Συμπλήρωμα στο προηγούμενο post
Ήθελα να γράψω δυο λόγια στα σχόλια για την papiera, αλλά ξαφνικά θυμήθηκα πως ό,τι θα είχα να πω υπάρχει σε ένα πολύ παλιό post, που δεν ξέρω πώς το έκανα, αλλά δεν το είχα βάλει στην κατηγορία: ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ. Όλα τα κείμενα (ή σεντόνια) αυτής της κατηγορίας, είναι παρμένα (και επεξεργασμένα σήμερα) από το ομώνυμο βιβλίο μου που είχε βγει το ‘89 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. Αυτό το βιβλίο πάλι με τη σειρά του είναι με κείμενα παρμένα από την ομώνυμη στήλη που είχα το ‘87 στο περιοδικό ΤΗΛΕΡΑΜΑ. Οπότε, έχω … εκτεθεί ανεπανόρθωτα τριπλά: σε περιοδικό, σε βιβλίο και στο ίντερνετ. Είναι αυτό που μου έλεγε η μάνα μου από μικρό: «Εσύ παιδάκι μου δεν έχεις τσίπα επάνω σου»! Σκέφτηκα, λοιπόν, να μη γράψω τίποτα στα σχόλια, αλλά να βάλω LINK με εκείνο το POST και για όλους όσους από τους καινούργιους δεν το έχουν διαβάσει, για να δείτε άλλο ένα λόγο σύγκρουσης που είχα με τη μάνα μου. Το post έχει τίτλο, «Τα εν οίκω μη εν Δήμω». Κάντε κλικ ΕΔΩ και … φύγατε.
Σας φιλώ.
Π.
Ο γιος της γυναίκας μου

Πριν μερικές μέρες πήγαμε στο γάμο ενός νεανικού φίλου των παιδιών μου, που είναι στην ηλικία τους. Ακόμα και σήμερα τον νοιώθω κι αυτόν σαν παιδί μου. Στο τραπέζι μετά την τελετή, καθόμουνα δίπλα στον γιο της γυναίκας μου από τον πρώτο της γάμο (μπαμπάς του Αλέξανδρου), – στη φωτογραφία κάθεται δίπλα του η κόρη μου η Μαρία και δίπλα της η Τζο- και σκεφτόμουν τα πρώτα χρόνια που αυτά τα δύο παιδιά μας ήταν μικρά – 8 και 12 – και καθώς η Μαρία είχε μετακομίσει μαζί μας, το θέμα της συμβίωσης στο σπίτι είχε τα ζόρια του. (Τον Μάιο του 2007 έγραψα μία ιστορία στο blog με ήρωες αυτή την οικογένεια, και τίτλο, «Το παληκάρι με τη μεγάλη τύχη«, που μπορείτε να την διαβάσετε κάνοντας κλικ ΕΔΩ).
Ο γάμος αυτός ήταν και για τους δυο μας ο δεύτερος. Και σ’ αυτό το δεύτερο γάμο μας, κι εκείνη κι εγώ, ενώνοντας τα ήδη στημένα κανονικά σπίτια μας, βάλαμε ο καθένας -εκτός από ψυγείο, κουζίνα, τηλεόραση, καφετιέρα, μίξερ και άλλα πολλά- κι από ένα παιδί από τους πρώτους μας γάμους. Τη Μαρία και τον Φρεντ. Πολύ γρήγορα, τρεις μήνες μετά γάμο, κάναμε κι ένα δικό μας, τον γνωστό σ’ αυτό το blog ως «μάστορα» ή αλλιώς cpil ή Κωνσταντίνο.
Όπως συμβαίνει, συνήθως, σε παρόμοιες περιπτώσεις, που μένουν όλα τα παιδιά μαζί, ο ένας εκνευριζόταν με το παιδί του άλλου προσπαθώντας συνέχεια κι απεγνωσμένα να μην το δείχνει και να του φέρεται «σαν να ‘ταν δικό του». Όσοι βρίσκονται ή ήταν κάποτε σε παρόμοια θέση θα με καταλάβουν.
Ο γιος της γυναίκας μου, που βρισκόταν σε μια ευαίσθητη ηλικία, με το ένα πόδι μέσα στην εφηβεία και τ’ άλλο στο παιδί, είχε συνέχεια ένα… μουρτζούφλικο ύφος που μου «την έδινε», όπως θα ‘λεγε κι εκείνος. Οι προσπάθειες που έκανα να πείσω τον εαυτό μου ότι κι αυτός είναι σαν παιδί μου, απλώς χειροτέρευαν τα πράγματα, αφού ήμουν μονίμως σε σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που συνέβαινε και σε κείνο που θα ‘θελα να συμβαίνει. Καθώς η κατάσταση μέρα τη μέρα χειροτέρευε κι η ζωή στο σπίτι άρχιζε να παρουσιάζει δείγματα… κόλασης, τα ‘βαλα κάτω κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι.
Πρώτ’ απ’ όλα, απλά και ξάστερα: γιατί αυτό το παιδί να μ’ εκνευρίζει για πράγματα που έκανε και το δικό μου παιδί, χωρίς, όμως, ν’ αντιδρώ έτσι; Μήπως είχε σημασία που αυτός ήταν αγόρι, ενώ η δική μου κορίτσι; (Ο «μάστορας» δεν πιανόταν γιατί ήταν ακόμα μηνών). Μήπως υπήρχε ανάμεσα μας κάποιος κρυμμένος ανταγωνισμός σε σχέση με τη μητέρα του; Από τη μεριά του σίγουρα -και με το δίκιο του- αλλά κι από τη μεριά μου; Σιγά σιγά οι ερωτήσεις έκαναν ν’ αρχίσει ένας διάλογος με τον εαυτό μου, που πάνω κάτω ήταν αυτός:
- Πότε εκνευρίζομαι;
- Όταν κάνει κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό.
- Εκνευρίζομαι το ίδιο και με την κόρη μου σε ανάλογες περιπτώσεις;
- Όχι τόσο, είναι η αλήθεια.
- Μ’ αυτόν γιατί εκνευρίζομαι περισσότερο;
- Ίσως γιατί, επειδή δεν είναι παιδί μου, κρατιέμαι να μην του ρίξω καμιά σφαλιάρα.
- Σφαλιάρα! Ψέματα! Είμαι εναντίον του ξύλου· δεν έχω απλώσει χέρι πάνω στο παιδί μου κάτι άλλο συμβαίνει.
- Ίσως μ’ εκνευρίζει η ιδέα ότι, ακόμα κι αν ήθελα να του ρίξω καμία, δεν μπορώ.
- Γιατί δεν μπορώ;
- Εεε… δεν θα ‘ταν υπέρ μου να κάνω κάτι τέτοιο.
Σ’ αυτό το σημείο είχα νοιώσει να κρύβεται κάτι, που δεν ήθελε να βγει. Δεν μ’ άρεσε η ιδέα να πιέσω άλλο τον εαυτό μου τότε , και σταμάτησα. Άφησα τα ερωτήματα αυτά να πλανιόνται τις επόμενες μέρες στο κεφάλι μου, χωρίς να ξανασχοληθώ ιδιαίτερα μαζί τους αλλά και χωρίς να τα ξεχάσω. Είναι όπως όταν φυτέψεις ένα λουλούδι σε μια γλάστρα: περιμένεις, δίχως να μπορείς να κάνεις τίποτα, ν’ ανθίσει. Έχεις το νου σου στη γλάστρα για να την ποτίζεις, αλλά δεν πας κάθε τόσο να βγάζεις από το χώμα τους σπόρους για να δεις αν άρχισαν να φυτρώνουν! Τ’ άφησα, λοιπόν, να κάνουν «από μόνα τους» τη δουλειά τους. Είχα δει από τότε, ότι αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος για να πάρει κανείς μια απάντηση από την καρδιά του. Πράγμα που σημαίνει ότι μ’ αυτήν κάτι μπορεί ν’ αλλάξει, ενώ με το μυαλό, όσο λογική απάντηση κι αν δώσει, όσο κι αν αναλύσει, ξαναπέφτεις στα ίδια και τα ίδια. Η σχέση μου με το γιο της γυναίκας μου -αν και εξωτερικά δεν φαινόταν τίποτα- πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως όποτε βρισκόμασταν μαζί, παρατηρούσα τη συμπεριφορά μου απέναντι του περισσότερο από πριν. Είχε περάσει κάπου ένας μήνας, όταν, ενώ παρακολουθούσα μία διάλεξη της οποίας δεν μ’ απασχολούσε το θέμα, μου πέρασε από το νου – σαν να έβλεπα έργο στην τηλεόραση – μια σκηνή που είχε γίνει ανάμεσα σε μένα και σ’ εκείνον μερικές μέρες πριν, Μια σκηνή απλή, γρήγορη, σαν αυτές που γίνονται κατά δεκάδες ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι. Καθώς, όμως, η σκηνή φιλτραριζόταν μέσα από τα ερωτήματα που είχαν μπει και, κυρίως, από τη δυνατή επιθυμία να γλιτώνω από τη δυσάρεστη κατάσταση μιας τέτοιας, ψυχολογικά μίζερης σχέσης, άρχισε να ξεχύνεται από μέσα μου μια καινούργια σειρά από ερωτήματα που, χωρίς να είναι τα ίδια απαντήσεις, έμοιαζε να απαντούν στα πρώτα: Ήταν αιτία της σύγκρουσης η προσπάθεια να δείξω μια άλλη συμπεριφορά απ’ αυτή που μου ερχόταν; Είχα μια εικόνα για το πώς θα ‘πρεπε να ‘μαι και προσπαθούσα να ξεφύγω απ’ αυτό που ήμουν; Γιατί το ‘κανα αυτό; Ποιον κορόιδευα με το να παριστάνω κάτι που δεν ήμουν; Τι φόβοι κρύβονταν πίσω από μια τέτοια ανειλικρινή στάση; Μήπως αυτοί οι φόβοι ήταν ίδιοι ή ανάλογοι με αυτού του παιδιού; Είχε ή δεν είχε αυτό το παιδί το ίδιο πρόβλημα με την κόρη μου: παιδί χωρισμένων γονιών που ξαναπαντρεύτηκαν;
Είχε πια ξεχυθεί μέσα μου ένας χείμαρρος από ερωτήματα που δεν μπορούσα να σταματήσω και που γίνονταν όλο και πιο οδυνηρά. Στο βάθος της καρδιάς μου άρχισε να αχνοφαίνεται μια καλοσύνη γι’ αυτό το παιδί, μια καλοσύνη που επρόκειτο να κάνει πολύ καλύτερη τη σχέση μας, έτσι ώστε τα ζόρια εκείνου του καιρού να είναι σήμερα – που κι αυτός είναι πατέρας – σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Καλό ξημέρωμα.
Π.
«Τα εν οίκω μη εν Δήμω»
Σε μια συζήτηση που είχα πριν δυο μέρες για το blog, μου ειπώθηκε ότι ίσως δεν θα πρέπει να γίνομαι πολύ προσωπικός, όσο γίνομαι μερικές φορές. Κι έτσι, για άλλη μια φορά αναβάλλεται το post για το γάμο που έχω ετοιμάσει, γιατί θέλω να βάλω κάτι άλλο.
Ένα από τα παλαιότερα posts του blog με τίτλο, «Ωχ! Κάποιος φιλάει την κόρη μου στην παραλία!», ήταν και ένα από τα άρθρα που είχα γράψει στο ΤΗΛΕΡΑΜΑ, μετά που παραιτήθηκα από την ΕΡΤ. Όταν πρώτο-δημοσιεύτηκε εκεί τότε, καλοκαίρι του 1987, δημιούργησε – εκτός όλων των άλλων – και μια αντίδραση που δεν την περίμενα. Καθώς περιέγραφε ένα αληθινό περιστατικό, κάποια από τα πιο ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας το θεώρησαν ανεπίτρεπτο και επισφράγισαν τα όσα είπαν με τη φράση: «Τα εν οίκω μη εν Δήμω». Προσπάθησα να καταλάβω τι τους έθιξε. Ποια παραδοσιακή αρχή είχα υπερβεί; Τι μοντέλο οικογένειας είχα σπάσει, και γιατί αυτό θεωρήθηκε κάτι σαν ιεροσυλία;
Τι κρύβεται πίσω από ένα τέτοιο παραδοσιακό μοντέλο οικογένειας; Φροντίδα για την προφύλαξη των μελών της; Από τι; Γιατί αυτή η προσπάθεια να παρουσιάζουμε μια ωραιοποιημένη εικόνα προς τα έξω και -το χειρότερο- και προς τα μέσα; Ποιον κοροϊδεύουμε κουκουλώνοντας την αλήθεια;
Τι είναι εκείνο που κάνει δυο ανθρώπους να θεωρούν ντροπή το να μιλήσεις ανοιχτά για την πρώτη εκδήλωση της εφηβείας ενός από τα κορίτσια της οικογένειας; Κι αν συνέβαινε το ίδιο για το αγόρι, θα τους πείραζε;
Το πρώτο που βλέπει κανείς είναι ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον για το ίδιο το γεγονός, αφού στις μεταξύ μας συζητήσεις σχολιάστηκε με κουτσομπολίστικη, γαργαλιστική διάθεση και γέλια, αλλά για το τι θα πει ο κόσμος. Τι θα πει ο κόσμος για όσα γίνονται σπίτι μας. Που, εντάξει, γίνονται αλλά πρέπει να τα κρύψουμε. «Τα εν οίκω μη εν Δήμω».
Φτάνοντας σ’ αυτή την παρατήρηση και συνειδητοποιώντας ότι με αυτό ακριβώς το μοντέλο έχω ανατραφεί κι εγώ ο ίδιος, άρχισαν να γεννιόνται μέσα μου εικόνες, κάτι σαν τα flash back του κινηματογράφου, εικόνες από την παιδική μου ηλικία, που είχαν σχέση με ένα μοντέλο οικογένειας σαν αυτό που γέννησε την αντίδραση που σας είπα πιο πάνω. Εικόνες κάπως θολές, ξεθωριασμένες από τα χρόνια που πέρασαν αλλά με μια ξεκάθαρη γεύση απόκρυψης και ψέματος. Εικόνες, όπου οι μεγάλοι να λένε κάτι που δεν θέλουνε ν’ ακούσουμε εμείς τα παιδιά και μας βγάζουν έξω ή να λένε κάτι που το σταματάνε ένοχα, μόλις μπούμε στο δωμάτιο. Εικόνες μιας μητέρας που χρησιμοποιεί εκατοντάδες φορές την απειλητική φράση: «Μόνο να μην το μάθει ο πατέρας σου», εν αγνοία του φυσικά, αποξενώνοντάς μας έτσι απ’ αυτόν. Μια αποξένωση που δυναμώνει από μία άλλη εικόνα: Εκείνη του πατέρα που λέει στη μητέρα να κάνει κάτι κι ενώ εκείνη συμφωνεί και το δέχεται, όταν μείνει μόνη κάνει ακριβώς το αντίθετο, ζητώντας από εμάς τα παιδιά να μην του πούμε τίποτα, καθώς έτυχε να ‘μαστε μπροστά σ’ αυτή τη σκηνή. Και άλλη μια εικόνα που επαναλαμβάνεται ατέλειωτα: τους μεγάλους να λένε τη φράση: «Τι θα πει ο κόσμος!»
Και μεγαλώνοντας, ανακαλύπτεις ότι αυτό το, «τι θα πει ο κόσμος» θέλει να δώσει προς τα έξω την εικόνα του «πώς θα θέλαμε να είμαστε» και τού, «πώς θα έπρεπε να είμαστε». Κι αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί ένα ιδανικό που πίσω του αρχίζουμε να τρέχουμε να το πιάσουμε, φεύγοντας όλο και πιο μακριά από κείνο που πραγματικά είμαστε; Μήπως αυτό είναι η αρχή κάθε ψυχολογικής ανισορροπίας· δηλαδή, δυστυχίας;
Ένα τέτοιο μοντέλο ανατροφής παιδιών, λοιπόν, που δίνει σημασία στην εικόνα προς τα έξω και δεν επιτρέπει την άνθηση τού «μέσα» δεν θρέφει την υποκρισία; Την υποκρισία που αρχίζει από το άτομο, περνάει στην οικογένεια, απλώνεται στην κοινωνία – αφού η κοινωνία είμαστε εμείς κι όχι η αφηρημένη έννοια που νομίζουμε – που σημαίνει ότι τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια ατμόσφαιρα εξαιρετικά βλαβερή για την ψυχή τους. Έτσι όταν μεγαλώνουμε, έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί που τα θεωρούμε όλα αυτά φυσικά και λέμε: «Έτσι είναι η ζωή». Έτσι είναι ή εμείς – γενιές τώρα – την κάναμε έτσι; Κι αν εμείς την κάναμε, δεν μπορούμε και να την αλλάξουμε; Αρχίζοντας ο καθένας από το σπίτι του; Από την οικογένεια του; Από τον ίδιο; Από μέσα του; Εγκαταλείποντας τη φυγή τού να κυνηγάς κάποιο δανικό απ’ έξω; Μήπως τότε θα έπαυε να υπάρχει η διαφορά ανάμεσα σε «εν οίκω» και σε «εν Δήμω»; Μήπως τότε θα σταμάταγε η δυστυχία που κρύβεται μ’ επιμέλεια πίσω από τους τοίχους τόσων και τόσων σπιτιών; Η οικογενειακή δυστυχία των χαλασμένων γάμων που διαιωνίζονται, των τελειωμένων σχέσεων που είναι νεκρές και καμώνονται ότι δεν είναι, η βία των γονιών, σωματική και λεκτική – μεταξύ τους κι απέναντι στα παιδιά τους; Μήπως θα παύαμε να θέλουμε να είμαστε ή να γίνουμε κάποιοι, αντί να είμαστε αυτό που είμαστε, ό,τι κι αν είναι αυτό και στα παλιά μας παπούτσια η γνώμη των άλλων;
Γράφοντάς το άκουγα στις ειδήσεις περί «φουσκωτών» των εισπρακτικών εταιριών των Τραπεζών και σκέφτηκα – για να τελειώσουμε με γέλιο απόψε – να κλείσω το post με κάτι πολύ προσωπικό, κλασσικό παράδειγμα του «τα εν οίκω εν Δήμω» ή αλλιώς «τα άπλυτα στη φόρα».
Εδώ και καιρό, έχω βαρέσει κανόνι (σας είχα γράψει τότε ένα post με φωτογραφία αλλά νομίσατε ότι κάνω πλάκα) σε 11 πιστωτικές κάρτες και 3 ανοιχτά δάνεια. Κι επειδή έχω την πολυτέλεια της απίστευτης ελευθερίας να μην είχα ποτέ ούτε να έχω οποιαδήποτε περιουσία, είχα την χαρά να διασκεδάζω με αυτές τις υστερικές κυρίες (ανοργασμικές όπως τις λέει μία φίλη μου – οι άντρες τις λένε αλλιώς), που με έπαιρναν διάφορες ώρες, σε όλα τα τηλέφωνα που είχα εναλλάξ και με απειλούσανε ουρλιάζοντας. Ορίστε μερικοί από τους διαλόγους που είχα:
1.
Κυρία: Ξέρετε καμία Τράπεζα να έχει χάσει ποτέ;
Εγώ: Ναι, τη δική σας, από μένα.
2.
Κυρία: Το ξέρετε ότι όταν πεθάνετε θα κληρονομήσουν τα χρέη σας τα παιδιά σας;
Εγώ: Και τι με νοιάζει εμένα τι θα κάνουν τα παιδιά μου όταν θα έχω πεθάνει;
Κυρία: Α, δεν μπορώ να μιλάω με άνθρωπο που δεν τον νοιάζουν τα παιδιά του;
Εγώ: Γιατί, εγώ σας πήρα τηλέφωνο και σας αναγκάζω να μου μιλάτε;
3.
Κυρία: Πότε σκοπεύετε να επιστρέψετε τα χρήματα που πήρατε;
Εγώ: Δεν σκοπεύω να τα επιστρέψω.
Κυρία: Κι όταν τα παίρνατε ήταν καλά;
Εγώ: Φυσικά!
Κυρία: Και τώρα γιατί δεν τα δίνετε;
Εγώ: Γιατί δεν έχω λεφτά.
Κυρία: Και είναι δικαιολογία αυτή;
Εγώ: Ξέρετε καμιά καλύτερη;
Κυρία: Και μπορείτε να μου πείτε πώς ζείτε;
Εγώ: Ντύνομαι κάθε βράδυ τραβεστί και κατεβαίνω στη Συγγρού;
Κυρία: Με κοροϊδεύετε;
Εγώ: (Με γέλια) Προφανώς.
Κυρία: (Ουρλιάζοντας) Όταν θα πάτε φυλακή, θα σας κοπεί το γέλιο.
Εγώ: Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;
Κυρία: (Άγρια) Ορίστε.
Εγώ: Η σεξουαλική σας ζωή δεν θα πρέπει να είναι και πολύ πλούσια τελευταία, ε;
Και η κυρία μου το έκλεισε στα μούτρα – με το δίκιο της η κακομοίρα με την παλιοδουλειά που βρήκε να κάνει.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ
Π.
«Γιατί, μπαμπά, θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά;»
Είχα σκεφτεί να βάλω αυτό το «σεντόνι» από Δευτέρα, αλλά «λυπήθηκα» το Γιάννη που μου ζητησε με το σχόλιό του να το βάλω αμέσως γιατί δεν αντέχει άλλο τη δημοσιότητα.
Θέλοντας, λοιπόν, να γράψω κάτι για το θυμό, έψαχνα πράγματα που είχα γράψει παλιότερα, κι ανακάλυψα ένα κείμενο με διάφορες σημειώσεις από όσα είχα πει στην κόρη μου – πολλά χρόνια πριν, στα δεκαπέντε της – ύστερα από την ερώτηση που μου έκανε: «Γιατί, μπαμπά, θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά;» Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι την ίδια ερώτηση μου την κάνετε σήμερα εσείς, βάζοντας στο «μπαμπά» ό,τι θέλετε: «Παραμυθά», «παππού», «φιλαράκι μου» κ.λπ.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι την κάνετε. Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ρωτήσω: Έχετε προσέξει ότι όταν μας κάνουν κάποια παρατήρηση, θυμώνουμε – κατά κανόνα – επειδή έχουν δίκιο γι’ αυτό που μας λένε; Στην ουσία, δηλαδή, θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Αλλά γιατί; Επειδή, βασικά, έχουμε μια εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είμαστε. Ακούστε την ερώτηση, λίγο αλλαγμένη: «Γιατί θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά, όπως θα ήταν το ιδανικό να κάνω;». Με άλλα λόγια, γιατί δεν ακολουθώ στην πράξη τα ιδανικά μου;
Τώρα αυτό θα ακουστεί πολύ βαρύ, αλλά μήπως θα ήταν πιο απλό, αν δεν είχαμε καθόλου ιδανικά; Αν δεν έχεις μια ιδανική εικόνα του τι θα έπρεπε να είσαι ή τι να κάνεις, θα υπήρχε κανένας λόγος να θυμώνεις με τον εαυτό σου; Οπότε, χωρίς την ύπαρξη του ιδανικού γιατί θα είχες ευγένεια, καλοσύνη, γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα, τόλμη, θάρρος, και λοιπά; Αν μπορέσεις ν’ ανακαλύψεις το γιατί, έχοντας απελευθερωθεί από κάθε ιδανικό του πώς πρέπει να είναι κανείς ή να προσπαθήσει να γίνει, να φτάσει να ακολουθήσει ή να πετύχει, τότε ίσως να γεννιόταν μια συμπεριφορά εντελώς αλλιώτικη.
Γιατί, λοιπόν, έχουμε ιδανικά; Πρώτα απ’ όλα, επειδή από πάντα όλοι μας λένε από μικρά παιδιά ότι αν δεν έχουμε ιδανικά θα είμαστε άχρηστοι άνθρωποι. Η κάθε κοινωνία, ασχέτως με το τι κοινωνικοπολιτικό ή θρησκευτικό μοντέλο ακολουθεί, θεωρεί ότι αυτό που ακολουθεί εκείνη είναι το ιδανικό, κι εμείς που ζούμε μέσα σ’ αυτή την κοινωνία προσπαθούμε να ζούμε σύμφωνα με αυτό, έτσι δεν είναι; Τώρα: πριν αρχίσει να ζει κανείς σύμφωνα με κάποιο ιδανικό, δεν θα έπρεπε πρώτα ν’ ανακαλύψει αν χρειάζεται ή όχι να έχεις ιδανικά; Σίγουρα, αυτό θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία για τη ζωή του από την τυφλή υπακοή και υποταγή σε αυτό που του λένε οι άλλοι, ότι πρέπει να πιστέψει, να ακολουθήσει. Αλλά μεγαλώνοντας γεμίζουμε όχι μόνο από ένα σωρό ιδανικά που μας επιβάλει το περιβάλλον όπου ζούμε, αλλά και από εκείνα που οι ίδιοι επινοούμε για τον εαυτό μας. Κι έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί το… ιδανικό είναι να έχετε ιδανικά; Προσωπικά νομίζω, επειδή φοβόσαστε να είσαστε αυτό που είστε.
Και φοβόσαστε να είσαστε αυτό που είστε, σημαίνει ότι δεν έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, προσπαθείτε να γίνετε εκείνο που σας λέγανε από μικροί οι γονείς σας, το σχολείο σας, η κοινωνία, οι γονείς σας, η θρησκεία σας, ότι θα έπρεπε να είστε.
Τώρα: Άντε κάποτε ήσουν μικρός και ρούφαγες ανεξέλεγκτα ό,τι σου λέγανε. Αλλά όντας πια μεγάλος, γιατί να φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι, που όταν σου ξεφεύγει καμιά φορά και είσαι κάνεις κι ενοχές; Γιατί, λοιπόν, όντας ενήλικας πια κανείς, δεν ξεκινάει άφοβα να ανακαλύψει εκείνο που αληθινά είναι κι όχι να συνεχίζει να προσπαθεί να είναι εκείνο που του έχωσαν στο κεφάλι ότι θα έπρεπε να είναι; Αν δεν κατανοήσεις βαθιά αυτό που είσαι και απλώς προσπαθείς να το κάνεις να γίνει κάτι που νομίζεις ότι θα έπρεπε να είσαι, τότε δεν ζεις μια αληθινή, ισορροπημένη, υγιεινή και δημιουργική ζωή.
Οπότε πετάξτε τα όλα τα ιδανικά. Ξέρω ότι αυτό δεν θα το ήθελε καμία εξουσία· δεν θα το ήθελαν οι κάθε είδους ηγέτες: πολιτικοί, θρησκευτικοί, «φιλοσοφικοί», στρατιωτικοί, «πνευματικοί», αλλά κυρίως οι οικονομικοί, που κρατάνε τον πλούτο συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δίνουν γι’ αντάλλαγμα ιδανικά. (Όχι, μην πάει ο νους σας πουθενά: κι ο κομμουνισμός είναι – ή μάλλον υπήρξε – εξ ίσου ιδανικό από την πίσω πόρτα). Πετάξτε τα όλα τα ιδανικά, ρίξτε τα στο ποτάμι, στο καλάθι των αχρήστων και ξεκινήστε με αυτό που είσαστε. Για να πάει κανείς μακριά ξεκινάει από κοντά. Χρησιμοποιήστε το νου σας για να ψάξετε να δείτε τι είναι αυτό που θέλετε και τι αληθινά είστε, βαθιά μέσα σας. Χρησιμοποιήστε το νου σας για να βρείτε τι πραγματικά κρύβεται σ’ αυτά, αλλά όχι σύμφωνα με τα ιδανικά σας. Χρησιμοποιείστε το νου σας για ν’ ανακαλύψετε γιατί δεν θέλετε όσα δεν θέλετε με την καρδιά σας. Χρησιμοποιείστε το νου σας για να βρείτε τι θέλετε αληθινά να κάνετε στη ζωή σας – τι θέλετε να κάνετε εσείς, όχι τι σας λένε να κάνετε η κοινωνία, η θρησκεία, η πολιτική και κάποια προσωπικά σας ιδανικά. Αν δώσετε όλο σας το είναι σ’ αυτή την έρευνα, τότε θα κάνετε κάτι αληθινά επαναστατικό· τότε θα έχετε την αυτοπεποίθηση να δημιουργήσετε, να δεχτείτε εκείνο που είσαστε και που σ’ αυτό θα βρείτε μια ενέργεια που θ’ ανανεώνεται διαρκώς. Αλλά κάνοντας το αντίθετο θα σπαταλάτε την ενέργειά σας, προσπαθώντας να γίνετε κάτι άλλο από αυτό που είστε, να γίνετε «κάποιος» ή «κάποια» που λένε.
Δεν το βλέπετε από μόνοι σας ότι είναι πραγματικά εκπληκτικό πράγμα, να μην φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι; Γιατί η ομορφιά υπάρχει σ’ αυτό που είσαι κι όχι σ’ εκείνο που νομίζεις ο ίδιος ή σου λένε οι άλλοι ότι θα ‘πρεπε να είσαι. Αν δεις ότι είσαι αδύναμος ή ότι είσαι ανόητος και κατανοήσεις την αδυναμία σου ή έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με την ανοησία σου, χωρίς να προσπαθήσεις να την αλλάξεις σε κάτι άλλο, τότε σ’ αυτό το στάδιο θα δεις ότι υπάρχει τρομερό ξαλάφρωμα, μεγάλη ομορφιά και μεγάλη νοημοσύνη. Και μετά αρχίζει ένα ταξίδι μέσα σου, που είναι πολύ μακρινό, ίσως και χωρίς τέλος.
Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Χα, χα, χα… Άλλο ένα τέτοιο να γράψω και δεν θα έχουν μείνει ούτε οι μισοί για τη συνάντηση που λέγαμε… Άσε που μπορεί να μας κλείσουν και «το μαγαζί»… Χα, χα, χα…
Τα «παραδείγματα προς μίμηση».
Σε μερικά σχόλιά σας, φαίνεται η ανησυχία για το πώς μπορεί να μεγαλώνει κανείς ήσυχα και ήρεμα τα παιδιά του. Αυτό μου θύμισε ότι έχω καιρό να βάλω κάτι της κατηγορίας, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ. Και πριν προχωρήσω έχετε αναρωτηθεί μήπως έχετε νεύρα επειδή σας έχουν μεγαλώσει ντρεσάροντάς σας να είστε καλό παιδί, καλή μάνα, καλή νοικοκυρά, καλή σύζυγος ή αντίστοιχα, καλός πατέρας, καλός σύζυγος, καλός επαγγελματίας, επιτυχημένος, επώνυμος, με δύναμη και διάφορα άλλα; Μήπως προσπαθείτε να γίνετε κάτι που δεν είστε; Μήπως σας έχουν διαμορφώσει να κάνετε τα πράγματα από καθήκον και όχι από αγάπη, οπότε πώς να μην έχεις νεύρα; Έχετε σκεφτεί πώς γίνεται αυτή η διαμόρφωση;
- Κοίτα τι καλό παιδί που είναι ο Δημήτρης! Μακάρι να του ‘μοιαζες.
- Κοίτα πώς τρώει το φαΐ του ο Αντώνης! Έτσι πρέπει να φας κι εσύ όλο σου το φαΐ.
- Κοίτα τι ωραία που κάθεται το παιδάκι! Όχι σαν κι εσένα…
- Είδες πώς διαβάζει ο Χρήστος και δεν τεμπελιάζει, όπως εσύ;
- Μακάρι να ‘μοιαζες στον αδελφό σου αλλά, πού…
- Εγώ στην ηλικία σου έπιανα πουλιά στον αέρα…
Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Δεν μας έχουν συγκρίνει οι γονείς μας, οι συγγενείς μας κι οι δάσκαλοί μας, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο, στις ίδιες ή και σε άλλες περιπτώσεις όταν ήμαστε παιδιά, προτρέποντάς μας να μιμηθούμε το παράδειγμα που έστηναν σαν ανδριάντα μπροστά μας; Κι έτσι αργότερα, όταν ενηλικιωθήκαμε, λειτουργώντας ασυνείδητα σύμφωνα με την πλύση εγκεφάλου που μας έγινε στην παιδική ηλικία, διαμορφωμένοι πια με αυτό το μοντέλο, δεν συνεχίσαμε να συγκρίνουμε -από μόνοι μας πια- εμάς τους ίδιους με άλλους, με αποτέλεσμα να θέλουμε καλύτερα ρούχα, καλύτερο αυτοκίνητο, καλύτερη μύτη, περισσότερα μαλλιά, περισσότερο ύψος, περισσότερη εξουσία, όλο και περισσότερα λεφτά και πάει λέγοντας;
Οι περισσότεροι από μας, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, ταξική προέλευση, επίπεδο μόρφωσης, οικονομική κατάσταση, δεν συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με κάποιους άλλους, θέλοντας κάτι που έχουν αυτοί; Δεν έχουμε μέσα μας, κρυφά ή φανερά, στημένα σε ανδριάντες, «παραδείγματα προς μίμηση»; Και την ίδια ώρα, μήπως μεγαλώνουμε με τον ίδιο τρόπο και τα παιδιά μας;
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν πράγματι είναι τόσο βλαβερό -όσο υπονοώ- το να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον άλλο; Ας το δούμε.
Ο πρώτος τρόπος σύγκρισης είναι εκείνος όπου η σύγκριση γίνεται σε σχέση με κάποιον που βρίσκεται σε χειρότερη θέση από μας ή έχει περισσότερα προβλήματα από μας ή υπερτερούμε σε κάτι απ’ αυτόν; Σε τούτη την περίπτωση η σύγκριση γίνεται για να αυτοεπιβεβαιωθούμε, να αυτοδικαιωθούμε και, γενικά, για να ικανοποιήσουμε τις ματαιοδοξίες μας και τα συμπλέγματα ανωτερότητας. Δεν είναι έτσι; Πόσες φορές δεν έχουμε επιμείνει ότι έχουμε το καλύτερο αυτοκίνητο, την καλύτερη μάρκα ψυγείο, τον καλύτερο οδοντίατρο, την καλύτερη τηλεόραση, το καλύτερο βίντεο, το καλύτερο κομπιούτερ, καθώς και άλλα πολύ σοβαρότερα; Αυτός ο τρόπος σύγκρισης, τώρα, δεν είναι τόσο βλαβερός όσο είναι ενδεικτικός της ανασφάλειάς μας, της ματαιοδοξίας μας και της ανοησίας μας. Πραγματικά βλαβερός, όμως, είναι ο δεύτερος τρόπος, όπου συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον που έχει κάτι που δεν έχουμε. Και γιατί είναι βλαβερό αυτό; Ας παρακολουθήσουμε όλη τη διαδικασία.
Βλέπεις κάποιον που έχει κάτι που δεν έχεις. Αυτό μπορεί να είναι ικανότητα, χρήματα, φήμη, παρουσιαστικό, ντύσιμο, συμπεριφορά, νοοτροπία, συνήθεια, ελάττωμα, φυσικό χάρισμα, οτιδήποτε που σε γοητεύει κ.λπ. Αμέσως φαντάζεσαι τον εαυτό σου στη θέση του και γεννιέται η επιθυμία να μοιάσεις· να αποκτήσεις· «να ανέβεις»· και προσπαθείς να μιμηθείς, να πετύχεις, να «γίνεις». Τώρα, αυτή η προσπάθεια του να γίνεις κάτι δεν προϋποθέτει την άσκηση βίας, είτε προς τους άλλους, είτε προς τον ίδιο μας τον εαυτό; Η προσπάθεια να γίνεις κάτι που δεν είσαι δεν σε απομακρύνει κατά κανόνα από αυτό που είσαι; Η σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι και σ’ εκείνο που νομίζεις ότι πρέπει και προσπαθείς να γίνεις δεν δημιουργεί, φόβους, ανασφάλειες, άγχος, πίεση; Κι αυτά δεν είναι μόνιμη πηγή δυστυχίας;
Και για να το πάμε λίγο πιο πέρα: το κυνήγι ενός ιδανικού, όσο ευγενικό κι αν είναι αυτό, μήπως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια <φυγή απ’ αυτό που πράγματι συμβαίνει ή υπάρχει, ένα άλλοθι για να μην αλλάζουμε τώρα; Η ανθρωπότητα, έχει ιδανικό την ειρήνη και την κυνηγάει εδώ και αιώνες τώρα, κάνοντας πολέμους, αντί να σταματήσει αμέσως κάθε πόλεμο! Τα ιδανικά είναι άλλοθι χρόνου. Όπως το «θα κόψω το τσιγάρο αύριο».
Η συνεχής, λοιπόν, αναπαραγωγή παραδειγμάτων για μίμηση που κάνουμε στα παιδιά μας, αρχίζοντας από πολύ νωρίς με πολύ απλές και φαινομενικά αθώες συγκρίσεις, μήπως τα ξεστρατίζει από το δρόμο τού να γνωρίσουν αυτό που πράγματι είναι, από αυτό που πράγματι θέλουν, από αυτό που πράγματι μπορούν; Μήπως εμποδίζει ν’ ανθίσει ελεύθερα η όποια -μικρή ή μεγάλη, αδιάφορο- κλίση τους; Και διαμορφώνοντάς τα μ’ αυτόν τρόπο, μήπως υπογράφουμε τη δυστυχία τους και τη δική μας; Ξέρετε πόσοι επώνυμοι επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, πολιτικοί, managers και γενικώς πάμπλουτοι και επιτυχημένοι, βαράνε φανερά ή κρυφά ενέσεις, είναι χωμένοι στον αλκοολισμό, χρησιμοποιούν για φυγή το σεξ, τη θρησκεία, το κόμμα ή το ποδόσφαιρο ή πηδάνε από τα μπαλκόνια;
Για σκεφτείτε το…
Καλό Σαββατοκύριακο παιδιά.
Π.
“H” όπως, ηθοποιός-”Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”.(Γ’)
Τρίτο post σήμερα – και τελευταίο, σας το ορκίζομαι – για το θέμα που ανοίχτηκε γύρω από την τέχνη του ηθοποιού και την πιθανή ομοιότητά της με την τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Στα δύο προηγούμενα posts, σας περιέγραψα τον τρόπο που δουλεύουν οι ηθοποιοί - κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον – το ρόλο τους στην περίοδο που γίνονται οι πρόβες και γιατί θεωρώ ότι αυτή η διαδικασία είναι ίδια με εκείνη που κάνει κανείς για να γνωρίσει τον εαυτό του. Η τέχνη του ηθοποιού δεν εξαντλείται, φυσικά, στις πρόβες, αλλά συνεχίζεται και στη διάρκεια των παραστάσεων. Η δουλειά του ηθοποιού – τόσο στην πρόβα όσο και στην παράσταση – είναι, κατά τη γνώμη μου, ίδια με τη δουλειά που μπορεί να κανείς για να γνωρίζει τον εαυτό του.
Πριν περάσω, στην περιγραφή του τρόπου που λειτουργεί ο ηθοποιός στη διάρκεια της παράστασης, θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι για το όλο πλησίασμα τόσο του ρόλου από τον ηθοποιό όσο και του εαυτού μας. Στον τρόπο που ένας ηθοποιός παρατηρεί, πλησιάζει και δουλεύει ένα ρόλο, όπως και στον τρόπο που μπορεί κανείς να πλησιάσει και να γνωρίσει τον εαυτό του, έχει σημασία η εσωτερική στάση που έχει κανείς, η οποία δεν μπορεί να γίνεται με το μυαλό ούτε και με το συναίσθημα, αλλά με αίσθημα. Το πλησίασμα δεν μπορεί να είναι «ερωτικό». Δηλαδή, με κτητικότητα, με τυφλή ταύτιση, εγωκεντρικά, για προσωπική άντληση ευχαρίστησης, με κίνητρα αυτοεπιβεβαίωσης και φαινομενική παράδοση του εαυτού στον άλλον που γίνεται τελικά για εγωιστική ευχαρίστηση του εαυτού.. Το πλησίασμα του ρόλου, είναι όπως το πλησίασμα του παιδιού μας: Με αυταπάρνηση, καλοσύνη, κατανόηση, φροντίδα να ανθίσει ό,τι είναι και για τη χαρά να το βλέπεις να ανθίζει. Δηλαδή, πλησίασμα με αγάπη. Και η αγάπη, θα μου πείτε, δεν είναι συναίσθημα; Όχι δεν είναι, και συγνώμη για τη βεβαιότητα – μη το δεχτείτε επειδή το λέω, ψάξτε το. Την αγάπη δεν τη νοιώθεις· ή είσαι μέσα ή δεν είσαι. Η αγάπη είναι κατάσταση που ή ζεις μέσα σ’ αυτήν ή όχι. Είναι μια κατάσταση χωρίς συναισθηματισμούς. Δεν είναι συναίσθημα που το νιώθεις. Η αγάπη είναι σαν τα δόντια: όταν είναι υγιή δεν τα νιώθεις. Όταν νιώθεις την αγάπη, είναι αγάπη που έχει «χαλάσει», είναι έρωτας. Είναι σαν τα δόντια που τα νοιώθουμε όταν χαλάσουν, όταν αρρωστήσουν. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι όταν είσαι ερωτευμένος, σε ρωτάνε: «Σου πονάει το δοντάκι, ε;»
Ξέρω, ότι δεν σας πολυαρέσει αυτό, αλλά δεν υποτιμάει τον έρωτα αυτό που λέω, απλώς τον βάζει στη θέση του: Ο έρωτας είναι κάτι υπέροχο να το νοιώθεις, αλλά δεν είναι αγάπη. Ίσως είναι ό,τι πιο κοντινό στην αγάπη υπάρχει – από την άποψη της επικοινωνίας, της τρυφερότητας και της φροντίδας – αλλά δεν είναι αγάπη. Είναι όπως όταν δεν έχεις δοκιμάσει ποτέ φρέσκο κρεμμυδάκι, μπορείς να πάρεις μια ιδέα της γεύσης του αν φας ένα ξερό κρεμμύδι καλά βρασμένο. Άλλο, όμως, το βραστό ξερό κρεμμύδι κι άλλο το φρέσκο κρεμμυδάκι.
Όταν, λοιπόν, ο ηθοποιός αρχίζει πια να «παίζει» στη σκηνή το ρόλο που δούλεψε στις πρόβες, τότε η τέχνη του περνάει σε μια άλλη φάση, όπου είναι και η πιο κοντινή στην τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν».
Όπως ίσως θα ξέρετε, η Οφηλία στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, λίγο πριν το τέλος του έργου τρελαίνεται. Αν υποθέσουμε ότι η ηθοποιός που παίζει την Οφηλία ταυτιζόταν απολύτως με τον ρόλο της, τότε στο τέλος της παράστασης θα έπρεπε να τρελαινόταν και κάθε βράδυ να χρειαζόταν άλλη ηθοποιός για να παίξει το ρόλο! Ο ηθοποιός, όμως, είναι αποστασιοποιημένα ταυτισμένος με τον ρόλο. Στην πραγματική ζωή, είμαστε οι διάφοροι «ρόλοι» – μητέρα, πατέρας, σύζυγοι, παιδιά, επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί κ.λπ. – αλλά όταν «ταυτιζόμαστε» με αυτούς τους «ρόλους», και οι περισσότεροι από μας αυτό παθαίνουμε, δεν πηγαίνουμε μεν στον τρελοκομείο, αλλά οδηγούμαστε σε διάφορες νευρώσεις, καθώς παραπαίρνουμε στα σοβαρά τους εαυτούς μας και τους ρόλους μας και όχι την ίδια τη ζωή, χάνοντας έτσι την ουσία της. Και εδώ, η τέχνη του ηθοποιού έχει μία ίδια – τέλεια – οδηγία με την τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν», μια παρότρυνση για «αποστασιοποιημένη ταύτιση»: ανήκει στον Απόστολο Θωμά και είναι από το Απόκρυφο Ευαγγέλιό του. Μας παροτρύνει να είμαστε: «Εν τω κόσμω, αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου». Δηλαδή, ο ηθοποιός είναι μέσα στη θεατρική παράσταση, αλλά δεν ανήκει εκεί, ίδια όπως κι εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο, αλλά δεν ανήκουμε σ’ αυτόν. Το πού ανήκουμε είναι μία άλλη ιστορία.
Το επόμενο κοινό της τέχνης του ηθοποιού με την τέχνη τού «γνώθι σ’ αυτόν», είναι η παρατήρηση χωρίς να επεμβαίνεις. Ο ηθοποιός παρατηρεί τη φωνή του, την κίνησή του, τα λόγια του, τις εκφράσεις του, για να βλέπει αν και πόσο σωστά εκτελούνται όσα έχει μάθει στην πρόβα. Στην πορεία της γνωριμίας του εαυτού μας η παρατήρηση δεν γίνεται για να μάθουμε κάτι μόνο για ένα διάστημα, αλλά για να μαθαίνουμε διαρκώς παρατηρώντας πώς περπατάμε, πώς μιλάμε, πώς τρώμε, πώς συμπεριφερόμαστε, αλλά παρατηρώντας τα ίδια πράγματα και στους άλλους, χωρίς καμιά επίκριση ή δικαιολογία.
Και τέλος, το σπουδαιότερο στοιχείο για τον ηθοποιό και – κυρίως – για εκείνον που γνωρίζει τον εαυτό του, είναι η επίγνωση. Ο ηθοποιός έχει επίγνωση του σώματός του και της φωνής του, των συναισθημάτων και της σκέψης του για «να κρατάει το μέτρο», όπως λέει ο Άμλετ στους ηθοποιούς της παράστασης που ετοιμάζει. Στην τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν» η επίγνωση είναι το παν. Αλλά μία επίγνωση χωρίς επιλογές. Χωρίς να κρατάς από όσα βλέπεις στον εαυτό σου μόνο εκείνα που σου αρέσουν και να κουκουλώνεις εκείνα που δεν σου αρέσουν. Χωρίς να κατηγορείς τον εαυτό σου ή να τον επαινείς. Χωρίς να φοβάσαι να δεις ό,τι κι αν είσαι, χωρίς να νοιώθεις ενοχές γι’ αυτό που είσαι, χωρίς να θέλεις να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι.
Δεν ξέρω αν τελικά κατάφερα να σας μεταδώσω έστω και λίγο την αίσθηση που έχω για το ότι η τέχνη του ηθοποιού είναι και η τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Δηλαδή, ότι είναι η τέχνη: ν’ ακούς, να είσαι αποστασιοποιημένα ταυτισμένος, να παρατηρείς χωρίς να επεμβαίνεις και να έχεις επίγνωση χωρίς επιλογές. Είναι μία κατάσταση αθωότητας όπου το «εγώ» δεν ενδιαφέρεται να επιβιώσει. Και τότε δεν χρειάζεσαι καμιά σχολή αυτογνωσίας ή εσωτερισμού, δεν χρειάζεσαι κανένα «φωτισμένο δάσκαλο» να σου μάθει τι είσαι εσύ ή τι είναι η Αλήθεια. Γιατί τότε είσαι εσύ το φως για τον εαυτό σου, είσαι εσύ ο Δάσκαλος και ο μαθητής.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.
“H” όπως, ηθοποιός-”Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”.(Β’)
Δυστυχώς για όσους δεν ενδιαφέρονται, τα σχόλια που πήρα με ενθαρρύνουν (μαζόχες, χα, χα, χα…) να συνεχίσω αυτό που άρχισα! Καθώς το χθεσινό πρώτο μέρος απ’ αυτό το κείμενο – ή «σεντόνι» τέλος πάντων – βρίσκεται ακριβώς πριν στο blog κι όποιος θέλει μπορεί να το διαβάσει, θα συνεχίσω σήμερα από εκεί που σταμάτησα, χωρίς να θυμίσω τι είπαμε.
Διαβάζοντας τα σχόλιά σας σκέφτηκα ότι ίσως πρέπει να διευκρινίσω ότι όσα θα διαβάσετε εδώ για εμένα μπορεί να είναι έτσι, αλλά για σας θα πρέπει να είναι απλώς ένα ερέθισμα για σκέψη και έρευνα μέσα σας και γύρω σας – κυρίως μέσα σας.
Για μένα είναι έτσι αφού όσα γράφτηκαν χθες κι όσα ακολουθούν σήμερα είναι προσωπική εμπειρία από τα 23 χρόνια στο θέατρο, 1951 (στα οχτώ) έως το 1974 (στα τριάντα ένα) και συνολικά 57 χρόνια σε ό,τι λέγεται «κόσμος του θεάματος». Και για να μην το βγάλουμε «στεγνό» το σεντόνι θα σας βάλω και δύο φωτογραφίες ως δείγμα αυτής της εμπειρίας. Η πρώτη φωτογραφία είναι από την πρώτη φορά που ο … «Παραμυθάς» έγινε πρωτοσέλιδη είδηση σε εφημερίδα, στα εννιά του.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την πρώτη φορά που ο.. «Παραμυθάς» βγήκε ως επαγγελματίας πια στο θέατρο, στα 23 του (1966), παίζοντας έναν πολύ καλό ρόλο μαζί με μία σπουδαία ηθοποιό: τον Δελφίνο από την Αγία Ιωάννα του Μπέρναρντ Σω, με την Έλλη Λαμπέτη.

Πριν ανοίξω χτες την παρένθεση με την οποία και έκλεισα το πρώτο κομμάτι, σημείωσα: Βιάζομαι να δηλώσω από την αρχή, ότι θεωρώ την τέχνη του ηθοποιού, τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Στην παρένθεση εξήγησα γιατί προτιμώ τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν» από το μονολεκτικό όρο, «αυτογνωσία», οπότε μπορούμε να μπούμε στο κυρίως θέμα.Κατ’ αρχήν προσωπικά θεωρώ ότι εκείνο που ονομάζουμε εαυτό δεν είναι κάτι στατικό, τελειωμένο, που κάποτε θα το μάθεις και τέλειωσε. Νομίζω ότι είναι κάτι ζωντανό, που πλουτίζεται, βαθαίνει, αλλάζει κατεύθυνση, μαθαίνει. Έτσι, το να μαθαίνεις κάτι που … κι αυτό μαθαίνει, δεν μπορεί να έχει τέλος παρά μόνο με τον φυσικό θάνατο – και αυτό μόνο αν τα «περί μετενσαρκώσεως» είναι απλώς βολικές θεωρίες. Το ίδιο, λοιπόν, και ο ηθοποιός «μαθαίνει» και παίζει ρόλους, μέχρι να πεθάνει.
Και πώς μαθαίνει κανείς για τον εαυτό του; Όπως δουλεύει, όπως μαθαίνει ο ηθοποιός για τον χαρακτήρα του ρόλου που πρόκειται να παίξει. Χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη εκείνου που είναι, τις σχέσεις του ρόλου με τους άλλους μέσα στο θεατρικό έργο, πράγμα που βγαίνει από τις αντιδράσεις του απέναντί τους, από όσα λέει ο ίδιος για τον εαυτό του και τους άλλους, από όσα λένε οι άλλοι γι’ αυτόν. Και στη ζωή τι γίνεται; Πώς μπορεί να μάθει κανείς για τον εαυτό του; Προσωπικά νομίζω χρησιμοποιώντας τις σχέσεις σαν καθρέφτη του εαυτού του. Γιατί τι άλλο είναι η ζωή εκτός από σχέσεις; Σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, με τον εαυτό μας, με τις ιδέες, με τη φύση, με τα ζώα και τα πράγματα. Κι ο ηθοποιός αρχίζει να δουλεύει το ρόλο του, δηλαδή να μάθει τον χαρακτήρα και να μπει μέσα σ’ αυτόν, διαβάζοντας και παρατηρώντας. Διαβάζοντας στην αρχή σιωπηλά και μετά δυνατά, ακούγοντας τον εαυτό να λέει τα λόγια. Ακούγοντας τη φωνή του. Έχετε δοκιμάσει ν’ ακούσετε ποτέ τη φωνή σας ουδέτερα; Σαν να την ακούτε «απ’ έξω»; Αν όχι, δοκιμάστε το. Έτσι, σαν παιχνίδι, για πλάκα. Ακούστε τον ήχο της φωνής σας κι όχι τι λέτε, και θα μάθετε πολλά για σας. Ακούστε τη φωνή σας όταν μιλάτε στο τηλέφωνο, πώς αλλάζει ανάλογα με το πρόσωπο στο οποίο μιλάτε. Και μετά στην καθημερινή ζωή. Πώς μιλάτε σ’ αυτόν που έρχεται να σας πλύνει το τζάμι στα φανάρια ή να σας πουλήσει κάτι; Πώς μιλάτε στον τροχονόμο; Πώς μιλάτε σε κάποιο κοινωνικά καταξιωμένο πρόσωπο και σε κάποιον που δεν είναι τίποτα; Πώς μιλάτε στη γυναίκα σας, στον άντρα σας, στα παιδιά σας, στους γονείς σας, στους «από πάνω σας» και στους «από κάτω σας»; Ο ηθοποιός, όταν πια αρχίζει η παράσταση, πρέπει κάθε φορά να ακούει τον άλλο ηθοποιό χωρίς να σκέφτεται ποια είναι η ατάκα του, για να απαντήσει ζωντανά, φρέσκα. Έχετε ακούσει ποτέ κάποιον την ώρα που μιλάει μέχρι να τελειώσει χωρίς να αρχίσετε κάποια στιγμή να σκέφτεστε την απάντηση που θα πείτε; Έχετε παρατηρήσει πώς δύο άνθρωποι μπορεί να μιλάνε για ώρα, χωρίς να ακούνε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας να λέει το μονόλογό του; Όταν αυτό συμβαίνει στο θέατρο η παράσταση είναι νεκρή, χωρίς αίσθημα – νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή. Θα έλεγα, λοιπόν, ως εδώ ότι η τέχνη του ηθοποιού είναι βασικά η τέχνη του ν’ ακούς· ν’ ακούς εσένα και τους άλλους, τόσο όταν μελετάς τον ρόλο όσο κι αργότερα όταν παίζεις στη σκηνή. Μήπως, όμως, και ένα μέρος της τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν», είναι η τέχνη ν’ ακούς; Αλλά και με την καρδιά, όχι μόνο με το αυτί.
Κι ερχόμαστε σε ένα άλλο, πολύ σοβαρό, σημείο της διαδικασίας μάθησης – όχι της αποστήθισης – του θεατρικού ρόλου από τον ηθοποιό. Είναι αυτό που στη θεατρική γλώσσα, το λένε «έπιασε το ρόλο». Για τον ηθοποιό αυτή είναι μια μαγική στιγμή. Είναι η στιγμή που ο ηθοποιός «βλέπει» βαθιά μέσα στη «ψυχή» του ρόλου, όχι λογικά, όχι αναλυτικά, όχι κριτικά, όχι συναισθηματικά αλλά με αίσθημα, και η απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό και στον ρόλο εξαφανίζεται: γίνονται ένα. Ο ηθοποιός είναι ο ρόλος του. Είναι, αλλά αποστασιοποιημένα ταυτισμένος μαζί του.
Κατά τη γνώμη μου τώρα, το ίδιο συμβαίνει κατά διαστήματα και στη διαδικασία του «γνώθι σ’ αυτόν», στη διαδικασία να μαθαίνεις για τον εαυτό σου. Δηλαδή: Σε παρατηρείς: Πώς μιλάς, πώς περπατάς, πώς χειρονομείς, πώς τρως, πώς αντιδράς, και μέσα σου είσαι χωρισμένος: σε παρατηρητή και παρατηρούμενο· κριτή και κρινόμενο· ελεγκτή και ελεγχόμενο· αναλυτή και αναλυόμενο· καταπιεστή και καταπιεζόμενο. Αν, όμως, κάποια ώρα δεις βαθιά μέσα σου με την καρδιά κι όχι με τη λογική, με αίσθημα κι όχι με συναίσθημα, τότε ο χωρισμός στα δύο παύει να υπάρχει. Εσύ κι αυτό που βλέπεις είστε ένα. Δεν υπάρχει – ας πούμε – ο φόβος και εσύ που προσπαθείς να ελέγξεις το φόβο, αλλά είσαι ο φόβος, οπότε και τελειώνει. Είναι η στιγμή που ο ηθοποιός «πιάνει» το ρόλο. Η αγγλική λέξη γι’ αυτή τη στιγμή είναι «insight». Η αντίστοιχη ελληνική είναι: «ενόραση», αλλά όχι με τη θολή, «μεταφυσικοειδή» σημασία που την έχει χαλάσει σήμερα, αλλά με την αρχαία ελληνική σημασία του «ενοράν, με τη σημασία της λέξης έτσι όπως την έχει αποκαταστήσει ο Γιώργος Μπαμπινιώτης στο «ΛΕΞIΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ». Διαβάστε το λήμμα που ακολουθεί προσεκτικά, η ερμηνεία αυτής της λέξης είναι – κατά τη γνώμη μου – μεγάλο κομμάτι της ουσίας της τέχνης του ηθοποιού, αλλά και της τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν».
Ενόραση 1. η σε βάθος αντίληψη ή κατανόηση (ενός πράγματος). 2. (ΦIΛΟΣΟΦΙΑ) η κατάκτηση της γνώσης με το ασυνείδητο, χωρίς τη μεσολάβηση του λογικού ή των αισθήσεων. (…) Η γνώση που προέρχεται από το εν-οράν (λατ. in-tuere), το «να βλέπεις μέσα σου», δηλαδή: ενόραση είναι η άμεση, η βιωματική, η υποκειμενική γνώση. Στην υποκειμενική, προσωπική, μέσα από ξαφνική, μη λογικά επεξεργασμένη σύλληψη, που είναι η ενόραση, αντιτίθεται η αντικειμενική διάμεση (και όχι άμεση) γνώση, αυτή που βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, τα οποία έχουν τύχει προσεκτικής λογικής επεξεργασίας (συλλογισμών, κρίσεων, λογικών υποθέσεων, συμπερασμάτων, αποδεικτικής διαδικασίας). Ό,τι γνωρίζουμε από ενόραση, συχνά είναι προϊόν «εσωτερικού φωτισμού», στιγμιαίας έμπνευσης ή σύλληψης των αισθήσεων μάλλον, παρά της λογικής…»
Σας ζητώ συγνώμη, αλλά κουράστηκα. Κοντεύει 12 η ώρα. Δυστυχώς θα το συνεχίσουμε και – ελπίζω – θα το τελειώσουμε αύριο. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναγράψω «σεντόνι» για πολύ καιρό.
Καλό βράδυ και καλό μήνα.
Σας φιλώ.
Π.
«Η» όπως, ηθοποιός-»Γ» όπως, «γνώθι σ’ αυτόν». Α΄μέρος(;)
Άφησα για κάμποσες μέρες τον «ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ» χωρίς να ανεβάσω τίποτα άλλο, γιατί έχω παρατηρήσει από τα σχόλιά σας, ότι όταν βάζω κάποιο μεγάλο POST, συνήθως δεν βλέπετε το προηγούμενο, κι αυτό ήθελα να το δούνε όλοι όσοι μπαίνουν σε αυτό το blog. Αλλά σήμερα πια δεν την γλυτώνετε: θα πέσει «σεντόνι» – και μάλιστα διπλόφαρδο!
Η πρώτη φορά που μου πέρασε η ιδέα να γράψω εδώ κάποιες σκέψεις για το επάγγελμα του ηθοποιού, που το έκανα από τα οχτώ μου έως τα τριάντα ένα μου, ήταν όταν ανέβασα εδώ το απόσπασμα της ταινίας «Η ΑΓΝΩΣΤΟΣ» με εμένα στα δώδεκά μου, αλλά το άφησα γι’ αργότερα. Η δεύτερη ήταν πριν κάμποσες μέρες, όταν πήρα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «ΑΤΑΚΑ», που εκδίδει το ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ, αλλά βαρέθηκα. Η Τρίτη – και φαρμακερή – ήταν μέσα στην εβδομάδα που μας πέρασε, όταν μία φίλη μου, μού έστειλε link με ένα blog που έχει τον γοητευτικά παράξενο τίτλο, ZALMOXIS όπου υπάρχει ένα άρθρο για τον ηθοποιό Αλέξη Γκόλφη, που πέθανε πριν λίγο καιρό ξεχασμένος, και που στη δεκαετία του ‘70 είχε παίξει το ρόλο του Χριστού σε μια εξαιρετική μεταφορά στην τηλεόραση του μυθιστορήματος του Καζαντζάκη, «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ». Η φίλη μου ήθελε να δω όσα γράφονται εκεί για το επάγγελμα του ηθοποιού σε σχέση με το «εγώ», την «ματαιοδοξία του ηθοποιού» κ.λπ. Αν ενδιαφέρεστε να δείτε το άρθρο και τα σχόλια, μπορείτε να πάτε εκεί με το link για το blog που έβαλα στον τίτλο του.
Κατ’ αρχήν θα ήθελα να πω δυο λόγια για τον μύθο που έχει δημιουργηθεί, γύρω από τους ηθοποιούς που έπαιξαν κάποτε το ρόλο του Χριστού, και που σύμφωνα μ’ αυτόν τον μύθο – κάτι σαν κατάρα – οδηγούσε αυτούς τους ηθοποιούς σε ένα άδοξο ή ακόμα και κακό τέλος: αλκοολικοί, ναρκομανείς, αυτοκτονίες, άσημοι στο τέλος της ζωής τους. Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι αυτός ο μύθος είναι σαχλαμάρα. Και να γιατί: Ενώ ο Χριστός γεννήθηκε και έζησε σε μια χώρα της Νοτιοδυτικής Ασίας που καίγεται από τον ήλιο, δηλαδή μια χώρα μελαψών με σκούρο δέρμα, η εικόνα που του έχει φτιάξει η Χριστιανική θρησκεία, είναι η εικόνα κάποιου που είναι σαν Δανός τουρίστας: ψηλός, ξανθός και με γαλάζια μάτια! Εξαιτίας αυτής της εικόνας, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση – με εξαίρεση την ταινία «Κατά Ματθαίον» του Παζολίνι – αναζήτησε πάντα ηθοποιούς για το ρόλο με αυτή την εμφάνιση. Και επειδή ο κινηματογράφος και η τηλεόραση ενδιαφέρονται πιο πολύ για την εμφάνιση και λιγότερο για την ικανότητα του ηθοποιού, σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό, διάλεξαν ηθοποιούς που το πρόσωπό τους θύμιζε την Ρωμαιοκαθολική εικόνα του Χριστού, αλλά το παίξιμό τους δεν ήταν και σπουδαίο. Έτσι, εκεί που κάποτε υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, που τους χάρισε πρόσκαιρα χρήμα και δημοσιότητα, μετά το ταλέντο τους δεν ήταν τέτοιο που να συνεχίσουν στο ίδιο επίπεδο. Έτσι, κατέληξαν σε κάποιο άσχημο τέλος. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκε κι ο Αλέξης Γκόλφης, κι αυτό ήταν η αιτία, κι όχι κάποιο φοβερό «υπερεγώ». Απόδειξη – κατά τη γνώμη μου – αυτών που λέω, είναι ότι έχουμε και τα αντίθετα παραδείγματα. Δηλαδή σπουδαίους ηθοποιούς που συνέχισαν την καριέρα τους ή απλούς ερασιτέχνες που έχοντας πλήρη επίγνωση ξαναγύρισαν στο επάγγελμά τους.
Στο τελευταίο παράδειγμα ανήκει ο φοιτητής-«ηθοποιός» (τον βλέπετε στη φωτογραφία) που έπαιξε το ρόλο του
Χριστού στην ταινία «ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ» του Παζολίνι, και στην πρώτη, ο σπουδαίος ηθοποιός του Μπέργκμαν, Μαξ Φον Σύντοφ, και στην Ελλάδα, δύο μεγάλοι ηθοποιοί, που έπαιξαν στην δεκαετία του ‘50, τον ίδιο ρόλο με τον Γκόλφη, στη θεατρική έκδοση του «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ» του Καζαντζάκη: ο Δημήτρης Χορν και ο Μάνος Κατράκης.
Αν έχετε ήδη διαβάσει το άρθρο και τα σχόλια για τον Γκόλφη στο blog ZALMOXIS θα καταλάβετε τι με έχει «τσιγκλήσει» να γράψω όσα θα ακολουθήσουν.
Ξεκινώ από το σχόλιο της αναγνώστριας του «ZALMOXIS», με το ψευδώνυμο (;) «Δέσποινα» που σημειώνει: «Ηθοποιοί και συγγραφείς: η πλήρης αποτυχία της αυτογνωσίας… Η καλή δουλειά απαιτεί ταύτιση με τους ρόλους- ήρωες. Άντε μετά να ξέρεις ποιος είσαι!» Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτή την άποψη. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ένας σπουδαίος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα έχει πει, «οι ηθοποιοί σπάνια ξέρουν ποιοι πραγματικά είναι», αλλά αν κανείς κοιτάξει προσεκτικά τη δήλωσή του, ξέροντας και το πάθος του για να βρίσκει λέξεις που θα μετέδιδαν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που θέλει να πει, τότε θα δει ότι δεν λέει: «ποτέ», αλλά: «σπάνια».
Αρχίζοντας θέλω να ξεκαθαρίσω το εξής: Θεωρώ ότι ο ηθοποιός ασκεί πραγματικά την τέχνη του ηθοποιού μόνο στο θέατρο. Ηθοποιός είναι και στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η τέχνη του ηθοποιού θέλει δύο: τον ηθοποιό και το κοινό. Η τέχνη του ηθοποιού είναι σαν την ερωτική πράξη: θέλει δύο. Η τέχνη του ηθοποιού στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο και στο θέατρο, είναι σαν «αυνανισμός». Κι όπως λέει και το γνωστό ανέκδοτο, «δεν λέω, καλός ο αυνανισμός αλλά με το σεξ γνωρίζεις και κάνα άνθρωπο». Και κάτι ακόμα: Κάποτε, η Έλλη Λαμπέτη, δείχνοντάς μου έναν καινούργιο τότε -το 1966- ηθοποιό, που σήμερα πια είναι πολύ γνωστός πρωταγωνιστής, μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Τον βλέπεις αυτόν; Δεν είναι ηθοποιός. Είναι κατάσκοπος από άλλο επάγγελμα, στο δικό μας». Χα, χα, χα… Η Λαμπέτη ξέρετε, ήταν εξαιρετική ηθοποιός, και έλεγε απίστευτα έξυπνες και γεμάτες χιούμορ κακίες! Όσα θα ακολουθήσουν, λοιπόν, έχουν να κάνουν με αληθινούς ηθοποιούς, και όχι με «ηθοποιούς-κατασκόπους».
Βιάζομαι να δηλώσω από την αρχή, ότι θεωρώ την τέχνη του ηθοποιού, τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Χρησιμοποιώ επίτηδες τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν» και όχι τη λέξη «αυτογνωσία» γιατί θεωρώ ότι αυτή η λέξη, είναι πολύ χαλασμένη, και φορτωμένη με απίστευτη ανοησία στις μέρες μας από τα δεκάδες γκουρούδικα, όμιλους φιλοσοφίας, αρμονικές διαβιώσεις, καφεπανεπιστήμια, βενταντάδικα, λαματζίδικα και δεν συμμαζεύεται. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να μην χρησιμοποιώ εδώ αυτή τη λέξη που θυμίζει μετάφραση του «self-knowledge» και να χρησιμοποιώ το περιφραστικό, «γνώθι σ’ αυτόν» – που εκφράζει τέλεια ό,τι πιο αληθινό, βαθύ και πραγματικά αποτελεσματικό έχει ειπωθεί ποτέ: «Οι ίδιοι είμαστε μαθητές και δάσκαλοι του εαυτού μας» και «ο καθένας μας πρέπει να είναι φως του εαυτού του». Όλα τ’ άλλα είναι απλώς επιχειρήσεις που βγάζουν λεφτά από τον ανθρώπινο πόνο και φόβο, την ανθρώπινη μοναξιά κι απελπισία, την ανθρώπινη ψυχολογική τεμπελιά, την ανθρώπινη έλλειψη επικοινωνίας, την εκμετάλλευση του πάθους για απάντηση στο ερώτημα, «γιατί όλα αυτά γύρω μας και μέσα μας, γιατί όλο αυτό το σύμπαν»; Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν παίρνει χρήματα. Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν διαφημίζεται σε εναλλακτικά περιοδικά που μοιράζονται τζάμπα σε ομοιοπαθητικά φαρμακεία. Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν θα σας πει ότι αυτός είναι φωτισμένος κι ότι εσείς πρέπει να υποταχτείτε και να πειθαρχήσετε σ’ αυτόν για να φωτιστείτε, οπότε ρίχτε χρήμα στα πόδια του, για να τον ακούτε ή για να σας δώσει κάποιο είδος μύησης σε κάτι θολό και ανόητο ή σε κάποιο ασιατικοφερμένο σύστημα διαλογισμού, που η καθημερινή του επανάληψη το μόνο που θα καταφέρει είναι να σας αποβλακώσει. Αυτός ο δάσκαλος κι αν είναι καβαλημένο καλάμι με υπερεγώ, όχι ο Αλέξης Γκόλφης! Ο αληθινός δάσκαλος θα βρεθεί μπροστά σας όταν ξέρετε βαθιά τι δεν θέλετε άλλο, όχι τι θέλετε. Ο αληθινός δάσκαλος δεν έχει οργανωμένο μαγαζί εμπορίου φώτισης και «αυτογνωσίας» για να τα κονομάει από απελπισμένους ανθρώπους με θολωμένο νου και στεγνωμένη καρδιά. Ο αληθινός δάσκαλος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τον άνθρωπο που βρεθήκατε ξαφνικά στη γειτονιά του, αναζητώντας κάποιο δρόμο που δεν ξέρετε και τον ρωτάτε απελπισμένος πια από το ψάξιμο αν ξέρει που είναι, κι εκείνος σας δείχνει· εσείς του λέτε ευχαριστώ και πάτε μόνοι σας προς τα εκεί, δεν σας πάει αυτός από το χέρι, δεν σας ζητάει χρήματα, κι εσείς δεν του φιλάτε το χέρι, λέγοντάς του προσκυνώντας τον, «τι φωτισμένος που είστε, αφήστε με να τρέχω πίσω σας»! Συγνώμη, δεν έχω πρόθεση να σας προσβάλλω, γράψτε με στα παλιά σας παπούτσια, αλλά αν έχετε πάθει ήδη κάτι τέτοιο, τότε δεν μπορώ να μη σας πω ότι ο άνθρωπος που σας εκμεταλλεύεται και σας τα παίρνει, όσες απέραντες «μεταφυσικές» γνώσεις κι αν έχει, όσο όμορφη γενειάδα κι αν στολίζει το πρόσωπό του, μ’ όσο εξεταστικό και βαθύ βλέμμα κι αν σας κοιτάζει και μ’ όσο γαλήνια και ωραία φωνή αν σας μιλάει, είναι απλώς φοβισμένος και γεμάτος μοναξιά και άγνοια όπως κι εσείς, βρίσκετε σε μαύρα σκοτάδια όπως κι εσείς, κι απλώς έχει βρει το κόλπο και – όπως έλεγε η μανούλα μου – «με την τρελλίτσα του, γεμίζει την κοιλίτσα του».
Φοβάμαι, ότι παραγίνεται μεγάλο το σεντόνι. Λέω να το συνεχίσω αύριο. Αν δεν σας ενδιαφέρει το θέμα, και το θεωρείτε «φούμαρα ιντερνετικά», όπως έλεγε εκείνη η κοπέλα, τότε γράψτε μου να μη συνεχίσω και να βάλω κανένα βίντεο για τα παιδάκια σας.
Συγνώμη αν σας έπρηξα. Καληνύχτα.
Π.
Γιατί πηγαίνουμε σχολείο;
Βολτάροντας σήμερα στην τύχη σε κάποια από τα blogs σας, έπεσα σε ένα εξαιρετικό post της psilikatzoy με σχολικές αναμνήσεις της. Στην αρχή δεν μου έμεινε άντερο από τα γέλια, αλλά λίγο μετά άρχισα να σκέφτομαι διάφορα για την δική μου εποχή του σχολείου, το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα και τελικά μου βγήκε αυτό το «σεντόνι». Λοιπόοοον…
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί πηγαίνουμε σχολείο; Γιατί εμείς οι μεγάλοι πήγαμε σχολείο ή γιατί στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο; Προσέξτε: Δεν λέω ότι δεν πρέπει να πηγαίνουμε σχολείο. Σε καμία περίπτωση. Πρέπει να πηγαίνουμε. Αλλά γιατί πηγαίνουμε; Το κάνουμε μηχανικά, χωρίς αληθινό ενδιαφέρον, επειδή πρέπει, επειδή μας το επιβάλουν με το ζόρι και ποιος φταίει γι’ αυτό; Και τι μαθαίνουμε εκεί και γιατί τα μαθαίνουμε; Γιατί μαθαίνουμε ένα σωρό πράγματα; Πόσα από αυτά θυμόμαστε τώρα που μεγαλώσαμε; Τι θυμάστε από γεωγραφία, χημεία, τριγωνομετρία, φυσική, από τις εκατοντάδες χρονολογίες της ιστορίας, των θρησκευτικών και λοιπά; Γιατί πηγαίνουμε σχολείο, λοιπόν, και μας ντρεσάρουν από μικρά παιδιά να ανταγωνιζόμαστε ο ένας τον άλλον;
Το σχολείο μοιάζει να είναι φτιαγμένο για να περνάς εξετάσεις, να παίρνεις καλούς βαθμούς και μετά να βρεις μια δουλειά που ίσως και να μην σ’ αρέσει. Είναι αυτονόητο ότι το να έχουμε μια δουλειά για να κερδίζουμε τη ζωή μας είναι σίγουρα απαραίτητο – αλλά είναι άραγε το παν; Δεν μπορεί όλη η ζωή να είναι απλώς το να κάνεις μια δουλειά· η ζωή είναι κάτι απίθανα πιο πλατύ και βαθύ. Δεν μπορεί όλο αυτό το απίθανο σύμπαν να έγινε για να ζούνε άνθρωποι που το μόνο που κάνουν είναι, «μαμ, κακά, κοκό και νάνι». Αν, λοιπόν, το σχολείο σε προετοιμάζει απλώς για να κερδίζεις το ψωμί σου, θα χάσεις όλο το νόημα τής ζωής. Το να κατανοήσει κανείς τι είναι η ζωή είναι πολύ πιο σημαντικό από να προετοιμάζεται απλώς για τις εξετάσεις ή για να είναι καλός στα μαθηματικά, στη φυσική ή σε οτιδήποτε άλλο.
Και τι είναι η ζωή; Μήπως το σημαντικότερο που μαθαίνουμε πηγαίνοντας στο σχολείο, από μόνοι μας αφού δεν ασχολείται κανείς να μας το μάθει, είναι ότι η ζωή είναι σχέσεις; Σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους - φιλικές, ερωτικές, σεβασμού, αγάπης – σχέσεις με τη φύση, σχέσεις με τα ζώα, με τις ιδέες, με τα πράγματα και -φυσικά- σχέση με τον εαυτό μας;
Ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου λοιπόν; Ρόλος της εκπαίδευσης είναι απλώς να σε προετοιμάσει για κάποιο επάγγελμα για να βρεις μια όσο γίνεται πιο καλοπληρωμένη δουλειά ή θα έπρεπε να είναι το να σε βοηθήσει να κατανοήσεις όλη τη διαδικασία της ζωής και τον εαυτό σου – το «γνώθι σ’ αυτόν» δηλαδή που οι δικοί μας πρόγονοι πρόσφεραν αιώνες πριν στην ανθρωπότητα; Έτσι, μήπως θα έπρεπε όσοι έχετε παιδιά να τα βοηθήσετε παράλληλα με το σχολείο να ψάξουνε και ν’ ανακαλύψουν ποιο είναι το νόημα της ζωής; Και εσείς οι ίδιοι το έχετε κάνει;
Και επειδή οι περισσότεροι από εμάς δεν το έχουν κάνει και ζούνε μια ζωή βαθιά κρυμμένης θλίψης, ανισορροπίας, ανικανοποίητου, μοναξιάς και κάθε είδους φυγής, που οδηγεί σε κατάθλιψη, εμφράγματα, καρκίνους, εγκεφαλικά και άλλα τέτοια, μήπως είναι και επειδή η αληθινή λειτουργία της εκπαίδευσης, θα ήταν να έχει καλλιεργήσει μέσα μας εκείνο το είδος της νοημοσύνης που θα μας βοηθούσε να ανακαλύψουμε ποια είναι η απάντηση σ’ όλα τα ερωτήματα για τη ζωή; Και νοημοσύνη δεν είναι απλώς εξυπνάδα, αλλά μάλλον είναι η ικανότητα να σκέφτεσαι ελεύθερα, χωρίς φόβο, χωρίς στερεότυπα, ώστε να ανακαλύπτεις από μόνος σου, τι είναι πραγματικό, τι είναι αληθινό. Και είναι όντως πολύ σημαντικό τα παιδιά να ζουν σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει φόβος, αλλά αντίθετα, μια ατμόσφαιρα ελευθερίας – κι ελευθερία δεν σημαίνει να κάνεις ότι σου καπνίσει, αλλά: με σεβασμό για τους άλλους, έχοντας ένα ερευνητικό πνεύμα μέσα σου, χωρίς φυτεμένα στο κεφάλι σου πιστεύω και δόγματα, να κατανοείς όλη τη διαδικασία της ζωής, και να ανακαλύπτεις μόνος σου, τι είναι αληθινό. Όχι να μιμείσαι αυτά που κάνουν οι άλλοι και να είσαι άνθρωπος βγαλμένος με καρμπόν. Αν το σκεφτείτε ειλικρινά και έντιμα όσοι από σας καπνίζετε, θα δείτε ότι το αρχίσατε από μίμηση. Όλη η διαφήμιση στην τηλεόραση και παντού αλλού βασίζεται στη μίμηση.
Τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ έναν τρελό κόσμο που βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Σε όλη τη γη υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα πιστεύω, από ταξικές διαφορές, από εθνικιστικούς, θρησκευτικούς ή ρατσιστικούς διαχωρισμούς, που οδηγούν σε βία, βαρβαρότητες και πολέμους. Ζώντας σε έναν τέτοιο κόσμο τα παιδιά, γιατί πηγαίνουνε σχολείο; Ο ρόλος της εκπαίδευσης, είναι απλώς να τα βοηθήσει να συμμορφωθούνε στο μοντέλο της υποταγής, της συμμόρφωσης, του κομφορμισμού και του ανελέητου ανταγωνισμού για πλουτισμό και για να είναι «κάποιοι» ή μήπως να τους δώσει την ελευθερία να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν μια διαφορετική κοινωνία, έναν καινούργιο κόσμο; Κι αυτός ο καινούργιος κόσμος είναι ανάγκη να δημιουργηθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται, γιατί αλλιώς αυτή η υπέροχη γη κινδυνεύει να καταστραφεί.
Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε τα παιδιά να πηγαίνουνε σχολείο για να αποχτήσουν τα «εργαλεία» εκείνα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να νοιώθουν εσωτερικά ελεύθερα για να ερευνούν συνεχώς, να παρατηρούν, να μην σταματήσουν να μαθαίνουν για τον εαυτό τους και τη ζωή, να ανακαλύπτουν κάθε στιγμή την αλήθεια, την αγάπη, εκείνο το χωρίς όνομα, αρχή και τέλος Ιερό, ώστε να έχουνε ισορροπημένες και αρμονικές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και με τη φύση;
Και για να κλείσω με την psilikatzou που μου έδωσε την αφορμή να γράψω αυτό το «σεντόνι», να η τελευταία φράση από το post της για το τι θυμάται από το σχολείο: «Σε απλά ελληνικά: τόσα χρόνια, παρατήρησα πως έχω αναγκαστεί πολύ περισσότερες φορές να ανακαλέσω από τη μνήμη μου τον κώλο του Χ. για παράδειγμα, παρά οποιοδήποτε άλλο σημαντικό ιστορικό περιστατικό».
Σας φιλώ πολύ
Π.
Σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη
Ομολογώ ότι σήμερα – τώρα πια είναι χθες, πήγε δώδεκα και είκοσι η ώρα – δεν είχα στο πρόγραμμα να βάλω κάτι. Αλλά καθώς σκάλιζα κάποιο παλιό φάκελλο με διάφορα κείμενα, και σκεφτόμουν ότι έχω καιρό να βάλω κάτι στην κατηγορία ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, έπεσα πάνω σ’ ένα ποίημα που είχα γράψει πριν καιρό και το ‘χα ξεχάσει. Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά μετά το ποίημα ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ που έβαλα εδώ πριν λίγες μέρες, την χθεσινή ιστορία του «Χότζα – Ποιητή», μου μπήκε να βάλω εδώ αυτό το ποίημα, αφιερώνοντάς το σε όσους είναι – ή θα είναι – αληθινά και βαθιά ερωτευμένοι. Ζητώ συγνώμη για το θράσος μου από τους αληθινούς ποιητές, αλλά όπως λέει κάπου κι εκείνος που έγραψε ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ που διαβάσατε εδώ πριν λίγες μέρες, «…Όταν θες να γράψεις ένα ποίημα, τι κάνεις; To γράφεις. Κι αν ξέρεις και την τεχνική, τόσo τo καλύτερo. Αλλά αν δεν έχεις τεχνική δεν πειράζει· γράφεις τo ποίημα και η χαρά βρίσκεται στο ότι τo γράφεις. Στo κάτω κάτω, όταν γράφεις ένα ερωτικό γράμμα δεν νοιάζεσαι αν έχει τεχνική· απλώς τo γράφεις με όλo σoυ τo είναι…»
Σας φιλώ.
Π.
Σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη
Είδες; Όλα γίνονται.
Γίνεται ν’ αφήνεις την αγάπη ν’ απλώνεται τόσο πολύ,
που να τους σκεπάζει όλους
κι έτσι κανείς να μην την βλέπει
─ ούτε καν κι εμείς οι ίδιοι -
αφού είναι όλοι μέσα.
Μόνο κάποιες στιγμές,
καθώς συναντιόνται τα μάτια μας για δευτερόλεπτα,
μοιάζει το κρυφό γελοίο και θέλεις να φωνάξεις σ’ όλους:
«Ξέρετε, αγαπιόμαστε βαθιά,
αγαπιόμαστε πολύ και αληθινά!
Τόσο βαθιά, τόσο πολύ και τόσο αληθινά,
όσο δεν ξαναγαπήσαμε ποτέ,
όσο ονειρευόμαστε ν’ αγαπήσουμε
τότε που είμαστε ακόμα απλήγωτοι ─ δηλαδή αθώοι».
Και τότε έρχονται στο νου οι στίχοι του Ελύτη:
«Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι… είναι νωρίς ακόμη
μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα».
Και λες κι ακούμε τους στίχους την ίδια στιγμή κι οι δυο,
κρυβόμαστε μέσα μας για να μην μας δουν.
Εσύ χαμηλώνεις τα μάτια σου αποφεύγοντας τα δικά μου,
κι εγώ θυμάμαι το παλιό μου επάγγελμα του κλόουν
κι αρχίζω τ’ αστεία μου για να κρυφτώ μέσα σ’ αυτά.
Ναι, ώρες – ώρες το να μην υπάρχουμε εσύ κι εγώ,
εσύ κι εγώ που μόνο εσύ κι εγώ γνωρίζουμε,
μοιάζει πολύ γελοίο…
Δεν χρειάζεται να πω το, «σ’ αγαπώ».
Αρκεί να με σκεφτείς
για να το νοιώσεις να σε τυλίγει σαν παλτό
─ όπου κι αν είσαι.
