ένα συντροφο;
      ΑΠ. Γιατί κανείς θέλει ένα συντροφο;Μπορείς να ζήσεις μόνος σ’άυτό το κόσμο χωρίς ανδρα ή γυναίκα,χωρίς παιδιά,χωρίς φίλους;
      Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν μόνοι,γιάυτό και χρειάζονται ένα σύντροφο.
      Χρειάζεται τεράστια νοημοσύνη για να είναι κανείς μόνος,και πρέπει να είστε μόνοι για να ανακαλύψετε το Θεό ,την αλήθεια.
      Είναι ευχάριστο να έχει κανείς ένα σύντροφο,έναν άνδρα ή μία γυναίκα και επισης να έχει μωρά. Αλλά βλ’έπετε χανόμαστε σε όλα αυτά,χανομαστε στην οικογένεια,στη δουλειά.στη πλήξη,στη μονότονη
      ρουτίνα μιας ‘υπαρξης που φθείρεται.
      Συνηθίζουμε σε αυτά,και τότε και μόνον σκέψη ότι μπορεί να ζήσουμε μόνοι γίνεται τρομαχτική,γίνεται κάτι που το φοβόμαστε.Οι περισσότεροι από μας έχουμε βάλει όλη μας τη πίστη σε ένα πράγμα,όλα μας τα αυγά σε ένα καλάθι,και η ζωή μας δεν έχει κανένα πλούτο αν δεν έχουμε έναν συντροφο,οικογένεια,δουλειά.Αλλά αν υπάρχει πλούτος στη ζωή κάποιου,όχι ο πλούτος του χρήματος ή της γνώσης που οποιοσδήποτε μπορεί να αποκτήσει,αλλά εκείνος ο πλούτος που είναι η χωρίς αρχή και τέλος κίνηση της αλήθειας-αν υπάρχει αυτός ο πλούτος τότε η συντροφικότητα γίνεται δευτερεύον ζήτημα.
      Αλλά βλ’έπετε,δεν έχετε εκπαιδευτεί να είστε μόνοι. Πήγατε ποτέ να περπατήσετε μόνοι;Είναι πολύ σημαντικό να βγαίνετε ‘εξω μόνοι,να κάθεστε κάτω από ένα δενρτο-όχι με ένα βιβλιο.όχι με κάποια συντροφιά,αλλά μόνοι σας-και να παρατηρείτε,να ακούτε το πάφλασμα του νερού,το τραγούδι του ψαρά να παρατηρείτε το πέταγμα κάποιου πουλού,και τις σκέψεις σας καθώς κυνηγούν η μία την άλλη μέσα στο χώρο του νου σας.Αν είστε ικανοί νε μείνετε μόνοι και να παρατηρείτε αυτά τα πράγματα,τότε θα ανακαλύψετε έναν εκπληκτικό πλούτο που καμμία κυβέρνηση δεν μπορεί να φορολογήσει(Αμ τι νόμιζες Αλογοσκούφη!),κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σας τη διαφθείρει και δεν πρόκειται ποτέ να καταστραφεί.
      Αυτά είπε φίλοι μου ο σοφός ινδός,τι κατάλαβε το κοριτσάκι, δεν ξέρω είμαι σίγουρη όμως πως θα αισθάνθηκε οτι ήταν ειπωμένα με πολύ αγάπη.

      itelli
      28 Φεβρουαρίου 07 στις 23:01

      Δεν ξέρω αν είμαι ψαγμένος ή οχι, αλλά όταν σας πρωτοβρήκα ήθελα να ξαναγίνω παιδί. Μετά που διάβασα για την οικογένεια Τοιχου ευχήθηκα να ήμουν όντως όπως τοτε για να μην καταλάβω την άλλη πλευρά της ιστορίας… Να μην αφήσω τον ενήλικα νου να παρέμβει με επεξηγήσεις… Δεν λέω, είχε την χρησιμότητά του κ αυτό. Αλλά… μπερδεύομαι… 🙂

      υ.γ. δεν αντέχω να μην το πω κ ας με παρεξηγήσει ο κανακάρης σας: μην τον αφήνετε πολύ-πολύ να παίζει με το μπλογκ σας, ή τουλάχιστον, αν δεν τα καταφέρετε να τον πείσετε, βάλτε τον να σας τα κάνει back up για να μην ψαχνόμαστε για 2η φορά ως γενιά τόσος κόσμος…. 🙂

      maria
      5 Μαρτίου 07 στις 14:38

      το τι έγινε μέσα στη Γυαλένια μετά το παραμύθι, το ξέρει μόνο εκείνη..νομίζω όμως πως αφού είχε βρει το κόλπο με τα «συρτάρια» μια φορά ίσως και μια πόρτα να μην είναι και τόσο μακριά. Επίσης, η Αγάπη ειναι το κλειδί για τα πάντα – ένας γυάλινος τοίχος δεν είναι τίποτα..κι εκείνη τουλάχιστον αυτό το είχε (έχει?)..
      ε, ψιτ Παραμυθά? αφου μεγάλωσαμε κοντά σου, πως να μην είμαστε «ψαγμένοι» 😉

      natasaki
      22 Μαρτίου 07 στις 0:24

      Με πρόλαβες, maria, με το σχόλιό σου.
      Ευχαριστούμε ξανά, αγαπημένε παππού,και γι’ αυτό το «παραμύθι»……Και τα παιδιά μας, και τα παιδιά που είναι μέσα μας…………….
      Να είσαι καλά και να μεγαλώσεις κι άλλα «παιδιά κι εγγόνια»!!!!!

      Νατάσα

Σχολιάστε