Το κλείσιμο ενός κύκλου

Γάγγης. Θρησκευτική γιορτή γυναικών

Σήμερα είναι το τελευταίο ποστ με θέμα το ταξίδι στην Ινδία. Το καθυστέρησα κάπως, γιατί ήθελα «να κάτσει» λίγο ακόμα αυτή  η ιστορία μέσα μου. Και το γράψιμο αυτών τον ποστ -σαν κάθε γράψιμο για προσωπικά πράγματα, όπως ένα ημερολόγιο- με βοήθησε πολύ να δω «απ’ έξω» τα πράγματα, χωρίς να έχουν τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής που γίνονταν κι ήμουν «μέσα» – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Όπως στη δεύτερη βαρκάδα στον Γάγγη, που πήγαινα για να δω ηλιοβασίλεμα κι έπεσα πάνω σε μια θρησκευτική γιορτή των γυναικών της Ινδίας, απ’ όπου και η φωτογραφία που βλέπετε.
Κι ας αρχίσω από αυτήν ακριβώς τη φωτογραφία. Κοιτώντας αυτές τις γυναίκες τότε, ένοιωσα τρομερή θλίψη και συμπόνοια. Νομίζω ότι  αυτό φαίνεται και στο βίντεο που μου έβγαλε ο συνοδός στη βόλτα. Τώρα, όμως, βλέποντας αυτές τις γυναίκες ένοιωσα ότι τελικά ο φόβος της τιμωρίας και η ελπίδα της ανταμοιβής, η ελπίδα για ανακούφιση από τον πόνο ή από ενοχές, είναι κάτι κοινό στους πιστούς όλων των θρησκειών. Σε όλες τις θρησκείες, οι άνθρωποι που προσεύχονται είναι για να ζητήσουν κάτι ή -το πολύ- για να ευχαριστήσουν για κάτι που ζήτησαν και τους… «δόθηκε».  Δεν έχω ακούσει να έχει κάνει κανείς προσευχή, όταν είναι όλα ξεκάθαρα μέσα του κι έξω του, και βλέπει πεντακάθαρα και ουδέτερα, τόσο τον πόνο του όσο και τη χαρά του, χωρίς κανένα φόβο ή ελπίδα – που είναι το ίδιο πράγμα. Εδώ ο Καζαντζάκης το έχει πει τέλεια: «Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος». Αμ, τι; Τυχαία τον αφόρισε η Χριστιανική Θρησκεία; Κοιτώντας, λοιπόν, αυτή τη φωτογραφία – ή βλέποντας τη σκηνή στον Γάγγη – δεν μπορεί παρά να πάει ο νους σου ότι αυτή η ιστορία του φόβου, της ελπίδας, της προσευχής και τέτοια, είναι όλα ίδια σε όλες τις θρησκείες. Κοιτάξτε αυτές τις γυναίκες  και μετά ψάξτε στο ίντερνετ και θα βρείτε δεκάδες φωτογραφίες γυναικών -και αντρών- να ανεβαίνουν σέρνοντας,  με τα γόνατα μία μεγάλη διαδρομή για την εκκλησία της Παναγίας της Τήνου. Η θλίψη, ο ανθρώπινος πόνος και η ελπίδα, είναι ίδια, η θρησκεία διαφέρει, πράγμα που δεν αλλάζει τίποτα για τον άνθρωπο.
Αλλά και σε ένα άλλο πεδίο, λίγο πιο ανάλαφρο, τα πράγματα είναι ίδια. Σε όλα τα προηγούμενα ποστ, σας έβαζα βίντεο με τις διαδρομές με ταξί στους δρόμους. Στο αεροδρόμιο, διαβάζοντας μια Αμερικάνικη εφημερίδα, έπεσα σε ένα άρθρο που άρχιζε έτσι:
ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Κοιτάζοντας χθες αυτό το απόκομμα σκέφτηκα να βγάλω το ποσοστό όσων πέθαναν από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, στην Ινδία  και πόσοι στην Ελλάδα, ανάλογα με τον πληθυσμό. Ε, δεν είναι δύσκολο, το έψαξα στο ίντερνετ και βρήκα: στην Ινδία είναι το 1,86%  και στην Ελλάδα, που δεν γίνεται αυτό το χάος όπως στους δρόμους στην Ινδία, δεν κυκλοφορούν αγελάδες και τόσα ποδήλατα και μηχανάκια, το ποσοστό είναι 3,19%, πράγμα που, όπως έλεγε το άρθρο στο ίντερνετ, την έφερνε πρώτη σε ατυχήματα από αυτοκίνητο στον κόσμο !!!

Και τώρα ας γυρίσουμε στο προσωπικό μου κομμάτι αυτού του ταξιδιού. Αν έχετε διαβάσει το πρώτο ποστ γι’ αυτό το ταξίδι θα θυμάστε, ότι πέρα από τον επαγγελματικό λόγο της παρουσίασης του βιβλίου μου, «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα», που έχει βγει και στα Αγγλικά, πήγα και γιατί έτσι μου είχε πει ο Κρισναμούρτι, ένα μεσημέρι του 1985, εκεί που τρώγαμε σ’ ένα σπίτι στην Ελβετία. Κάποια στιγμή, τον είχα ρωτήσει γιατί είχε πει κάποτε ότι αν του λέγανε ότι κάπου εκεί μιλάει ο Βούδας θα πήγαινε να τον ακούσει και θα έμενε μαζί του έως το τέλος, μου απάντησε ότι όταν θα πήγαινα τον Δεκέμβριο στην Ινδία που μας είχε καλέσει θα μου σύστηνε κάποιους Μελετητές του Βουδισμού, να μου που τα πάντα για τον Βούδα. Κάνα μισάωρο μετά από αυτό, μου είπε, ξαφνικά και στο άσχετο, σφίγγοντας μου το χέρι -«πρέπει να πάτε στο Μπενάρες, κύριε»-  επαναλαμβάνοντας το ίδιο πιο έντονα και τις τρεις φορές που τον ρώτησα, «και γιατί, κύριε;» μέχρι που τελικά μου παράτησε απότομα το χέρι, λέγοντας, «εντάξει μην πάτε». Όλο αυτό το είχα ξεχάσει, μέχρι πριν μερικά χρόνια ακούγοντας μια φίλη μου να μου λέει για το Μπενάρες που είχε πάει και είχε μια αίσθηση της ατμόσφαιρας του Βούδα εκεί, θυμήθηκα την όλη σκηνή με τον Κρισναμούρτι. Έτσι σκέφτηκα ότι μου είπε να πάω στο Μπενάρες, για να πάρω απάντηση στο ερώτημα που του είχα κάνει για τον Βούδα. Κι επειδή, από μικρό παιδί είμαι τρομερά περίεργος -έτσι βρέθηκα να τρώω και με τον Κρισναμούρτι, από την περιέργειά μου – αποφάσισα ότι με την πρώτη ευκαιρία θα πάω. Και η ευκαιρία ήρθε, όταν μου ζήτησαν από το Κέντρο Κρισναμούρτι στο  Ραζγκάτ  που είναι δίπλα στο Μπενάρες, να τους πω για το βιβλίο μου με το ερώτημά του ς για το βιβλίο μου και κάποια μαζεμένα χρήματα που πήρα από τη σύνταξή μου! Αυτό, τώρα, έγινε τη στιγμή που άρχισα να ετοιμάζω ένα βιβλίο για τον Κρισναμούρτι, με τον τίτλο, «Ποιος ή τι ήταν ο Κρισναμούρτι, από τον ίδιο». Όπως λέει κι ο τίτλος, κάνω μια επιλογή κειμένων από όσα έχει πει κατά καιρούς για τον ίδιο σε όλη του τη ζωή μέχρι λίγο πριν πεθάνει. Αυτή ήταν η πρώτη «σύμπτωση», που είχε  τελικά σχέση με το ταξίδι, γιατί ακολούθησαν κι άλλες.
Δεν θα σας παιδέψω πολύ ακόμα, με την προϋπόθεση ότι έχετε διαβάσει τα προηγούμενα ποστ για να μην λέω τώρα τα ίδια. Και πάμε κατ’ ευθείαν στο συμπέρασμα του ταξιδιού. Όταν ο Κρισναμούρτι μου είπε ότι πρέπει να πάω στο Μπενάρες, αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τον Βούδα. Μου είχε πει πριν ότι θα μου συστήσει Μελετητές του Βουδισμού για να μου πουν για τον Βούδα και τέλος. Αυτό που μου είπε μετά ήταν για να δω μ’ αυτό το ταξίδι πράγματα για μένα και -πολύ πιθανόν- κάτι για εκείνον. Κάποια χρόνια μετά από τις συναντήσεις που είχα μαζί του μέσα στο 1985, μου έμεινε μια αίσθηση ότι ο Κρισναμούρτι με νοιάστηκε όπως –όπως, όχι όσο–  κανένας άλλος άνθρωπος στη ζωή μου. Λέω, «όπως» και όχι «όσο», γιατί «πολύ» με νοιάστηκαν κι η μάνα μου κι ο πατέρας μου και κάποιοι άλλοι άνθρωποι στη ζωή μου, αλλά το «όπως», έχει να κάνει με κάτι πέρα από την καθημερινή ζωή -όχι φιλοσοφικογκουρούδικα και τέτοιες παπαριές- κάτι, λεπτό και  βαθιά εσωτερικά ανθρώπινο. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, αλλά όπως έλεγε κι ο φίλος μου ο  Άλκης ,   που κι εκείνον τον θυμήθηκα αυτόν τον καιρό, «είναι πράγματα που δεν χωράνε σε λέξεις». Ή όπως λέει ο Κρισναμούρτι, «the word is not the think». (Έβαλα λινκ του ποστ γι’ αυτόν).
Η έντονη παρότρυνση, λοιπόν, του Κρισναμούρτι να πάω στο Μπενάρες δεν ήταν για να καταλάβω κάτι για τον Βούδα. Και γιατί δεν μου απάντησε ξεκάθαρα γιατί να πάω, όταν τον ρώτησα; Θα σας αρχίσω, λοιπόν,  από την τελευταία, «σύμπτωση», την απάντηση που πήρα στο ερώτημα, χθες το βράδυ!!!  Εδώ και χρόνια, όταν βρω στο CD με την DATA που έχω με όσα έχει πει ο Κρισναμούρτι  σε όλη του τη ζωή, κάποιο κείμενο που δεν υπάρχει σε βιβλίο και μου φαίνεται ενδιαφέρον, το περνάω στο word και το τυπώνω, για να το βάλω μέσα σε ένα φάκελλο στη βιβλιοθήκη μου. Έτσι, χθες, ψάχνοντας να βρω ένα βιβλίο που ήθελα, έπεσα σε ένα τέτοιο φάκελλο, στριμωγμένο ανάμεσα στα βιβλία. Κοίταξα το κείμενο. Ήταν μια ομιλία που έκανε τον Αύγουστο του 1927, δύο χρόνια πριν φύγει από τους Θεοσοφιστές και διαλύσει το Τάγμα του Αστέρα που είχαν ιδρύσει γι’ αυτόν ως Μεσσία, όπου ανάμεσα σ’ άλλα, λέει πώς θα μιλάει από ‘κει και πέρα για εκείνον και για πράγματα ενός άλλου επιπέδου: «Θα είμαι εσκεμμένα  ασαφής, επειδή παρόλο που θα μπορούσα εύκολα να το προσδιορίσω, δεν έχω την πρόθεση να το κάνω, γιατί από τη στιγμή που προσδιορίζεις κάτι σε αυτό το πεδίο, νεκρώνεται· αν προσδιορίσεις σαφώς κάτι τέτοιο –τουλάχιστον αυτό υποστηρίζω εγώ- προσπαθείς να του δώσεις μία ερμηνεία, που στο μυαλό του άλλου θα πάρει μια οριστική μορφή κι έτσι ο άλλος θα παγιδευτεί σ’ αυτή τη μορφή,  και μετά θα πρέπει να παλέψει για να απελευθερωθεί».
Δεν ξέρω πώς το βλέπετε, αλλά για  μένα  ήταν η καλύτερη απάντηση που μπορούσα να πάρω στο ερώτημα και κάτι σαν επιβεβαίωση όσων είδα και έγιναν μέσα σε αυτό το ταξίδι. Και πάμε τώρα, από την αρχή του ταξιδιού. (Συγνώμη που δεν αναρωτιέμαι αν δεν σας ενδιαφέρουν όλα αυτά ή αν βαρεθήκατε, αλλά θεωρώ δεδομένο ότι αν βαρεθείτε θα βγείτε από το μπλογκ  και θα γλυτώσετε).
Την πρώτη μέρα που ήμουν εκεί, έκανα την βαρκάδα στον Γάγγη και τις διαδρομές με τα πόδια και το ταξί στην πόλι, που ξέρετε. Η πρώτη «σύμπτωση¨ ήταν εκείνη την πρώτη μέρα.  Καμιά φορά, λοιπόν, γίνονται κάποια πράγματα που είναι σαν να μας στέλνει η ζωή μηνύματα. Αλλά δεν τα παίρνουμε πάντα χαμπάρι. Έτσι κι εγώ δεν πήρα χαμπάρι εκείνη την ημέρα ότι η «σύμπτωση» ήταν «μήνυμα».  Έπεσα πάνω σε κηδεία δύο πτωμάτων στον Γάγγη, που -όπως μου είπε ο βαρκάρης- ήμουν πολύ… τυχερός που έτυχε να γίνει το κάψιμο/κηδεία των πτωμάτων εκείνη την ώρα. Εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα τον θάνατο του Άλκη και το ρόλο που έπαιξε στη ζωή μου. Θυμήθηκα διάφορα που έχει ο Κρισναμούρτι για το θάνατο, αλλά -θα έλεγα- με μια κατανόηση βαθύτερη. Όσα ένοιωσα εκείνη την ημέρα, για τον θάνατο και τον ανθρώπινο πόνο δεν έμοιαζε να έχουν και πολύ σχέση με το λόγο που έκανα αυτό το ταξίδι. Να, τι έγραψα στο ημερολόγιό μου το βράδυ:
Νομίζω ότι  δεν υπάρχει  άλλο μέρος στον κόσμο που να υπάρχουν ταυτόχρονα μια αίσθηση πνευματικότητας και αποχαύνωση, δυστυχία και χαρά, ομορφιά και ασχήμια στους ανθρώπους και στο τοπίο, πλούτου και αθλιότητας, σκληρότητας και συναισθηματισμού, βιαιότητας και διάχυτου ανθρώπινου πόνου, και μιας παράξενης αίσθησης, θανάτου, αλλά και κάτι πέρα απ’ αυτόν. Γυρίζοντας από βαρκάδα, μου ήρθε στο νου μία φράση από τα νιάτα μου που τη θυμάμαι ακόμα, κατά καιρούς∙  η φράση: «ο ανθρώπινος πόνος είναι απέραντος», από το θεατρικό έργο, «Ο Θεός και ο Διάβολος» του Ζαν Πωλ Σαρτρ, που είχα διαβάσει  στα 18 μου ως μαθητής της Δραματικής Σχολής!  Τώρα δεν ξέρω πώς ακριβώς συνδυάζονται αυτά τα δύο, αλλά ένοιωσα κάπως σαν να κλείνει ένας κύκλος μέσα μου, 52 χρόνια μετά!
Οι πιο σημαντικές «συμπτώσεις» ήταν της δεύτερης ημέρας, που έκανα την επίσκεψη στο χωριό που πρωτομίλησε ο Βούδας. Θεωρητικά, αφού πήγαινα για κάτι που έχει σχέση με αυτόν, η επίσκεψη στο Σαρνάθ ήταν η πιο σημαντική. Και πάλι, δεν πήρα χαμπάρι εκείνη την ημέρα ότι οι «συμπτώσεις» ήταν «μηνύματα». Όπως θα θυμάστε από το ποστ για εκείνη την επίσκεψη, το πρώτο που έγινε με το που έφτασα, ήταν η «σύμπτωση» που την ώρα που μπήκα στο πρώτο μνημείο μπήκε μαζί κι ένας πιεστικός μικροπωλητής, που μου έσπασε τα νεύρα και σηκώθηκα κι έφυγα, χωρίς να κάτσω λίγο ήσυχα εκεί. Η δεύτερη «σύμπτωση», είναι ότι την ώρα που φτάσαμε, ο κεντρικό Ναός – αξιοθέατο, ήταν κλειστός και θα ξανάνοιγε μετά δύο ώρες! Αυτά τα δύο μαζί με δυο τρία άλλα που είδα, όπως ίσως θυμάστε, με έκαναν να φύγω επιτόπου, χωρίς να πάρω τίποτα από το μέρος. Ήταν σαν κάτι να μου έλεγε, «φύγε από ‘δω, το ταξίδι δεν έχει σχέση με το Βούδα».
Την τρίτη μέρα πήγα στο Κέντρο του Ιδρύματος Κρισναμούρτι για να τους πω για το βιβλίο μου. Ο Διευθυντής του Σχολείου, με πήγε και κάναμε βόλτα σε μια διαδρομή που όπως μου είπε έκανε ο Βούδας, αλλά εγώ σκεφτόμουν ότι την διαδρομή αυτή την έκανε κι ο Κρισναμούρτι, όπως μου είχαν πει.
Την τέταρτη και τελευταία μέρα, που δεν είχα σχεδιάσει τίποτα να κάνω, όπως σας έχω πει, μου μπήκε η ιδέα να ξαναπάω βαρκάδα στον Γάγγη, αλλά για να δω ηλιοβασίλεμα. Όπως θα θυμάστε από το βίντεο που ανέβασα, μου είχαν πει λάθος ώρα κι όταν πήγα, είχε τελειώσει. Άλλο «μήνυμα» ότι κι αυτή τη φορά, δεν ήμουν εκεί για να δω ηλιοβασίλεμα! Η θρησκευτική γιορτή των γυναικών, που η φωτογραφία στην αρχή είναι από εκεί,  το πήγαινε-έλα με τα πόδια από το ταξί και προς το ταξί, όλο αυτό το θέαμα των εκατοντάδων ανθρώπων στα Γκατς μ’ έκανε να νοιώσω ότι αυτό το ταξίδι δεν ήταν απάντηση στην ερώτηση που είχα κάνει στον Κρισναμούρτι για τον Βούδα. Η παρότρυνσή του να πάω στο Μπενάρες, ήταν για να δω πράγματα για μένα, που φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα που μου το είπε, κάτι είχε πιάσει.
Σε όλη την επιστροφή του ταξιδιού, που κράτησε 28 ώρες (!) και την πρώτη εβδομάδα μετά που γύρισα, παρακολουθούσα μέσα μου αυτό που είχε γίνει. Ο Κρισναμούρτι μου είχε πει να πάω σε ένα μέρος που φαίνεται κι εκείνον τον είχε εντυπωσιάσει, όταν το επισκέφτηκε για πρώτη φορά στα 54 του. Ναι, παρόλο που ήταν Ινδός, από τη μια τον είχαν πάρει από πολύ μικρό από εκεί, κι από την άλλη έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ευρώπη. Φαίνεται πως ήξερε ότι το να πάω εκεί κάτι θα μου έκανε. Και μου έκανε. Μου έδωσε μια ησυχία μέσα μου για ό,τι έχει σχέση με τον θάνατο και σαν να μπήκαν κάποια πράματα μέσα μου στη θέση τους, κι αυτό είναι που με έκανε σαν να κλείνει ένας κύκλος στη ζωή μου, που άρχισε και τέλειωσε με μία αίσθηση του ανθρώπινου πόνου, ανεξάρτητα φύλου, φυλής και ηλικίας.
Δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να πω περισσότερα – άσε που δεν λέγονται και με λόγια. Όμως, θα κλείσω με άλλη μία  «σύμπτωση», όπως άρχισα. Μπαίνοντας στη δεύτερη εβδομάδα μετά το ταξίδι, πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη μου να πάρω ένα βιβλίο του «Παραμυθά» που ήθελα να δω, το μάτι έπεσε σε μια βιογραφία του Κρισναμούρτι. Είναι αυτή που όταν τη διάβασα το 1987 με είχε συγκινήσει, και που τώρα πια έχω καταλήξει ότι είναι εκείνη που μεταδίδει την πιο λεπτή και βαθιά αίσθηση γι’ αυτόν. Τη βιογραφία αυτή την έχει γράψει μία Ινδή, πολύ κοντινή του φίλη, η Pupul Jayakar. Από αυτή τη βιογραφία που είναι 516 σελίδες και δεν είναι πολύ γνωστή ούτε καν στην Αγγλία, έχω πάρει όλο το 23 Κεφάλαιο, που έχει τίτλο, «Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα – Γράμματα σε μια νεαρή φίλη», το μετέφρασα και έχει βγει στα ελληνικά με τίτλο το «Γράμματα σε μια νεαρή φίλη». Μόλις έπεσε το μάτι μου πάνω στο βιβλίο, σκέφτηκα να κάνω κάτι σαν παιχνίδι, που μ΄αρέσει να το κάνω με βιβλία. Το παίρνω και το ανοίγω στην τύχη και κοιτάξτε να δείτε πού έπεσα! Ήταν σαν να μου έλεγε ότι όσα είχα δει για το ταξίδι, ήταν μάλλον σωστά. Μετέφρασα τη σελίδα και σας την αντιγράφω εδώ. Είναι το 14  Κεφάλαιο του βιβλίου που έχει τίτλο, «Κάτω από τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου, τα νερά είχαν το χρώμα των φρεσκογεννημένων λουλουδιών».΄Αμέσως μετά, σας έχω ένα μικρό βίντεο, «τιμής ένεκεν»  που λένε, από το τελευταίο βράδυ μου στην Ινδία, με τους μουσικούς που άκουγα κάθε βράδυ στο εστιατόριο του Ξενοδοχείου. Ε, και λέω αυτό το ποστ, αντί να το κόψω σε δύο τρία, να το αφήσω ολόκληρο και να μην ανεβάσω κάτι άλλο όλη την εβδομάδα, για να μπορείτε, όσοι θέλετε και δεν μπορείτε να το διαβάσετε μονοκόματο, να το διαβάσετε λίγο λίγο.
Καλό βράδυ
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Το 1949 ο Κρισναμούρτι επρόκειτο να ανακαλύψει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της Ινδίας: το μεγαλείο των ποταμών της, των βουνών της και των εξοχικών της τοπίων, αλλά και την εξαθλίωση, τη φτώχεια και τη θλίψη της· και τη σκόνη των μονοπατιών που πάνω τους περπάτησαν με γυμνά πόδια για αιώνες, σοφοί και αναζητητές. Ψηλαφούσε σε βάθος τον Ινδικό νου που κατοικεί μέσα σε αφηρημένες έννοιες και γοητεύεται από τις ιδέες· αυξανόταν έντονα η επίγνωση των σκοτεινών σκιών που χωρίζουν το ιδανικό από την πράξη.
Ταξιδεύοντας με το τραίνο από το Δελχί στο Μπενάρες, ένας επιβάτης που ήταν στο ίδιο κουπέ και ενδιαφερόταν για το θάνατο, ρώτησε τον Κρισναμούρτι για το αν είναι αλήθεια η συνέχεια μετά το θάνατο. Καθώς το τραίνο σταμάτησε σε κάποιο τοπικό σταθμό, συνέβη κάτι πολύ ενδιαφέρον. Και να πώς το περιγράφει ο ίδιος, στο βιβλίο του «Στοχασμοί πάνω στη ζωή μας».
«Το τραίνο είχε σταματήσει και ακριβώς εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα κάρο με δύο ρόδες που το τράβαγε ένα άλογο. Πάνω στο κάρο, ήταν το πτώμα ενός ανθρώπου, τυλιγμένο μ ένα πεντακάθαρο ύφασμα και δεμένο σε δυο μεγάλα φρεσκοκομμένα καλάμια πράσινου μπαμπού. Το έφερναν από κάποιο χωριό στο ποτάμι για να το κάψουν Καθώς το κάρο προχωρούσε πάνω στον ανώμαλο χωματόδρομο, το πτώμα τρανταζόταν άγρια και κάτω από το ύφασμα το κεφάλι έδειχνε να τραντάζεται περισσότερο. Στο αμάξι υπήρχε μόνο ένας επιβάτης δίπλα στον αμαξά, που πρέπει να ήταν στενός συγγενής, γιατί τα μάτια του ήταν κατακόκκινα από το πολύ κλάμα. Ό ουρανός είχε πάρει το απαλό γαλάζιο χρώμα της πρώιμης Άνοιξης, ενώ μέσα στις  βρωμιές του δρόμου έπαιζαν παιδιά  φωνάζοντας χαρούμενα. Φαίνεται πως ο θάνατος ήταν πολύ κοινό θέαμα, γιατί όλοι συνέχιζαν ατάραχοι τις δουλειές τους. Ακόμα κι ο επιβάτης που μου είπε ότι ερευνούσε το ζήτημα του θανάτου δεν πρόσεξε το κάρο με το φορτίο του».

2 Σχόλια στο “Το κλείσιμο ενός κύκλου”

      δημήτρης
      21 Οκτωβρίου 13 στις 22:04

      Από εχθές το βράδυ έχω διαβάσει το ποστ πολλές φορές…υπάρχει κάτι πίσω από τις γραμμές που όπως γράφεις δεν περιγράφεται με λέξεις αλλά αιωρείται πολύ δυνατά…στην τελευταία μου ανάγνωση χαμογέλασα γιατί σε σκέφτηκα σαν ένα Οδυσσέα που έκανε βαρκάδα στα νερά του κάτω κόσμου ανάμεσα στις σκιές!

Σχολιάστε