Η «Φόνισσα» στην πατρίδα της

Η φωτογραφία που βλέπετε, είναι το Μπούρτζι στη Σκιάθο όπου χθες έγινε η προβολή της τηλεταινίας της «Φόνισσας», της πιο αγαπημένης μου παραγωγής που έκανα στα 21 χρόνια που είχα τη δική μου εταιρία παραγωγής. Σας έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτήν και σε προηγούμενα posts. Όποιος θέλει να δει την ταινία που κρατάει 70′ μπορεί να πάει κατ’ ευθείαν στο YOUTUBE,  ΕΔΩ και όποιος θέλει να δει  το ντοκιμαντέρ για το πώς φτιάχτηκε, που κρατάει 30′,  μπορεί να το δει στο VIMEO, ΕΔΩ. Αν δεν πάει κατ’ ευθείαν στην ταινία, πατήστε από τις επιλογές το My videos.
Στο σημερινό post, θα σας ανεβάσω ένα βίντεο, μακρινό μονοπλάνο δυστυχώς, που μου γύρισαν από την εισαγωγή που έκανα πριν από την ταινία και κρατάει εννέα λεπτά. Η κυρία που θα δείτε δίπλα μου, έκανε κάθε τόσο την μετάφραση όσων έλεγα στα αγγλικά, γιατί είχε αρκετούς, μια και προβάλαμε  την ταινία με αγγλικούς υπότιτλους, αλλά έχω κόψει εδώ τα δικά της κομμάτια. Η προβολή είχε επιτυχία, αλλά εκείνο που με συγκίνησε ήταν ότι μετά την προβολή, ήρθαν να μου πουν πόσο τους άρεσε η ταινία, νέα παιδιά της Σκιάθου από 16 έως 19 χρονών, χωρίς να παίζει ρόλο γι’ αυτά το αν ήμουν ο «Παραμυθάς», αφού δεν τον έχουν δει ποτέ.
Στην αρχή του βίντεο, μιλάει για λίγο η Πρόεδρος του Συλλόγου «ΟΙ  ΔΥΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΙ», απ’ όπου πήρα και τον τίτλο του post, όπως θ’ ακούσετε. Για όσους  βαρεθούνε να δουν το βίντεο έως το τέλος, έχω βάλει μετά όλο το κείμενο της εισαγωγικής μου ομιλίας, όπου λέω κάποιες αναμνήσεις από την ταινία που δεν τις  έχω πει στα προηγούμενα posts.

Καλό βράδυ.
Π. 

Εισαγωγή για την προβολή της «ΦΟΝΙΣΣΑΣ» στη Σκιάθο, στις 13 Αυγούστου 2013

   Θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για το ιστορικό της παραγωγής αυτής της ταινίας που θα δείτε και φέτος συμπληρώνονται είκοσι  χρόνια από τότε που προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ε.Ρ.Τ. Επίσης, να σας πω ότι εγώ προσωπικά, φέτος κλείνω ακριβώς τριάντα χρόνια από τότε που πρωτοήρθα στη Σκιάθο, το Πάσχα του 1983, και από τότε έρχομαι όλα τα καλοκαίρια –και κάποιους χειμωνιάτικους μήνες- όχι μόνο γιατί υπάρχει εδώ ένα σπίτι της οικογένειας, αλλά και γιατί δεν την χορταίνω και επειδή έχω και μερικούς πολύ καλούς φίλους.

Αρχίζοντας αυτή την εισαγωγή, θα ήθελα σας εξομολογηθώ ότι μέχρι να ‘ρθω στη Σκιάθο στα σαράντα μου, δεν είχα διαβάσει ποτέ μου Παπαδιαμάντη, γιατί ανήκω σ’ εκείνα τα παιδιά της γενιάς  μου που αντιπάθησαν την καθαρεύουσα. Μία από τις ταλαιπωρίες μου με την καθαρεύουσα, ήταν και το διήγημα, «Ο Χριστός στο Κάστρο», του Παπαδιαμάντη που το είχα συναντήσει σε κάποιο αναγνωστικό του Γυμνασίου.

Αλλά ύστερα από μια εβδομάδα εδώ, όταν πρωτόρθα, και μία επίσκεψη στο Κάστρο και άλλη μία στο σπίτι του Παπαδιαμάντη, που πια είναι Μουσείο, αποφάσισα να διαβάσω κάποιο βιβλίο του. Το βιβλίο αυτό που πήγα και πήρα, ήταν η «Φόνισσα». Τελειώνοντάς το, είχα νοιώσει ότι ο Παπαδιαμάντης είναι μεγάλος συγγραφέας, γιατί μόνο ένας μεγάλος συγγραφέας, θα μπορούσε να έχει για ηρωίδα ενός βιβλίου του κάποια που πνίγει παιδιά και στο τέλος  να σε κάνει να την συμπονάς και να την συμπαθείς, όπως γίνεται με την «Φραγκογιαννού», στη «Φόνισσα»! Το μόνο ανάλογο πρόσωπο που μου έρχεται στο νου, είναι ο Ρασκόλνικοβ, από το «Έγκλημα και τιμωρία», του Ντοστογιέφσκι.

Τώρα: την ιδέα να κάνω μία τηλεταινία βασισμένη στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, μου την έβαλε ο γνωστός συγγραφέας Δημήτρης Νόλλας, που τότε ήταν υπεύθυνος Ελληνικού Προγράμματος του MEGA και είχε ενθουσιαστεί με την πρώτη μου παραγωγή που είχαν αγοράσει, βασισμένη στο βιβλίο,  «ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ». Έτσι, στις αρχές του 1991, γράφτηκε το σενάριο, ήρθα για δύο μήνες εδώ στη Σκιάθο, με τον σκηνοθέτη και τη Διευθύντρια Παραγωγής, και λίγο πριν από το Πάσχα εκείνης της χρονιάς, είμαστε έτοιμοι να γυρίσουμε τη «Φόνισσα».

Όταν, όμως, έκανα την επίσημη πρόταση στο MEGA, όπως μου είχε ζητήσει να κάνω για τυπικούς λόγους, ο Υπεύθυνος του Ελληνικού Προγράμματος, που ήταν και δική του η αρχική ιδέα, πήραμε αρνητική απάντηση, από τον τότε Γενικό Διευθυντή Προγράμματος του MEGA,  που απ’ ότι έμαθα αργότερα, είπε την ιστορική φράση: «Έλα μωρέ, ποιον ενδιαφέρει τι έκανε αυτή η γριά»;  Αυτή η γριά ήταν η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου  Παπαδιαμάντη!

Η άρνηση αυτή με πείσμωσε και βγήκα στη … ζητιανιά για να βρω τα σαράντα εκατομμύρια δραχμές που χρειάζονταν για την παραγωγή. Πήρα ένα μικρό δάνειο από Τράπεζα, μου έδωσαν αρκετά χρήματα ο πεθερός μου και φίλοι που είχαν εξοχικά σπίτια στη Σκιάθο· μας εξασφάλισαν τη διατροφή και τη διαμονή, τα Ξενοδοχεία Σκιάθος Παλλάς, Νόστος και Στελλίνα· ο Δήμος Σκιάθου μου παράγγειλε ένα τουριστικό ντοκιμαντέρ που θα έκανα αργότερα και μου έδωσε προκαταβολή γι’ αυτό· και τέλος, πήραμε πολύ μεγάλη βοήθεια από τους κατοίκους της Σκιάθου, με προσφορά σπιτιών για γύρισμα σκηνών της ταινίας, προσφορά ρούχων της παλιάς εποχής, και προσφορά εργασίας χωρίς καμιά αμοιβή, που αντιπροσώπευε το 40% του συνολικού προϋπολογισμού της παραγωγής: Από του κατοίκους της Σκιάθου, βρέθηκαν οι Σύμβουλοι για χώρους, και κοστούμια· οι βοηθοί παραγωγής και πιο πολύ απ’ όλα ηθοποιοί και κομπάρσοι. Ακούστε τον αριθμό: Από την Αθήνα ήρθαν μόνο 16 ηθοποιοί, ενώ οι υπόλοιποι, μικροί και μεγάλοι ρόλοι, καλύφθηκαν από 82 Σκιαθίτισσες, Σκιαθίτες, και παιδιά, που για άλλη μια φορά τους ευχαριστώ πολύ.

Έτσι, λοιπόν, μπόρεσα τελικά να κάνω την παραγωγή της «Φόνισσας» που θα δείτε σήμερα, διακινδυνεύοντας αν και πότε θα πουληθεί και πού. Τελικά την αγόρασε η Ε.Ρ.Τ. το 1993.

Και θα ήθελα να κλείσω, μιλώντας για τα δύο πράγματα που θα μου μείνουν αξέχαστα απ’ αυτή την παραγωγή. Σε όλη την προετοιμασία της ταινίας, προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε όλα τα μέρη απ’ όπου πέρασε η Φόνισσα, όπως τα περιγράφει ο Παπαδιαμάντης. Τα βρήκαμε σχεδόν όλα. Για δύο, όμως, θα μου μείνει αξέχαστη η στιγμή που τα ανακαλύψαμε.

Όπως μας λέει ο Παπαδιαμάντης, την μάνα της Φραγκογιαννούς, την είχαν κυνηγήσει κάποιοι στρατιώτες για να τη συλλάβουν για μάγισσα, αλλά τη γλύτωσε επειδή κάποια στιγμή βρήκε έναν τεράστιο γέρο πλάτανο που είχε μια πολύ μεγάλη κουφάλα και κρύφτηκε εκεί μέσα. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα βρούμε έναν πλάτανο τέτοιο, ώστε να χωρέσει μέσα η ηθοποιός που έκανε τη μάνα της Φραγκογιαννούς και να μην φαίνεται απ’ έξω. Κι όμως τον βρήκαμε! Σε όλη τη διαδρομή που κάναμε ψάχνοντας, βρήκαμε έναν και μόνο τέτοιο πλάτανο. Θα τον δείτε στην αρχή της ταινίας.

Το άλλο, και πιο εντυπωσιακό, θα το δείτε στο τέλος της ταινίας. Ένας καλόγερος, λέει στη Φραγκογιαννού να πάει να εξομολογηθεί στον ερημίτη του Άγιου Σώζοντα.  Η περιοχή βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του νησιού, και ο ερημίτης –αν υπήρξε πραγματικά – θα έπρεπε, όπως λέει ο Παπαδιαμάντης, να ζούσε πάνω σε ένα μεγάλο βράχο λίγα μέτρα μακριά από την ξηρά. Όταν πήγαμε στην περιοχή, βρήκαμε τον βράχο, αλλά δεν υπήρχε κανένα σπιτάκι στην κορφή του και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν δημιούργημα της φαντασίας του Παπαδιαμάντη.

Έτσι, φτιάξαμε από πριν τα κομμάτια του σκηνικού, που θα τα συναρμολογούσαν σε ένα σπιτάκι, στην κορφή και τα ανεβάσαμε με σκοινιά και τροχαλίες που πήγαιναν από το καΐκι με τα σκηνικά, στην κορφή του βράχου. Αφού τα ανεβάσαμε όλα, οι τεχνικοί που ήταν επάνω στο βράχο, άρχισαν να κόβουν τους μεγάλους θάμνους  για να στήσουν το σκηνικό. Αλλά ύστερα από λίγο, κάτω από τους θάμνους, άρχισε να εμφανίζεται ο τοίχος ενός γκρεμισμένου μικρού σπιτιού! Τα χάσαμε. Ο Παπαδιαμάντης έλεγε αλήθεια! Στο βράχο του Άγιου Σώζοντα, κάπου εκατό χρόνια πριν, είχε ζήσει ένας ερημίτης! Και τότε, αποφάσισα να μην χρησιμοποιήσουμε το σκηνικό που είχαμε φτιάξει, αλλά να βάψουμε τον τοίχο και να βάλουμε πάνω κι έναν ξύλινο σταυρό. Θα το δείτε στο τέλος της ταινίας, που ελπίζω να σας αρέσει.  

Σχολιάστε