“Τέρμα τα παιδιά, μπαμπά”.

Αυτό ή μάλλον ένα παρόμοιο κείμενο με τον τίτλο , “ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΑΙΔΙΑ;” υπάρχει και ανάμεσα στα άρθρα, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ», αλλά δεν ήταν από εκείνα που είχα σκοπό να βάλω εδώ, γιατί γραμμένο είκοσι χρόνια πριν μου έμοιαζε το θέμα ξεπερασμένο, με όλες αυτές τις μονογαμικές οικογένειες που υπάρχουν, την ευκολία στο διαζύγιο, τη σημερινή αντιμετώπιση του θέματος από την κοινωνία κ.λπ. Μια συζήτηση, όμως, που έγινε την Πρωτομαγιά μ’ έπεισε να βάλω τελικά αυτό το κείμενο εδώ.   Μεσημέρι Πρωτομαγιάς, λοιπόν, κι είμαστε όλη η οικογένεια και μερικοί φίλοι έξω στη βεράντα κι απολαμβάνουμε τους πράσινους λόφους γύρω μας. Χαλαροί χαζοκουβεντιάζουμε ευχάριστα. Είμαστε όλοι μαζί καμιά δεκαπενταριά και από όλες τις ηλικίες. Τα μικρά παιδιά βλέπουν τηλεόραση μέσα στο σπίτι, και τα δύο πολύ μικρά – μωρά σχεδόν –  εκπέμποντας γύρω τους άπειρη τρυφερότητα και γλύκα, κάνουν πιπίλα στην αγκαλιά των μανάδων τους μισοκοιμισμένα, όντας «με το ένα πόδι» εδώ και με το άλλο – μακάρια – για πολύ λίγο καιρό ακόμα, στον «κόσμο» απ’ όπου ήρθανε.
Κάποιος, λοιπόν, στην παρέα είπε ένα σχόλιο για τα δύο μωρά που μισοκοιμόντουσαν στις αγκαλιές των μανάδων τους και η συζήτηση της παρέας γύρισε σε παιδικές αναμνήσεις για να καταλήξει στον τρόπο που μεγαλώνουν τα παιδιά σήμερα. Τότε ήταν που είπα ότι θα ήθελα πάρα πολύ να αποκτήσω ένα παιδί τώρα που ξέρω πια τι πρέπει να κάνω και τι δεν πρέπει, ύστερα από δύο γάμους και τρία παιδιά. Και τότε είπε η κόρη μου: «Τι λες ρε μπαμπά! Φάγαμε εμείς όλη τη μαλακία στη μάπα, για να ‘ρθει τώρα αυτό να μεγαλώσει σωστά; Τέρμα τα παιδιά μπαμπά. Μόνο εγγονάκια τώρα». Γελάσαμε όλοι με αυτή την χιουμοριστική δήλωση, που όμως έκρυβε κάποια αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι όταν παντρεύτηκα στα 25 και τότε έμεινε έγκυος η πρώτη μου γυναίκα – άσχετα αν εκείνο το παιδί δεν γεννήθηκε τελικά – δεν είχαμε και οι δυο μας καμιά αίσθηση ευθύνης του τι σημαίνει να φέρνεις ένα παιδί στον κόσμο. Ναι, η φύση έχει δημιουργήσει τη σεξουαλική πράξη για την αναπαραγωγή  του είδους, κι όχι για να μας δώσει την μεγαλύτερη ευχαρίστηση – και φυγή – που όντως είναι. Αλλά ο σημερινός κόσμος όπου πια ζούμε έχει κάνει τη γέννηση ενός παιδιού να είναι όχι μόνο μια απλή φυσική πράξη, αλλά και μια βαθιά ευθύνη. Αν κοιτάξουμε έντιμα και ειλικρινά βαθιά μέσα μας, ο λόγος που κάνουμε παιδιά είναι όντως απλός, καθαρός και φυσικός ή έχει μπλεχτεί με τα ψυχολογικά μας; Έχω ρωτήσει φίλες που έκαναν παιδιά κι έχω πάρει απαντήσεις όπως: «Ήθελα  να ‘χω κάτι δικό μου, επιτέλους», «με πίεζε ο άντρας μου και οι γονείς μου», «από πάντα ήθελα ένα παιδί για να του δώσω ό,τι στερήθηκα εγώ σαν παιδί», «ε, μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη αν δεν έχει γεννήσει» και άλλα τέτοια παρόμοιας λογικής.
Οπότε αναρωτιέται κανείς: Γιατί κάνουμε παιδιά;
Έχω δει ζευγάρια που δεν κάνουν παιδιά, επειδή υπάρχει κάποιο πρόβλημα, να περνάνε από δεκάδες εξετάσεις και να χαλούν ένα σωρό λεφτά για να κάνουν παιδί. Έχω ακούσει διάφορες απαντήσεις. Από… θρησκευόμενες: «ο Θεός μας το ‘στειλε», έως πατριωτικές: «αν δεν κάνουμε παιδιά, θα εξαφανιστούμε σαν λαός». Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι μου είναι λίγο δύσκολο να πιστέψω ότι ήρθε σε κάποιον η επιθυμία να κοιμηθεί με τη γυναίκα του καθώς διάβαζε για την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα ή για την αύξηση των γεννήσεων στην Τουρκία ή, ακόμα, ακούγοντας τη λειτουργία στο ραδιόφωνο!
  Γιατί κάνουμε παιδιά;
  Για να ‘χουμε κάτι δικό μας; Για να βρούμε μια απασχόληση ; Για να “παίξουμε” όπως όταν παίζαμε με κούκλες; Επειδή θέλουν εγγονάκια οι γονείς μας; Επειδή όλοι στην παρέα μας έχουν παιδιά; Για να μην πάψει να υπάρχει το όνομά μας; Επειδή μας έχουν πληγώσει οι άνθρωποι και νιώθουμε σιγουριά στη σχέση μας μ’ ένα παιδί; Για να ολοκληρωθούμε σαν άνθρωποι; Για να εκδικηθούμε κάποιον; Για «να έχουμε κάτι δικό του»; Για να αναγκάσουμε έναν άλλον άνθρωπο να μας παντρευτεί; Για να υπάρχει απόδειξη του “ανδρισμού” μας; Για να στριμώξουμε τη γυναίκα μας στο σπίτι και «να’ χουμε το κεφάλι μας ήσυχο»; Επειδή έτσι κάνουν όλοι; Για… «ένα ποτήρι νερό στα γηρατειά μας»; Επειδή έτυχε; Επειδή ο γιατρός είπε ότι δεν πρέπει να γίνει άλλη έκτρωση; Για φυγή από τη μοναξιά μας; Για την ικανοποίηση να δώσουμε σ’ ένα παιδί ό,τι στερηθήκαμε εμείς σαν παιδιά; Για παρηγοριά επειδή φοβόμαστε το θάνατο κι έτσι βλέπουμε μια συνέχεια της ύπαρξής μας; Είναι αυτοί λόγοι για να κάνουμε παιδιά;

Και στο κάτω κάτω γιατί πρέπει να κάνουμε όλοι παιδιά; Υπάρχουν γυναίκες – έχω γνωρίσει αρκετές και πολύ αξιόλογες – που δεν έχουν κανένα αίσθημα μητρότητας, και πολλούς αληθινούς και σοβαρούς άντρες που  η πατρότητα δεν τους λέει τίποτα. Ε, μια χαρά! Κι αν θέλουμε αληθινά και βαθιά να έχουμε ένα παιδί, που δεν είναι υποχρεωτικό, έχουμε δει τι είναι εκείνο που θα κάνει σίγουρη την ψυχολογική ισορροπία του παιδιού που πρόκειται να γεννηθεί; Κι αν έχουμε ήδη αποκτήσει παιδί για κάποιο ανεύθυνο ή επιπόλαιο λόγο, μπορούμε να το δούμε αυτό έστω εκ των υστέρων και να το μεγαλώσουμε με αληθινή φροντίδα κι ανιδιοτέλεια, επειδή νιώθουμε αγάπη γι’ αυτό χωρίς ιδιοκτησιακές απαιτήσεις, χωρίς καμιά επιβολή εξουσίας που την αντλούμε από την αυθεντία μας τού, «εγώ ξέρω», χωρίς να αποφασίσουμε εμείς από πριν γι’ αυτό τι θα κάνει στη ζωή του – πράγμα που είναι ο χειρότερος σύμβουλος για να μεγαλώσεις ένα παιδί; Υπάρχει τρόπος να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο και να το μεγαλώσεις με βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντί του;
Υπάρχει, αλλά δυστυχώς η κόρη μου δεν μ’ αφήνει να κάνω άλλο κι η γυναίκα μου μού λέει να πάω να βρω άλλη να μου το κάνει.

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ γλυκά, κι εσάς και τα παιδάκια σας.
Π.

Η κούκλα του Κωνσταντίνου

Ένα από τα πράγματα που μου συμβαίνει μ’ αυτό το blog, είναι πως όταν είναι να γράψω κάποιο από τα «σεντόνια» μου – τελικά καθιερώθηκε αυτός ο χαρακτηρισμός για τις διάφορες σκέψεις μου – αλλάζω μέσα στη μέρα αρκετές φορές άποψη για το τι θα γράψω. Πριν λίγο είχα αποφασίσει ότι σήμερα δεν θα γράψω τίποτα από όλα αυτά, αλλά ότι θα ζήταγα τη γνώμη σας για μερικά πράγματα που σκέφτηκα και θέλω να κάνω, με αφορμή κάποιες ιδέες που μου έγραψε απ’ ευθείας ένα κορίτσι από εσάς και που την παρακάλεσα να τις γράψει κι εδώ ως σχόλιο για να τις δείτε κι εσείς και να το συζητήσουμε. Με το που κάθισα, όμως, θυμήθηκα ότι μέρες τώρα σκέφτομαι να γράψω κάτι και για… «μπαμπάδες αγοριών», γιατί από αυτά έχω δύο. Κι αυτό που θα διαβάσετε είναι – ξανακοιταγμένο σήμερα, βέβαια – από τα κείμενά μου, «Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται» και έχει γραφτεί με αφορμή τον  «μάστορα» του blog όταν ήταν τεσσάρων χρονών.

«Α, να μια ωραία κούκλα για τον Κωνσταντίνο», είπε ενθουσιασμένη η γυναίκα μου δείχνοντας μια κούκλα στη βιτρίνα με τα παιχνίδια που χαζεύαμε.
Κοίταξα την καλοφτιαγμένη κοκκινομάλλα  κούκλα που μου έδειχνε. Έφερα για του δευτερόλεπτα στο νου μου την εικόνα του τετράχρονου γιου μας με την κούκλα στην αγκαλιά του και ρώτησα σα χαμένος: «Πώς σου ‘ρθε αυτή η ιδέα»;
«Μέρες τώρα μου ζητάει μία», μου απάντησε εκείνη.
Για άλλη μια φορά στη ζωή  μου συνειδητοποίησα πόσο εύκολα είναι να έχεις κατανοήσει κάτι λογικά και πόσο δύσκολο είναι να το έχεις «δει» με την καρδιά σου· πόσο εύκολη είναι η θεωρία και τα μεγάλα λόγια και πόσο δύσκολη είναι η πράξη! Όλες οι φεμινιστικές μου πεποιθήσεις  πήγαν – έστω και για λίγο – περίπατο καθώς σκέφτηκα: «ένα αγόρι, ο γιος μου, με μια κούκλα στο χέρι σαν κορίτσι»!
Αααχ, είναι πανεύκολο να πάψεις να αγοράζεις πιστόλια, τανκ και διάφορα πολεμικά παιχνίδια στο γιο σου, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να αρχίζεις να του αγοράζεις κούκλες ή κουζινικά – κι ας είναι άντρες οι καλύτεροι Σεφ. Δεν είναι θέμα γενικών φιλοσοφικών ή κοινωνιολογικών απόψεων, αλλά πρακτικό: Πώς αναθρέφει κανείς στην πράξη το γιο του και την κόρη του, όσον αφορά στις σχέσεις τους με τα άλλα αγόρια και κορίτσια; Γιατί το πρόβλημα έχει σχέση και με τις δύο πλευρές, μια και τα δύο φύλλα πληρώνουν σήμερα την κατάσταση που υπάρχει, που την κληρονομήσαμε και τους την κληρονομήσαμε.
Και πρώτ’ απ’ όλα: αρκεί να μεταφέρει κανείς στα παιδιά του μια ανθρώπινη νοοτροπία και όχι «ρατσιστική» για το άλλο φίλο, μόνο στα λόγια, χωρίς να είναι ο ίδιος ο πατέρας ή ίδια η μάνα, καθημερινό παράδειγμα των όσων λέει; Ένας πατέρας που λέει διάφορα ωραία στα παιδιά του για την ισότητα των δύο φύλων, δεν τα τινάζει όλα στον αέρα κάθε φορά που μπαίνοντας στο σπίτι φωνάζει στη γυναίκα του: «Βάλε τραπέζι γρήγορα να φάμε γιατί πεινάω» ή «δεν έστρωσες όλη μέρα το κρεβάτι;» ή «φτιάξε ένα καφέ» ή «τι έκανες όλη μέρα κι είναι τα παιδιά αδιάβαστα» ή δεν βοηθάει ποτέ στο τραπέζι γιατί «αυτά είναι γυναικείες δουλειές» και άλλα παρόμοια; Ή, από την άλλη μεριά, το ίδιο δεν κάνει κι η μάνα που μπροστά στα παιδιά της λέει «ναι, ναι, αγάπη μου» σε κάτι που της λέει να κάνει ο άντρας της και μόλις γυρίσει την πλάτη του, κάνει μια κοροϊδευτική γκριμάτσα στα παιδιά της, που σημαίνει, «σιγά μην κάνω ό,τι μου λέει αυτός» ή άλλοτε φωνάζει, «όλοι οι άντρες ίδιοι είστε» ή αφήνει σιωπηλά να υπάρχει στην ατμόσφαιρα η κρυφή της περιφρόνηση γι’ αυτόν;
Είναι στ’ αλήθεια στη φύση του ανθρώπου η «πάλη των δύο φύλων» ή είναι κι αυτή αποτέλεσμα του κοινωνικού ανταγωνισμού, της βίας, της έλλειψης επικοινωνίας,  των σεξουαλικών φόβων και λοιπά; Κι αν είναι έτσι, το θέμα της ισότητας των δύο φύλλων είναι νομικό θέμα; Ο νόμος μπορεί να λύσει κοινωνικά και εργασιακά θέματα των δύο φύλλων, αλλά και τα ψυχολογικά; Μπορεί να σου επιβάλει ο νόμος να αγαπάς; Είναι ζήτημα «πάλης των δύο φύλων» ή αποτέλεσμα του – έτσι κι αλλιώς και για τα πάντα – εγωκεντρισμού μας, όταν δεν νοιαζόμαστε για τον ή την σύντροφό μας; Είναι ζήτημα πάλης των δύο φύλων όταν ο ένας θεωρεί τον άλλον ιδιοκτησία του κι όχι σύντροφό του;

Μήπως έχουμε μέσα μας βαθιά ριζωμένες κοινωνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις για τις σχέσεις μας με το άλλο φύλλο  και μπερδεύουμε τις εργατικές διεκδικήσεις με τις βιολογικές διαφορές και τις ψυχολογικές ανάγκες; Συμμετέχουν ή όχι άντρες και γυναίκες το ίδιο στην ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, στην ανθρώπινη μοναξιά, στη θλίψη, στο φόβο, στην ανασφάλεια, στην αναζήτηση της ηδονής, του έρωτα, της φιλίας, του πόνου, του φόβου για τον θάνατο; Όλα αυτά είναι ζητήματα φύλου ή του ανθρώπινου είδους; Οπότε όσοι έχουμε παιδιά – ή όσοι θα αποχτήσουμε – δεν πρέπει να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, σήμερα, τώρα, γιατί και τα παιδιά μας αύριο θα γίνουν ίδια; Αν δεν μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με μία διαφορετική νοοτροπία από εκείνη που μας μεγάλωσαν και εκατό νόμους την kotsos-doll.bmpημέρα να ψηφίζουν υπέρ της ισότητας των δύο φύλων, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα….
Μπήκαμε με τη γυναίκα μου στο κατάστημα με τα παιχνίδια. Εκείνη του αγόρασε την κούκλα κι εγώ ένα καροτσάκι για την πηγαίνει βόλτα. Έτσι τραβήχτηκε η φωτογραφία που βλέπετε.

Καληνύχτα  και φιλιά.
Π.

Αρνάκια και πράσινα άλογα…

Σας είχα υποσχεθεί ότι σήμερα θα βάλω εδώ κάποιες σκέψεις μου, που καθιερώθηκε να τις ονομάζουμε «σεντόνια», όπως ονόμασε αυτά τα κείμενα ο γιος μου, δηλαδή «μακρινάρια», που λέω εγώ. Μοιάζει – από τα σχόλιά σας – να σας ενδιαφέρουν. Κι αφού από την αρχή είπαμε ότι αυτό το blog θα πάει όπου θέλετε εσείς, εντάξει θα γράφω διάφορα πράγματα που σκέφτομαι. Είχα κάτι άλλο στο νου μου, αλλά αρχίζοντας να γράφω μοθ βγήκε κάτι άλλο. Αυτό: Θα ήθελα να σας παρακαλέσω θερμά να μη δέχεστε τίποτα από αυτά που λέω επειδή το λέω εγώ. Μπορεί ό,τι λέω να είναι για μένα έτσι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι έτσι και για σας ή γενικότερα. Προσωπικά μιλάω για ό,τι έχω δει με τα ματάκια μου και το ξέρω, δεν είναι θεωρίες, δεν είναι “πιστεύω”, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι έτσι και για σας ή ότι εσείς πρέπει να τα δεχτείτε. Ό,τι λέω είναι απλώς μια αφορμή για να δείτε από μόνοι σας αν αυτό που λέω είναι έτσι· οπότε αν δείτε οι ίδιοι, από μόνοι σας ότι είναι έτσι, τότε θα είναι δικό σας, θα το έχετε δει οι ίδιοι, θα το ξέρετε, δεν θα το δεχτείτε επειδή σας το λέει κάποιος, δεν θα το πιστέψετε απλώς. Δεν έχει ειπωθεί τίποτα πιο κενό από το «πίστευε και μη ερεύνα»· αν ήταν έτσι απλό, τότε θα «αγαπάγαμε αλλήλους» από τότε που ειπώθηκε, αλλά όπως ξέρετε δεν ήταν ποτέ έτσι και δεν θα είναι ποτέ έτσι αν δεν δούμε οι ίδιοι από μόνοι μας ότι αυτό το «αγαπάτε…» αν δεν γίνει αναπόσπαστο, αβίαστο, μέρος της καθημερινής μας ζωής τότε, ως ιδέα μόνο, ως ιδανικό δεν έχει καμιά αξία. Το κυνήγι ενός ιδανικού – δηλαδή κάτι που ΘΑ φτάσω κάποτε, είναι απλώς άλλοθι για να μην κάνουμε ποτέ αυτό που πρέπει τώρα. Και κανείς δεν μπορεί να σας πει τι είναι αγάπη. Θα ανακαλύψετε μόνοι σας τι είναι αγάπη, απλώς διαγράφοντας ό,τι δεν είναι. Αγάπη ΕΙΝΑΙ ό,τι μένει όταν φύγουν όσα ΔΕΝ είναι. Ίσως ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό. Τώρα: τα λέω όλα αυτά, γιατί από τότε που άρχισε να υπάρχει ετούτο το blog, ανακάλυψα και τα διάφορα άλλα blogs – εκατοντάδες – που υπάρχουν. Μέσα σε όλη αυτή τη θάλασσα λαχτάρας για επικοινωνία, μοίρασμα αισθημάτων και σκέψεων, ανησυχίας για το αύριο, μοναξιάς, θλίψης, δημιουργικότητας, φαντασίας, βλακείας, ευφυΐας, και άλλα, μπορεί κανείς να διακρίνει – πότε εδώ και πότε εκεί – να πλανιέται και το «σύνδρομο του γκουρού» μερικών. Άνθρωποι, δηλαδή, που «αυτοί ξέρουν» και πρέπει οι άλλοι να δεχτούν αυτό που ξέρουν γιατί έτσι επιβεβαιώνονται, δικαιώνονται, είναι κάποιοι. Μακριά. Είναι τραγικό πόσο βαθιά έχουμε διαμορφωθεί από παιδιά να είμαστε άνθρωποι από δεύτερο χέρι. Ακούτε τι λένε, αλλά μη δέχεστε ανεξέλγκτα ποτέ τίποτα από κανέναν, όποιος κι αν είναι αυτός, μόνο ανακαλύπτετε μόνοι σας αν είναι έτσι ό,τι σας λένε. Να είστε οι ίδιοι μέσα σας ο οδηγητής και ο οδηγούμενος, ο δάσκαλος κι ο μαθητής. Το βιβλίο της ψυχής σας είναι το βιβλίο όλης της ανθρωπότητας από τότε που εμφανίστηκε. Διαβάστε το. Μην περιμένετε να σας το ερμηνεύσουν. Σας παρακαλώ, λοιπόν, με όλη μου την καρδιά, μην δέχεστε αυτά που σας λέω, ελέγξτε τα. Είναι σαν να ανοίγετε έναν τηλεφωνικό κατάλογο και ψάχνετε έναν αριθμό. Πρέπει να τον καλέσετε μετά οι ίδιοι για να ξέρετε σίγουρα ότι αυτός που ψάχνετε βρίσκετε σ’ αυτόν τον αριθμό. Μη ζητάτε ποτέ ψυχολογική βοήθεια, γιατί όλο και κάποιος θα είναι εκεί για να σας τη δώσει και τότε τη βάψατε. Βοήθεια για τα υδραυλικά σας, για τα επαγγελματικά σας, για κάποια σωματική ασθένεια, για να μάθετε μια ξένη γλώσσα, να οδηγείτε κ.λπ. ναι. Όχι για να εξηγήσετε ή για να μάθετε την ψυχή σας. Η ψυχολογική εξάρτηση παραμονεύει, για να σας φυτέψει μέσα σας, το φόβο. Και ο φόβος είναι η αρχή κάθε κακού. Γι΄ αυτό να αμφισβητείτε όλα όσα σας λέω. Αμφιβάλετε για όλα που διαβάζετε εδώ και ψάξτε τα μόνοι σας. Δεν ξέρω αν επικοινωνούμε, κατ’ αρχήν λεκτικά και μετά – και το σοβαρότερο – βαθύτερα, πέρα και πίσω από τις λέξεις. Δεν ξέρω, δηλαδή, αν δίνουμε κατ’ αρχήν στις λέξειsheeps.bmpς το ίδιο περιεχόμενο. Έτσι επιτρέψτε μου να σταματήσω προς το παρόν εδώ και να τελειώσω με κάτι που μοιάζει αστείο σε πρώτη ματιά, αλλά που δεν είναι καθόλου.

Πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, όταν είχαμε πρωτοέρθει να μείνουμε εδώ στην εξοχή, μας επισκέφθηκαν μια Κυριακή μερικοί φίλοι που έφεραν μαζί τους κι έναν κύριο που τον συναντούσα για πρώτη φορά. Βγήκαμε έξω για να δει τη θέα, και στον απέναντί μας λόφο, έβοσκαν αρνάκια, όπως ακριβώς και χτες το πρωί που τράβηξα αυτή τη φωτογραφία που βλέπετε. Τα αρνάκια είναι γύρω από το σπίτι. Προσπάθησα εδώ να αποκαταστήσω όσο μπορούσα με μεγαλύτερη ακρίβεια το σύντομο διάλογο που έγινε πριν χρόνια, ανάμεσα σε εκείνο τον κύριο κι εμένα.
Κοιτάζαμε, λοιπόν, το λόφο κι εγώ, δείχνοντάς του το κοπάδι, είπα:

Εγώ: Φοβερά το αρνάκια, ε;
Κύριος: Α, μην το συζητάτε κι εμένα μ’ αρέσουν τρομερά!
Εγώ: Ναι κι εμένα.
Κύριος: Τι τα θέλετε, είναι το κάτι άλλο!
Εγώ: Εμείς εδώ έχουμε πολλά.
Κύριος: Α, είστε πολύ τυχεροί! Στην Αθήνα…
Εγώ: Ε, ναι, πού να βρεις στην Αθήνα κάτι τέτοιο;
Κύριος: Χα, χα, χα, ναι… Φαντάζεστε να έβοσκαν αρνάκια στον Λυκαβηττό;
Εγώ: Χα, χα, χα…
Κύριος: Ενώ, εδώ… Μη το συζητάτε… Ντόπιο αρνί; Πού να το βρεις στην Αθήνα;
Εγώ: Δεν κατάλαβα, μήπως εννοείτε…
Κύριος: Ναι, άλλο είναι το ντόπιο αρνάκι με πατάτες στο φούρνο, κι άλλο ένα αρνάκι πού δεν ξέρεις από πού το έχουν φέρει κι αν είναι κατεψυγμένο ή…
Εγώ: Δηλαδή, τόση ώρα που μιλάμε εννοείτε το αρνάκι ψητό; Για φαγητό δηλαδή;
Κύριος: Ε, ναι τι άλλο; Δεν ξέρω εσείς πώς το προτιμάτε, αλλά για μένα αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να μαγειρεύεις το αρνάκι. Στη σούβλα ή φρικασέ δεν μ’ αρέσει καθόλου… Ε, άντε και μπριζολάκια στα κάρβουνα…
Εγώ: Α!… Μάλιστα… Αλλά… Δηλαδή… Να, εγώ ξέρετε είμαι χορτοφάγος και δεν εννοούσα ότι μ’ αρέσει το αρνάκι στο φούρνο, αλλά ότι εδώ στην εξοχή μ’ αρέσει να βλέπω, το πρωί που ξυπνάω, τα αρνάκια να βόσκουν στο μεγάλο οικόπεδο εκεί στο λόφο, απέναντι από το σπίτι μας…

Καληνύχτα.
Καλή εβδομάδα.

Σας φιλώ πολύ
Π.

“Ωχ, κάποιος φιλάει την κόρη μου στην παραλία!”

Το βίντεο από την εκδήλωση του ΙΑΝΟΥ θα είναι έτοιμο αύριο, αλλά σήμερα θα σας βάλω τέσσερις φωτογραφίες που πήραμε από το αμοντάριστο βίντεο. Έχω, όμως, υποσχεθεί σ’ εκείνο το παιδί από σας που έχει δίδυμες κόρες (κωλόφαρδος, δεν λέω, αλλά και… ούτε «ψύλλος στον κόρφο του» όταν μπουν στην εφηβεία) να βάλω άλλο ένα κείμενο από το «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ», που κι αυτό είναι για μπαμπάδες κοριτσιών! Λοιπόοοοον…
Ήταν ένα καλοκαίρι πριν χρόνια, όταν η κόρη μου είχε κλείσει πια τα δώδεκα κι εγώ ήμουν στα 44. Σε όλες τις μέρες των διακοπών, γύρω στις έξι το απόγευμα, κατέβαινα μαζί με όλα τα παιδιά της οικογένειας και κάποιων φίλων στη θάλασσα για ένα ακόμα – απογευματινό – μπάνιο. Το ίδιο έγινε κι εκείνο το … «μοιραίο» απόγευμα, μόνο που αυτή τη φορά τα μεν μικρά παιδιά δεν ήθελαν να κατέβουν, τα δε μεγαλύτερα – δυο δικά μας κι ένας φίλος τους – είχαν μείνει συνέχεια από το πρωί στην παραλία που ήταν κάτω από το σπίτι. Καθώς κατέβαινα μια παλιά πέτρινη σκάλα με πυκνά δέντρα που έκαναν καμάρα από πάνω της και σε κρύβουν απ’ όλους στην παραλία μέχρι να πατήσεις στην άμμο, πήρε το μάτι μου – ανάμεσα από τα κλαριά του δέντρου – στη μέση της άδειας παραλίας, ένα συμπαθέστατο ζευγαράκι εφήβων που φιλιόντουσααν παθιασμένα. Δεν μπορούσα να δω τα πρόσωπά τους αλλά πρόσεξα το μαγιό της κοπέλας: ήταν η κόρη μου!!! Και το αγόρι ο γιος τής φιλικής οικογένειας που φιλοξενούσαμε, ίδιας ηλικίας με τη «δικιά μου»! Εξαιτίας αυτού ακριβώς του ιδιοκτησιακού, «η δικιά μου», μπήκαν για δευτερόλεπτα σε δοκιμασία όλες μου οι θεωρίες φιλελεύθερης ανατροφής των παιδιών, καθώς συγκρούονταν με το γεγονός που υπήρχε μπροστά μου, με την πραγματικότητα που έφερνε με σφοδρότητα στην επιφάνεια το από αιώνες διαμορφωμένο μοντέλο «αρσενικής συμπεριφοράς» ιδιοκτησίας και «πατρικής εξουσίας». Θέλετε να μάθετε τι έκανα; Θα σας πω, αλλά δεν νομίζω πως εκείνο που έχει σημασία είναι το τι έκανα αλλά το τι πέρασε από το μυαλό μου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου που μου φάνηκαν αιώνες.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι θα κατέβαινα θυμωμένος, θα έστελνα εκείνη επάνω στο δωμάτιό της και μετά θα έκανα μια… αντρική εξήγηση με το αγόρι, λέγοντάς του έμμεσα ότι αυτό δεν θα έπρεπε να ξανασυμβεί. «Τι ανοησία», σκέφτηκα κι αποφάσισα να μην το κάνω, αλλά να εμφανιστώ χωρίς να πω τίποτα και να κρατήσω μούτρα μέχρι να μου μιλήσει εκείνη για το θέμα, οπότε θα μπορούσα να αναπτύξω τις θεωρίες μου. «Ποιες θεωρίες, ρε μαλάκα;» ξανασκέφτηκα. Δεν είχα κάνει κι εγώ τα ίδια στην ηλικία της – και πολύ νωρίτερα – με κορίτσια σαν κι αυτήν; Εκείνες οι ανάλογες καλοκαιριάτικες ερωτικές ιστορίες της προεφηβικής μου ηλικίας, ήταν ή δεν ήταν από τα πιο τρυφερά πράγματα που έχω ακόμα μέσα μου; Και είναι ή δεν είναι η ερωτική εμπειρία η πιο βαθιά εμπειρία και η μόνη από πρώτο χέρι, που μπορεί να νιώσει κανείς σ’ αυτή τη ζωή; Και δεν οφείλει ένας γονιός να μεταδώσει στο παιδί του μια ευαίσθητη και ανάλογα βαθιά – κι όχι μυξοσυναισθηματική – στάση απέναντί στον έρωτα κι όχι να παίζει τον μπαμπούλα την πρώτη φορά που βλέπει μια τέτοια -τρυφερά αδέξια- εκδήλωση; Μήπως η αντίδρασή μου είχε σχέση με το «οιδιπόδειο»; (Τι παπαροταμπέλα κι αυτή όπως δεκάδες άλλες που μας έχουν κολλήσει!) Ή μήπως το αίσθημα της ιδιοκτησίας είναι μέσα μας το ίδιο για τη γυναίκα μας (ή τον άντρα μας), τη μάνα μας (ή τον πατέρα μας) και την κόρη μας (ή το γιο μας); Ή μήπως, έχουμε τέτοια ψυχολογική εξάρτηση από τα παιδιά μας, που κι η πρώτη νύξη ότι απομακρύνονται από μας μάς πειράζει;
Προσπάθησα γρήγορα να θυμηθώ – για βοήθεια – ό,τι είχα διαβάσει γύρω από την ψυχολογία των παιδιών κι όλες τις συζητήσεις που είχα κάνει τα τελευταία χρόνια με διάφορους ειδικούς, με τους οποίους συνεργαζόμουν στην τηλεόραση. Αλλά χρειαζόταν ειδικός για να μου πει ότι δεν έπρεπε να πέσω καταπάνω στα δύο παιδιά εξαγριωμένος; Χρειάζεται παιδοψυχίατρος για να μας πει ότι οι απαγορεύσεις και οι αγριάδες, που έχουν σκοπό να κάνουν το παιδί να φοβηθεί την εκδήλωση του ερωτισμού του, μόνο σε υποκρισία μπορούν να το οδηγήσουν; (Ξέρω γυναίκα της γενιάς μου που έμεινε έγκυος από «πινέλο» -συγνώμη κορίτσια- και για να μείνει παρθένα, η μάνα της έβαλε το γιατρό αντί για έκτρωση να της κάνει καισαρική τομή!!!) Κι αν αντί για την κόρη μου στην παραλία είχα δει το γιο μου, στην ανάλογη ηλικία, θα θύμωνα ή θα καμάρωνα; Ας είμαστε ειλικρινείς: θα καμάρωνα. Γιατί; Επειδή έτσι με είχε μεγαλώσει μια γυναίκα, η μάνα μου: «Α, το αγόρι είναι άλλο…».
Είναι εύκολο, ξέρετε, να πάρουμε μερικά βιβλία που έχουν γραφτεί γύρω από τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και να προσπαθούμε να εφαρμόζουμε στην πράξη αυτά που διαβάσαμε, κοροϊδεύοντας έτσι τον εαυτό μας πως κάτι κάνουμε. Επίσης μπορούμε να ζητήσουμε τη συμβουλή κάποιου ειδικού. Μήπως, όμως, όλα αυτά είναι το ίδιο ανώφελα; Μήπως δεν χρειάζεται κανενός είδους «ειδικός επί ψυχοπαιδαγωγικών θεμάτων», αλλά απλώς -σε οποιαδήποτε περίπτωση- να δείχνουμε στα παιδιά σοβαρότητα, καλοσύνη, στοργή και πραγματικό ενδιαφέρον, χωρίς κανέναν εγωκεντρισμό, έξω από κάθε ψυχαναλυτικό ή κοινωνικοθρησκευτικό παραδοσιακό μοντέλο, μήπως το μόνο που χρειάζεται είναι να δείχνουμε αληθινή φροντίδα γι’ αυτά;
Και να τι έκανα, ύστερα από τα κλάσματα δευτερολέπτου που πέρασαν όλα αυτά από το νου μου: Ξανανέβηκα σιγά σιγά προς τα πίσω όλα τα σκαλιά. Πήρα ένα κουπί της βάρκας που βρήκα στη μικρή αποθήκη και το έσπρωξα να κατρακυλήσει με κρότο στα σκαλοπάτια μέχρι την άμμο για να τους ειδοποιήσει. Ύστερα κατέβηκα κι εγώ ήσυχος στην παραλία, σαν μην τρέχει τίποτα. Με διασκέδαζε το μεγάλο ανήσυχο ερωτηματικό που είχαν στα μάτια τους και τα κατακόκκινα μάγουλά τους, καθώς προσπαθούσαν να μαντέψουν αν τους είχα δει ή όχι.
Η τελευταία πάλη που έγινε μέσα μου κι έληξε αργότερα ήταν ανάμεσα στο αν θα της πω ότι τους είχα δει ή όχι. Πίσω από τη σοβαροφανή δικαιολογία ότι έτσι θα γινόταν πιο προσεκτική σε ό,τι έκανε, υπήρχε κάτι χειρότερο κι από το να είχα κάνει φασαρία: υπήρχε η επιθυμία να της δείξω τι καταπληκτικός και προοδευτικός πατέρας που ήμουν! Τι φοβερό, αλήθεια, εκτός από τους άλλους να θέλεις ακόμα και στα μάτια του παιδιού σου να είσαι «κάποιος»!
Έτσι η πρώτη φορά που θα της λυθεί η απορία για το αν την είδα τότε ή όχι είναι τώρα, που διαβάζει αυτές τις γραμμές.

Χα, χα, χα… Το φάγατε το «σεντόνι» σας και σήμερα. Ε, άντε δείτε και τις τέσσερις φωτογραφίες από τον ΙΑΝΟ. Μπαμπάδες των μικρών κοριτσιών που βλέπουμε στις φωτογραφίες, κουράγιο.

Σας φιλώ πολύ.

Π.
ianos-0.bmpianos-4.bmp

ianos-1.bmp

ianos-3.bmp

Μόνο για … μπαμπάδες κοριτσιών

 Έχω καιρό να βάλω εδώ κάτι από τα κείμενα που έχω γράψει με τον γενικό τίτλο, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ.  Αυτό το κάνω τώρα, γιατί θα ήθελα να ψιλοαποφύγω να σας πω τίποτα για τα σχόλιά σας για την εκπομπή του ALPHA που ήμουν το πρωί, επειδή για άλλη μια φορά με έχετε συγκινήσει ιδιαίτερα, οπότε … άστε το καλύτερα. Λοιπόν…

Αν και το «μόνο» που υπάρχει στον τίτλο είναι, ίσως, λίγο υπερβολικό, ωστόσο πράγματι αυτά που θ’ ακολουθήσουν είναι, κυρίως, για μπαμπάδες και, μάλιστα, για μπαμπάδες κοριτσιών. Ή, αν θέλετε να το πλατύνουμε, είναι μόνο για άντρες και πάντως -αν και έμμεσα- οπωσδήποτε υπέρ των παιδιών. (Και των γυναικών).
Είναι μια παλιά ιστορία – περίπου 20 χρόνια παλιά – κι έχει να κάνει με την κόρη μου όταν ήταν μικρή:
Ήταν καλοκαίρι του 1987, όταν προσπαθούσα να βάλω μια καινούργια γραμμή για τηλέφωνο στο σπίτι στην εξοχή κι όλα τα παιδιά είχαν κολλήσει κυριολεκτικά επάνω μου και κοίταζαν. Εκεί που είχα απορροφηθεί σ’ αυτό που έκανα, ξαφνικά ένιωσα ένα σκληρό γυναικείο στήθος να με ακουμπάει! Τι γύρευε μια γυναίκα ανάμεσα στα παιδιά; Γύρισα… Όπα!! Ήταν η κόρη μου! Τα ‘χασα, αλλά λίγο αργότερα, στην παραλία, πρόσεξα ότι το σώμα της κόντευε να γίνει πια γυναικείο και θυμήθηκα ότι ένα χρόνο σχεδόν πριν είχε αδιαθετήσει. Τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι το σεξ «χτυπούσε την πόρτα» της κόρης μου.
Η κόρη μου γεννήθηκε έπειτα από τέσσερις αποτυχημένες εγκυμοσύνες, λόγω «παλίνδρομης κύησης». Η δύσκολη, ψυχολογικά και σωματικά, εγκυμοσύνη που προηγήθηκε, είχε κάνει ράκος τη μητέρα της, και σαν να μην έφτανε αυτό της «χάλασε» το γάλα μέσα στην πρώτη εβδομάδα θηλασμού, κι έτσι μαζί με την έλλειψη οποιουδήποτε που θα μπορούσε να τη βοηθήσει είχε ως αποτέλεσμα να σηκώνομαι εγώ τις νύχτες για να ταΐζω και να αλλάζω το μωρό.
Ξέρετε – ή θα μάθετε – ότι όταν τα κορίτσια λερώνονται μέσα στις πάνες, το πλύσιμό τους δεν είναι τόσο απλό, όσο των αγοριών. Σύμφωνα με τις οδηγίες που μου είχε δώσει η παιδίατρος, αφού γινόταν το αρχικό πλύσιμο, έπρεπε όλο το λεπτοκαμωμένο γεννητικό όργανο να καθαριστεί πολύ προσεκτικά, κάπως βαθύτερα με καθαριστηράκια αυτιών, για να μην πάθει ουρολοίμωξη.
Καθώς έκανα, λοιπόν, έκανα αυτή τη «δουλειά», κάθε βράδυ για τρεις μήνες περίπου, άρχισα κάποια στιγμή να σκέφτομαι τις ερωτικές σχέσεις που είχα έως τότε με τις γυναίκες, αλλά κάτω από ένα καινούργιο πρίσμα. Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε ήταν ότι αυτό το σημείο του σώματός όλων των γυναικών που είχα γνωρίσει, κάποτε βρισκόταν στην ίδια ευάλωτη, τρυφερά γυμνή, “σκατωμένη” κι ανυπεράσπιστη κατάσταση, όπως της κόρης μου κι ότι, όπως κι αυτή έτσι κι εκείνες, από τόση μικρή ηλικία, θ’ άρχιζαν να μαζεύουν από το περιβάλλον τους παρόμοιες ψυχολογικές πληγές σαν εκείνες που εγώ συνάντησα σ’ αυτές – και δεν κατανόησα.
Από ‘κει και πέρα, εκείνες οι στιγμές που τάιζα και καθάριζα το μωρό έγιναν στιγμές απολογισμού της μέχρι τότε ερωτικής μου ζωής κάτω από ένα άλλο πρίσμα. Κι αυτή η άλλου είδους επαφή με το -μέχρι τότε- αποκλειστικά και μόνο αντικείμενο των πόθων μου, των φόβων μου, αντικείμνεο ηδονής και οδύνης, έγινε αντικείμενο τρυφερότητας και στοργής, ελευθερώνοντας έτσι ένα ποτάμι από ερωτηματικά και αμφιβολίες γύρω από τη στάση που είχα στις σχέσεις μου με τις γυναίκες κι έβλεπα τον κίνδυνο να μεταφέρω αυτή τη στάση και στο παιδί μου.
Αν κανείς έχει δει ότι είναι άλλο το πραγματικό βάρος κι οι πραγματικές διαστάσεις που έχουν οι ερωτικές μας σχέσεις κι άλλο το βάρος που δίνουμε εμείς σ’ αυτές με το… «παραμύθιασμα» που κάνουμε στον άλλο ή στην άλλη και -κυρίως- σε μας τους ίδιους γι’ αυτές τις σχέσεις· αν κανείς έχει δει το ρόλο που παίζει το σεξ στη δημιουργία ψυχολογικών προβλημάτων κι έχει ν’ αναθρέψει παιδιά, τότε δεν οφείλει ν’ ασχοληθεί σοβαρά με το τι θα τους μεταδώσει γύρω απ’ αυτό το θέμα; Και, άραγε, φτάνουν τα λόγια ή αυτά είναι εύκολο να τα λέει κανείς και σημασία έχει ποια θα είναι η δική του σεξουαλική συμπεριφορά που -χωρίς λόγια- θα μεταδίδεται στο παιδί; Γιατί τα παιδιά “ρουφάνε” περισσότερο ό,τι υπάρχει στον αέρα, παρά το τι του λένε οι γονείς του.
Ό,τι και να πούμε στα παιδιά μας γύρω από τον έρωτα και τη θέση του στη ζωή, αν τα παιδιά μας μεγαλώνουν σ’ ένα σπίτι όπου στην ατμόσφαιρα υπάρχει υποκρισία γύρω από το σεξ που τη δημιουργεί το «άλλα λέω κι άλλα κάνω»,  μπορούν τα παιδιά – σε τέτοιες συνθήκες – να αναπτύξουν την ειλικρίνεια και την ευαισθησία που χρειάζεται απέναντι στο θέμα; Κι όταν λέω «ευαισθησία», δεν εννοώ γλυκανάλατους ρομαντισμούς με λιγώματα κάτω απ’ το φεγγάρι· εννοώ την ευαισθησία που μπορεί να σε κάνει να συγκινηθείς από την αληθινή ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων  – όπου κι αν τη βρεις – και να διακρίνεις ότι το σεξ είναι μια καθαρή και απλή λειτουργία  όπως της διατροφής, (όχι, όμως, όπως του κατουρήματος) που από μόνη της δεν έχει κανένα πρόβλημα, αλλά που εμείς δημιουργούμε τα προβλήματά της με τις σκέψεις, τις ιδέες, τις εμμονές και τις νευρώσεις μας γύρω απ’ αυτήν.
Νομίζω ότι μόνο μια τέτοια ευαισθησία μπορεί να σε κάνει να δεις τον έρωτα όπως πράγματι είναι και να καταλάβεις γιατί η ελληνική γλώσσα είναι σοφή που έχει δύο τελείως διαφορετικές λέξεις γι’ αυτά τα δύο τελείως διαφορετικά πράγματα: τον έρωτα και την αγάπη. Μόνο με μια τέτοια ευαισθησία, μπορεί να κάνει αυτή την δήθεν φυσική «πάλη των φύλλων» να πάψει να είναι “φυσική”, να πάψει να υπάρχει, και να επιτρέψει να ανθίσει άλλο είδος ερωτικών – και συντροφικών σχέσεων ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Ξέρω, ότι αυτό τον καιρό γίνεται μπάχαλο στις σχέσεις: Διαζύγια περισσότερα από ποτέ, φοβισμένα αγόρια από την επιθετικότητα των κοριτσιών που «παίρνουν το αίμα τους πίσω» ύστερα από αιώνες αντρικής καταπίεσης. Ναι, αλλά ξέρετε, δεν μπορείς να χτίσεις πάνω σε κάτι παλιό, πρέπει πρώτα να γκρεμίσεις. Κι αυτή τη στιγμή ζούμε το γκρέμισμα. Αλλά ταυτόχρονα έχει αρχίσει να κτίζεται κάτι εξαιρετικά καλύτερο και ωραιότερο απ’ ό,τι έχουμε ζήσει. Ίσως κάποιοι από σας να έχουν ήδη αρχίσει να το ζουν. Σας το εύχομαι.

Πάλι θα με μαλώσει ο γιος μου που γράφω “σεντόνια”.
Σας φιλώ.
Π.

“Αυτό το σκατό θα μου πει εμένα…”

Σήμερα, λέω να σας βάλω εδώ το δεύτερο κείμενο από τη σειρά, “ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ”. Δυο λόγια πριν: Έχω βρει βίντεο με -έστω αποσπάσματα – από όλα όσα μου ζητάτε, ακόμα και από τον ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ. Τα περνάμε από την επεξεργασία που χρειάζεται για να ανέβουν στο ίντερνετ και θα τα δείτε σύντομα. Επίσης, επειδή – όπως έχω πει – είναι δύσκολο να απαντάω στον καθένα χωριστά, αλλά και δεν θα ήθελα να τρώω τον χώρο με δικά μου σχόλια, άσε και που δεν θα ‘θελα τώρα να κάνω τον “ξερώλα” και να σας πλακώνω στο κήρυγμα, συνήθως αποφεύγω να κάνω σχόλια πάνω στα δικά σας. Τέλος πάντων, αν κάποιος ή κάποια αισθάνονται ότι θα ήθελαν να πούμε κάτι ειδικό, μπορώ να το κάνω με απ’ ευθείας e-mail. Μόνο που θα πρέπει να μου γράφετε το σωστό σας e-mail , γιατί κάποιο παιδί -δεν θυμάμαι ποιο – μου ζήτησε να έρθουμε σε επικοινωνία, του απάντησα, αλλά το μήνυμα γύρισε πίσω με την ένδειξη, FATAL ERRORS. Επίσης, τώρα “το ‘πιασα” πώς γίνεται κι άρχισα να επισκέπτομαι τα blog σας κι αυτό μ’ αρέσει πολύ. Λοιπόοοον… Πάμε να σας πω, γιατί σήμερα ο τίτλος: “Αυτό το σκατό θα μου πει εμένα”.

Read the rest of this entry »

“Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται”

Τα κείμενα που θα διαβάσετε πρωτοδημοσιεύτηκαν παλιά στο περιοδικό «ΤΗΛΕΡΑΜΑ», αργότερα βγήκαν σε βιβλίο και έχουν σαν θέμα τους τις σχέσεις μας, εμάς, των γονιών, με τα παιδιά μας και τον τρόπο που τα μεγαλώνουμε. Έδωσα τον γενικό τίτλο, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ» επειδή οι σκέψεις που περνάνε απ’ αυτά τα κείμενα πρωτοδιατυπώθηκαν σε συζητήσεις που έκανα με τη γυναίκα μου, όταν είχαν πάει πια τα παιδιά μας για ύπνο (και τα τρία), κι άρχιζε εκείνη η ευλογημένη ώρα που μόνο όσοι έχουν παιδιά μπορούν να με νιώσουν, κι όπου μπορείς να πεις μια κουβέντα, με τον σύντροφό σου ν’ αγκαλιαστείς, να διαβάσεις, να δεις τηλεόραση, να τσακωθείς, να μην πεις τίποτα ή ν’ αφεθείς για λίγο και να γίνεις κι εσύ παιδί – το σημαντικότερο όλων κατά τη γνώμη μου.
Αυτά τα κείμενα είναι σαν ημερολόγιο ενός καθημερινού ταξιδιού μέσα σ’ ένα χώρο γεμάτο μ’ ερωτηματικά για τον τρόπο που μας μεγάλωσαν και που κι εμείς σήμερα μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.

Πρέπει απ’ την αρχή να δηλώσω ότι δεν είμαι καμιά αυθεντία στα παιδαγωγικά.Eίμαι ένας άνθρωπος στα 64, που έκανε δύο γάμους, τρία παιδιά και που μέσα στο χώρο της δουλειάς του στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο για 22 χρόνια, ήρθε σε επαφή με δεκάδες: παιδαγωγούς, νηπιαγωγούς, δάσκαλους, καθηγητές, ψυχολόγους, παιδοψυχολόγους, ψυχίατρους, κι εκατοντάδες γονείς και παιδιά και μπούχτισε να βλέπει να εφαρμόζεται, να επαναλαμβάνεται και να προστατεύεται το ίδιο, στην ουσία, μοντέλο ανατροφής των παιδιών που υπάρχει στη γη εδώ κι αιώνες τώρα. Ίσως υπάρχει και κάτι άλλο.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΩΤΟ: “Η εκπαίδευση του εκπαιδευτή”

Σάββατο μεσημέρι βρεθήκαμε, η κόρη μου κι εγώ, να τρώμε οι δυο μας έξω, σε μια ταβέρνα κάτω από τις μουριές που άρχιζαν να φουντώνουν. Την κοιτάω και χαζεύω! Είναι πολύ όμορφο κορίτσι. Έχει μπει στα δώδεκα, με μια εφηβεία που άρχισε να έρχεται εδώ και μισό χρόνο, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει ακόμα μια συγκινητική παιδικότητα. Αλήθεια τι ξέρω εγώ γι’ αυτό το παιδί; Τι ξέρω για όσα συμβαίνουν βαθιά μέσα στην ψυχούλα του; Μάλλον τίποτα! Και πώς θα το μεγαλώσω; Με το ίδιο μοντέλο που μεγάλωσαν κι εμένα οι γονείς μου και που μ’ αυτό τους είχαν μεγαλώσει κι εκείνους και πάει λέγοντας; Το “ψυχοφάγο” μοντέλο του «πρέπει να γίνεις κάτι – πρέπει να γίνεις κάποιος»: καλό παιδί, καλός μαθητής, καλός πατέρας, καλή μητέρα, καλός φαντάρος, καλή νοικοκυρά, καλός επιστήμονας, πλούσιος, να γίνεις σαν τον πατέρα σου, σαν τη μάνα σου, σαν ετούτον, σαν εκείνον, τέλος πάντων πρέπει να γίνεις επιτυχημένος κι ας χάσεις αυτό που πράγματι είσαι! Το ίδιο αυτό μοντέλο συνεχίζει να είναι η βάση του τρόπου ανατροφής κι εκπαίδευσης των ανθρώπων εδώ κι αιώνες τώρα. Μαθαίνουν κάποιο επάγγελμα κι όχι την τέχνη της ζωής που κατά τη γνώμη μου είναι η μεγαλύτερη από όλες τις τέχνες. Αναμφισβήτητα έχουμε προοδεύσει τεχνολογικά, αλλά ψυχολογικά βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο: κάποτε σκοτώναμε με το ρόπαλο, ύστερα με το τόξο, έπειτα με το κανόνι, μετά με μία βόμβα και σε λίγο – αν όχι από τώρα – πατώντας ένα κουμπί καθισμένοι μπροστά στην οθόνη ενός κομπιούτερ. Η βία, όμως, το ψυχολογικό κίνητρο που κάνει το χέρι σ’ όλες τις περιπτώσεις να σηκωθεί, να πετάξει, να πατήσει, είναι εδώ κι αιώνες η ίδια -ραφιναρισμένη, καλυμένη, εξιδανικευμένη, αλλά ίδια! Και μ’ αυτόν το στόχο θ’ αναθρέψω το παιδί μου; Δηλαδή, πώς θα το κάνω να μπορέσει να προσαρμόσει τη βιαιότητά του στα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα; Μήπως, λοιπόν, αυτό είναι το αποτέλεσμα της εκπαίδευσής του στο σχολείο, στο σπίτι, παντού; Και δεν υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος εκπαίδευσης, ανατροφής, που μπορεί να κάνει το παιδί να δώσει ένα τέλος στη βιαιότητα; Που σημαίνει την κάθε είδους βιαιότητα: σωματική, λεκτική, ψυχολογική, νοητική. Αν υπάρχει, τότε θα πρέπει πρώτα να τη βρω και να την εφαρμόσω εγώ. Δεν γίνεται άλλα να σκέφτομαι, άλλα να λέω κι άλλα να κάνω! Ωραίο παράδειγμα θα είμαι για το παιδί μου! Παράδειγμα ανεντιμότητας, αφού εντιμότητα είναι ακριβώς το αντίθετο: σκέφτομαι, λέω και κάνω το ίδιο. Και, δηλαδή, πρέπει πρώτα να εκπαιδευτώ εγώ, ο εκπαιδευτής, για να εκπαιδεύσω το παιδί μου; Ναι αλλά έως τότε το παιδί μου θα ‘χει γεράσει!

Κάτι με ρωτάει η κόρη μου και “ξαναγυρνάω” στο τραπέζι όπου καθόμαστε. Απαντάω: ” Άκου, Μαρία: δεν έχω ιδέα πώς να σε μεγαλώσω. Ούτε εγώ ούτε κανένας γονιός πρέπει να παίζει τον παντογνώστη και να ασκεί βίαιη εξουσία πάνω στα παιδιά του και ο λόγος του να είναι νόμος που το παιδί πρέπει να υπακούει, χωρίς εξηγήσεις. Τέρμα. Αρνούμαι να μεταχειριστώ το ίδιο μοντέλο που μ’ αυτό μεγάλωσαν κι εμένα. Το μοντέλο που χρησιμοποιούμε όλοι μας για ευκολία μας. Λοιπόν: είσαι ν’ ανακαλύψουμε μαζί, να μάθουμε κι δυο μας, ως δύο άνθρωποι, από μόνοι μας, χωρίς παιδοψυχολόγους, παιδαγωγούς ψυχαναλυτές και άλλους τέτοιους, με μόνο οδηγό το σεβασμό, την κατανόηση, τη φροντίδα, τη στοργή, την αγάπη που νιώθουμε ο ένας για τον άλλον: Είσαι να μάθουμε μαζί πώς μεγαλώνουν τα παιδιά; Οι άνθρωποι; Είσαι;”

Η διαίσθησή της τής λέει ότι η πρότασή μου κρύβει, βέβαια, περισσότερη ελευθερία γι’ αυτήν αλλά και περισσότερη ευθύνη. Την ευθύνη δεν την έχει συνειδητοποιήσει ακόμη, αλλά διψάει για την ελευθερία. Με κοιτάζει και συμφωνεί.
Άντε να δούμε τι θα βγει.

***

Αυτά σημείωνα πριν κάμποσα χρόνια. Σήμερα η κόρη μου είναι 32 χρόνων, αλλά νοιώθω ότι αυτά που έγραφα τότε, ισχύουν και σήμερα. Τι λέτε; Σας δήλωσα από την αρχή – από τη στιγμή που με συγκινήσατε τόσο πολύ – ότι αυτό το blog, θα πάει όπου θέλετε εσείς. Τα βίντεο, οι ιστορίες, είναι ο κορμός του. Θέλετε – όσοι είστε γονείς ή πρόκειται να γίνετε ή όποιος άλλος – να φτιάξουμε εδώ μια κατηγορία όπου θα μπαίνει κάθε εβδομάδα ένα από αυτά τα κείμενα; Θέλετε;

Καλό βράδυ. Σας φιλώ.

Π.