“H” όπως, ηθοποιός-”Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”.(Γ’)

   Τρίτο post σήμερα – και τελευταίο, σας το ορκίζομαι – για το θέμα που ανοίχτηκε γύρω από την τέχνη του ηθοποιού και την πιθανή ομοιότητά της με την τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Στα δύο προηγούμενα posts, σας περιέγραψα τον τρόπο που δουλεύουν οι ηθοποιοί  – κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον – το ρόλο τους στην περίοδο που γίνονται οι πρόβες και γιατί θεωρώ ότι αυτή η διαδικασία είναι ίδια με εκείνη που κάνει κανείς για να γνωρίσει τον εαυτό του. Η τέχνη του ηθοποιού  δεν εξαντλείται, φυσικά, στις πρόβες, αλλά συνεχίζεται και στη διάρκεια των παραστάσεων. Η δουλειά του ηθοποιού – τόσο στην πρόβα όσο και στην παράσταση – είναι, κατά τη γνώμη μου, ίδια με τη δουλειά που μπορεί να κανείς για να γνωρίζει τον εαυτό του.
Πριν περάσω, στην περιγραφή του τρόπου που λειτουργεί ο ηθοποιός στη διάρκεια της παράστασης, θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι για το όλο πλησίασμα τόσο του ρόλου από τον ηθοποιό όσο και του εαυτού μας. Στον τρόπο που  ένας ηθοποιός παρατηρεί, πλησιάζει και δουλεύει ένα ρόλο, όπως και στον τρόπο που μπορεί κανείς να πλησιάσει και να γνωρίσει τον εαυτό του, έχει σημασία η εσωτερική στάση που έχει κανείς, η οποία δεν μπορεί να γίνεται με το μυαλό ούτε και με το συναίσθημα, αλλά με αίσθημα. Το πλησίασμα δεν μπορεί να είναι «ερωτικό». Δηλαδή, με κτητικότητα, με τυφλή ταύτιση, εγωκεντρικά, για προσωπική άντληση ευχαρίστησης, με κίνητρα αυτοεπιβεβαίωσης και φαινομενική παράδοση του εαυτού στον άλλον που γίνεται τελικά για εγωιστική ευχαρίστηση του εαυτού.. Το πλησίασμα του ρόλου, είναι όπως το πλησίασμα του παιδιού μας: Με αυταπάρνηση, καλοσύνη, κατανόηση, φροντίδα να ανθίσει ό,τι είναι και για τη χαρά να το βλέπεις να ανθίζει. Δηλαδή, πλησίασμα με αγάπη.  Και η αγάπη, θα μου πείτε, δεν είναι συναίσθημα; Όχι δεν είναι, και συγνώμη για τη βεβαιότητα – μη το δεχτείτε επειδή το λέω, ψάξτε το. Την αγάπη δεν τη νοιώθεις· ή είσαι μέσα ή δεν είσαι. Η αγάπη είναι κατάσταση που ή ζεις μέσα σ’ αυτήν ή όχι. Είναι μια κατάσταση χωρίς συναισθηματισμούς. Δεν είναι συναίσθημα που το νιώθεις.  Η αγάπη είναι σαν τα δόντια: όταν είναι υγιή δεν τα νιώθεις. Όταν νιώθεις την αγάπη, είναι αγάπη που έχει «χαλάσει», είναι έρωτας. Είναι σαν τα δόντια που τα νοιώθουμε όταν χαλάσουν, όταν αρρωστήσουν. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι όταν είσαι ερωτευμένος, σε ρωτάνε: «Σου πονάει το δοντάκι, ε;»
Ξέρω, ότι δεν σας πολυαρέσει αυτό, αλλά δεν υποτιμάει τον έρωτα αυτό που λέω, απλώς τον βάζει στη θέση του: Ο έρωτας είναι κάτι υπέροχο να το νοιώθεις, αλλά δεν είναι αγάπη. Ίσως είναι ό,τι πιο κοντινό στην αγάπη υπάρχει – από την άποψη της επικοινωνίας, της τρυφερότητας και της φροντίδας – αλλά δεν είναι αγάπη. Είναι όπως όταν δεν έχεις δοκιμάσει ποτέ φρέσκο κρεμμυδάκι, μπορείς να πάρεις μια ιδέα της γεύσης του αν φας ένα ξερό κρεμμύδι καλά βρασμένο. Άλλο, όμως, το βραστό ξερό κρεμμύδι κι άλλο το φρέσκο κρεμμυδάκι.
Όταν, λοιπόν, ο ηθοποιός  αρχίζει πια να «παίζει» στη σκηνή το ρόλο που δούλεψε  στις πρόβες, τότε η τέχνη του περνάει σε μια άλλη φάση, όπου είναι και η πιο κοντινή στην τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν».
Όπως ίσως θα ξέρετε, η Οφηλία στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, λίγο πριν το τέλος του έργου τρελαίνεται. Αν υποθέσουμε ότι η ηθοποιός που παίζει την Οφηλία ταυτιζόταν απολύτως με τον ρόλο της, τότε στο τέλος της παράστασης θα έπρεπε να τρελαινόταν και κάθε βράδυ να χρειαζόταν άλλη ηθοποιός για να παίξει το ρόλο! Ο ηθοποιός, όμως, είναι αποστασιοποιημένα ταυτισμένος με τον ρόλο. Στην πραγματική ζωή, είμαστε οι διάφοροι «ρόλοι» – μητέρα, πατέρας, σύζυγοι, παιδιά, επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί κ.λπ. – αλλά όταν «ταυτιζόμαστε» με αυτούς τους «ρόλους», και οι περισσότεροι από μας αυτό παθαίνουμε, δεν πηγαίνουμε μεν στον τρελοκομείο, αλλά οδηγούμαστε σε διάφορες νευρώσεις, καθώς παραπαίρνουμε στα σοβαρά τους εαυτούς μας και τους ρόλους μας και όχι την ίδια τη ζωή, χάνοντας έτσι την ουσία της. Και εδώ, η τέχνη του ηθοποιού έχει μία ίδια – τέλεια – οδηγία με την τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν», μια παρότρυνση για «αποστασιοποιημένη ταύτιση»: ανήκει στον Απόστολο Θωμά και είναι από το Απόκρυφο Ευαγγέλιό του. Μας παροτρύνει να είμαστε: «Εν τω κόσμω, αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου». Δηλαδή, ο ηθοποιός είναι μέσα στη θεατρική παράσταση, αλλά δεν ανήκει εκεί, ίδια όπως κι εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο, αλλά δεν ανήκουμε σ’ αυτόν. Το πού ανήκουμε είναι μία άλλη ιστορία.
Το επόμενο κοινό της τέχνης του ηθοποιού με την τέχνη τού «γνώθι σ’ αυτόν», είναι η παρατήρηση χωρίς να επεμβαίνεις. Ο ηθοποιός παρατηρεί τη φωνή του, την κίνησή του, τα λόγια του, τις εκφράσεις του, για να βλέπει αν και πόσο σωστά εκτελούνται όσα έχει μάθει στην πρόβα. Στην πορεία της γνωριμίας του εαυτού μας η παρατήρηση δεν γίνεται για να μάθουμε κάτι μόνο για ένα διάστημα, αλλά για να μαθαίνουμε διαρκώς παρατηρώντας πώς περπατάμε, πώς μιλάμε, πώς τρώμε, πώς συμπεριφερόμαστε, αλλά παρατηρώντας τα ίδια πράγματα και στους άλλους, χωρίς καμιά επίκριση ή δικαιολογία.
Και τέλος, το σπουδαιότερο στοιχείο για τον ηθοποιό και – κυρίως – για εκείνον που γνωρίζει τον εαυτό του, είναι η επίγνωση. Ο ηθοποιός έχει επίγνωση του σώματός του και της φωνής του, των συναισθημάτων και της σκέψης του για «να κρατάει το μέτρο», όπως λέει ο Άμλετ στους ηθοποιούς της παράστασης που ετοιμάζει. Στην τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν» η επίγνωση είναι το παν. Αλλά μία επίγνωση χωρίς επιλογές. Χωρίς να κρατάς από όσα βλέπεις στον εαυτό σου μόνο εκείνα που σου αρέσουν και να κουκουλώνεις εκείνα που δεν σου αρέσουν. Χωρίς να κατηγορείς τον εαυτό σου ή να τον επαινείς. Χωρίς να φοβάσαι να δεις ό,τι κι αν είσαι, χωρίς να νοιώθεις ενοχές γι’ αυτό που είσαι, χωρίς να θέλεις να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι.

Δεν ξέρω αν τελικά κατάφερα να σας μεταδώσω έστω και λίγο την αίσθηση που έχω για το ότι η τέχνη του ηθοποιού είναι και η τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Δηλαδή, ότι  είναι η τέχνη: ν’ ακούς, να είσαι αποστασιοποιημένα ταυτισμένος, να παρατηρείς χωρίς να επεμβαίνεις και να έχεις επίγνωση χωρίς επιλογές. Είναι μία κατάσταση αθωότητας όπου το «εγώ» δεν ενδιαφέρεται να επιβιώσει. Και τότε δεν χρειάζεσαι καμιά σχολή αυτογνωσίας ή εσωτερισμού, δεν χρειάζεσαι κανένα «φωτισμένο δάσκαλο» να σου μάθει τι είσαι εσύ ή τι είναι η Αλήθεια. Γιατί τότε είσαι εσύ το φως για τον εαυτό σου, είσαι εσύ ο Δάσκαλος και ο μαθητής.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

“H” όπως, ηθοποιός-”Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”.(Β’)

Δυστυχώς για όσους δεν ενδιαφέρονται, τα σχόλια που πήρα με ενθαρρύνουν (μαζόχες, χα, χα, χα…) να συνεχίσω αυτό που άρχισα! Καθώς το χθεσινό πρώτο μέρος απ’ αυτό το κείμενο – ή «σεντόνι» τέλος πάντων – βρίσκεται ακριβώς πριν στο blog κι όποιος θέλει μπορεί να το διαβάσει, θα συνεχίσω σήμερα από εκεί που σταμάτησα, χωρίς να θυμίσω τι είπαμε.
Διαβάζοντας τα σχόλιά σας σκέφτηκα ότι ίσως πρέπει να διευκρινίσω ότι όσα θα διαβάσετε εδώ για εμένα μπορεί να είναι έτσι, αλλά για σας θα πρέπει να είναι απλώς ένα ερέθισμα για σκέψη και έρευνα μέσα σας και γύρω σας – κυρίως μέσα σας.
Για μένα είναι έτσι αφού όσα γράφτηκαν χθες κι όσα ακολουθούν σήμερα είναι προσωπική εμπειρία από τα 23 χρόνια στο θέατρο, 1951 (στα οχτώ) έως το 1974 (στα τριάντα ένα) και συνολικά 57 χρόνια σε ό,τι λέγεται «κόσμος του θεάματος». Και για να μην το βγάλουμε «στεγνό» το σεντόνι θα σας βάλω και δύο φωτογραφίες ως δείγμα αυτής της εμπειρίας. Η πρώτη φωτογραφία είναι από την πρώτη φορά που ο … «Παραμυθάς» έγινε πρωτοσέλιδη είδηση σε εφημερίδα, στα εννιά του.

nikos-newspaper.jpg

Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την πρώτη φορά που ο.. «Παραμυθάς» βγήκε ως επαγγελματίας πια στο θέατρο, στα 23 του (1966), παίζοντας έναν πολύ καλό ρόλο μαζί με μία σπουδαία ηθοποιό: τον Δελφίνο από την Αγία Ιωάννα του Μπέρναρντ Σω, με την Έλλη Λαμπέτη.

nikoslambeti.jpg

Πριν ανοίξω χτες την παρένθεση με την οποία και έκλεισα το πρώτο κομμάτι, σημείωσα: Βιάζομαι να δηλώσω από την αρχή, ότι θεωρώ την τέχνη του ηθοποιού, τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Στην παρένθεση εξήγησα γιατί προτιμώ τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν» από το μονολεκτικό όρο, «αυτογνωσία», οπότε μπορούμε να μπούμε στο κυρίως θέμα.Κατ’ αρχήν προσωπικά θεωρώ ότι εκείνο που ονομάζουμε εαυτό δεν είναι κάτι στατικό, τελειωμένο, που κάποτε θα το μάθεις και τέλειωσε. Νομίζω ότι είναι κάτι ζωντανό, που πλουτίζεται, βαθαίνει, αλλάζει κατεύθυνση, μαθαίνει. Έτσι, το να μαθαίνεις κάτι που … κι αυτό μαθαίνει, δεν μπορεί να έχει τέλος παρά μόνο με τον φυσικό θάνατο – και αυτό μόνο αν τα «περί μετενσαρκώσεως» είναι απλώς βολικές θεωρίες. Το ίδιο, λοιπόν, και ο ηθοποιός «μαθαίνει» και παίζει ρόλους, μέχρι να πεθάνει.

Και πώς μαθαίνει κανείς για τον εαυτό του; Όπως δουλεύει, όπως μαθαίνει ο ηθοποιός για τον χαρακτήρα του ρόλου που πρόκειται να παίξει. Χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη εκείνου που είναι, τις σχέσεις του ρόλου με τους άλλους μέσα στο θεατρικό έργο, πράγμα που βγαίνει από τις αντιδράσεις του απέναντί τους, από όσα λέει ο ίδιος για τον εαυτό του και τους άλλους, από όσα λένε οι άλλοι γι’ αυτόν. Και στη ζωή τι γίνεται; Πώς μπορεί να μάθει κανείς για τον εαυτό του; Προσωπικά νομίζω χρησιμοποιώντας τις σχέσεις σαν καθρέφτη του εαυτού του. Γιατί τι άλλο είναι η ζωή εκτός από σχέσεις; Σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, με τον εαυτό μας, με τις ιδέες, με τη φύση, με τα ζώα και τα πράγματα. Κι ο ηθοποιός αρχίζει να δουλεύει το ρόλο του, δηλαδή να μάθει τον χαρακτήρα και να μπει μέσα σ’ αυτόν, διαβάζοντας και παρατηρώντας. Διαβάζοντας στην αρχή σιωπηλά και μετά δυνατά, ακούγοντας τον εαυτό να λέει τα λόγια. Ακούγοντας τη φωνή του. Έχετε δοκιμάσει ν’ ακούσετε ποτέ τη φωνή σας ουδέτερα; Σαν να την ακούτε «απ’ έξω»; Αν όχι, δοκιμάστε το. Έτσι, σαν παιχνίδι, για πλάκα. Ακούστε τον ήχο της φωνής σας κι όχι τι λέτε, και θα μάθετε πολλά για σας. Ακούστε τη φωνή σας όταν μιλάτε στο τηλέφωνο, πώς αλλάζει ανάλογα με το πρόσωπο στο οποίο μιλάτε. Και μετά στην καθημερινή ζωή. Πώς μιλάτε σ’ αυτόν που έρχεται να σας πλύνει το τζάμι στα φανάρια ή να σας πουλήσει κάτι; Πώς μιλάτε στον τροχονόμο; Πώς μιλάτε σε κάποιο κοινωνικά καταξιωμένο πρόσωπο και σε κάποιον που δεν είναι τίποτα; Πώς μιλάτε στη γυναίκα σας, στον άντρα σας, στα παιδιά σας, στους γονείς σας, στους «από πάνω σας» και στους «από κάτω σας»; Ο ηθοποιός, όταν πια αρχίζει η παράσταση, πρέπει κάθε φορά να ακούει τον άλλο ηθοποιό χωρίς να σκέφτεται ποια είναι η ατάκα του, για να απαντήσει ζωντανά, φρέσκα. Έχετε ακούσει ποτέ κάποιον την ώρα που μιλάει μέχρι να τελειώσει χωρίς να αρχίσετε κάποια στιγμή να σκέφτεστε την απάντηση που θα πείτε; Έχετε παρατηρήσει πώς δύο άνθρωποι μπορεί να μιλάνε για ώρα, χωρίς να ακούνε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας να λέει το μονόλογό του; Όταν αυτό συμβαίνει στο θέατρο η παράσταση είναι νεκρή, χωρίς αίσθημα – νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή. Θα έλεγα, λοιπόν, ως εδώ ότι η τέχνη του ηθοποιού είναι βασικά η τέχνη του ν’ ακούς· ν’ ακούς εσένα και τους άλλους, τόσο όταν μελετάς τον ρόλο όσο κι αργότερα όταν παίζεις στη σκηνή. Μήπως, όμως, και ένα μέρος της τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν», είναι η τέχνη ν’ ακούς; Αλλά και με την καρδιά, όχι μόνο με το αυτί.

Κι ερχόμαστε σε ένα άλλο, πολύ σοβαρό, σημείο της διαδικασίας μάθησης – όχι της αποστήθισης – του θεατρικού ρόλου από τον ηθοποιό. Είναι αυτό που στη θεατρική γλώσσα, το λένε «έπιασε το ρόλο». Για τον ηθοποιό αυτή είναι μια μαγική στιγμή. Είναι η στιγμή που ο ηθοποιός «βλέπει» βαθιά μέσα στη «ψυχή» του ρόλου, όχι λογικά, όχι αναλυτικά, όχι κριτικά, όχι συναισθηματικά αλλά με αίσθημα, και η απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό και στον ρόλο εξαφανίζεται: γίνονται ένα. Ο ηθοποιός είναι ο ρόλος του. Είναι, αλλά αποστασιοποιημένα ταυτισμένος μαζί του.

Κατά τη γνώμη μου τώρα, το ίδιο συμβαίνει κατά διαστήματα και στη διαδικασία του «γνώθι σ’ αυτόν», στη διαδικασία να μαθαίνεις για τον εαυτό σου. Δηλαδή: Σε παρατηρείς: Πώς μιλάς, πώς περπατάς, πώς χειρονομείς, πώς τρως, πώς αντιδράς, και μέσα σου είσαι χωρισμένος: σε παρατηρητή και παρατηρούμενο· κριτή και κρινόμενο· ελεγκτή και ελεγχόμενο· αναλυτή και αναλυόμενο· καταπιεστή και καταπιεζόμενο. Αν, όμως, κάποια ώρα δεις βαθιά μέσα σου με την καρδιά κι όχι με τη λογική, με αίσθημα κι όχι με συναίσθημα, τότε ο χωρισμός στα δύο παύει να υπάρχει. Εσύ κι αυτό που βλέπεις είστε ένα. Δεν υπάρχει – ας πούμε – ο φόβος και εσύ που προσπαθείς να ελέγξεις το φόβο, αλλά είσαι ο φόβος, οπότε και τελειώνει. Είναι η στιγμή που ο ηθοποιός «πιάνει» το ρόλο. Η αγγλική λέξη γι’ αυτή τη στιγμή είναι «insight». Η αντίστοιχη ελληνική είναι: «ενόραση», αλλά όχι με τη θολή, «μεταφυσικοειδή» σημασία που την έχει χαλάσει σήμερα, αλλά με την αρχαία ελληνική σημασία του «ενοράν, με τη σημασία της λέξης έτσι όπως την έχει αποκαταστήσει ο Γιώργος Μπαμπινιώτης στο «ΛΕΞIΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ». Διαβάστε το λήμμα που ακολουθεί προσεκτικά, η ερμηνεία αυτής της λέξης είναι – κατά τη γνώμη μου – μεγάλο κομμάτι της ουσίας της τέχνης του ηθοποιού, αλλά και της τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν».

Ενόραση 1. η σε βάθος αντίληψη ή κατανόηση (ενός πράγματος). 2. (ΦIΛΟΣΟΦΙΑ) η κατάκτηση της γνώσης με το ασυνείδητο, χωρίς τη μεσολάβηση του λογικού ή των αισθήσεων. (…) Η γνώση που προέρχεται από το εν-οράν (λατ. in-tuere), το «να βλέπεις μέσα σου», δηλαδή: ενόραση είναι η άμεση, η βιωματική, η υποκειμενική γνώση. Στην υποκειμενική, προσωπική, μέσα από ξαφνική, μη λογικά επεξεργασμένη σύλληψη, που είναι η ενόραση, αντιτίθεται η αντικειμενική διάμεση (και όχι άμεση) γνώση, αυτή που βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, τα οποία έχουν τύχει προσεκτικής λογικής επεξεργασίας (συλλογισμών, κρίσεων, λογικών υποθέσεων, συμπερασμάτων, αποδεικτικής διαδικασίας). Ό,τι γνωρίζουμε από ενόραση, συχνά είναι προϊόν «εσωτερικού φωτισμού», στιγμιαίας έμπνευσης ή σύλληψης των αισθήσεων μάλλον, παρά της λογικής…»

Σας ζητώ συγνώμη, αλλά κουράστηκα. Κοντεύει 12 η ώρα. Δυστυχώς θα το συνεχίσουμε και – ελπίζω – θα το τελειώσουμε αύριο. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναγράψω «σεντόνι» για πολύ καιρό.
Καλό βράδυ και καλό μήνα.
Σας φιλώ.
Π.

“Η” όπως, ηθοποιός-“Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”. Α΄μέρος(;)

Άφησα για κάμποσες μέρες τον «ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ» χωρίς να ανεβάσω τίποτα άλλο, γιατί έχω παρατηρήσει από τα σχόλιά σας, ότι όταν βάζω κάποιο μεγάλο POST, συνήθως δεν βλέπετε το προηγούμενο, κι αυτό ήθελα να το δούνε όλοι όσοι μπαίνουν σε αυτό το blog. Αλλά σήμερα πια δεν την γλυτώνετε: θα πέσει «σεντόνι» – και μάλιστα διπλόφαρδο!

Η πρώτη φορά που μου πέρασε η ιδέα να γράψω εδώ κάποιες σκέψεις για το επάγγελμα του ηθοποιού, που το έκανα από τα οχτώ μου έως τα τριάντα ένα μου, ήταν όταν ανέβασα εδώ το απόσπασμα της ταινίας «Η ΑΓΝΩΣΤΟΣ» με εμένα στα δώδεκά μου, αλλά το άφησα γι’ αργότερα. Η δεύτερη ήταν πριν κάμποσες μέρες, όταν πήρα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «ΑΤΑΚΑ», που εκδίδει το ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ, αλλά βαρέθηκα. Η Τρίτη – και φαρμακερή – ήταν μέσα στην εβδομάδα που μας πέρασε, όταν μία φίλη μου, μού έστειλε link με ένα blog που έχει τον γοητευτικά παράξενο τίτλο, ZALMOXIS όπου υπάρχει ένα άρθρο για τον ηθοποιό Αλέξη Γκόλφη, που πέθανε πριν λίγο καιρό ξεχασμένος, και που στη δεκαετία του ’70 είχε παίξει το ρόλο του Χριστού σε μια εξαιρετική μεταφορά στην τηλεόραση του μυθιστορήματος του Καζαντζάκη, «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ». Η φίλη μου ήθελε να δω όσα γράφονται εκεί για το επάγγελμα του ηθοποιού σε σχέση με το «εγώ», την «ματαιοδοξία του ηθοποιού» κ.λπ. Αν ενδιαφέρεστε να δείτε το άρθρο και τα σχόλια, μπορείτε να πάτε εκεί με το link για το blog που έβαλα στον τίτλο του.
Κατ’ αρχήν θα ήθελα να πω δυο λόγια για τον μύθο που έχει δημιουργηθεί, γύρω από τους ηθοποιούς που έπαιξαν κάποτε το ρόλο του Χριστού, και που σύμφωνα μ’ αυτόν τον μύθο – κάτι σαν κατάρα – οδηγούσε αυτούς τους ηθοποιούς σε ένα άδοξο ή ακόμα και κακό τέλος: αλκοολικοί, ναρκομανείς, αυτοκτονίες, άσημοι στο τέλος της ζωής τους. Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι αυτός ο μύθος είναι σαχλαμάρα. Και να γιατί: Ενώ ο Χριστός γεννήθηκε και έζησε σε μια χώρα της Νοτιοδυτικής Ασίας που καίγεται από τον ήλιο, δηλαδή μια χώρα μελαψών με σκούρο δέρμα, η εικόνα που του έχει φτιάξει η Χριστιανική θρησκεία, είναι η εικόνα κάποιου που είναι σαν Δανός τουρίστας: ψηλός, ξανθός και με γαλάζια μάτια! Εξαιτίας αυτής της εικόνας, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση – με εξαίρεση την ταινία «Κατά Ματθαίον» του Παζολίνι – αναζήτησε πάντα ηθοποιούς για το ρόλο με αυτή την εμφάνιση. Και επειδή ο κινηματογράφος και η τηλεόραση ενδιαφέρονται πιο πολύ για την εμφάνιση και λιγότερο για την ικανότητα του ηθοποιού, σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό, διάλεξαν ηθοποιούς που το πρόσωπό τους θύμιζε την Ρωμαιοκαθολική εικόνα του Χριστού, αλλά το παίξιμό τους δεν ήταν και σπουδαίο. Έτσι, εκεί που κάποτε υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, που τους χάρισε πρόσκαιρα χρήμα και δημοσιότητα, μετά το ταλέντο τους δεν ήταν τέτοιο που να συνεχίσουν στο ίδιο επίπεδο. Έτσι, κατέληξαν σε κάποιο άσχημο τέλος. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκε κι ο Αλέξης Γκόλφης, κι αυτό ήταν η αιτία, κι όχι κάποιο φοβερό «υπερεγώ». Απόδειξη – κατά τη γνώμη μου – αυτών που λέω, είναι ότι έχουμε και τα αντίθετα παραδείγματα. Δηλαδή σπουδαίους ηθοποιούς που συνέχισαν την καριέρα τους ή απλούς ερασιτέχνες που έχοντας πλήρη επίγνωση ξαναγύρισαν στο επάγγελμά τους.
Στο τελευταίο παράδειγμα ανήκει ο φοιτητής-«ηθοποιός» (τον βλέπετε στη φωτογραφία) που έπαιξε το ρόλο του christ-0.jpgΧριστού στην ταινία «ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ» του Παζολίνι, και στην πρώτη, ο σπουδαίος ηθοποιός του Μπέργκμαν, Μαξ Φον Σύντοφ, και στην Ελλάδα, δύο μεγάλοι ηθοποιοί, που έπαιξαν στην δεκαετία του ’50, τον ίδιο ρόλο με τον Γκόλφη, στη θεατρική έκδοση του «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ» του Καζαντζάκη: ο Δημήτρης Χορν και ο Μάνος Κατράκης.
Αν έχετε ήδη διαβάσει το άρθρο και τα σχόλια για τον Γκόλφη στο blog ZALMOXIS θα καταλάβετε τι με έχει «τσιγκλήσει» να γράψω όσα θα ακολουθήσουν.
Ξεκινώ από το σχόλιο της αναγνώστριας του «ZALMOXIS», με το ψευδώνυμο (;) «Δέσποινα» που σημειώνει: «Ηθοποιοί και συγγραφείς: η πλήρης αποτυχία της αυτογνωσίας… Η καλή δουλειά απαιτεί ταύτιση με τους ρόλους- ήρωες. Άντε μετά να ξέρεις ποιος είσαι!» Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτή την άποψη. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ένας σπουδαίος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα έχει πει, «οι ηθοποιοί σπάνια ξέρουν ποιοι πραγματικά είναι», αλλά αν κανείς κοιτάξει προσεκτικά τη δήλωσή του, ξέροντας και το πάθος του για να βρίσκει λέξεις που θα μετέδιδαν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που θέλει να πει, τότε θα δει ότι δεν λέει: «ποτέ», αλλά: «σπάνια».
Αρχίζοντας θέλω να ξεκαθαρίσω το εξής: Θεωρώ ότι ο ηθοποιός ασκεί πραγματικά την τέχνη του ηθοποιού μόνο στο θέατρο. Ηθοποιός είναι και στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η τέχνη του ηθοποιού θέλει δύο: τον ηθοποιό και το κοινό. Η τέχνη του ηθοποιού είναι σαν την ερωτική πράξη: θέλει δύο. Η τέχνη του ηθοποιού στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο και στο θέατρο, είναι σαν «αυνανισμός». Κι όπως λέει και το γνωστό ανέκδοτο, «δεν λέω, καλός ο αυνανισμός αλλά με το σεξ γνωρίζεις και κάνα άνθρωπο». Και κάτι ακόμα: Κάποτε, η Έλλη Λαμπέτη, δείχνοντάς μου έναν καινούργιο τότε -το 1966- ηθοποιό, που σήμερα πια είναι πολύ γνωστός πρωταγωνιστής, μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Τον βλέπεις αυτόν; Δεν είναι ηθοποιός. Είναι κατάσκοπος από άλλο επάγγελμα, στο δικό μας». Χα, χα, χα… Η Λαμπέτη ξέρετε, ήταν εξαιρετική ηθοποιός, και έλεγε απίστευτα έξυπνες και γεμάτες χιούμορ κακίες! Όσα θα ακολουθήσουν, λοιπόν, έχουν να κάνουν με αληθινούς ηθοποιούς, και όχι με «ηθοποιούς-κατασκόπους».
Βιάζομαι να δηλώσω από την αρχή, ότι θεωρώ την τέχνη του ηθοποιού, τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Χρησιμοποιώ επίτηδες τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν» και όχι τη λέξη «αυτογνωσία» γιατί θεωρώ ότι αυτή η λέξη, είναι πολύ χαλασμένη, και φορτωμένη με απίστευτη ανοησία στις μέρες μας από τα δεκάδες γκουρούδικα, όμιλους φιλοσοφίας, αρμονικές διαβιώσεις, καφεπανεπιστήμια, βενταντάδικα, λαματζίδικα και δεν συμμαζεύεται. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να μην χρησιμοποιώ εδώ αυτή τη λέξη που θυμίζει μετάφραση του «self-knowledge» και να χρησιμοποιώ το περιφραστικό, «γνώθι σ’ αυτόν» – που εκφράζει τέλεια ό,τι πιο αληθινό, βαθύ και πραγματικά αποτελεσματικό έχει ειπωθεί ποτέ: «Οι ίδιοι είμαστε μαθητές και δάσκαλοι του εαυτού μας» και «ο καθένας μας πρέπει να είναι φως του εαυτού του». Όλα τ’ άλλα είναι απλώς επιχειρήσεις που βγάζουν λεφτά από τον ανθρώπινο πόνο και φόβο, την ανθρώπινη μοναξιά κι απελπισία, την ανθρώπινη ψυχολογική τεμπελιά, την ανθρώπινη έλλειψη επικοινωνίας, την εκμετάλλευση του πάθους για απάντηση στο ερώτημα, «γιατί όλα αυτά γύρω μας και μέσα μας, γιατί όλο αυτό το σύμπαν»; Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν παίρνει χρήματα. Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν διαφημίζεται σε εναλλακτικά περιοδικά που μοιράζονται τζάμπα σε ομοιοπαθητικά φαρμακεία. Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν θα σας πει ότι αυτός είναι φωτισμένος κι ότι εσείς πρέπει να υποταχτείτε και να πειθαρχήσετε σ’ αυτόν για να φωτιστείτε, οπότε ρίχτε χρήμα στα πόδια του, για να τον ακούτε ή για να σας δώσει κάποιο είδος μύησης σε κάτι θολό και ανόητο ή σε κάποιο ασιατικοφερμένο σύστημα διαλογισμού, που η καθημερινή του επανάληψη το μόνο που θα καταφέρει είναι να σας αποβλακώσει. Αυτός ο δάσκαλος κι αν είναι καβαλημένο καλάμι με υπερεγώ, όχι ο Αλέξης Γκόλφης! Ο αληθινός δάσκαλος θα βρεθεί μπροστά σας όταν ξέρετε βαθιά τι δεν θέλετε άλλο, όχι τι θέλετε. Ο αληθινός δάσκαλος δεν έχει οργανωμένο μαγαζί εμπορίου φώτισης και «αυτογνωσίας» για να τα κονομάει από απελπισμένους ανθρώπους με θολωμένο νου και στεγνωμένη καρδιά. Ο αληθινός δάσκαλος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τον άνθρωπο που βρεθήκατε ξαφνικά στη γειτονιά του, αναζητώντας κάποιο δρόμο που δεν ξέρετε και τον ρωτάτε απελπισμένος πια από το ψάξιμο αν ξέρει που είναι, κι εκείνος σας δείχνει· εσείς του λέτε ευχαριστώ και πάτε μόνοι σας προς τα εκεί, δεν σας πάει αυτός από το χέρι, δεν σας ζητάει χρήματα, κι εσείς δεν του φιλάτε το χέρι, λέγοντάς του προσκυνώντας τον, «τι φωτισμένος που είστε, αφήστε με να τρέχω πίσω σας»! Συγνώμη, δεν έχω πρόθεση να σας προσβάλλω, γράψτε με στα παλιά σας παπούτσια, αλλά αν έχετε πάθει ήδη κάτι τέτοιο, τότε δεν μπορώ να μη σας πω ότι ο άνθρωπος που σας εκμεταλλεύεται και σας τα παίρνει, όσες απέραντες «μεταφυσικές» γνώσεις κι αν έχει, όσο όμορφη γενειάδα κι αν στολίζει το πρόσωπό του, μ’ όσο εξεταστικό και βαθύ βλέμμα κι αν σας κοιτάζει και μ’ όσο γαλήνια και ωραία φωνή αν σας μιλάει, είναι απλώς φοβισμένος και γεμάτος μοναξιά και άγνοια όπως κι εσείς, βρίσκετε σε μαύρα σκοτάδια όπως κι εσείς, κι απλώς έχει βρει το κόλπο και – όπως έλεγε η μανούλα μου – «με την τρελλίτσα του, γεμίζει την κοιλίτσα του».

Φοβάμαι, ότι παραγίνεται μεγάλο το σεντόνι. Λέω να το συνεχίσω αύριο. Αν δεν σας ενδιαφέρει το θέμα, και το θεωρείτε «φούμαρα ιντερνετικά», όπως έλεγε εκείνη η κοπέλα, τότε γράψτε μου να μη συνεχίσω και να βάλω κανένα βίντεο για τα παιδάκια σας.

Συγνώμη αν σας έπρηξα. Καληνύχτα.
Π.

Γιατί πηγαίνουμε σχολείο;

  Βολτάροντας σήμερα στην τύχη σε κάποια από τα  blogs σας, έπεσα σε ένα εξαιρετικό post της psilikatzoy με σχολικές αναμνήσεις της. Στην αρχή δεν μου έμεινε άντερο από τα γέλια, αλλά λίγο μετά άρχισα να σκέφτομαι διάφορα για την δική μου εποχή του σχολείου, το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα και τελικά μου βγήκε αυτό το «σεντόνι». Λοιπόοοον…

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί πηγαίνουμε σχολείο; Γιατί εμείς οι μεγάλοι πήγαμε σχολείο ή γιατί στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο; Προσέξτε: Δεν λέω ότι δεν πρέπει να πηγαίνουμε σχολείο. Σε καμία περίπτωση. Πρέπει να πηγαίνουμε. Αλλά γιατί πηγαίνουμε; Το κάνουμε μηχανικά, χωρίς αληθινό ενδιαφέρον, επειδή πρέπει, επειδή μας το επιβάλουν με το ζόρι και ποιος φταίει γι’ αυτό; Και τι μαθαίνουμε εκεί και γιατί τα μαθαίνουμε; Γιατί μαθαίνουμε ένα σωρό πράγματα; Πόσα από αυτά θυμόμαστε τώρα που μεγαλώσαμε; Τι θυμάστε από γεωγραφία, χημεία, τριγωνομετρία, φυσική, από τις εκατοντάδες χρονολογίες της ιστορίας, των θρησκευτικών και λοιπά; Γιατί πηγαίνουμε σχολείο, λοιπόν, και μας ντρεσάρουν από μικρά παιδιά να ανταγωνιζόμαστε ο ένας τον άλλον;
Το σχολείο μοιάζει να είναι φτιαγμένο για να περνάς εξετάσεις, να παίρνεις καλούς βαθμούς και μετά να βρεις μια δουλειά που ίσως και να μην σ’ αρέσει. Είναι αυτονόητο ότι το να έχουμε μια δουλειά για να κερδίζουμε τη ζωή μας είναι σίγουρα απαραίτητο – αλλά είναι άραγε το παν; Δεν μπορεί όλη η ζωή να είναι απλώς το να κάνεις μια δουλειά· η ζωή είναι κάτι απίθανα πιο πλατύ και βαθύ. Δεν μπορεί όλο αυτό το απίθανο σύμπαν να έγινε για να ζούνε άνθρωποι που το μόνο που κάνουν είναι, «μαμ, κακά, κοκό και νάνι». Αν, λοιπόν, το σχολείο σε προετοιμάζει απλώς για να κερδίζεις το ψωμί σου, θα χάσεις όλο το νόημα τής ζωής. Το να κατανοήσει κανείς τι είναι η ζωή είναι πολύ πιο σημαντικό από να προετοιμάζεται απλώς για τις εξετάσεις ή για να είναι καλός στα μαθηματικά, στη φυσική ή σε οτιδήποτε άλλο.
Και τι είναι η ζωή; Μήπως το σημαντικότερο που μαθαίνουμε πηγαίνοντας στο σχολείο, από μόνοι μας αφού δεν ασχολείται κανείς να μας το μάθει, είναι ότι η ζωή είναι σχέσεις; Σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους  – φιλικές, ερωτικές, σεβασμού, αγάπης – σχέσεις με τη φύση, σχέσεις με τα ζώα, με τις ιδέες, με τα πράγματα και -φυσικά- σχέση με τον εαυτό μας;
Ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου λοιπόν; Ρόλος της εκπαίδευσης είναι απλώς να σε προετοιμάσει για κάποιο επάγγελμα για να βρεις μια όσο γίνεται πιο καλοπληρωμένη δουλειά ή θα έπρεπε να είναι το να σε βοηθήσει να κατανοήσεις όλη τη διαδικασία της ζωής και τον εαυτό σου – το «γνώθι σ’ αυτόν» δηλαδή που οι δικοί μας πρόγονοι πρόσφεραν αιώνες πριν στην ανθρωπότητα; Έτσι, μήπως θα έπρεπε όσοι έχετε παιδιά να τα βοηθήσετε παράλληλα με το σχολείο να ψάξουνε και ν’ ανακαλύψουν ποιο είναι το νόημα της ζωής; Και εσείς οι ίδιοι το έχετε κάνει;
Και επειδή οι περισσότεροι από εμάς δεν το έχουν κάνει και ζούνε μια ζωή βαθιά κρυμμένης θλίψης, ανισορροπίας, ανικανοποίητου, μοναξιάς και κάθε είδους φυγής, που οδηγεί σε κατάθλιψη, εμφράγματα, καρκίνους, εγκεφαλικά και άλλα τέτοια, μήπως είναι και επειδή η αληθινή λειτουργία της εκπαίδευσης, θα ήταν να έχει καλλιεργήσει μέσα μας εκείνο το είδος της νοημοσύνης που θα μας βοηθούσε να ανακαλύψουμε ποια είναι η απάντηση σ’ όλα τα ερωτήματα για τη ζωή; Και νοημοσύνη δεν είναι απλώς εξυπνάδα, αλλά μάλλον είναι η ικανότητα να σκέφτεσαι ελεύθερα, χωρίς φόβο, χωρίς στερεότυπα, ώστε να ανακαλύπτεις από μόνος σου, τι είναι πραγματικό, τι είναι αληθινό. Και είναι όντως πολύ σημαντικό τα παιδιά να ζουν σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει φόβος, αλλά αντίθετα, μια ατμόσφαιρα ελευθερίας – κι ελευθερία δεν σημαίνει να κάνεις ότι σου καπνίσει, αλλά: με σεβασμό για τους άλλους, έχοντας ένα ερευνητικό πνεύμα μέσα σου, χωρίς φυτεμένα στο κεφάλι σου πιστεύω και δόγματα, να κατανοείς όλη τη διαδικασία της ζωής, και να ανακαλύπτεις μόνος σου, τι είναι αληθινό. Όχι να μιμείσαι αυτά που κάνουν οι άλλοι και να είσαι άνθρωπος βγαλμένος με καρμπόν. Αν το σκεφτείτε ειλικρινά και έντιμα όσοι από σας καπνίζετε, θα δείτε ότι το αρχίσατε από μίμηση. Όλη η διαφήμιση στην τηλεόραση και παντού αλλού  βασίζεται στη μίμηση.
Τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ έναν τρελό κόσμο που βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Σε όλη τη γη υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα πιστεύω, από ταξικές διαφορές, από εθνικιστικούς, θρησκευτικούς ή ρατσιστικούς διαχωρισμούς, που οδηγούν σε βία, βαρβαρότητες και πολέμους. Ζώντας σε έναν τέτοιο κόσμο τα παιδιά, γιατί πηγαίνουνε σχολείο; Ο ρόλος της εκπαίδευσης, είναι απλώς να τα βοηθήσει να συμμορφωθούνε στο μοντέλο της υποταγής, της συμμόρφωσης, του κομφορμισμού και του ανελέητου ανταγωνισμού για πλουτισμό και για να είναι “κάποιοι” ή μήπως να τους δώσει την ελευθερία να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν μια διαφορετική κοινωνία, έναν καινούργιο κόσμο; Κι αυτός ο καινούργιος κόσμος είναι ανάγκη να δημιουργηθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται, γιατί αλλιώς αυτή η υπέροχη γη κινδυνεύει να καταστραφεί.
Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε τα παιδιά να πηγαίνουνε σχολείο για να αποχτήσουν τα «εργαλεία» εκείνα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να νοιώθουν εσωτερικά ελεύθερα για να ερευνούν συνεχώς, να παρατηρούν, να μην σταματήσουν να μαθαίνουν για τον εαυτό τους και τη ζωή, να ανακαλύπτουν κάθε στιγμή την αλήθεια, την αγάπη, εκείνο το χωρίς όνομα, αρχή και τέλος Ιερό, ώστε να έχουνε ισορροπημένες και αρμονικές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και με τη φύση;
Και για να κλείσω με την psilikatzou που μου έδωσε την αφορμή να γράψω αυτό το «σεντόνι», να η τελευταία φράση από το post της για το τι θυμάται από το σχολείο: «Σε απλά ελληνικά: τόσα χρόνια, παρατήρησα πως έχω αναγκαστεί πολύ περισσότερες φορές να ανακαλέσω από τη μνήμη μου τον κώλο του Χ. για παράδειγμα, παρά οποιοδήποτε άλλο σημαντικό ιστορικό περιστατικό».
Σας φιλώ πολύ
Π.

Σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη

Ομολογώ ότι σήμερα – τώρα πια είναι χθες, πήγε δώδεκα και είκοσι η ώρα – δεν είχα στο πρόγραμμα να βάλω κάτι. Αλλά καθώς σκάλιζα κάποιο παλιό φάκελλο με διάφορα κείμενα, και σκεφτόμουν ότι έχω καιρό να βάλω κάτι στην κατηγορία ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, έπεσα πάνω σ’ ένα ποίημα που είχα γράψει πριν καιρό και το ‘χα ξεχάσει. Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά μετά το ποίημα ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ που έβαλα εδώ πριν λίγες μέρες, την χθεσινή ιστορία του “Χότζα – Ποιητή”, μου μπήκε να βάλω εδώ αυτό το ποίημα, αφιερώνοντάς το σε όσους είναι – ή θα είναι – αληθινά και βαθιά ερωτευμένοι. Ζητώ συγνώμη για το θράσος μου από τους αληθινούς ποιητές, αλλά όπως λέει κάπου κι εκείνος που έγραψε ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ που διαβάσατε εδώ πριν λίγες μέρες, «…Όταν θες να γράψεις ένα ποίημα, τι κάνεις; To γράφεις. Κι αν ξέρεις και την τεχνική, τόσo τo καλύτερo. Αλλά αν δεν έχεις τεχνική δεν πειράζει· γράφεις τo ποίημα και η χαρά βρίσκεται στο ότι τo γράφεις. Στo κάτω κάτω, όταν γράφεις ένα ερωτικό γράμμα δεν νοιάζεσαι αν έχει τεχνική· απλώς τo γράφεις με όλo σoυ τo είναι…»

Σας φιλώ.
Π.


Σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη

Είδες; Όλα γίνονται.
Γίνεται ν’ αφήνεις την αγάπη ν’ απλώνεται τόσο πολύ,
που να τους σκεπάζει όλους
κι έτσι κανείς να μην την βλέπει
─ ούτε καν κι εμείς οι ίδιοι –
αφού είναι όλοι μέσα.

Μόνο κάποιες στιγμές,
καθώς συναντιόνται τα μάτια μας για δευτερόλεπτα,
μοιάζει το κρυφό γελοίο και θέλεις να φωνάξεις σ’ όλους:
«Ξέρετε, αγαπιόμαστε βαθιά,
αγαπιόμαστε πολύ και αληθινά!
Τόσο βαθιά, τόσο πολύ και τόσο αληθινά,
όσο δεν ξαναγαπήσαμε ποτέ,
όσο ονειρευόμαστε ν’ αγαπήσουμε
τότε που είμαστε ακόμα απλήγωτοι ─
δηλαδή αθώοι».

Και τότε έρχονται στο νου οι στίχοι του Ελύτη:
«Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι… είναι νωρίς ακόμη
μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα
».
Και λες κι ακούμε τους στίχους την ίδια στιγμή κι οι δυο,
κρυβόμαστε μέσα μας για να μην μας δουν.
Εσύ χαμηλώνεις τα μάτια σου αποφεύγοντας τα δικά μου,
κι εγώ θυμάμαι το παλιό μου επάγγελμα του κλόουν
κι αρχίζω τ’ αστεία μου για να κρυφτώ μέσα σ’ αυτά.

Ναι, ώρες – ώρες το να μην υπάρχουμε εσύ κι εγώ,
εσύ κι εγώ
που μόνο εσύ κι εγώ γνωρίζουμε,
μοιάζει πολύ γελοίο…

Δεν χρειάζεται να πω το, «σ’ αγαπώ».
Αρκεί να με σκεφτείς
για να το νοιώσεις να σε τυλίγει σαν παλτό
─ όπου κι αν είσαι.

Η τέχνη να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι

Η συζήτηση στην παραλία ήταν γύρω από ένα οικογενειακό, προσωπικό θέμα και ήταν πιο σοβαρή απ’ όσο θα ταίριαζε στο χώρο, αλλά όλοι είχαν πάρει πια φόρα. Πιο πολύ άκουγα παρά μιλούσα. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς σε συζητήσεις γύρω από ένα θέμα που για σένα είναι απλό και ξεκάθαρο, πόσο διαφορετικά μπορούν να το βλέπουν οι άλλοι και να γίνεται πολύπλοκο χωρίς λόγο. Ή μπορεί να υπάρχει λόγος που εσύ δεν τον βλέπεις. Όλα παίζουν. Ο καθένας βλέπει από μία διαφορετική πλευρά που την θεωρεί αντικειμενική, αλλά κατά κανόνα είναι υποκειμενική κι έτσι μοιάζει να μας διαφεύγει το καθαρό γεγονός, δηλαδή τα πράγματα όπως είναι – δηλαδή η αλήθεια. Σε γενικές γραμμές θα έλεγε κανείς ότι αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα είναι η δική μας πραγματικότητα, η οποία έχει, ως φυσικό επακόλουθο, αντίκτυπο στη συμπεριφορά μας, δηλαδή έχει υπαρκτά αποτελέσματα, αλλά όλο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια. Κανείς περνάει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του – μερικοί, ίσως οι περισσότεροι, όλη τους τη ζωή – με μία συμπεριφορά διαμορφωμένη από μία πραγματικότητα που δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια. Ας πούμε: για τον τρελό που νομίζει ότι είναι ο Μέγας Ναπολέων αυτό είναι μία πραγματικότητα με υπαρκτά αποτελέσματα στη συμπεριφορά του: βάζει το χέρι του στη κοιλιά του μέσα από το πουκάμισο, αναζητάει τη Ζοζεφίνα, βγάζει λόγο στα στρατεύματά του και διατάζει επίθεση. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν είναι ο Μέγας Ναπολέων, αλλά τρελός.
glass-with-water.jpgΑ, να! Σκέφτηκα κάτι πολύ πιο απλό, από την καθημερινή μας ζωή, που το ξέρουμε όλοι: Άλλοι βλέπουν ένα ποτήρι με νερό μισογεμάτο, αυτή είναι η πραγματικότητα γι’ αυτούς και έτσι έχουν αισιόδοξη συμπεριφορά. Άλλοι βλέπουν το ίδιο ποτήρι μισοάδειο και αυτή είναι η δική τους πραγματικότητα κι έτσι έχουν απαισιόδοξη συμπεριφορά. Αλλά καμιά από αυτές τις δύο πραγματικότητες δεν είναι η αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι το ποτήρι με το νερό δεν είναι ούτε μισοάδειο ούτε μισογεμάτο· απλώς – η αλήθεια είναι πάντα πολύ απλή – το ποτήρι έχει νερό ως τη μέση: δεν είναι ούτε μισοάδειο ούτε μισογεμάτο, έχει νερό ως τη μέση. Φαίνεται, όμως, ότι δεν είναι έτσι εύκολο, κι έχω την εντύπωση ότι το να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι, δηλαδή να βλέπεις την αλήθεια, είναι τέχνη· όπως είναι τέχνη και να ξέρεις να ακούς.
Το παραβάρυνα καλοκαιριάτικα, ρε γαμώτο! Αλλά κάποιο κορίτσι από σας μου ζήτησε και κανένα «σεντόνι», που έχω καιρό να γράψω, κι είπα να βάλω αυτό το «σεντονάκι» που μου ήρθε χθες στην παραλία παρακολουθώντας την οικογενειακή συζήτηση. Δεν ήθελα να βάλω κάποιο από τα άλλα τέσσερα που έχω γράψει τον τελευταίο καιρό. Συγνώμη αν σας κούρασα.
Καλό βράδυ.
Φιλιά.
Π.
Υ.Γ. Έγραψα κάποιες απαντήσεις στη “ΜΑΡΙΑΝΝΑ” ως σχόλιο στο προηγούμενο post για τα γενέθλια.

Το έλατο

Κάπου δεκατέσσερα χρόνια πριν, αγόρασα για τα Χριστούγεννα ένα μικρό αληθινό έλατο σε γλάστρα και όταν πέρασαν οι γιορτές, με τη βοήθεια του κηπουρού που υπήρχε τότε, το βγάλαμε προσεκτικά από τη γλάστρα ώστε να μην κοπούν οι ρίζες και να μπορέσουμε να το φυτέψουμε.
– Τζάμπα ο κόπος μας, είπε ο κηπουρός μόλις το βγάλαμε από τη γλάστρα.
– Γιατί; τον ρωτάω.
– Δεν βλέπεις που δεν έχει καθόλου ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει.
– Όχι, θα το φυτέψουμε, επέμενα εγώ. Θα του μιλάω κάθε μέρα και θα πιάσει.
– Χα, χα, χα… γέλασε ο κηπουρός ειρωνικά. Έλα ρε «Παραμυθά», αυτά να τα λες στις ιστορίες που λες στα παιδιά, αλλά όχι και ν’ αρχίσεις να τα πιστεύεις κι ο ίδιος.
– Δεν μου λες; τον ρωτάω. Εσύ που ‘σαι και κηπουρός, έχεις διαβάσει ένα βιβλίο που λέγεται: «Η μυστική ζωή των φυτών»;
– Έλα τώρα… Χρειάζεται να διαβάσω αυτά τα «ούφο» που διαβάζεις εσύ για να ξέρω ότι ένα δεντράκι από γλάστρα χωρίς ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει;
Αδιαφόρησα για την άποψή του και τον έβαλα να το φυτέψει.
– Σε καμιά δεκαριά μέρες θα έχει μαραθεί, μου είπε με αυτοπεποίθηση και το φύτεψε.
Από κείνη την ημέρα άρχισα κάθε μέρα να ποτίζω ο ίδιος το ελατάκι και να του… μιλάω. Του έλεγα ότι είμαστε φίλοι κι ότι αν πεθάνει θα στενοχωρηθώ πολύ. Κάποιες φορές του χάιδευα την κορφή του, ενώ άλλοτε το αγκάλιαζα. Ναι, τι γελάτε; Μου έφτανε τότε μέχρι τη μέση μου και χωρούσε όλο στην αγκαλιά μου.
Στις δέκα μέρες δεν είχε μαραθεί, όπως είχε προφητέψει ο κηπουρός. Και όχι μόνο στις δέκα μέρες, αλλά ούτε στις δέκα εβδομάδες, ούτε στους δέκα μήνες. Τώρα πια δεν του μιλούσα κάθε μέρα – αυτό το είχα κάνει τον πρώτο μήνα μόνο – αλλά το είχα στο νου μου συνέχεια και που και που πήγαινα και του χάιδευα κάποιο κλαρί.
– Να το σκίσεις το δίπλωμα του γεωπόνου σαχλαμάρα, πείραζα τον κηπουρό που ήταν και σπουδαγμένος όχι μόνο εμπειρικός κηπουρός.
– Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, έλεγε με απορημένο βλέμμα, πρώτη φορά πέφτω έξω. Αλλά δεν έχει να κάνει με το που του μιλάς…
– Ναι, μωρέ – απαντούσα εγώ ειρωνικά – είναι επειδή το χώμα είναι πολύ καλό…
Να, όμως, που στο χρόνο πάνω ο κηπουρός βρήκε την ευκαιρία να θριαμβεύσει: η κορφή του έλατου μαράθηκε!
– Ε, τώρα πάει, μου είπε χαιρέκακα ο κηπουρός δεν υπάρχει περίπτωση έλατο που μαραίνεται η κορφή του να ζήσει.
Πήγα να σκάσω από τη στενοχώρια μου. Σαν να αρρώστησε το παιδί μου. Κάθε πρωί πριν φύγω το πότιζα και το χάιδευα και τα απογεύματα του μιλούσα: «Γιατί βρε μωρό μου; Τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να μαραθείς;»
– Να το ξεριζώσω, να βάλω αυτή τη λεύκα που έφερα, με ρώτησε μετά από καμιά εβδομάδα ο κηπουρός, καθώς είχε το έλατο αρχίσει να μαραίνεται όλο και πιο κάτω.
– Τη λεύκα να τη βάλεις εκεί που ξέρεις, του είπα. Κι άρχισα να μιλάω πιο πολύ στο ελατάκι και να το χαϊδεύω. Ύστερα από καμιά εβδομάδα, πρόσεξα ότι είχε σταματήσει να κατεβαίνει η αρρώστια της κορφής προς τα κάτω. Και κοιτάζοντας προσεκτικά τις επόμενες μέρες, πρόσεξα ότι άρχισαν να βγαίνουν μικρές τρυφερές πράσινες βελόνες στον κορμό. Σε μία εβδομάδα οι ανοιχτοπράσινες βελόνες είχαν γίνει ένα τρυφερό κλαράκι. Το έλατο, λες και έκανε μόνο του «μπάι πας», έφτιαξε μια άλλη κορφή. Και ακόμα και σήμερα, δεκατέσσερα χρόνια μετά, όταν προσέξεις από μια ορισμένη πλευρά τον κορμό του, θα δεις ότι από ένα σημείο και μετά είναι σαν να στραβώνει και μετά συνεχίζει προς τα πάνω, λίγα χιλιοστά πιο ‘κει. Ο κηπουρός ακόμα δεν μπορεί να το χωνέψει και δεν θέλει να παραδεχτεί ότι έπαιξαν ρόλο τα χάδια μου, οι κουβέντες και οι αγκαλιές που έκανα στο δέντρο, για να φτιάξει μια καινούργια κορφή και να ζήσει.
elato-2.jpgΚαθώς προχθές παρακολουθούσα την Πάρνηθα που καιγόταν, γύρισα και κοίταξα το έλατο δίπλα μου που πια το ύψος του έχει ξεπεράσει κατά πολύ το σπίτι μας. Ένοιωσα πως αν έχεις μια αληθινή σχέση με ένα δέντρο, τότε έχεις σχέση με όλη την ανθρωπότητα, τότε είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό το δέντρο και για όλα τα δέντρα της γης. Ένα δέντρο είναι κάτι ζωντανό κι αν δεν έχεις σχέση με καθετί ζωντανό πάνω σ’ αυτή τη γη, μπορεί να χάσεις κάθε σχέση που έχεις με τα ανθρώπινα πλάσματα. Ποτέ δεν κοιτάμε βαθιά τις ιδιότητες ενός δέντρου· ποτέ δεν το αγγίζουμε πραγματικά, δεν νιώθουμε τη γεμάτη αξιοπρέπεια μοναχικότητά του, την άγρια φλούδα του, και δεν ακούμε τους ήχους που είναι μέρος του δέντρου. Όχι τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στα φύλλα που τα κάνει να τρεμουλιάζουν, αλλά το δικό του ήχο, τον ήχο του κορμού και το σιωπηλό ήχο της ρίζας. Αυτός ο ήχος δεν είναι ο ήχος του κόσμου ούτε ο ήχος της φλυαρίας του νου ούτε η βαρβαρότητα των ανθρώπινων καβγάδων και των ανθρώπινων συγκρούσεων, αλλά ένας ήχος που είναι μέρος του σύμπαντος. Ζώντας εδώ στην εξοχή κατάλαβα ότι έχουμε πολύ λίγη σχέση με τη φύση, με τα έντομα, με το βάτραχο που πηδάει και την κουκουβάγια που φωνάζει ανάμεσα στους λόφους το ταίρι της. Ποτέ δεν δείχνουμε να έχουμε αισθήματα για όλα τα ζωντανά της γης. Αν, όμως, μπορούσαμε να εδραιώσουμε μια βαθιά, μόνιμη σχέση με τη φύση, δεν θα σκοτώναμε ποτέ ζώα για διασκέδαση – ίσως ούτε για να χορτάσουμε την πείνα μας – και δεν θα βλάπταμε ποτέ, κάνοντας πειράματα για δικό μας όφελος, κάποιο πίθηκο, ένα σκύλο ή ένα ποντίκι. Θα βρίσκαμε άλλους τρόπους για να θεραπεύουμε τις αρρώστιες μας, τα σώματά μας. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει θεραπεία του νου και η θεραπεία του νου είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Αυτή η θεραπεία γίνεται σιγά σιγά όταν συμπορεύεσαι με τη φύση, με εκείνο το νεράτζι πάνω στο δέντρο του δρόμου, και το φύλλο της χλόης που ξεπροβάλλει στο τσιμέντο κάποιου τοίχου ή πεισματάρικα ξετρυπώνει ανάμεσα από τις πλάκες του πεζοδρόμιου. Όλα αυτά δεν είναι κάποια συναισθηματική ή ρομαντική φαντασίωση, αλλά η πραγματικότητα μιας σχέσης που θα μπορούσαμε να έχουμε με καθετί που ζει και κινείται πάνω στη γη. Ο άνθρωπος έχει σκοτώσει εκατομμύρια φάλαινες κι ακόμα τις σκοτώνει. Όσα παίρνουμε σφάζοντάς τες, θα μπορούσαμε να τα έχουμε με άλλους τρόπους. Αλλά προφανώς ο άνθρωπος λατρεύει να σκοτώνει: το γρήγορο ελάφι, τα μωρά της φώκιας και το γιγάντιο ελέφαντα, όπως λατρεύουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο. Ο σκοτωμός ανθρώπινων πλασμάτων δεν έχει σταματήσει ποτέ σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας πάνω στη γη. Αν μπορούσαμε να εδραιώσουμε μια βαθιά, παντοτινή, μόνιμη σχέση με τη φύση, τα δέντρα, τους θάμνους, τα λουλούδια, τη χλόη, τα ζώα και τα σύννεφα που τρέχουν, τότε δεν θα σκοτώναμε ποτέ ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα για κανένα λόγο. Ο πόλεμος είναι νομιμοποιημένη οργανωμένη δολοφονία και παρόλο που μπορεί να διαδηλώνουμε ενάντια σε κάποιο συγκεκριμένο πόλεμο -τον ατομικό πόλεμο ή οποιοδήποτε άλλο είδος πολέμου- δεν έχουμε ποτέ διαδηλώσει εναντίον του πολέμου για οποιοδήποτε λόγο. Δεν έχουμε πει ποτέ ότι το να σκοτώνεις ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα είναι η μεγαλύτερη αμαρτία πάνω στη γη. Αμαρτία, όχι από θρησκευτική άποψη, αφού όπως ξέρετε οι περισσότεροι πόλεμοι έχουν γίνει και γίνονται εν ονόματι θρησκειών, αλλά αμαρτία απέναντι στη ζωή, απέναντι σε ό,τι τη δημιούργησε, που Αυτό είναι – ό,τι κι αν είναι – κάτι πραγματικά Ιερό, κάτι που δεν μπορεί να έχει όνομα, μορφή, αρχή και τέλος ή να ασχολείται με το ποιον θα τιμωρήσει και ποιον θα ανταμείψει!
Καλή εβδομάδα.
Π.

elato-1.jpg

«Φάε όλο σου το φαΐ, αλλιώς δεν έχει… ‘SEX AND THE CITY’ «

Επειδή όπως θα έχετε καταλάβει από το προηγούμενο POST, αλλά και γενικότερα, εξαιτίας αυτού εδώ του BLOG, έχω μπει στην πρίζα και το ψάχνω γενικώς για τα παιδικά στην τηλεόραση και τις παλιές εκπομπές της ΕΡΤ, ζήτησα και μου έδωσαν τις θεαματικότητες όλων των καναλιών για ένα μήνα, για να δω τι γίνεται από θεαματικότητες των παιδιών, των μεγάλων, τα Σαββατοκύριακα κ.λπ. Έπαθα την πλάκα μου, γιατί εξακολουθεί να συμβαίνει κάτι παρόμοιο με πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς! Είχα γράψει κι ένα σχετικό άρθρο τότε σ’ ένα τηλεπεριοδικό που μετά μπήκε στο βιβλίο μου, «Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται» και που κομμάτια του βάζω κατά καιρούς εδώ, ξαναγράφοντάς τα με τον τρόπο που γράφω σήμερα. Το κομμάτι που θ’ ακολουθήσει είναι κάτι τέτοιο, μόνο που είχα αποφασίσει να μην το βάλω εδώ, γιατί πίστευα ότι δεν είναι πια επίκαιρο. Αμ δε…

Αρχίζοντας, θα ήθελα να συμφωνήσουμε ότι όσοι έχουμε παιδιά ανήκουμε σε άλλη φυλή από εκείνους που δεν έχουν. nervous_baby.jpg(Δεν έχει σημασία που τα δικά μου μεγάλωσαν). Παραδείγματος χάρη: ποιος κανονικός άνθρωπος θα έκλαιγε από χαρά, επειδή κάποιος άλλος, που ήταν για μέρες δυσκοίλιος, έκανε, επιτέλους… κακά του; Κανείς. Ούτε η Αδελφή Τερέζα δεν είχε τέτοιο αλτρουισμό! Κι όμως. Κι ο πιο σκληρός άνθρωπος -της φυλής των γονιών- κλαίει από χαρά, όταν το παιδάκι του, ύστερα από μερικές μέρες δυσκοιλιότητας, καταφέρνει, επιτέλους, να ενεργηθεί! Αυτό το έχω ζήσει από πρώτο χέρι με ένα από τα παιδιά μου.

Επίσης, μόνο όσοι έχουν παιδιά ζούνε τη γοητεία του να ‘χεις… παράνομο δεσμό με τη γυναίκα σου -ή τον άντρα σου, αdivorce-1.jpgντίστοιχα- όταν κάθε φορά που είσαι στην κουζίνα και θέλεις να δώσεις ένα φιλί, κοιτάς πρώτα γύρω σου μπας και σας βλέπει κανένας! Μόνο όσοι έχουν παιδιά μπορούν να ζουν με τη γλυκιά αγωνία μήπως «πιαστούν στα πράσα» μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, αφού μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, όταν βρίσκονται στην κρεβατοκάμαρά τους και είναι πάνω που… μπορεί να ξεπεταχτεί κάποιο κεφάλι από την πόρτα φωνάζοντας: «Μαμά, πονάει η κοιλιά μου» ή κάτι ανάλογο! Θυμάμαι ότι κάτι τέτοιες στιγμές που έχω ζήσει κάμποσα χρόνια πριν, νοιώθαμε με τη γυναίκα μου πολύ καταπίεση. Δεν ξέρω πώς νοιώθετε εσείς που έχετε παιδιά τώρα, αλλά αναρωτήθηκα αν τα παιδιά είναι πράγματι τόσο καταπιεστικά, όσο ένοιωθα τότε. Και «καπάκι» πάνω σ’ αυτό ήρθε και η σφυγμομέτρηση της τηλεθέασης των καναλιών και η υψηλή θεαματικότητα, στις ηλικίες 5 με 12, της εκπομπής «SEX AND THE CITY»!!! Κι έτσι έγινε ξαφνικά επίκαιρο, το άρθρο που έχω γράψει 20 χρόνια πριν.

 

Τότε, τα τελευταία χρόνια που δούλευα στην τηλεόραση, ’85 με ’87, δεν υπήρχε AGB – ούτε άλλωστε άλλα κανάλια εκτός αυτών της ΕΡΤ- αλλά παίρναμε κάθε εβδομάδα μια «ΕΡΕΥΝΑ ΘΕΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ», όπου βλέπαμε σε τι ποσοστό παρακολουθούσαν τις εκπομπές, όλες τις εκπομπές, τόσο οι μεγάλοι, όσο και τα παιδιά από 5 έως 12 χρονών. Δύο πράγματα ήταν αληθινά εντυπωσιακά. Το ένα ότι κάθε Κυριακή μεσημέρι, στην ώρα της ελληνικής ταινίας ή κάποιου ελληνικού σήριαλ ενώ από τις 2 και μετά έπεφτε η θεαματικότητα στους μεγάλους (όπου, θεωρητικά τουλάχιστον, σ’ αυτούς απευθύνονταν και τα δύο προγράμματα), ανέβαινε εντυπωσιακά στα παιδιά! Και το δεύτερο και χειρότερο: στις 11 τη νύχτα, την ώρα που παιζόταν η «ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ», η θεαματικότητα στα παιδιά κυμαινόταν ανάμεσα στα 32% με 45%! (Ίσως κάποιες ή κάποιοι από σας να είστε ανάμεσα στα παιδιά που τα άφηναν να τη βλέπουν). Τι σημαίνουν, τώρα, αυτά τα νούμερα;
Για την μεσημεριανή ώρα της Κυριακής, σημαίνει ότι οι γονείς πάνε για ύπνο ή κάνουν κάτι άλλο και τα παιδιά βλέπουν τηλεόραση. (Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος να ξεφορτωθείς ένα παιδί, απ’ το να το στήσεις μπροστά σε μια τηλεόραση και να το αφήσεις εκεί «παρκαρισμένο» να βλέπει ό,τι θέλει.)
Για την ώρα της «ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ» τώρα, η υψηλή αυτή θεαματικότητα σημαίνει: ή ότι οι γονείς δεν έχουν επίγνωση πόσο χαμηλής και βλαβερής ποιότητας πνευματική τροφή είναι η κάθε «ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ» ή σήμερα το SEX AND THE CITY για τα παιδιά τους -πράγμα που μου φαίνεται απίθανο- ή συνειδητά τα αφήνουν να βλέπουν τέτοιες εκπομπές! Αλλά γιατί;
Πρώτ’ από όλα, είναι ή δεν είναι παράλογο παιδιά αυτής της ηλικίας να μην έχουν πέσει στο κρεβάτι τους μετά τις 11; Είναι εξίσου παράλογο σαν να έλεγε – και ας έρθουμε στις μέρες μας – κάποιος γονιός στο δεκάχρονο -ή εκεί γύρω- κοριτσάκι του: «Φάε όλο το φαΐ σου, αλλιώς δεν έχει… SEX AND THE CITY!»
Δεν θέλω να περάσω σε κανένα σχόλιο. Θέλω, όμως, να βάλω κάποια ερωτήματα:
Έχουμε αναρωτηθεί σε κάποιο άλλο post, «γιατί κάνουμε παιδιά» και για το αν έχουμε άλλους λόγους, εκτός από εγωιστικούς, μηχανικούς ή κοινωνικούς; Ε, λοιπόν, άντε και κάναμε. Νοιαζόμαστε στ’ αλήθεια γι’ αυτά;
Τι είμαστε έτοιμοι ν’ απαρνηθούμε για χάρη τους; Ας πούμε το πιο απλό: Αν δεν μπορούμε να τους επιβληθούμε να μην δουν το SEX AND THE CITY και ό,τι άλλο παρόμοιο, ελληνικό ή ξένο, κλείνουμε τότε την τηλεόραση κι ας μην το δούμε ούτε εμείς;
Ό,τι ζητάμε από τα παιδιά μας, το κάνουμε πρώτα εμείς οι ίδιοι;
Κάθε φορά που σηκώνουμε το χέρι μας να τα χτυπήσουμε -αν το κάνουμε- μπαίνουμε στη θέση τους;
Μήπως ξεπληρώνουμε πάνω τους ό,τι πάθαμε εμείς, σαν παιδιά;
Μήπως τους παρέχουμε ανεξέλεγκτα, χωρίς λόγο, ό,τι στερηθήκαμε εμείς, σαν παιδιά;
Μήπως κατά βάθος δεν τ’ αγαπάμε ─ και ας μην το θεωρούμε δεδομένο;
Μήπως, αν τ’ αγαπούσαμε, όσοι καπνίζουμε θα κόβαμε το τσιγάρο που τον καπνό του τον αναπνέουν στο ίδιο τους το σπίτι τα παιδιά ακόμα κι όταν κοιμούνται;
Μήπως, αν τ’ αγαπούσαμε, δεν θα λέγαμε ψέματα· δεν θα ήμασταν βίαιοι· θα είμαστε έντιμοι, δηλαδή θα σκεφτόμαστε, θα λέγαμε και θα κάναμε το ίδιο πράγμα;
Μήπως όσοι έχουμε παιδιά ανήκουμε σε άλλη φυλή από εκείνους που δεν έχουν, άρα και άλλο τρόπο ζωής;
Μήπως θα πρέπει ν’ αλλάξουμε τρόπο ζωής;
Μήπως αυτό σημαίνει
αυταπάρνηση, αλλά ταυτοχρόνως και να μην xρησιμοποιούμε τα παιδιά σαν φυγή από μια άδεια δική μας ζωή, όπως και να έχουμε τη διάκριση που χρειάζεται για να εξακολουθήσουμε να ζούμε και τη δική μας προσωπική -κυρίως εσωτερική- ζωή;
Βάλτε το χέρι στην καρδιά κι απαντήστε.
Εγώ καθάρισα πια. Ό,τι ήταν να πάθουν τα παιδιά μου το πάθανε. Χα, χα, χα…
Φιλιά
Π.
Υ.Γ. Με το που άρχισε να δροσίζει, να και τα “σεντόνια”.

Η αγάπη του πατέρα

Διαβαζοντας πριν λίγο τα σημερινά σας σχόλια έμαθα ότι σήμερα είναι η “Ημέρα του πατέρα”. Όπως λέμε, “η ημέρα της γυναίκας”, “η ημέρα του παιδιού”, “η ημέρα των ζώων”, “η ημέρα του περιβάλλοντος” κ.λπ. Είναι επειδή τις υπόλοιπες μέρες, ασχολούμαστε με σοβαρότερα πράγματα. Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια, πριν δέκα μέρες περίπου, σε μια φίλη μου. Η επεξεργασία είναι δική μου, για χάρη σας και για … χάρη της ημέρας. Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ.
Π.

Δεν φανταζόταν ποτέ ότι η αγάπη που ένοιωθε για τον πατέρα της και το γιο της θα της δημιουργούσε κάποτε μέσα της τόσο μεγάλη σύγκρουση. Ο πατέρας της, πατημένα ογδόντα, εδώ και δυο εβδομάδες είχε πια καταρρεύσει. Η υγεία του, που τα τελευταία χρόνια δεν ήταν καλή εξαιτίας της καρδιάς του, χειροτέρευσε και δεν σηκωνόταν πια από το κρεβάτι. «Έχει ακόμα ζωή από δέκα μέρες μέχρι ένα μήνα», είπε ο γιατρός πριν μερικές ώρες, που τον είδε για τελευταία φορά. Σε έξι μέρες, την Κυριακή που ερχόταν, ήταν ο γάμος του γιου της στην Αγγλία, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Ήταν το μοναχοπαίδι της, που το μεγάλωσε από πολύ νωρίς μόνη της, αφού με τον πατέρα του είχε χωρίσει στα πρώτα χρόνια του γάμου. Ήταν αδύνατο να μην είναι στο γάμο του γιου της. Αλλά ήταν και αδύνατο  να αφήσει τον πατέρα της ετοιμοθάνατο και να φύγει. Η μάνα της δεν ζούσε εδώ και χρόνια, κι ο πατέρας της δεν είχε άλλη απ’ αυτήν. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι μπορεί να πέθαινε όσο εκείνη θα έλειπε. Ήταν σε τέλειο αδιέξοδο.
Πήγε όπως κάθε πρωί γύρω στις δέκα στο σπίτι του. Της άνοιξε η γυναίκα που έμενε μαζί του για να τον φροντίζει. Μόλις την είδε χαμογέλασε. «Σήμερα είναι πολύ καλύτερα ο πατέρας σου. Αν συνεχίσει έτσι, θα σηκωθεί κι από το κρεβάτι»! Αυτό την μπέρδεψε πια εντελώς.
Τον φίλησε και κάθισε δίπλα του στην άκρη του κρεβατιού. Το μάτι της έπεσε σ’ ένα μαραμένο φύλλο, που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο δίπλα του. Εκείνος πρόσεξε το βλέμμα της. Άπλωσε το χέρι του και της έπιασε το δικό της. Ύστερα άρχισε να μιλάει, μ’ ένα τρόπο όπως της έλεγε μικρή παραμύθια.
«Αυτό το φύλλο το μάζεψα λίγες μέρες πριν πέσω στο κρεβάτι… Μου έκανε εντύπωση αυτό το νεκρό φύλλο, έτσι απλό όπως ήταν στο θάνατό του, γεμάτο από την ομορφιά ολόκληρου του δέντρου! Γιατί εμείς τ’ ανθρώπινα πλάσματα πεθαίνουμε τόσο μίζερα, τόσο δυστυχισμένα από αρρώστια, από μεγάλη ηλικία, γερατειά, με ζαρωμένο το κορμί, άσχημο; Γιατί δεν μπορούμε να πεθάνουμε το ίδιο όμορφα όπως αυτό το φύλλο; Τι κάνουμε λάθος; Γιατροί, φάρμακα, νοσοκομεία, εγχειρήσεις… Δεν φαίνεται να μπορούμε να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια, με απλότητα, μ’ ένα χαμόγελο. Θα ‘πρεπε από όταν είμαστε παιδιά να μας μαθαίνουν στο σχολείο τη μεγάλη ομορφιά και αξιοπρέπεια του θανάτου, όχι σαν κάτι καταθλιπτικό, όχι σαν μια θλιβερή κατάληξη που κάποτε κανείς θα αντιμετωπίσει, αλλά σαν μέρος της καθημερινής ζωής. Θα ‘πρεπε να μας εξηγούν από παιδιά, χωρίς κανένα φόβο, ότι η ζωή και ο θάνατος είναι ένα. Το τέλος είναι η αρχή που έχει τέλος που είναι η αρχή… Το τέλος κάθε μέρας θα έπρεπε να είναι το τέλος του εγώ, αυτού του εγώ που σπαταλά κανείς τη ζωή του θρέφοντάς το με συγκρούσεις μέσα μας, με χαρές, με δυστυχίες, πίνοντας, καπνίζοντας, ξενυχτώντας, περνώντας από τη μία σχέση στην άλλη, χρησιμοποιώντας το σεξ  για φυγή και με δουλειά, δουλειά, δουλειά… Και κάποια στιγμή αντιμετωπίζει κανείς αυτό το πράγμα που ονομάζεται θάνατος και το φοβάται. Ο θάνατος δεν είναι κάποια μακρινή φθορά του σώματος από γερατειά ή οποτεδήποτε από ξαφνικό ατύχημα, θα έπρεπε να είναι το τέλος του εγώ κάθε μέρα. Αυτό σημαίνει το, «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» κι όχι μακάριοι οι ηλίθιοι. Είναι δυνατόν ένα τόσο μεγάλο πνεύμα, να ήρθε στην ανθρωπότητα για να μας πει ότι πρέπει να είμαστε βλάκες; Μας είπε να μη θρέφουμε το εγώ μας, να μην είμαστε τίποτα ψυχολογικά μέσα μας, τότε μπορεί να αγαπά ο ένας τον άλλον στην πράξη κι όχι στα λόγια, όχι θεωρητικά,κυνηγώντας ένα ιδανικό που κάποτε στο μέλλον θα το φτάσεις…»
Η γυναίκα κοίταξε τα μάτια του πατέρα της που ξαφνικά είχαν γίνει τρομερά ζωηρά και η φωνή του είχε ένα νεανικό πάθος. Για λίγο είχε ξεχάσει το άγχος της για το γάμο του γιου της. Να, όμως που το ξαναθυμήθηκε. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Τι έχεις;» τη ρώτησε ο πατέρας της που κατάλαβε ότι κάτι την ανησυχούσε.
Πήρε την απόφαση και του μίλησε. Του είπε όλη τη σύγκρουση που είχε μέσα της, ανάμεσα στην επιθυμία της να είναι στο γάμο του γιου της, αλλά και να είναι κοντά σ’ εκείνον όσο θα χρειαζόταν. Ο πατέρας της σήκωσε αργά το χέρι του και της χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο.
«Ούτε να το σκέφτεσαι, μωρό μου», της είπε. «Θα πας στο γάμο του γιου σου. Είναι χαζό να περιμένεις εδώ πότε θα πεθάνω».
«Μα μπαμπά…», διαμαρτυρήθηκε εκείνη σαν παιδάκι αυτή φορά.
«Ούτε να το συζητάς. Ο γάμος είναι την Κυριακή και θα είσαι εκεί. Αύριο να βγάλεις εισιτήριο για το Σάββατο. Θα φύγεις, όπως κι αν είμαι εγώ».
Εκείνη έβαλε τα κλάματα και τον  πήρε στην αγκαλιά της, ενώ εκείνος της χάιδευε τα μαλλιά, όπως όταν ήταν μικρό κοριτσάκι και την έβαζε για ύπνο.
Το ίδιο απόγευμα, από το σπίτι της, παρήγγειλε το εισιτήριό της με βαριά καρδιά. Έκανε ένα μπάνιο κι ετοιμάστηκε να ξαναπάει στον πατέρα της. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η γυναίκα που φρόντιζε τον πατέρα της και την άκουσε σαν χαμένη να της λέει, πως μόλις πριν λίγο είχε πεθάνει ο πατέρας της μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Λίγο πριν πεθάνει, της είχε πει πόσο χαρούμενος ήταν που η κόρη του θα πήγαινε στο γάμο του γιου της.

divorce-2.jpg

“Αν φύγεις μπαμπά, θ’ αυτοκτονήσω”

Παρακολουθώντας τα σχόλιά σας διαπίστωσα ότι ανταποκρίνεστε περισσότερο όταν βάζω κείμενα – “σεντόνια”, όπως τα λέει ο ¨μάστορας” – της κατηγορίας, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ». Έτσι – αφού είστε “μαζόχες” – ενώ έλεγα ν’ αρχίσουμε την εβδομάδα με κανένα παραμύθι, σκέφτηκα να βάλω κάτι που να ανήκει σε αυτήν την κατηγορία – “σεντονάρα” – και μάλιστα με λίγο ζόρικο θέμα: το διαζύγιο. Εύχομαι κανένας από σας που είστε παντρεμένοι να μην αντιμετωπίζει τέτοιο θέμα, αλλά αν υπάρχει έστω και ένας που αυτό το κείμενο μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον για τον προβληματισμό του, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το βάλω εδώ.

Όπως, ίσως, θα έχετε καταλάβει το τετράμηνο, σχεδόν, που υπάρχει το blog, ό,τι γράφω είναι από προσωπικές μου εμπειρίες και όχι θεωρητικές απόψεις. Σας έχω πει παλιότερα ότι έχω παντρευτεί δυο φορές, έτσι η περίπτωση του διαζυγίου που θα σας πω είναι δική μου, είναι κάτι που το αντιμετώπισα ο ίδιος, πριν κάμποσα χρόνια, μετά από 14 χρόνια γάμου και με ένα παιδί επτά χρονών. Όταν αποφασίστηκε το διαζύγιο το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίστηκε ήταν της κόρης μου που τότε ήταν έξι χρονών. Έχοντας ακούσει ότι τα παιδιά πληγώνονται λιγότερο από ένα διαζύγιο, αν αυτό συμβεί όταν είναι μεταξύ 6 και 9 χρονών και κατόπιν μετά τα 16, έκανα υπομονή για ένα χρόνο προσπαθώντας να προετοιμάσω την κόρη μου για ό,τι επρόκειτο να συμβεί. Της το πρωτοπαρουσίασα σαν να ήταν παιχνίδι, λέγοντας ότι πια θα είχε δύο σπίτια, της εξήγησα ότι θα βλεπόμαστε το ίδιο όπως πάντα και, γενικά, προσπάθησα να της δώσω την εντύπωση ότι δεν ήταν κάτι τραγικό ούτε σπάνιο. Δεν έδειξε να την στενοχωρεί το θέμα κι αυτό μου έδωσε θάρρος. Λίγες μέρες αργότερα η δασκάλα της του Δημοτικού, μου είπε ότι έμαθε πως θα χωρίσω, κι όταν τη ρώτησα πώς το ξέρει αφού δεν το είχαμε πει σε κανέναν, μου είπε ότι σ’ ένα διάλειμμα η κόρη μου είχε μαζέψει τις φίλες της και τους έλεγε παιχνιδιάρικα – σε στυλ «ζήλια, ζήλια» – το εξής: «Εγώ θα ‘χω δυο σπίτια… εγώ θα ‘ χω δυο σπίτια…». Ε, μετά από αυτό ησύχασα εντελώς. Ώσπου έφτασε η στιγμή όπου μετά από τρεις μέρες θα μετακόμιζα. Βγήκαμε οι δυο μας με την κόρη μου έξω και της το είπα – ήταν επτά χρονών πια. Η απάντησή της μου έκοψε τα πόδια: «Αν φύγεις, μπαμπά, θ’ αυτοκτονήσω». Πήρα βαθιά ανάσα και της είπα, δείχνοντάς όλη την αγάπη μου που είχα μέσα γι’ αυτήν: «Όχι, δεν είσαι ηλίθια για ν’ αυτοκτονήσεις».
Ξέρετε; Τα παιδιά είναι ικανά να κάνουν τους μεγαλύτερους ψυχολογικούς εκβιασμούς και, κυρίως, σε περιπτώσεις χωρισμένων γονιών! Αυτό είναι κάτι που ένας γονιός δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να το ενθαρρύνει, ακόμα κι αν ο ίδιος βασανίζεται από τύψεις, γιατί στο τέλος αποδεικνύεται εξαιρετικά βλαβερό για το ίδιο το παιδί. Η κόρη μου, πάντως, δεν αυτοκτόνησε.
Και να τα ερωτήματα που με απασχόλησαν τότε – μαζί με μερικά που θα’ χα να προσθέσω σήμερα, αν βρισκόμουν και πάλι στην ίδια θέση: Ήταν εγωιστικό αυτό που πήγαινα να κάνω; Ήμουν αναίσθητος; Αδιαφορούσα για το παιδί μου; Μήπως έπρεπε να συμβιβαστώ με την κατάσταση και να μείνω σπίτι; Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην χωρίσω; Μήπως αυτό έπρεπε να κάνω για το καλό του παιδιού μου; Όμως, μένοντας σπίτι μόνο γι’ αυτό το λόγο, δεν θα ζούσαμε, η μητέρα του κι εγώ, μέσα στο ψέμα; Μέσα στην ανεντιμότητα; Γιατί τι είναι ανεντιμότητα; Δεν είναι το: άλλο σκέφτομαι, άλλο λέω, κι άλλο κάνω; Και τι είναι προτιμότερο για ένα παιδί (εκτός, φυσικά, από το να μεγαλώσει σε μια οικογένεια χωρίς προβλήματα); Να ζει σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ψέματα, μια ατμόσφαιρα ανεντιμότητας, όπου οι γονείς του παίζουν μπροστά του το αγαπημένο ζευγάρι, ενώ στην ουσία δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, ή είναι καλύτερα να μάθει να ζει μέσα στην αλήθεια, στην εντιμότητα – δηλαδή, σκέφτομαι, λέω και κάνω το ίδιο πράγμα – έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι μπορεί πρόσκαιρα να πληγωθεί;
Μήπως, τελικά, το παιδί είναι ένα άλλοθι που το χρησιμοποιεί κανείς για να μην ξεβολευφτεί και το μόνο που τον νοιάζει είναι ο εαυτός του και τίποτε άλλο; Κι όταν χρησιμοποιεί κανείς το παιδί για να εκβιάσει τον άλλον να μείνει, για ποιον ενδιαφέρεται; Και οι άθλιες σκηνές των δικαστηρίων, όπου οι δύο γονείς είναι αντίδικοι στο ποιος, πότε και αν θα βλέπει το παιδί, δείχνουν αγάπη κι ενδιαφέρον για το παιδί ή εκδικητικότητα του ενός γονιού προς τον άλλον; Μήπως, αν έχει αποτύχει ένας γάμος, θα πρέπει για χάρη του παιδιού να κάνουμε ένα… επιτυχημένο διαζύγιο; Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που αναπόφευκτα γεννάει ένας νεκρός γάμος, πιθανόν επιφανειακά να νιώθει κάποια σιγουριά που ζει και με τους δύο γονείς του, αλλά μήπως στο βάθος τού δημιουργείται σοβαρότερη ανασφάλεια και αβεβαιότητα και συνηθίζει στο ψέμα; Ένας γάμος που καταλήγει σε διαζύγιο πιθανόν να είναι αποτέλεσμα μιας αρχικά ανώριμης κι επιπόλαιης επιλογής και το παιδί που γεννήθηκε μετά, να είναι πάλι από επιπολαιότητα. Ο χωρισμός, όμως, τι είναι; Τι είναι επιπολαιότητα ύστερα απ’ όλα αυτά; Το να φύγεις ή το να μείνεις;
Είναι δυνατόν για κάποιον να χωρίσει ή να μη χωρίσει βλέποντας έντιμα κι αληθινά για ποιους λόγους παντρεύτηκε και για ποιους λόγους θέλει να χωρίσει ή να μείνει; Που σημαίνει ότι , βλέπει την ανασφάλειά του, τις φοβίες του, την ιδιοτέλειά του, τη μοναξιά του, τον εγωκεντρισμό του, την πλήξη του, τις σεξουαλικές του αδυναμίες, τις φυγές του, τις πληγές του, τα συμπλέγματά του, τις οικονομικές του εξαρτήσεις, το ενδιαφέρον του για το “τι θα πει ο κόσμος”, κι ένα σωρό άλλα τέτοια; Κι αν τα δει αυτά πραγματικά, ίσως να μην χωρίσει ή αν χωρίσει, δεν θα’ ναι τότε πιο ικανός να μεταδώσει στο παιδί του, με αληθινή αγάπη, εκείνο που θα πρέπει ν’ αποφύγει πάνω απ’ όλα στη ζωή του: το κουκούλωμα τού τι πράγματι συμβαίνει την κάθε στιγμή; Δηλαδή, τα ψέματα στον ίδιο του τον εαυτό, την ανεντιμότητά του απέναντι στους άλλους και στον ίδιο; Και το σημαντικότερο: ότι εντιμότητα δεν είναι να ακολουθώ το κοινωνικό πρέπει, το οικογενειακό πρέπει, το θρησκευτικό πρέπει, το παραδοσιακό πρέπει, εντιμότητα είναι εκείνο που αναφέρθηκε πιο πάνω: αυτό που νοιώθω, αυτό σκέφτομαι, αυτό λέω, κι αυτό κάνω.
Κι ας ξαναγυρίσουμε στην προσωπική μου ιστορία. Χώρισα. Ήταν το πιο έντιμο που είχαμε να κάνουμε κι οι δυο μας, απέναντι και στους εαυτούς μας και στο παιδί μας. Δεν ήταν εύκολο για κανένα από τους δύο ύστερα από 22 χρόνια γνωριμίας, 14 χρόνια γάμου, και μία κόρη επτά χρονών. Πρέπει να πω ότι δεν γίνεται – ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση διαζυγίου – να μην μείνει κάποια, έστω και πολύ μικρή, πληγή στο παιδί. Αλλά είναι προτιμότερη – το ξανάλεω – από το μεγάλωμά του μέσα σε ένταση, στην ατμόσφαιρα μιας διπλής ζωής, στο ψέμα, στην ανεντιμότητα. Αρκεί να υπάρξει μια ήσυχη συναίνεση του ζευγαριού, που μπορεί να οδηγήσει σε ένα πετυχημένο διαζύγιο. Στην περίπτωσή μου το καταφέραμε, αφού συνεχίσαμε να βλεπόμαστε και μετά το δεύτερο γάμο και των δυο μας, έως σήμερα. Στις αρχές μάλιστα, αμέσως μετά το δεύτερο γάμο μου, όταν γεννήθηκε o «μάστορας» αυτού του blog, εκείνη (η πρώτη μου γυναίκα) – καθώς του είχε από μωρό πολύ αδυναμία – του έκανε baby sitting για να βγαίνουμε καμιά φορά με τη δεύτερη γυναίκα μου, κι αυτός, όταν ήταν μικρός , την έλεγε «προμαμά», δηλαδή: «η μαμά πριν τη μαμά μου». Τα καλοκαίρια, η πρώτη μου γυναίκα, έμενε για κάποιες μέρες μαζί μας, και τότε ήταν που είπε η κόρη μου (ήταν έντεκα χρονών) τη φοβερή ατάκα βλέποντας τους τρεις μας στον καναπέ, αργά κάποιο βράδυ: «Α, η μαμά μου, ο μπαμπάς μου κι η γυναίκα του, βλέπουν ακόμα τηλεόραση!»
Στη φωτογραφία, που είναι από κάποιο καλοκαίρι, βλέπετε το «μάστορα» με τη μαμά του και την «προμαμά» του, που δυστυχώς έχει κοπεί λίγο το κεφάλι της στη φωτογραφία αυτή, και δεν έχω άλλη με αυτό το συνδυασμό.

promama.jpg

Και κάτι που έχει πολύ πλάκα. Προσέξτε την έκφραση αηδίας στο πρόσωπο της μάνας τού «μάστορα» καθώς εκείνος της πιάνει το πόδι με – προφανώς – φριχτά λερωμένο χέρι!

Σας φιλώ και σας εύχομαι να μη σας αφορά το θέμα.
Νίκος.