Πέρασμα απ’ τα Εξάρχεια. (Β΄Μέρος)

Πρέπει να σας πω ότι δεν περίμενα να δω τόσα θετικά σχόλια στο blog και στα mail μου, για το προηγούμενο post με κάποιες σκέψεις και φωτογραφίες από το πέρασμά μου από τα Εξάρχεια!  Έτσι αποφάσισα να ανεβάσω σήμερα και όλα τα υπόλοιπα που έκοψα την προηγούμενη φορά — κείμενα, φωτογραφίες και βίντεο. Πριν, όμως, περάσω σ’ αυτά θα ήθελα να πω δυο λόγια για τούτα τα κείμενα από την προσωπική μου ζωή. Εδώ και λίγο καιρό, κάποιος φίλος εκδότης μού έβαλε την ιδέα να γράψω ένα βιβλίο, σαν παραμύθι, για όσα έχω ζήσει. Δεν ξέρω… Από εκεί έχει ξεκινήσει η ιδέα των posts αυτής της κατηγορίας, αλλά ομολογώ ότι μου αρέσει πιο πολύ να τα γράφω εδώ στο blog, γιατί σε ένα βιβλίο δεν θα μπορούσα να βάλω τόσες πολλές φωτογραφίες  και κυρίως βίντεο, πράγμα που μου αρέσει πολύ. Αυτά για εισαγωγή και πάμε στην υπόλοιπη… βόλτα μου στην παιδική μου και εφηβική μου ζωή, στα Εξάρχεια.
Θα θυμάστε, όσοι διαβάσατε το προηγούμενο, ότι αυτό το πέρασμα από τα Εξάρχεια έγινε με αφορμή την επίσκεψή μου για κάποια δουλειά, σε ένα φίλο στο Υπουργείο Πολιτισμού, που υπήρξε για χρόνια κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Αθήνας (αυτό που σήμερα λένε Γ.Α.Δ.Α), αλλά έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων της γενιάς μου και κάποιων παλιότερων, ως σύμβολο βασανιστηρίων στα χρόνια της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου, με το όνομα «η Ασφάλεια». Αυτό το κτίριο βρίσκεται στην οδό Μπουμπουλίνας. Κι ένα από τα πρώτα πράγματα που μου ήρθε στο νου βγαίνοντας μετά τη συνάντηση που έκανα, ήταν η οδυνηρότερη εμπειρία που είχα στην παιδική μου ηλικία, στα οχτώ μου: 10 μέρες στο Νοσοκομείο Παίδων στο Γουδί, με φύσημα καρδιάς και ρευματισμούς μετά από ιλαρά, αρρώστια που είχαν πάθει πολλά παιδιά τότε, αλλά που σε μένα γύρισε άσχημα. Ακόμα και σήμερα μπορώ να κάνω αδιάφορα οποιαδήποτε ένεση στον οδοντίατρο ή να μου πάρουν αίμα, αφού τότε μου έκαναν ένεση  6 φορές την ημέρα, δεξιά κι αριστερά στο λαιμό (σελισιλάτ λεγόταν το φάρμακο), ενώ άλλες δύο φορές μου έπαιρναν αίμα κι επειδή έσπασαν οι φλέβες στα χέρια άρχισαν να μου παίρνουν αίμα από τις φλέβες πίσω από τα γόνατα στις κληδώσεις. Χα, χα, χα… Γι’ αυτό φαίνεται ότι τώρα με παίρνει ο ύπνος στην οδοντίατρο με ανοιχτό το στόμα και τον τροχό να δουλεύει! Θυμήθηκα το Νοσοκομείο, γιατί εκεί στην Μπουμπουλίνας, ήταν το ιατρείο ενός  πολύ καλού παιδίατρου που με πήγανε τότε και που ακόμα θυμάμαι το όνομά του: Χορέμης. Βγαίνοντας, λοιπόν,  από το Υπουργείο Πολιτισμού, κοίταξα δεξιά μου. Η παλιά πολυκατοικία ήταν ακόμα εκεί. Πλησίασα και έβγαλα αυτή τη φωτογραφία.

Είναι η κάπως κίτρινη πολυκατοικία με την μαρμάρινη είσοδο. Το ιατρείο ήταν στα δύο κλειστά παράθυρα δεξιά της. Για άλλη μια φορά, εντυπωσιάστηκα με το πόσο καθαρή είναι η πρακτική μνήμη όταν σβήσει η ψυχολογική μνήμη! (Γι’ αυτήν επειδή σε κάποιο σχόλιο με ρώτησαν, θα πω κάτι σε άλλο post). Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, γέμισα από μία απίστευτη τρυφερότητα, καθώς θυμήθηκα ότι εκείνες τις δέκα μέρες στο «Νοσοκομείο Παίδων», έζησα και την πρώτη ερωτική ιστορία της ζωής μου. Ήταν με μία νοσοκόμα. Μέσα σε εκείνο το χώρο: χωρίς μάνα, αδελφές, πατέρα, χωρίς κανέναν και άρρωστος, υπήρχαν -ανάμεσα στις άλλες- και δύο νοσοκόμες που φαίνεται ότι με είχαν συμπαθήσει, γιατί μου φέρονταν  κάπως με περισσότερη φροντίδα απ’ ό,τι στα άλλα παιδιά στο θάλαμο. Το ένοιωθα. Όπως ένοιωθα κι ότι η μία από τις δύο μου φερόταν απίστευτα τρυφερά και γλυκά! Μου άρεσε τρομερά όταν μου έδινε κάποιο πεταχτό φιλί στο μάγουλο  ή ένα γρήγορο χάδι στο κεφάλι. Τότε, δεν  ήξερα γιατί μελαγχολούσα όταν αργούσε να έρθει να με δει. Αργότερα κατάλαβα ότι αυτή η μελαγχολία έρχεται όταν είσαι ερωτευμένος και είναι μακριά το πρόσωπο που έχεις ερωτευτεί. Μια μέρα πριν φύγω, φώναξαν το φωτογράφο του Νοσοκομείου και μας έβγαλε φωτογραφία και τους τρεις, στο ιατρείο και πάνω στον μπάγκο που μου έκαναν τις ενέσεις. Με ποιαν ήμουνα ερωτευμένος, φαίνεται από το βλέμμα μου που την κοιτάζω στη φωτογραφία που βλέπετε εδώ.

Μετά απ’ αυτό, βγαίνοντας από την Μπουμπουλίνας στην οδό Τοσίτσα, αφού θυμήθηκα τη φωτογραφία με τη μητέρα και την αδελφή μου που σας έδειξα στο προηγούμενο post, θυμήθηκα και  μία άλλη που είχαμε βγάλει με την αδελφή μου και δύο κορίτσια που δούλευαν με τη μητέρα μου στην αρχή της Τοσίτσα, κάτω στην Πατησίων, εδώ δηλαδή που βλέπετε σήμερα τα δύο περίπτερα και τη στάση λεωφορείου.

Τότε, όμως, δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά και ο φοίνικας ήταν τόσο μικρός ακόμα, που ούτε καν φαίνεται πίσω μας.

Mετά από αυτή τη φωτογραφία με τα περίπτερα, ήταν που πήγα να μπω στο Μουσείο και θυμήθηκα και την άλλη φωτογραφία που με είδατε ναυτάκι. Ύστερα,  προχωρώντας ανακάλυψα πως δεν μπορώ πια να μπω από αυτή την είσοδο που μπαίναμε κάθε απόγευμα τότε, γιατί την έχουν κλείσει. Κοίταξα μέσα από τα κάγκελα και μου έκανε εντύπωση πόσο πολύ είχαν κλαδέψει τα δέντρα. Δεν είχε μείνει πια σχεδόν τίποτα!


Εδώ το 1958 ήταν ένας μεγάλος κανονικός κήπος και με μερικούς φίλους μου είχαμε γυρίσει μια ταινία. Ή μάλλον αρχίσαμε να τη γυρίζουμε και δεν την τελειώσαμε ποτέ. Ήμουνα 15 χρονών και είναι η πρώτη φορά που έκανα το σκηνοθέτη και έπαιζα βέβαια. Το παιδί με τη γραβάτα που θα δείτε στην ταινία, είναι o συμμαθητής μου στο Βαρβάκειο (τότε ήταν στην οδό Κωλέττη στα Εξάρχεια)   και φίλος μου,   Αλέξης Πανσέληνος.  Η ταινία είναι τόσο παλιά που το φιλμ με το οποίο γυρίστηκε δεν είναι καν 8 χιλιοστών, αλλά 9 χιλ.  Το περφορέ, (οι τρυπούλες για να κινείται η ταινία στη μηχανή) δεν είναι δεξιά κι αριστερά αλλά στη μέση! Έχω μόνο το πρώτο λεπτό από την ταινία, που της έβαλα και μουσική σήμερα γιατί είναι βέβαια βουβή. Η υπόθεση είναι για κάποιο θαμμένο θησαυρό και τα δυο παιδιά παρακολουθούν αυτούς που σκάβουν για να τον βρούνε. Η μουσική που έβαλα είναι από τις αγαπημένες των νιάτων μου, κλασσικό ροκ και μάλιστα σκληρό, της εποχής, με το συγκρότημα  IRON BUTTERFLY: «In a Gadda Da Vida, Baby», λοιπόν.

Αφού δεν μπορούσα, λοιπόν, να μπω από εκεί, πήγα από την Οδό Πατησίων.Απ’ αυτή την πλευρά είναι όλο ανοιχτό. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει χτιστεί το 1889. Αν προσέξετε δεξιά και αριστερά στη σκάλα, θα δείτε δύο μαρμάρινες πλάκες. Τις λέγαμε «τσουλήθρες», γιατί καθόμαστε στο μάρμαρο και κάναμε τσουλήθρα. Εγώ, κάθε απόγευμα σχεδόν που με πήγαιναν εκεί για βόλτα, ανεβοκατέβαινα στη τσουλήθρα τουλάχιστον καμιά εικοσαριά φορές μέχρι να φύγουμε για το σπίτι.

Μια  λακκούβα που υπάρχει στη μέση του μάρμαρου και σε όλο το μήκος του, έχει γίνει από τους ποπούς των παιδιών που έκαναν και κάνουν τσουλήθρα. Δεν κάνω πλάκα. Από αυτό έχει γίνει η λακκούβα. Για σκεφτείτε: Το Μουσείο έχει γίνει το 1889.  Από τότε έως σήμερα έχουν περάσει 122 χρόνια κι αν το υπολογίσουμε με 360 μέρες το χρόνο έχουν περάσει από τότε 43.920 ημέρες· αν πήγαιναν μέσο όρο καμιά τριανταριά παιδιά την ημέρα,  μας κάνουν 1.317.600 παιδιά· κι αν βάλουμε ότι έκαναν  μέσο όρο είκοσι φορές τσουλήθρα το καθένα, έχουμε τότε ένα απίστευτο αριθμό από 26.352. 000 τσουληθριές!   Ε, είναι να μην φαγωθεί και λακουβιάσει το μάρμαρο από τους παιδικούς πωπούς μέσα -κυριολεκτικά- στους αιώνες;

Ανέβηκα τα σκαλιά  και… ε, καθώς έβλεπα από πάνω τη τσουλήθρα, δεν άντεξα· ήθελα να κάνω τσουλήθρα. Κοίταξα γύρω μου. Είχε παιδιά από κάποιο σχολείο που είχε έρθει επίσκεψη στο Μουσείο και δασκάλους. Ούτε που μ’ ένοιαζε. Θυμήθηκα ότι την τελευταία φορά που έκανα τσουλήθρα θα πρέπει να ήμουν γύρω στα δέκα, γιατί ένοιωθα πια ότι μεγάλωσα και δεν μπορούσα να κάνω τσουλήθρα. Χα, χα, χα… Και τώρα, 58 χρόνια μετά, μου ήρθε να ξανακάνω! Έβαλα το κινητό μου να παίρνει βίντεο και κάθισα στην κορφή της μαρμάρινης πλάκας.  Έδωσα μια και ξεκίνησα. Μόνο που τώρα πια δεν ήμουν το μικρό αγόρι που καθώς ήταν ελαφρύ κυλούσε στο μάρμαρο. Τώρα έπρεπε να βάζω φόρα με τα πόδια. Και το έκανα, μέχρι κάτω, αδιαφορώντας που με κοίταζαν χαμογελώντας. Μπορείτε να δείτε τη διαδρομή της… «τσουληθριάς» μου, στο βίντεο που γύρισα.
Καλό ξημέρωμα
Σας φιλώ πολύ
Π

15 Σχόλια στο “Πέρασμα απ’ τα Εξάρχεια. (Β΄Μέρος)”

      Παπαστρατής "Το Θηρίο" Ιωάννης
      27 Φεβρουαρίου 11 στις 6:37

      Αυτό με την τσουλήθρα μού έφτιαξε τη διάθεση για όλη την ημέρα!!!ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ Νίκο μας.

      Σε ευχαριστώ για αυτό το μοίρασμα των αναμνήσεων από τα παιδικά σου χρόνια.Δώρο πολύτιμο.Έχεις δίκιο σε βιβλίο θα έχαναν.Αλλά θα ήταν μία πολύ καλή δικαιολογία για μία πρώτης τάξεως παρμυθοπαιδομάζωξη!!

      Τα πρώτα δειλά καλλιτεχνικά εφηβικά σου βήματα ήταν άξιος προπομπός μιας λαμπρής πορείας.Μιας πορείας για την οποία θέλω να σου πω ευχαριστώ.Ξανά.

      Μια όμορφη Κυριακή να έχεις!!!

      Υ.Γ.:Χμμ…Η πρακτόρισσά μας πρέπει να βάζει και ξυπνητήρι τώρα!!! 🙂
      (Είχα καιρό να την πειράξω!!!).

      marilia
      27 Φεβρουαρίου 11 στις 12:10

      Δεν παλεύεται!!!! Με την καμία όμως!!! χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα! Άψογοοοοοοςςςς!!! :mrgreen:

      Σνουποφιλί σβουριχτό, για το βίντεο της τσουλήθρας ΚΑΙ για το βλέμμα της δεύτερης φωτογραφίας! 😆

      ainafets
      27 Φεβρουαρίου 11 στις 13:01

      Χαχα…Έτσι κατάλαβε και η γυναίκα γιατί τρίφτηκε ο καβάλος του παντελονιού… του σκηνοθέτη- ηθοποιού!!!
      Φιλάκια σ’ όλα τα Παραμυθόπαιδα! 😉

      να-τασσσάκι
      27 Φεβρουαρίου 11 στις 18:23

      ΑΦΓιάννη μας, έχουν γνώση οι φύλακες -και χωρίς ξυπνητήρια 😛 😛
      😆 😆 😆

      (όσο ξαναβλέπω το βιντεάκι με την τσουλήθρα… Ο Άκης λέει, να ξαναπάμε παρέα να κάνετε μαζί! 😉 )

      dimitrisp
      27 Φεβρουαρίου 11 στις 19:21

      xα!χα!χα!…όχι! δεν υπάρχεις(cpil)….δεν τρώγεσαι(νατασσσακι) ….δεν παίζεσαι… ούτε στην τσουλήθρα 🙂
      δώρο από όλα τα παραμυθόπαιδα παντελόνι με ενισχυμένο καβάλο για τις παραμυθοτσουλήθρες σου 🙂
      Φιλι

      υγ και αν τις τσουληθριές τις πολαπλασιάσουμε με τα 40 κιλά μεσο όρο για κάθε παιδί, θα δούμε ότι για να γίνει η λακούβα στο μάρμαρο δέχτηκε βάρος:
      1.054.080.000 κιλών +75 κιλά του Παραμυθά μας!!!
      ναι! σε τούτο εδώ το μάρμαρο …κακιά σκουριά δεν πιάνει!!!
      🙂

      Παναγιωτης
      27 Φεβρουαρίου 11 στις 22:22

      Αυτό είναι ! Να κάνει κανείς ότι τον ευχαριστεί χωρίς να τον ενδιαφέρει τι θα πουν οι άλλοι !
      Μπράβο !

      ΥΓ. Βέβαια ο καβάλος του παντελονιού έχει άλλη άποψη αλλά χαλάλι 🙂

      Hengeo
      28 Φεβρουαρίου 11 στις 16:25

      Τα ρέστα μου στην τσουλήθρα, και χαλάλι ο καβάλος!!

      Τι άλλο να πω που όποτε βλέπω κούνια κάτι με πιάνει; 😀

      Καλή συνέχεια 😉

      Mika
      3 Μαρτίου 11 στις 11:45

      Ολα τα λεφτά το βλέμμα στην νοσοκόμα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! χαχαχαχαχα!!!
      Κατα τα άλλα η «διαδρομή σου» ήταν για άλλη μια φορά απολαυστική

      φιλια

Σχολιάστε