Τα παιδιά

images.ch.3

Ξέρω, σας έχω πρήξει με τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Κρισναμούρτι που μεταφράζω αυτόν τον καιρό, ( «Η μόνη επανάσταση» ), αλλά πραγματικά με έχει ενθουσιάσει γιατί είναι ένα  βιβλίο τόσο προσωπικό όσο, σχεδόν, και τα ημερολόγιά του. Είναι όλο συζητήσεις με διάφορους ανθρώπους – άντρες και γυναίκες – που τον είχαν συναντήσει προσωπικά, καθώς και περιγραφές πραγμάτων που έβλεπε γύρω του. Αυτή τη φορά, έπεσα πάνω σε μία περιγραφή παιδιών που μου άρεσε πάρα πολύ. Όσοι από σας είναι γονείς θα καταλάβουν, αλλά και όλοι οι άλλοι νομίζω.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

«…Ήταν ένα όμορφο πρωινό, με περαστικά σύννεφα και έναν καθαρό, γαλάζιο ουρανό. Είχε βρέξει και ο αέρας ήταν φρέσκος. Κάθε φύλλο ήταν καινούριο και ο μονότονος χειμώνας είχε περάσει· κάθε φύλλο, κάτω από το λαμπερό φως του ήλιου, ήξερε ότι δεν είχε καμία σχέση με εκείνο που ήταν την άνοιξη του περασμένου χρόνου. Ο ήλιος έλαμπε μέσα από τα καινούρια φύλλα χύνοντας ένα απαλό πράσινο φως στο υγρό μονοπάτι, που οδηγούσε μέσα από το δάσος στον κεντρικό δρόμο, κι από ‘κει συνέχιζε έως τη μεγάλη πόλη.
Υπήρχαν παιδιά που έπαιζαν εκεί γύρω, αλλά ποτέ δεν κοίταζαν την όμορφη, ανοιξιάτικη ημέρα, επειδή δεν είχαν ανάγκη να την κοιτάξουν, γιατί αυτά τα ίδια ήταν η άνοιξη. Το γέλιο τους και το παιχνίδι τους ήταν μέρος των δέντρων, των φύλλων και των λουλουδιών. Το ένιωσες αυτό, δεν το φαντάστηκες. Έμοιαζε σαν τα φύλλα και τα λουλούδια να έπαιρναν μέρος στο γέλιο, στις φωνές και στο μπαλόνι που είχε ξεφύγει και πέρασε πετώντας. Κάθε φυλλαράκι του γρασιδιού, τα κίτρινα αγριόχορτα και τα τρυφερά φύλλα που ήταν πολύ ευαίσθητα, ήταν μέρος των παιδιών και τα παιδιά ήταν μέρος ολόκληρης της γης. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση είχε εξαφανιστεί· αλλά ο άντρας που περνούσε εκείνη τη στιγμή, με το αγωνιστικό του αυτοκίνητο κούρσας και η γυναίκα που γύριζε από τα ψώνια, δεν είχαν επίγνωση όλου αυτού του πράγματος. Πιθανόν να μην είχαν καν κοιτάξει ποτέ τους τον ουρανό, τα τρεμουλιαστά φύλλα, τις άσπρες πασχαλιές. Κουβαλούσαν τα προβλήματά τους στις καρδιές τους και η καρδιά τους δεν κοίταζε ποτέ τα παιδιά ή την λαμπερή ανοιξιάτικη ημέρα. Το λυπηρό ήταν ότι αυτοί γέννησαν εκείνα τα παιδιά και τα παιδιά αυτά θα γίνονταν γρήγορα, «ο άνδρας των αγώνων αυτοκινήτων» και «η γυναίκα που γυρίζει από ψώνια» — και ο κόσμος τους θα ήταν κι εκείνων σκοτεινός. Εκεί βρίσκεται η ατέλειωτη θλίψη. Η αγάπη που ήταν πάνω σ’ εκείνο το φύλλο, θα σκόρπιζε με τον ερχομό του φθινόπωρου…»

 

 

ένα σχόλιο στο “Τα παιδιά”

      marilia
      15 Μαρτίου 14 στις 10:38

      Λες γι’ αυτό να εμμένω, πεισματικά, στα καλοκαίρια; 🙂

      Το κείμενο σαν βγαλμένο από… σχολική αυλή σε ώρα εφημερίας. Και είμαι σίγουρη πως θα μπορούσε να ‘χε γράψει και κάτι αντίστοιχο κοιτώντας τα να τσαλαβουτούν στις λακκούβες με τα νερά και να περιμένουν να πέσει η σταγόνα από το κλαδί του δέντρου για να τη γευτούν. Στο σκηνικό η θλίψη απλώνεται με τη μορφή της φωνής μου: «κάτω απ’ το υπόστεγο όλοι, γρήγορα!»…

Σχολιάστε