Η επέτειος

Στα τέσσερα χρόνια που έχω αυτό το blog, δεν έχω γράψει τίποτα για τη Δικτατορία που έζησε η γενιά μου, αλλά -δεν ξέρω γιατί –  εδώ και μερικές μέρες, με τριγυρνάει η ιδέα να γράψω κάτι που να έχει σχέση με την 21η Απριλίου του 1967, που  σήμερα κλείνουν 44 χρόνια ακριβώς. Θυμάμαι και το πρώτο πράγμα που είχε κυκλοφορήσει να κάνουμε ως αντίδραση, το μεσημέρι της ίδιας μέρας: «Όλοι στον Επιτάφιο, κανένας στην Ανάσταση». Σκέφτηκα πρώτα, λοιπόν, να ανεβάσω κάποιες φωτογραφίες ή να βάλω κάποιες συνεντεύξεις πολιτικών που έχω στο αρχείο μου ή κάποια αποσπάσματα από ένα θεατρικό έργο που είχα γράψει για μένα και τους φίλους μου εκείνες τις ημέρες, αλλά δεν κατέληξα πουθενά. Ώσπου ξαφνικά είχα μια «φλασιά» κι έψαξα σε κάτι παλιούς φακέλους με κάτι ποιήματα που είχα γράψει τότε. Μαζί ήταν κι ένα άλλο, που αν και ήταν γραμμένο πολλά χρόνια μετά, το είχα μαζί με εκείνα του ’67. Έτσι, διάλεξα αυτό και το πρώτο από εκείνα που είχα γράψει τότε.  Και πάνω εκεί μου ήρθε στο νου, το τραγούδι του Διονύση του Σαββόπουλου που είχε γράψει κάποια, σε εκείνη την επτάχρονη περίοδο, όταν ήταν φυλακή,  και που είναι αυτό που ακόμα και σήμερα όταν τ’ ακούω, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Είναι το τραγούδι, «Δημοσθένους Λέξις» που σας έβαλα link στο τέλος.
Να, το πρώτο  από τα δύο ποιήματα – και ζητώντας συγνώμη από τους πραγματικούς ποιητές  για το Θράσος μου. Χα, χα, χα… για να μη νομιστεί ότι θεωρώ τον εαυτό μου συνάδελφο του Σεφέρη, του Ελύτη κ.λπ.

21 Απριλίου 1967
Τούς δρόμους τώρα ό δήμαρχος τους κρατάει καθαρούς όσο ποτέ.
Φωτίστηκαν κι ασφαλτοστρώθηκαν και τα πιο μικρά στενά.
Παρελάσεις και γιορτές γίνονται συχνά, ενώ παράσημα κι αξιώματα
καρφώνονται στις γλώσσες όλων εκείνων που απ’ τις πρώτες τις στιγμές,
έτρεξαν πρόθυμα να γλείψουν, ενώ οι πολιτικοί ξεψυχάνε πια,
βγάζοντας για  τελευταία τους κραυγή το σύνθημα της εποχής,
το «ένα-ένα-τέσσερα, που  όλοι τότε νόμιζαν πώς είναι αρκετό
για να φρενάρει τον στρατό.
Όμως, στην Ελλάδα όπως κι αλλού,
στου εικοστού αιώνα το δεύτερο μισό,
ο στρατιωτικός βουτάει το παιχνίδι από τον πολιτικό.
Κι έτσι οι πατεράδες για να εκτονωθούν, ρίχνουν κάθε τόσο με κρυφή χαρά
κλωτσιές στα στρατιωτάκια των παιδιών τους.
Κι ύστερα, δυο-δυο, τρεις-τρεις, γύρω απ’ τα ραδιόφωνα μαζεύονται
για ν’ ακούνε φοβισμένοι τους ξένους  τους σταθμούς ,ζητιανεύοντας ελπίδες.
Όλα έχουν μπει πια σ’ ένα ρυθμό, κι ο Έλληνας φορώντας το γαμπριάτικο,
μοναδικό μπλε κοστούμι του, κρατώντας υπερήφανα ένα χάρτινο σημαιάκι,
βουλιάζει αργά-αργά, στους ήχους της σάλπιγγας,
δίχως να σκέφτεται, μέσα σε μια θάλασσα από γαλάζιο.
Πού θα πάει; Κάποιοι θα βρεθούν, για να βγάλουνε το φίδι απ’ την τρύπα,
αφού η ιστορία πάντα, σε όλα, πάει μπροστά,
από τους λίγους που τραβάν το κάρο,
που οι άλλοι ανεβαίνουν μετά επάνω.
…………………………………………
Από τα’ αστεία της Ιστορίας μη γελαστείς.
Κάθε φορά που κοροϊδεύοντάς μας πάει πίσω
ένα πήδημα κρύβει μέσα της για μπροστά.
Αλλοίμονο σ’ όποιον φοβήθηκε,
και δεν ετοιμάστηκε να τ’ ακολουθήσει.
«Κάθε στιγμή είναι αναγκαία, γιατί φέρνει την επόμενη»
Όταν ένας έρωτας τελειώσει,
ο καινούργιος περιμένει εκεί, να τον νοιώσεις.
Η επανάσταση γίνεται πρώτα μέσα μας,
καθώς είναι η άρνηση του παλιού απ’ την καρδιά
που γεννάει την ανάγκη για το καινούργιο.

Και το δεύτερο.

21 Απριλίου 1977- Δέκα χρόνια από τότε.
Ισμήνη, σε βλέπω να ‘ρχεσαι με τα ρούχα του σχολείου,
κι είναι σαν να περπατάς πάνω σε μια ολοστρόγγυλη γη,
εσύ τεράστια κι αυτή μικρή σαν τόπι,
και κάνεις στα μάτια μου να μοιάζουν όλα
σαν ζωγραφιά μικρού παιδιού.

Ισμήνη, σε βλέπω νωρίς τα’ απόγευμα,
να ’ρχεσαι φορώντας τα καλά σου,
χαρούμενη που η Άνοιξη έχει δεχτεί,
να ‘ρθει φέτος πιο νωρίς.

Ισμήνη, σε βλέπω γυμνή μπροστά μου
κι είσαι της ωραιοπάθειας, του εγωισμού μου
της ματαιοδοξίας μου και των φόβων μου τροφή.
Είσαι καθρέφτης της ανικανότητάς μου για αλλαγή.

Ισμήνη, σε βλέπω στη μέση του δρόμου της ζωής μου,
τρομαγμένη, στα δεκαοχτώ σου, για όλα
να με ρωτάς μ’ εμπιστοσύνη, κι εγώ
–γρήγορα κι εύκολα- να σου απαντώ, λες και ξέρω πιο πολλά.
Μην με πιστεύεις.
Μόνο όταν σωπαίνω,
σου λέω την αλήθεια.
«Δεν ξέρω…»

Κι ας τελειώσουμε με το τραγούδι του Διονύση.
Εύχομαι να μη ζήσετε ούτε εσείς ούτε τα παιδιά σας κάτι ανάλογο.
Σας φιλώ.
Π.

 

2 Σχόλια στο “Η επέτειος”

Σχολιάστε