Πέρασμα από τα Εξάρχεια

Χθες χρειάστηκε να πάω στα Εξάρχεια, τη γειτονιά που γεννήθηκα κι έζησα έως τα 18 μου. Είχα ένα ραντεβού στο Υπουργείο Πολιτισμού, με ένα φίλο που γνωριστήκαμε στη Δικτατορία, όταν το κτίριο του Υπουργείο Πολιτισμού σήμερα ήταν τότε το κτίριο της Ασφάλειας Αθηνών που είχα επισκεφτεί για άλλους λόγους. Ο χώρος αυτός έμεινε στη μνήμη της γενιάς μου και των παλιότερων, ως χώρος βασανιστηρίων όσων αντιστέκονταν στη Δικτατορία και συλλαμβάνονταν.  Βρισκόταν και βρίσκεται στην οδό Μπουμπουλίνας. Ο πρώτος παράλληλος δρόμος είναι η οδός Ζαίμη όπου βρισκόταν και βρίσκεται το σπίτι όπου γεννήθηκα. Είχα πολλά χρόνια να πάω εκεί. Βγαίνοντας από την Ασφάλεια… συγνώμη, από το Υπουργείο Πολιτισμού ήθελα να πω, κοίταξα την οδό Τοσίτσα και θυμήθηκα μία φωτογραφία που είχαμε βγάλει εκεί  με τη μητέρα μου και την αδελφή μου το 1952, όταν ήμουν εννιά χρονών. Έτσι μου ήρθε η ιδέα γι’ αυτό το post που θα μπει στην κατηγορία SERENDIPITY, μια και είναι κάτι από τη ζωή μου. Έβγαλα, λοιπόν, την πρώτη φωτογραφία με το κινητό μου, που είναι η Οδός Τοσίτσα, από την ίδια σχεδόν γωνία, όπως η φωτογραφία του 1952. Την έκανα επίτηδες ασπρόμαυρη.

Και να και η φωτογραφία του 1952 στο ίδιο σημείο.

Τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο τα ίδια, τα δέντρα τα ίδια, το σπίτι της γωνίας αριστερά το ίδιο, η μεγάλη διαφορά είναι στα αυτοκίνητα (δύο ταξί μόνο εδώ)  και σε… μένα, φυσικά. «Γιατί δεν ντύνεσαι κι εσύ σαν όλα τ’ αγοράκια της ηλικίας σου παιδάκι μου;» έλεγε  η μάνα μου επειδή ήθελα  πάντα να φοράω γραβάτα. Εγώ όμως, δεν άκουγα γιατί έτσι ένοιωθα πιο μεγάλος.

Αφού, λοιπόν, έβγαλα φωτογραφία την οδό Τοσίτσα σήμερα, αποφάσισα να κατέβω περπατώντας προς την Πατησίων, στην είσοδο του Μουσείου. Αυτή η είσοδος όμως είχε πια μια μεγάλη κλειστή καγκελόπορτα. Αλλά ξαφνικά είχα μια φλασιά: Εκεί όπου ήταν παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο  σήμερα, είχα βγάλει το 1948, σε ηλικία 5 χρονών και ντυμένος ναυτάκι όπως ήταν η μόδα για τ’ αγόρια τότε, μία φωτογραφία μπροστά σε κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Δείτε τη φωτογραφία σήμερα και προσέξτε το δέντρο πίσω από το παρμπρίζ.

Να και η φωτογραφία του 1948, με το ίδιο δέντρο όπως και σήμερα, αλλά πολύ μικρότερο, όπως κι εγώ άλλωστε όπως βλέπετε.

Κι εκεί αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην οδό Ζαίμη και να βγάλω φωτογραφία την πολυκατοικία όπου έζησα από τότε που γεννήθηκα μέχρι τα δεκαοχτώ μου. Είναι αυτή που βλέπετε εδώ, ίδια όπως τότε.

Δεξιά από την είσοδο και κάτω, είναι τα δύο παράθυρα του σπιτιού, του υπόγειου που μέναμε οι γονείς μου, οι δύο αδελφές μου κι εγώ. Μόνο που τότε δεν υπήρχαν, βέβαια, τα κάγκελα, τα χόρτα και τα  graphiti  στον τοίχο.

Τη στιγμή που έβγαζα αυτή τη φωτογραφία, ήρθε ένα παιδί με πίτσες από κάποια πιτσαρία, χτύπησε ένα κουδούνι, του άνοιξαν και καθώς η βαριά ξύλινη πόρτα έκλεινε αργά, αποφάσισα να μπω στο σπίτι, ακριβώς 50 χρόνια μετά από τότε που βρισκόμουν εκεί για τελευταία φορά. Μπήκα μέσα, ανέβηκα τα σκαλοπάτια της εισόδου, και βρέθηκα στην κορφή της σκάλας που οδηγούσε κάτω στο σπίτι μας.

Ωραία παλιά σκάλα. Την κατέβηκα και κοίταξα προς τα πάνω.

Χα, χα, χα… Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, η χαρά μου ήταν τα μεσημέρια να κατεβαίνω στο σπίτι κάνοντας τσουλήθρα σ’ αυτή την ξύλινη, φαρδιά κουπαστή. Κοίταξα προς τα κάτω. Η πόρτα του σπιτιού μας κλειστή, καθώς δεν έμενε κανείς πια εκεί! Παραήταν υπόγειο για να ‘ναι σπίτι και το έκαναν αποθήκη.

Κοιτώντας την πόρτα που είχα περάσει εκατοντάδες φορές στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι δεν ένοιωθα κανενός είδους συγκίνηση. Ήταν κάτι πολύ διασκεδαστικό, σαν να έπαιζα κάποιο παιχνίδι. Και τότε, καθώς θυμόμουν όλα όσα είχα ζήσει σ’ αυτό το σπίτι, κατάλαβα εκείνο που λέγεται σβήσιμο ψυχολογικής μνήμης. Φαίνεται πως όταν συμβεί αυτό, γυρνάει όλη η πρακτική μνήμη. Θυμάσαι τα πάντα, χωρίς κανενός είδους συναισθηματισμό. Είναι αυτό που λέμε καμιά φορά, «αχ μη μου τα θυμίζεις τώρα…», όταν ακόμα υπάρχουν πράγματα στην ψυχολογική μνήμη που πονάνε, και εμποδίζουν την πρακτική να έρθει στην επιφάνεια. Κι εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα το πιο έντονο πράγμα που έχω ζήσει εκεί σαν μικρό παιδί. Ένα μεγάλο μάθημα που πήρα: Να μην φοβάμαι να φοβάμαι. Κατέβηκα την υπόλοιπη σκάλα, στάθηκα στην αρχή του διαδρόμου με τις αποθήκες που οδηγούσε στην αυλή κι ανακάλυψα ότι τώρα πια υπήρχε φως και πάτησα το κουμπί. Και ξανάκανα την ίδια διαδρομή προς την αυλή που είχα κάνει και τότε. Για να καταλάβετε τι είναι αυτή η διαδρομή, θα πρέπει να διαβάσετε, όσοι δεν το είχατε διαβάσει, ένα post  που είχα ανεβάσει το Μάιο του 2009 με τίτλο, «ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ’. Κάντε κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει.  Και μετά, δείτε το βίντεο για να παρακολουθήσετε τη διαδρομή που έκανα ζωντανά, κι όχι απλώς το σχέδιό της, όπως σ’ εκείνο το post. Δυστυχώς η πόρτα της αυλής ήταν κλειδωμένη αυτή τη φορά.

Μεγάλο Σχολείο αυτός ο διάδρομος!!!… Στο σημερινό πέρασμα από το Εξάρχεια, κατάλαβα τι σήμαινε για τη στάση μου απέναντι στο φόβο από τότε και μετά, το πέρασμα αυτού του διάδρομου.

Καλό βράδυ.
Π.

19 Σχόλια στο “Πέρασμα από τα Εξάρχεια”

Σχολιάστε