Σαν τα ποντίκια στη φάκα

Σήμερα λέω να βάλω εδώ ένα κείμενο που είναι κυρίως για γονείς μικρών παιδιών, αλλά ίσως βρείτε ενδιαφέρον και οι υπόλοιποι.
Υπάρχουν, λοιπόν,  γνωστοί μου που, διαβάζοντας τα κείμενα που έχω ανεβάσει εδώ ή συζητώντας μαζί μου για την ανατροφή των παιδιών, έχουν την ίδια αντίδραση: «Πες ότι αλλάζουμε μερικοί γονείς τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Και τι θα βγει μ’ αυτό, όταν εκατομμύρια άλλοι στον κόσμο θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν την ίδια παλιά συνταγή; Και μήπως, αν τα παιδιά μας μεγαλώσουν διαφορετικά, όταν αργότερα γίνουν ενήλικες, μήπως  δεν τα καταφέρουν να επιβιώσουν, καθώς δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τη ζούγκλα της κοινωνίας; Αν –για παράδειγμα- μεγαλώσουμε τα παιδιά μας σαν μη βίαια άτομα, θα μπορέσουν αργότερα να επιβιώσουν μ’ αυτή τη βιαιότητα της καθημερινής ζωής που υπάρχει γύρω μας;»
Έχετε παρατηρήσει ότι όταν αναφερόμαστε στους άλλους σαν δικαιολογία για κάτι που δεν κάνουμε είναι για να βρούμε ένα άλλοθι για να συνεχίσουμε να μην το κάνουμε; Αλλιώς τι μας ενδιαφέρει τι κάνουν  άλλοι στη θέση μας; Κι όσο για το ερώτημα που μου κάνουν, εγώ θα ήθελα να αναρωτηθώ με τη σειρά μου, αν ένα παιδί που μεγαλώνει υπερπροστατευμένα αλλά με το ίδιο μοντέλο βιαιότητας και γίνεται αυτό που λέμε «μαμμόθρεφτο», θα επιβιώσει ευκολότερα στην κοινωνία από ένα άλλο που θα έχει μεγαλώσει χωρίς βιαιότητα και με σωστή αντιμετώπιση της ελευθερίας του από τους γονείς του.
Και έπειτα ποιος είπε ότι ένα μη βίαιο άτομο είναι αδύναμο, ανίκανο και ανόητο; Ένα συνειδητά μη βίαιο άτομο δεν θα ανταπέδιδε ποτέ ένα χαστούκι, αλλά και δεν θα… έστρεφε ποτέ το άλλο μάγουλο. Για να μην πω ότι δεν θα βρισκόταν ποτέ, σαν ενήλικας, στη θέση να φάει ένα χαστούκι.
Μια άλλη αντίδραση, ακόμα πιο συχνή, όχι μόνο για το θέμα ανατροφής των παιδιών αλλά και γενικότερα, είναι και τούτη: «Δεν βαριέσαι… Με το ν’ αλλάξω εγώ, θ’ αλλάξει τίποτα;» Ή: «Άντε και άλλαξα εγώ, ο άλλος θα αλλάξει;»
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, μήπως κάθε φορά που κάνει κάποιος από μας κάτι, αρνητικό ή θετικό, έχει έμμεση ή άμεση σχέση με το σύνολο της ανθρωπότητας και προσθέτει ένα, έστω ελάχιστο, κομμάτι στο γενικότερο οικοδόμημα; Μήπως υπάρχει κοινή συνείδηση της ανθρωπότητας, όπου καθένας από μας την επηρεάζει; Μήπως  μια βίαιη κουβέντα ή μια κουβέντα καλοσύνης, προσθέτουν κάτι στον «κορβανά»  βίας ή καλοσύνης της ανθρωπότητας; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μήπως είμαστε όλοι υπεύθυνοι για όλα; Πράγμα που δεν σημαίνει, βέβαια, ενοχή αλλά κάτι δυσκολότερο: επίγνωση και φροντίδα.
Αν, λοιπόν,  βλέπουμε τι είναι σωστό, ποιος ο λόγος να ασχολούμαστε με το αν θα το ακολουθήσουν και οι άλλοι; Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το να ασχοληθούμε τώρα με τα παιδιά μας; Και η λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με τα παιδιά μας (ή και με τις άλλες σχέσεις μας) δεν βρίσκεται πάντα μέσα στη σχέση και όχι έξω απ’ αυτήν, όπως και η λύση κάθε προβλήματος υπάρχει μέσα στο πρόβλημα κι όχι έξω απ’ αυτό;
Όταν τα παιδιά είναι μικρά, τα κυνηγάμε συνέχεια για να φάνε το φαΐ τους, να διαβάσουν ή να ντυθούν καλά πριν βγουν στο κρύο και τα ταράζουμε στα «μη» και «μη» με αμφίβολης χρησιμότητας απαγορεύσεις, νομίζοντας ότι μ’ αυτά και μαζί με το ότι δουλεύουμε για να τους εξασφαλίσουμε τη διαβίωσή τους έχουμε κάνει ό,τι πρέπει. Κι όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλαμε από την πλευρά των παιδιών, τότε τρέχουμε σε παιδοψυχολόγους, σε ειδικούς, διαβάζουμε βιβλία, συμβουλευόμαστε τους μεγαλύτερους, κλαίμε, δίνουμε ξύλο, τιμωρούμε, υποφέρουμε οι ίδιοι και κάνουμε και τα παιδιά μας να υποφέρουν πιστεύοντας, προφανώς, σε όλες τις περιπτώσεις ότι εμείς πάντως κάναμε το σωστό.
Μήπως, όμως, το σωστό είναι κάτι διαφορετικό; Μήπως θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα, αν δείχναμε αληθινή και βαθιά φροντίδα στα παιδιά μας, χωρίς να περιμένουμε ανταμοιβή ή αναγνώριση; Αν τ’ ακούγαμε με αληθινή αγάπη, μήπως τότε βλέπαμε ότι πίσω από τις πράξεις και τα λόγια τους, που ίσως κάποτε μας θυμώνουν ή μας πικραίνουν, κρύβονται οι αληθινές τους ανάγκες που προσπαθούν να μας τις πουν και που, αν τις ακούγαμε, θα γλιτώναμε από πολλά κακά; Μήπως έτσι σταματούσε η διαιώνιση του να μεγαλώνουμε στραβά τα παιδιά μας, που μεγαλώνουν κι εκείνα στραβά τα δικά τους, που με τη σειρά τους μεγαλώνουν στραβά τα δικά τους; μήπως έτσι πάψουμε να είμαστε πιασμένοι στη φάκα που φτιάξαμε μόνοι μας και που συνεχίζουμε θεληματικά να ζούμε μέσα σ’ αυτή. Τη φάκα μιας ζωής  γεμάτης βία, ανταγωνιστικότητα, κυνήγι της ευχαρίστησης, ατέλειωτη προσπάθεια να είμαστε κάποιοι, λαιμαργία για όλο περισσότερο,έλλειψη επικοινωνίας,  μιας ζωής με κρυμμένη σαν σαράκι μέσα μας  μοναξιά, θλίψη, φόβο του θανάτου και με  διαλείμματα μόνο χαράς ή ευτυχίας, μια στο τόσο; Μήπως για να είναι τα παιδιά ευτυχισμένα, θέλουν γονείς χωρίς «εγώ»;
Καλό σας Σαββατοκύριακο.
Π.

Άνθρωποι βγαλμένοι με… καρμπόν

Στο προηγούμενο post –αυτό για την γιορτή μου– μπήκε ένα σχόλιο της ΡΟΖΑΛΙΑΣ που λέει: «Χρόνια πολλά κύριε Νίκο μας. Να μετριάσετε τα σόκιν, παρακαλώ! Εμείς μπορεί να τριανταρίσαμε, αλλά έχουμε και παιδάκια!». Προφανώς αναφέρεται στο βίντεο του προτελευταίου post, το «Μια ξύπνια γυναίκα». Συγνώμη, αλλά δεν έχω πει ποτέ ότι είναι για παιδιά αυτό το blog. Όσοι από σας το παρακολουθείτε από τον πρώτο καιρό που άνοιξε, θα ξέρετε ότι κάποιες φορές έχουν μπει και posts (σε εικόνα και κείμενο) πολύ «χειρότερα» από απλά «σόκιν» Το blog είναι για «παιδιά» στην καρδιά και για παιδιά –κυριολεκτικά – της δεκαετίας 1978-1988. Για τα σημερινά –κυριολεκτικά- παιδιά είναι το paramithas.tv

Τώρα: ξέρω ότι μπαίνουν κι εδώ παιδιά, αλλά να σας πω την αλήθεια μου δεν μου φαίνεται και τρομερό! Τώρα θα μου πείτε ότι εγώ εκτός από γιος «που δεν έχει ιερό ούτε όσιο», όπως έλεγε η μάνα μου, μάλλον είμαι και μπαμπάς «που δεν έχει ιερό ούτε όσιο». Η κόρη μου, είναι μία απόδειξη αυτού του πράγματος –κάποιες νύξεις υπάρχουν στο post, «Χρόνια πολλά Μπίμπιξ». Τον γιο μου δεν τον έχω … «εκθέσει» ακόμα από αυτή την πλευρά, αλλά κι αυτός τον ίδιο μπαμπά είχε… Νομίζω, λοιπόν, ότι αν δεν έχετε «κλειδωμένο» το κομπιούτερ σας για να μην μπαίνουν τα παιδιά –και καλά κάνετε, συμφωνώ- τότε αυτά τα «σόκιν» που διαβάζουν εδώ, είναι για παιδιά νηπιαγωγείου μπροστά σ’ αυτά που μπορούν να δουν στο internet, κυρίως όταν δεν είστε μπροστά, για να μην μπω αυτά που βλέπουν κρεμασμένα σε περίπτερα. Ως πατέρας, παππούς, «Παραμυθάς» και άνθρωπος, σας βεβαιώνω ότι τα «σόκιν» αυτού του blog, είναι λιγότερο βλαβερά από άλλα που υπάρχουν στο διαδίκτυο, στους δρόμους, αλλά καμιά φορά και στο ίδιο τους το σπίτι. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει μέσα στο «σόκιν», αφού έπαιζα στο θέατρο από 8 χρονών, αλλά σας βεβαιώνω ότι είχα μια σεξουαλική ζωή πολύ πιο κανονική και νορμάλ από άλλους συνομήλικούς μου, που μεγάλωσαν μέσα σε απαγορεύσεις για θρησκευτικούς ή κοινωνικού καθωσπρεπισμού λόγους. Ίσως σας πω, κάποια στιγμή, μια ιστορία από τη ζωή μου, που έχει σχέση μ’ αυτό. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, ως «εξ’ όλης και προ-όλης» τύπος να σας πω μερικά πράγματα για την ανατροφή των παιδιών που έχω μέσα μου. (Όσοι δεν αντέχετε τα σκληρό «σόκιν» να σταματήσετε εδώ. Αν κάποιο παιδί διαβάζει αυτό το post, μπορεί να συνεχίσει άνετα).

Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν ένα σωρό ερωτήματα γύρω από τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Ερωτήματα σχετικά με το διάβασμα για το σχολείο και τη γενικότερη καλλιέργειά τους, με τη διατροφή τους, με τις παρέες τους, τους καθημερινούς κινδύνους που τα τριγυρίζουν, την απασχόλησή τους στις ελεύθερες ώρες κι ένα σωρό άλλα. Όλα αυτά, είναι πρακτικά προβλήματα που τα περισσότερα θα λύνονταν από μόνα τους ή αν δεν λύνονταν, θα ήταν πιο εύκολη η αντιμετώπισή τους, αν είχαμε κάνει μια ψυχολογική αλλαγή: αλλαγή του τρόπου που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας· ενός τρόπου που είναι ίδιος ή παρόμοιος με τον τρόπο που μεγάλωσαν εμάς, μεγάλωσαν τους γονείς μας και πάει λέγοντας. Αλλά το να αλλάξουμε αυτόν τον τρόπο, αρχίζει με το να φτιάξουμε τις σχέσεις μας με τα παιδιά μας και να βρούμε νέους τρόπους ανατροφής τους, δεν είναι θέμα συμβουλών από παιδαγωγούς, παιδοψυχολόγους, κοινωνιολόγους, αλλά μιας βαθιάς και ριζικής ψυχολογικής αλλαγής μέσα μας. Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι μεγαλώνοντας, συνηθίζουμε στο να επαναλαμβάνουμε όλο και περισσότερο, αυτά που άλλοι έχουν πει και που τα έχουμε διαβάσει ή ακούσει; Έχετε προσέξει πω -όλο και λιγότερο- ό,τι λέμε ή κάνουμε δ ε ν είναι πράγματα που έχουμε από μόνοι μας ανακαλύψει; Ότι, όλο και περισσότερο, γεμίζουμε –χωρίς ν’ αναρωτιόμαστε, χωρίς ν’ αμφιβάλλουμε- με έτοιμες ιδέες, πίστεις, φιλοσοφίες, ιδεολογίες και τέτοια, κατευθύνοντας τη δράση μας σύμφωνα με αυτές; Αυτό δεν μοιάζει σαν να είμαστε άνθρωποι βγαλμένοι με καρμπόν;

Θέλω να πω ότι είναι ανάγκη να καταλάβουμε πως αν δεν αλλάξουμε εμείς, οι γονείς, σήμερα, τώρα, τα παιδιά μας θα γίνουν και θα κάνουν τα ίδια, που κάνουν οι άνθρωποι αιώνες τώρα. Γιατί μπορεί να έχουμε προοδεύσει τεχνολογικά, αλλά ψυχολογικά δεν έχουμε προοδεύσει καθόλου. Κάποτε ο άνθρωπος σκότωνε με ρόπαλο, σήμερα εξακολουθεί να σκοτώνει, αλλά με λέιζερ. Και πώς μπορεί κάποιος που μεγάλωσε μ’ ένα μοντέλο που στρέφει τον άνθρωπο ενάντια στον άνθρωπο –είτε με τη βία και τον ανταγωνισμό της καθημερινής ζωής, είτε με τον πόλεμο- πώς μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό το μοντέλο αιώνων; Πώς μπορεί κάποιος που έχει μεγαλώσει μ’ ένα τέτοιο βαθιά ριζωμένο μοντέλο να μεγαλώσει τα παιδιά του με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο; Από πού και πώς ν’ αρχίσει; Ποιο είναι το πρώτο βήμα;

Εάν υποθέσουμε πως καθόμαστε κάπου πλάι πλάι, σαν καλοί φίλοι που ρωτάει ο ένας τον άλλον, όχι γιατί ο ένας δεν ξέρει κι ο άλλος ξέρει και του λέει, αλλά γιατί και οι δύο ψάχνουν, γιατί και τους δυο τους ενώνει η ίδια αγωνία για το πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους μέσα σ’ αυτό τον κόσμο· η αγωνία για το πώς μπορεί να καλυτερέψει αυτός ο κόσμος. Εάν σε μια τέτοια στιγμή κοινής αναζήτησης, με ρωτάγατε πώς θ’ άρχιζα εγώ, ποιο θα ήταν το πρώτο βήμα, τότε θα σας απαντούσα με όλη μου την καρδιά ότι θα έκανα εκείνο που έχω ξαναγράψει στο πρώτο post αυτής της κατηγορίας: θα έπαιρνα το παιδί μου και θα του έλεγα με όλη μου την καρδιά: «Άκου, παιδί μου: δεν έχω ιδέα πώς να σε μεγαλώσω. Ούτε εγώ ούτε κανένας γονιός πρέπει να παίζει τον παντογνώστη και να ασκεί μια βίαιη εξουσία πάνω στα παιδιά του και ο λόγος του να είναι νόμος που το παιδί πρέπει να υπακούει, χωρίς εξηγήσεις. Τέρμα. Αρνούμαι να μεταχειριστώ το ίδιο μοντέλο που μ’ αυτό μεγάλωσαν κι εμένα. Το μοντέλο που χρησιμοποιούμε όλοι μας, για ευκολία μας. Λοιπόν: είσαι ν’ ανακαλύψουμε μαζί, να μάθουμε οι δυο μας· από μόνοι μας· χωρίς παιδοψυχολόγους, παιδαγωγούς κι άλλους τέτοιους, με μόνο οδηγό το σεβασμό, την κατανόηση, τη φροντίδα, τη στοργή, την αγάπη που νιώθουμε ο ένας για τον άλλον, είσαι να μάθουμε μαζί πώς μεγαλώνουν τα παιδιά; Οι άνθρωποι; Είσαι;» Και αν δεν του το έλεγα, θα το ένοιωθα σιωπηλά, βαθιά μέσα μου και με όλη μου την καρδιά, αυτή η στάση θα ήταν οδηγός για την ανατροφή του παιδιού μου.

Σας ζάλισα. Καιρό είχα να γράψω τέτοιο σεντόνι. Ευχαριστώ Ροζαλία.

Καλό βράδυ.
Π.

Κοινή γλώσσα και επικοινωνία

Αυτά τα κείμενα – που ο «μάστορας» του blog τα βάφτισε «σεντόνια» – τα ξεκίνησα θέλοντας να είναι αφορμή για ένα νοερό διάλογο μεταξύ μας. Δεν είχα ακόμα την αίσθηση των blogs που γίνονται σχόλια, απαντάς και πάει λέγοντας. Έρχομαι από ένα χώρο, τηλεόραση και βιβλία, και μάλιστα για παιδιά, όπου υπάρχει η αίσθηση ότι πετάς μπουκάλια στη θάλασσα, όπως σας είχα γράψει κάποτε στις αρχές σε ένα post.  Στο νου μου είχα –και έχω- ότι αυτά τα κείμενα δεν έχει σημασία αν σχολιάζονται και πόσα σχόλια θα γίνονται, αλλά αν σας κάνουν να αναρωτιέστε. Δεν έχει τόση σημασία μόνο να διαβάζετε ό,τι έχω γράψει, πότε περισσότερο και πότε λιγότερο προσεκτικά κι άλλοτε να συμφωνείτε ή άλλοτε να διαφωνείτε. Θα έλεγα ότι εκείνο που έχει σημασία είναι αν αναρωτιέστε. Ακόμα κι αν μοιάζει να συμφωνεί κανείς με ό,τι λέγεται, μπορεί ν’ αναρωτηθεί γιατί συμφωνεί.
Νομίζω ότι σημασία δεν έχει αν συμφωνεί ή αν διαφωνεί κανείς με κάποιον που μιλάει, αλλά αν έχουν κοινή γλώσσα και αν επικοινωνούν. Κι όταν λέω, «κοινή γλώσσα», δεν εννοώ βέβαια την ίδια γλώσσα, αλλά αν δίνουμε το ίδιο περιεχόμενο στις λέξεις που χρησιμοποιούμε. Θα σας έχει τύχει, φαντάζομαι, να διαφωνείτε επί ώρες με κάποιον και στο τέλος να ανακαλύψετε ότι όλη την ώρα λέγατε το ίδιο πράγμα. Κάτι τέτοιο λέω σε ένα παλιό post/σεντόνι με τίτλο, «Αρνάκια και πράσινα άλογα». Κι όταν λέω, «επικοινωνία», εννοώ αν υπάρχει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους –ή και περισσότερους- που συζητάνε, μια συνεννόηση πέρα από τις λέξεις· αν μεταδίδεται από τον έναν στον άλλον κάτι πέρα από τις λέξεις.  Τώρα, αν τα γράφω όλα αυτά, είναι γιατί το διαζύγιο ενός γνωστού μου ζευγαριού που έχουν ένα μικρό αγόρι, και μια συζήτηση πατέρα και γιου, μου θύμισε ερωτήματα που με απασχολούσαν μεγαλώνοντας τα παιδιά μου. Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω όσους από σας έχετε παιδιά –όχι για να μου απαντήσετε- απλώς να σας ρωτήσω: Έχετε κοινή γλώσσα με τα παιδιά σας; Έχετε επικοινωνία με τα παιδιά σας;

Καμιά φορά, ξέρετε, παίρνουμε σαν δεδομένο το ότι χρησιμοποιούμε μια κοινή γλώσσα με αυτά κι ότι έχουμε επικοινωνία μαζί τους μόνο από το γεγονός ότι είναι παιδιά μας. Μα είναι αρκετός λόγος αυτός για να υπάρξει κάτι τόσο βαθύ όπως η επικοινωνία; Μήπως το σχολείο, τα βιβλία, οι παρέες, η τηλεόραση τα κάνουν να φτιάξουν ένα διαφορετικό λεξιλόγιο από μας, που, αν δεν το καταλάβουμε, απομακρύνει την κατανόηση κι οδηγεί σε παρεξηγήσεις; Μήπως, καθώς μεγαλώνουν, αναπτύσσουν μια δική τους εσωτερική, προσωπική ζωή που, αν δεν έχουμε επικοινωνία μαζί τους, θα απομακρυνθούν από μας και η σχέση μας μαζί τους θα καταντήσει μηχανική, τυπική, νεκρή; Μήπως αυτό είναι μια από τις αιτίες που καμιά φορά, κάνουν ένα παιδί πιο ευάλωτο σε κινδύνους όπως τα ναρκωτικά;Και πώς μπορεί ένας γονιός να έχει μια κοινή γλώσσα με το παιδί του; Μπορεί να την έχει, αν δεν νοιάζεται γι’ αυτό; Και «νοιάζομαι» δεν σημαίνει, κατά τη γνώμη μου άραγε, μόνο το ότι ο γονιός δουλεύει για να εξασφαλίσει στο παιδί του αυτά που του χρειάζονται πρακτικά ή το να του λέει να φάει το φαΐ του ή να βάλει το πουλόβερ του για να μην κρυώσει, ή να διαβάσει ή να μην αργήσει να γυρίσει το βράδυ και τέτοια; Μήπως αυτά είναι εύκολα πράγματα, επιφανειακά, που, έτσι κι αλλιώς, πρέπει να τα κάνει ο γονιός, αλλά η αληθινή φροντίδα είναι κάτι διαφορετικό; Μήπως είναι το να  το έχει συνέχεια στο νου του, αλλά χωρίς να το καταπιέζει, χωρίς λόγια, χωρίς καν να το παίρνει χαμπάρι το παιδί, αλλά να ξέρει μέσα του ότι ο γονιός του θα είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει, ό,τι κι αν συμβεί; Μήπως , «νοιάζομαι το παιδί μου», σημαίνει ότι έχουν ανοίξει στην καρδιά μου χίλια μάτια που το κοιτάζουν και εκατό αυτιά που ακούνε τι λέει πέρα από τις λέξεις, αποκαθιστώντας μαζί του μια αληθινή, βαθιά επικοινωνία και κοινή γλώσσα; Άραγε μιλάτε κοινή γλώσσα με τα παιδιά σας; Άραγε επικοινωνείτε μαζί τους; Εσείς ξέρετε…

Σας φιλώ, όχι ως μπαμπάς, αλλά ως παππούς πια.
Καλή εβδομάδα
Π.

«Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»

Ήταν μια από τι συζητήσεις που έκανα μαζί της για το σχολείο, για το τι δουλειά θα μπορούσε να κάνει όταν μεγαλώσει και τέτοια, όταν η κουβέντα, δεν ξέρω πώς, πέρασε στην περίπτωση ενός φίλου συμμαθητή της που είχε πεθάνει  στα οχτώ του, και είχαμε πάει μαζί στην κηδεία του. Τότε ήταν που μου έκανε την ερώτηση: «Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»
Σκέφτηκα πως δεν ήταν άσχετο το ότι με ρώτησε ακριβώς τη στιγμή που συνάντησε τον θάνατο τόσο κοντά της. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις:  θανάτων, σεισμών, αρρώστιας, μεγάλου πόνου και τα παρόμοια, δεν είναι που αρχίζουμε να έχουμε κάποιες… μεταφυσικές ανησυχίες; Είναι, άραγε, μόνο επειδή νιώθουμε κάποια ανασφάλεια, καθώς μας περιτριγυρίζει ένα αίσθημα φόβου για κάτι που είναι πέρα από τις γνώσεις μας και τις δυνάμεις μας ή, μήπως, και επειδή υπάρχει κάτι φυλακισμένο μέσα μας που σε τέτοιες στιγμές ελευθερώνεται; Κάτι πολύ λεπτό και βαθύ που υπάρχει στα παιδιά μας και που οι γονείς πρέπει να το προσέχουν; Μια λεπτή και βαθιά ποιότητα που θα πρέπει οι γονείς να τη βοηθούν ν’ ανθίσει· να μην επιτρέπουν να ξεχαστεί σε κάποιο «ντουλάπι» μέσα τους, όπως έχει συμβεί στους περισσότερους από μας;Έχω τη γνώμη ότι σε όλους τους ανθρώπους – στους περισσότερους τουλάχιστον – υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα ανικανοποίητου και μια λαχτάρα για κάτι πέρα απ’ όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή. Μοιάζει αυτά τα δύο, σε συνδυασμό με τον τρόπο που μεγαλώνει κανείς  και τον χαρακτήρα του και τις κλίσεις του, να τον οδηγούν κάποτε στην αναζήτηση κάτι βαθύτερου, λεπτότερου ή πάλι –αντίθετα- μπορεί αυτά τα ίδια να τον κάνουν να στραφεί σε ένα αδιάκοπο, αλόγιστο κυνήγι ευχαρίστησης όλων των λογιών, όπου σε κάθε στροφή του δρόμου παραμονεύει πάντα η απογοήτευση, το άγχος, η θλίψη; Νομίζω, ύστερα από τρία παιδιά που έχω μεγαλώσει,  το αίσθημα του ανικανοποίητου και, κυρίως, της λαχτάρας για κάτι άλλο, κάπου εκεί λίγο πριν την εφηβεία αρχίζουν να παρουσιάζονται για να εκδηλωθούν, τελικά, αργότερα με ορμή. Εάν έχει προηγηθεί παιδική ηλικία με σοβαρά προβλήματα, τότε υπάρχει κίνδυνος (όχι πάντα) να σπρώξουν σε καταστροφικές συνήθειες, όπως ναρκωτικά κ.λπ. Εάν έχει προϋπάρξει μια μέση υγιής οικογενειακή ζωή κι ανατροφή, παρουσιάζονται ανησυχίες για την πολιτική, την τέχνη, τη θρησκεία κ.λπ. Επίσης, μπορεί όλο αυτό να στραφεί στην επιθυμία για οικονομική άνεση ή ακόμα και απόκτηση όλο και μεγαλύτερου πλούτου. Ο έρωτας παίζει μεγάλο ρόλο σ’ όλες τις περιπτώσεις — είτε σαν φρένο είτε το αντίθετο, σαν προωθητική δύναμη.  Ίσως μετά το τέλος της εφηβείας και, πάντως, όταν τεθεί θέμα επιβίωσης, παίζεται το προς τα πού θα στραφούν: το αίσθημα του ανικανοποίητου κι εκείνη η λαχτάρα για «κάτι άλλο». Θα μετατραπούν σε προσήλωση σε κάποια πίστη ή ιδεολογία, όπου από πίσω καιροφυλακτεί ο φανατισμός, η βία και άλλα παρόμοια; Θα γίνουν κινητήρια δύναμη για απόκτηση όλο και περισσότερης εξουσίας, πλούτου, ευχαρίστησης ή θα κλειστούν ερμητικά σ’ ένα «ντουλάπι» της ψυχής για να μην «ενοχλούν»;Μπορούν, άραγε, να συνεχίσουν να υπάρχουν και τα δύο, παράλληλα με την καθημερινή ζωή, ζωντανά αλλά… αμέτοχα, διατηρώντας τον νου ξύπνιο, σε μια κατάσταση αδιάκοπης παρατήρησης όσων συμβαίνουν «μέσα κι έξω» μας, μαθαίνοντας έτσι διαρκώς αυτό που πραγματικά είμαστε — εκείνο που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον τόπο και λέγεται, «γνώθι σ’ αυτόν»;  Και αν ναι, πώς θα καταφέρει ένας γονιός να αναθρέψει τα παιδιά του, δίνοντάς τους μια τέτοια εκπαίδευση, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν ζωντανό αυτό το ανικανοποίητο και τη λαχτάρα για κάτι άλλο, χωρίς να στραφούν σε ένα αδιάκοπο κυνήγι ευχαρίστησης, αποφυγής του πόνου ή να τα κάνει ένα  ιδανικό που… ε,  κάποτε θα το φτάσει;
Μήπως θα πρέπει, αποκτώντας κανείς παιδιά, να ξαναδεί το θέμα της δικής του ζωής;  Μήπως, δηλαδή, πρέπει πρώτα ο γονιός να φροντίσει να έχει ένα νου που διαρκώς ερευνά και δεν αράζει βολικά σε καμία πίστη για τίποτα; Να έχει ένα νου που είναι πάντα ξύπνιος  (όχι έξυπνος, ξύπνιος), που θα’ χει την ποιότητα που δίνει η δημιουργική αμφιβολία; Εκείνη που σε κάνει να μην γίνεσαι οπαδός, να μη δέχεσαι αυθεντίες στα ψυχολογικά ή πνευματικά θέματα ή ερμηνευτές ή ενδιάμεσους σε σένα και την Αλήθεια; Ένας τέτοιος νους, δεν θα αχρήστευε κάθε είδους φυγή; Από το τσιγάρο έως τα ναρκωτικά· και από τις οργανωμένες θρησκείες έως τις δεκάδες ομάδες ντόπιων και ξενόφερτων «δασκάλων» τύπου «γκουρού», οργανωμένων σε σχολές, κέντρα ή διάφορους ομίλους: μελετητών, εξυπηρετητών, καλοθελητών, ινδουιστών, βουδιστών, βενταντιστών, λαμαϊστών κ.λπ. που όλοι τους εκεί μιλούν για αγάπη, χωρίς να έχουν πάρει χαμπάρι ότι η αγάπη έχει φύγει απ’ το παράθυρο, επειδή βαρέθηκε να κάθεται κάπου, όπου πιστεύουν ότι μπορεί κανείς στο  να εξασκηθεί στο να αγαπά;
Η Μαρία, στα οχτώ της τότε, επέμεινε ρωτώντας για δεύτερη φορά: «Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»
Και της απάντησα, πάνω κάτω, τα εξής: «Αν υπάρχει, παιδί μου, θα πρέπει να τον βρεις μόνη σου και μέσα σου. Πουθενά αλλού κι από κανέναν — ούτε από μένα, κυρίως από μένα. Και, πάντως, θα πρέπει να αρχίσεις από απλά πράγματα: απ’ αυτό που πραγματικά  είσαι εσύ· από τον εαυτό σου. Για να πάει κανείς μακριά, πρέπει να ξεκινήσει από κοντά, από εκεί που βρίσκεται, έτσι δεν είναι; Και μαθαίνοντας διαρκώς εσύ για σένα, κοιτάζοντας χωρίς κριτική και δικαιολογίες  αυτό που είσαι, ό,τι κι αν είναι αυτό, όσο κι αν δεν σ’ αρέσει, χωρίς ενοχές και φόβο. Τότε, αν κάτι στ’ αλήθεια και βαθιά δεν σ’ αρέσει, θα σταματήσει από μόνο του, θα σβήσει χωρίς καμία άλλη προσπάθεια, χωρίς να χρειάζεται να φτιάξεις ένα ιδανικό που θα τρέχεις πίσω του κοροϊδεύοντας τον εαυτό σου ότι θέλεις ν’ αλλάξεις· χωρίς να φορτώσεις την ευθύνη της ζωής σου σε κάποιον άλλον, όποιος κι ό,τι κι αν είναι αυτός κι όσο κι αν προσφέρεται ο ίδιος να το κάνει· κυρίως τότε. Καθώς θα μεγαλώνεις, θα δεις ότι στη ζωή σου, θα σταματάει πραγματικά μόνο ό,τι δεν θέλεις άλλο κι όχι ό,τι θα ήθελες να είναι αλλιώς. Θα δεις ότι πρώτα δεν θα θέλεις άλλο μια σχέση και μετά θα έρχεται η καινούργια – ποτέ το αντίθετο. Η προσπάθεια για να φέρεις κάτι που θεωρείς θετικό, απλώς θρέφει το αρνητικό, ενώ η άρνησή του, φέρνει το τέλος του και στη θέση του μπαίνει, χωρίς καμιά προσπάθεια, το θετικό. Είναι όπως με το τσιγάρο: όσο θέλεις να το κόψεις είσαι σε σύγκρουση και τελικά καπνίζεις πιο πολύ για να … ξεχάσεις τη σύγκρουση. Ενώ όταν αληθινά και βαθιά πάψεις να θέλεις να καπνίζεις, σταματάει χωρίς καμιά προσπάθεια, από μόνο του. Μ’ έπιασε φλυαρία μωρό μου. Σε ζάλισα;».
Η κόρη μου, με κοίταζε χωρίς να μιλάει και μου φάνηκε ότι μπορεί να μην είχε πιάσει λογικά αυτό που της έλεγα, αλλά ότι το είχε νοιώσει. Κι αυτό θα είχε σημασία να έχει γίνει, σε όποια ηλικία κι αν ήταν. Και είκοσι επτά χρόνια μετά, μου απόδειξε ότι είχε καταλάβει…

Ναι, έτσι είναι. Τα παιδιά «νοιώθουν», γι’ αυτό και «πιάνουν» περισσότερα από τους μεγάλους, που δουλεύουν με το μυαλό. Το ότι καταλαβαίνεις κάτι λογικά, λεκτικά, δεν σημαίνει και πολλά. Πρέπει να το νοιώσεις. Να το γευτείς. Είναι σαν το φαΐ: δεν μπορείς να ξέρεις τη γεύση κάποιου  φαγητού σ’ ένα εστιατόριο, ούτε να χορτάσεις την πείνα σου, διαβάζοντας απλώς το όνομά του στο μενού, πρέπει να το φας.
Σας φιλώ.
Π.

Τα δημιουργικά ερωτήματα

Από τη μια η γιορτή του πατέρα και τα παλιότερα posts που τα ξαναδιάβασα ψάχνοντας να τα βρω για να βάλω τα links τους, κι από την άλλη τα σχόλια που γράφτηκαν στο post με τίτλο, «το κοριτσάκι», μ’ έκαναν ν’ αναρωτηθώ αν μεγάλωσα σωστά τα παιδιά μου. Το αμέσως επόμενο ερώτημα που μου ήρθε, ήταν: «και τι θα πει ρε συ, “σωστά”». Λέω, λοιπόν, να μην σας πω τι απάντησα (που ήταν και πάλι ένα ερώτημα —έστω ρητορικό), αλλά να σας προτείνω να πιάσουμε μαζί το θέμα το θέμα της ανατροφής των παιδιών. Πριν, όμως,  θα ήθελα να σας θυμίσω ότι δεν είμαι καμία αυθεντία στα παιδαγωγικά. Ούτε είναι απόδειξη ότι ξέρεις πώς να μεγαλώσεις παιδιά, επειδή γράφεις παιδικά βιβλία και φτιάχνεις παιδικές εκπομπές για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Όχι. Είμαι απλώς κάποιος που όταν άρχισε να μεγαλώνει το πρώτο του παιδί –και μάλιστα το … δυσκολότερο «είδος» παιδιού: κορίτσι- είδα ότι δεν μπορούσα να βασιστώ σε διάφορες  «αυθεντίες» στα παιδαγωγικά. Ένοιωσα ότι δεν μπορούν να υπάρχουν αυθεντίες σε ψυχολογικά και πνευματικά θέματα, όπου ανήκει το μεγάλωμα των παιδιών. Είδα ότι αυτά που μου έλεγαν όσοι, αυτής της κατηγορίας, συναναστρεφόμουν στην τηλεόραση και τα βιβλία που μου υποδείκνυαν να διαβάσω δεν με οδηγούσαν πουθενά. Ήταν κάπως σαν να κοίταγα χάρτη οδηγώντας! Θα το ‘ριχνα στο γκρεμό. Έτσι αποφάσισα να έχω τα μάτια μου τα πραγματικά, αλλά και της καρδιάς μου και του μυαλού μου και να ψάξω μόνος μου –όπως ίσως κάνετε κι εσείς που είστε τώρα γονείς- να βρω άκρη στα προβλήματα που με απασχολούσαν για το μεγάλωμα της κόρης μου. Ο γιος μου ήταν κάπως πιο τυχερός γιατί με πέτυχε μερικά χρόνια αργότερα, κάπως… «προπονημένο».

Κατέληξα, λοιπόν, τότε ότι υπάρχουν τρία βασικά ερωτήματα γύρω από το θέμα της ανατροφής των παιδιών:
Το πρώτο: Μήπως ο τρόπος που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας είναι ο ίδιος με τον τρόπο που μεγάλωσαν εμάς οι γονείς μας κι αυτούς οι γονείς τους, κι εκείνους οι δικοί τους και πάει έτσι λέγοντας χιλιάδες χρόνια πίσω;
Το δεύτερο: Αυτός ο τρόπος είναι και σήμερα ικανοποιητικός ή πρέπει ν’ αλλάξει;
Και το τρίτο: Και αν πρέπει ν’ αλλάξει, μπορεί να γίνει αυτό και τότε ποιος είναι ο καινούργιος;
Ας πάω πίσω κι ας το ψάξουμε μαζί.
Σας έχει τύχει ποτέ να πείτε στο παιδί σας να κάνει κάτι, εκείνο να σας ρωτήσει και γιατί να το κάνει κι εσείς να του απαντήσετε «γιατί έτσι πρέπει»; Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το είπατε, αναρωτηθήκατε ποτέ μέσα σας «γιατί, τάχατε πρέπει;» και να μη βρείτε καμιά άλλη ζωντανή απάντηση από το «έτσι πρέπει», «έτσι μ’ έμαθαν η μάνα μου κι ο πατέρας μου» και τέτοια; Και τότε, όταν δεν βρήκατε να πείτε τίποτα καλύτερο από το αναφορές σε παραδοσιακούς τρόπους ανατροφής, σας ήρθε η διάθεση, έτσι, σαν παιχνίδι, να δείτε από περιέργεια τι κρύβεται από πίσω απ’ αυτήν την απάντηση που δώσατε στο παιδί σας;
Σας έχει δημιουργηθεί ποτέ η εντύπωση ότι πάρα πολλές φορές λέμε στα παιδιά μας τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν μηχανικά, χωρίς ποτέ να έχουμε πραγματικά ελέγξει αν αυτό που λέμε είναι σωστό, σαν να μας έχει κάνει κάποιος πλύση εγκεφάλου και επαναλαμβάνουμε αυτό που ακούσαμε και μας επέβαλαν κάποτε; Κι αν κανείς επιμένει να το ψάξει εκείνη ακριβώς τη στιγμή που «αποφασίζει και διατάζει», -αυτή η έκφραση έρχεται από τη δικτατορία του 1967- μήπως θα δει τότε ξεκάθαρα ότι αυτό που λέει του το έχουν πει ακριβώς έτσι οι γονείς του που, επίσης, χωρίς να έχουν ελέγξει κι εκείνοι, το πήραν από τους γονείς τους και που, ίσως έφτασε σ’ αυτούς, το ίδιο ανεξέλεγκτα, από τα… βάθη των αιώνων;
Κάπως έτσι γεννιέται το πρώτο βασικό ερώτημα: μήπως ο τρόπος που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας είναι ο ίδιος κι απαράλλαχτος εδώ κι αιώνες τώρα;
Εδώ μπορεί κανείς να πει, «ναι, αλλά και τι κακό βρίσκεις σ’ αυτό;» πράγμα που βάζει το δεύτερο ερώτημα: αυτός ο τρόπος είναι ικανοποιητικός ή πρέπει ν’ αλλάξει; Ας το ψάξουμε.

Έχουν οι άνθρωποι καμιά ψυχολογική εξέλιξη από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν στη γη έως σήμερα; Πρακτικά, τεχνολογικά, επιστημονικά, αναμφισβήτητα υπάρχει εξέλιξη. Στις τηλεπικοινωνίες· στο διαστημικό πρόγραμμα· στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που κάνουν ασύλληπτα πράγματα· στην ιατρική που κάνει θαύματα έχοντας αυξήσει σημαντικά το μέσο όρο ζωής κ.λπ.  Όλα αυτά κι άλλα πολλά δείχνουν όντως μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη. Υπάρχει, όμως, και ανάλογη εξέλιξη ψυχολογικά; Δηλαδή: είμαστε λιγότερο βίαιοι απ’ όταν εμφανιστήκαμε στη γη ή απλώς η βιαιότητά μας λουστραρίστηκε από την τεχνολογική εξέλιξη; Δηλαδή: Αιώνες πριν σκότωναν με το ρόπαλο και το τόξο, ενώ τώρα σκοτώνουν ξεκούραστα χιλιάδες με το πάτημα ενός κουμπιού. Και νοιώθουμε λιγότερη, θλίψη, μοναξιά και έλλειψη αγάπης ή απλώς η τεχνολογία μας βοηθάει να το καλύπτουμε όλο και περισσότερα με δεκάδες τρόπους διασκέδασης κι εφευρίσκοντας όλο και πιο εκλεπτυσμένες μορφής φυγής; Και δεν θα συμβαίνει το ίδιο κι αύριο, αν δεν αλλάξει ο τρόπος ανατροφής κι εκπαίδευσης σήμερα;
Κι εδώ γεννιούνται άλλα ερωτήματα: Η επανάληψη ενός τρόπου, ακόμα και για αιώνες, είναι πιστοποιητικό της ορθότητάς του; Ο τρόπος ανατροφής των παιδιών μας είναι λάθος, επειδή απλώς είναι απαρχαιωμένος, ή ήταν έτσι κι αλλιώς λάθος, από πάντα; Αν αυτός ο τρόπος ανατροφής ήταν σωστός, θα είχε φτάσει η ανθρωπότητα σ’ αυτό το χάος, σ’ αυτό το σημείο ψυχολογικής ανισορροπίας;
Τώρα, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω το εξής: Όταν λέω ανατροφή, δεν εννοώ τρόπους συμπεριφοράς που μεταφέρουμε στα παιδιά ή τα περί αυταρχικής και μη αυταρχικής ανατροφής που γι’ αυτά έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία. Κατά τη γνώμη μου, αυτά είναι θέματα επιφάνειας και όχι βάθους — και τα θέματα βάθους είναι εκείνα που έχουν σημασία. Ίσως, αν λύνονταν αυτά, τότε τα υπόλοιπα να πήγαιναν στη θέση τους από μόνα τους. Και ποια είναι θέματα βάθους; Κατά τη γνώμη μου, είναι εκείνα που δεν έχουν καμία σχέση με αρχές, με εθνικότητα, με φυλή, με θρησκευτική πίστη, με οικονομική κατάσταση, με παράδοση, αλλά είναι που είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τα παραπάνω και από τον πιο αμόρφωτο ζητιάνο κάποιας ασιατικής χώρας έως τον πιο εκλεπτυσμένο πάμπλουτο διανοούμενο της Δύσης· αυτά που είναι κοινά σε όλους: η μοναξιά, ο φόβος, η ανασφάλεια, η θλίψη, η ανάγκη για αγάπη, το κυνήγι της ευχαρίστησης και η προσπάθεια αποφυγής του πόνου. Αυτά, ανεξάρτητα από τους ιδιαίτερους λόγους που μπορεί να προκαλούνται στον καθένα και από τον τρόπο που εκδηλώνονται, είναι μία κοινή ψυχολογική κατάσταση, όπου συμμετέχει όλη η ανθρωπότητα. Μέσα σ’ αυτήν φωλιάζει κι ένας κοινός τρόπος ανατροφής των παιδιών. Εκεί βρίσκεται και το κοινό σε όλη την ανθρωπότητα μοντέλο ανατροφής: Το μοντέλο του «να γίνεις κάτι». Με το «»να γίνεις κάτι, δεν εννοώ το να μάθεις κάποιο επάγγελμα που θα  σου δίνει τα μέσα να ζεις. Αυτό είναι καθαρά πρακτικό. Εννοώ εκείνο που λέγεται, «να είσαι κάποιος». Αυτό, δεν είναι μια από τις μεγαλύτερες και βαθύτερες πηγές δυστυχίας, ανασφάλειας, επιθετικότητας, ανταγωνιστικότητας, βιαιότητας, ανισορροπίας, εγκληματικότητας, διαφθοράς, δημιουργίας ψυχολογικών φυγών, από τις πιο ανώδυνες έως τα ναρκωτικά; Μήπως το παιδί που τρέχει στα ναρκωτικά· ο νεαρός εγκληματίας· ο –με οτιδήποτε- φανατικός· ο αγχωμένος για επιτυχία είτε στις επιχειρήσεις είτε στην «πνευματική ανέλιξη», μήπως εκφράζουν με διαφορετικό τρόπο το ίδιο πράγμα; Την αγωνία του «να είσαι κάποιος», «να γίνεις κάτι»; Μήπως όλοι μας είμαστε εξίσου θύματα αυτού του μοντέλου εκπαίδευσης κι ανατροφής;
Δεν έχει σημασία, λοιπόν, να εξετάσουμε αν η ανθρωπότητα έχει βασίσει την ανατροφή των παιδιών από πάντα σε λάθος δρόμο; Και το σημερινό παιδί, που ανατρέφεται λάθος, δεν είναι ο αυριανός ενήλικας που θα ζει και θα ενεργεί λάθος; Σας μοιάζει απλοϊκό να είναι αυτό η αιτία για οτιδήποτε συμβαίνει στην ανθρωπότητα; Δηλαδή, όταν λέμε, «η κοινωνία είναι ζούγκλα», τι εννοούμε; Η κοινωνία δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, είμαστε εσείς κι εγώ. Κι αυτή η κοινωνία δεν είναι όπως την έχουμε φτιάξει εμείς· εμείς, οι άνθρωποι, αιώνες τώρα; Αν, λοιπόν αναθρέψω το παιδί μου με βάση λέγοντάς του: «πρέπει παιδί μου να είσαι κάποιος σ’ αυτή την κοινωνία» και «αν δεν τους φας, θα σε φάνε», ποιος είναι υπεύθυνος για την αυριανή κοινωνία-ζούγκλα; Μήπως αυτό το μοντέλο ανατροφής είναι μια από τις μεγαλύτερες και βαθύτερες πηγές δυστυχίας, ανασφάλειας, επιθετικότητας, έλλειψης αγάπης,  θλίψης  και λοιπά, για όλους τους ανθρώπους;
Οπότε έρχεται το άλλο ρώτημα που έχουμε βάλει και μένει να εξετάσουμε, για το αν ο τρόπος ανατροφής που υπάρχει μπορεί ν’ αλλάξει και ποιος θα είναι ο καινούργιος.
Ο μόνος τρόπος για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα είναι να… μην απαντήσουμε, αλλά να αφήσουμε αυτό την ερώτημα να γεννήσει κι άλλα, όπως: Μπορούμε να νοιαστούμε αληθινά και βαθιά για τα παιδιά μας; Μπορούμε να ξεχάσουμε κάθε μοντέλο ανατροφής και να αντιμετωπίζουμε την κάθε στιγμή της σχέσης μας με τα παιδιά μας σαν μια πρόκληση της ίδιας της ζωής για μία διαφορετική στάση απέναντί τους· όχι μηχανική· όχι τυχαία· όχι για «να τελειώνουμε»· όχι «για να τα ξεφορτωθούμε»· όχι γιατί «έτσι κάνουν όλοι»· όχι γιατί «έτσι μας μεγάλωσαν κι εμάς οι γονείς μας»; Μπορούμε ν’ ακούσουμε τις πραγματικές ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών μας χωρίς να έχουμε άποψη για το τι χρειάζονται; Μπορούμε να τα πλησιάσουμε με αληθινή καλοσύνη και φροντίδα; Χωρίς ιδιοτέλεια; Χωρίς να περιμένουμε καμία ανταπόδοση απ’ αυτά, όταν μεγαλώσουν; Χωρίς καμιά εξάρτηση απ’ αυτά; Χωρίς να εθελοτυφλούμε μπροστά στα ελαττώματα ή τα προβλήματά τους; χωρίς ίχνος εγωισμού; Μπορούμε ν’ ακούσουμε πραγματικά τα παιδιά μας; Όχι με τ’ αυτιά, αλλά με την καρδιά;
Και αν υποθέσουμε ότι τα κάνουμε όλα αυτά, τότε –σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος- ποιος θα είναι ο καινούργιος τρόπος ανατροφής που γεννηθεί; Ε, ας τα κάνουμε πρώτα όλα αυτά και θα δούμε, γιατί μήπως μια από τις πιο πονηρές επινοήσεις του ανθρώπινου νου είναι το να φτιάχνει ιδανικά; Να φτιάχνει ιδανικά που… προσπαθεί να τα φτάσει αλλά, μέχρι να τα φτάσει, μπορεί να εξακολουθεί να ζει στην ίδια μη ιδανική κατάσταση; Μήπως το κυνήγι του ιδανικού είναι άλλοθι για να μένουμε κατά βάθος ίδιοι; Γι’ αυτό, ας μη φτιάξουμε καμιά εικόνα ιδανικής ανατροφής κι απλώς ας σταματήσουμε την άθλια που υπάρχει τώρα. Και τότε θα δούμε τι θα γεννηθεί.
Μπορεί, όμως, κάποιος που μεγάλωσε μ’ ένα μοντέλο αιώνων να ξεφύγει απ’ αυτό; Μπορεί κάποιος που έχει μεγαλώσει μ’ ένα τέτοιο βαθιά ριζωμένο μοντέλο να μεγαλώσει τα παιδιά του μ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο;

Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Χρειάζεται δουλειά. Δηλαδή, χρειάζεται να αφήσουμε το ερώτημα μετέωρο για πολύ καιρό –ίσως για πάντα- κι αυτό να γεννάει άλλα ερωτήματα κι εμείς να ψάχνουμε. Όχι μόνοι μας. Μαζί με τα παιδιά μας. Και μπορεί να πει κανείς: Και η απάντηση; Δεν θα βρεθεί ποτέ; Μήπως, όμως, το να δώσεις μια απάντηση σημαίνει ότι περνάς πάλι σε ένα άλλο «μοντέλο ανατροφής» που και πάλι θα είναι κάτι νεκρό; Μήπως τα ερωτήματα που δέχονται απαντήσεις τελειωτικές, που καταλήγουν σε συμπεράσματα, που κλείνουν οριστικά το θέμα, μήπως είναι επιφανειακά, εύκολα ερωτήματα; Μήπως τα πραγματικά βαθιά ερωτήματα, τα ζωντανά, τα ικανά να προκαλέσουν ριζικές αλλαγές είναι εκείνα τα ερωτήματα που γεννάνε άλλα ερωτήματα; Μήπως μόνο αυτά τα ερωτήματα είναι δημιουργικά; Μήπως μόνο με τέτοια δημιουργικά ερωτήματα μπορούμε να οδηγηθούμε σε ένα σωστό είδος εκπαίδευσης κι ανατροφής των παιδιών μας; Αυτή είναι η… «απάντηση» που σας είπα στην αρχή ότι έδωσα τελικά.

Σας τα ‘πρηξα, ε; Είχα καιρό. Συγνώμη.

Φιλιά
Π.

Συμπλήρωμα στο προηγούμενο post

Ήθελα να γράψω δυο λόγια στα σχόλια για την papiera, αλλά ξαφνικά θυμήθηκα πως ό,τι  θα είχα να πω υπάρχει σε  ένα πολύ παλιό post, που δεν ξέρω πώς το έκανα, αλλά δεν το είχα βάλει στην κατηγορία:  ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ. Όλα τα κείμενα (ή σεντόνια) αυτής της κατηγορίας, είναι παρμένα (και επεξεργασμένα σήμερα) από το ομώνυμο βιβλίο μου που είχε βγει το ’89 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. Αυτό το βιβλίο πάλι με τη σειρά του είναι με κείμενα παρμένα από την ομώνυμη στήλη που είχα το ’87 στο περιοδικό ΤΗΛΕΡΑΜΑ. Οπότε, έχω … εκτεθεί ανεπανόρθωτα τριπλά: σε περιοδικό, σε βιβλίο και στο ίντερνετ. Είναι αυτό που μου έλεγε η μάνα μου από μικρό: «Εσύ παιδάκι μου δεν έχεις τσίπα επάνω σου»!  Σκέφτηκα, λοιπόν, να μη γράψω τίποτα στα σχόλια, αλλά να βάλω LINK  με εκείνο το POST και για όλους όσους από τους καινούργιους δεν το έχουν διαβάσει, για να δείτε άλλο ένα λόγο σύγκρουσης που είχα με τη μάνα μου. Το post έχει τίτλο, «Τα εν οίκω μη εν Δήμω». Κάντε κλικ ΕΔΩ και … φύγατε.

Σας φιλώ.
Π.

Ο γιος της γυναίκας μου

J.M.2

Πριν μερικές μέρες πήγαμε στο γάμο ενός νεανικού φίλου των παιδιών μου, που είναι στην ηλικία τους. Ακόμα και σήμερα τον νοιώθω κι αυτόν σαν παιδί μου. Στο τραπέζι μετά την τελετή, καθόμουνα δίπλα στον γιο της γυναίκας μου από τον πρώτο της γάμο (μπαμπάς του Αλέξανδρου), – στη φωτογραφία κάθεται δίπλα του η κόρη μου η Μαρία και δίπλα της η Τζο- και σκεφτόμουν τα πρώτα χρόνια που αυτά τα δύο παιδιά μας ήταν μικρά – 8 και 12 – και καθώς η Μαρία είχε μετακομίσει μαζί μας, το θέμα της συμβίωσης στο σπίτι είχε τα ζόρια του. (Τον Μάιο του 2007 έγραψα μία ιστορία στο blog με ήρωες αυτή την οικογένεια, και τίτλο, «Το παληκάρι με τη μεγάλη τύχη«, που μπορείτε να την διαβάσετε κάνοντας κλικ  ΕΔΩ).

Ο γάμος αυτός ήταν και για τους δυο μας ο δεύτερος. Και σ’ αυτό το δεύτερο γάμο μας, κι εκείνη κι εγώ, ενώνοντας τα ήδη στημένα κανονικά σπίτια μας, βάλαμε ο καθένας -εκτός από ψυγείο, κουζίνα, τηλεόραση, καφετιέρα, μίξερ και άλλα πολλά- κι από ένα παιδί από τους πρώτους μας γάμους. Τη Μαρία και τον Φρεντ.  Πολύ γρήγορα, τρεις  μήνες μετά γάμο, κάναμε κι ένα δικό μας, τον γνωστό σ’ αυτό το blog ως «μάστορα» ή αλλιώς cpil ή Κωνσταντίνο.

Όπως συμβαίνει, συνήθως, σε παρόμοιες περιπτώ­σεις, που μένουν όλα τα παιδιά μαζί, ο ένας εκνευριζό­ταν με το παιδί του άλλου προσπαθώντας συνέχεια κι απεγνωσμένα να μην το δείχνει και να του φέρεται «σαν να ‘ταν δικό του». Όσοι βρίσκονται ή ήταν κάποτε σε παρόμοια θέση θα με καταλάβουν.

Ο γιος της γυναίκας μου, που βρισκόταν σε μια ευαί­σθητη ηλικία, με το ένα πόδι μέσα στην εφηβεία και τ’ άλλο στο παιδί, είχε συνέχεια ένα… μουρτζούφλικο ύφος που μου «την έδινε», όπως θα ‘λεγε κι εκείνος. Οι προσπάθειες που έκανα να πείσω τον εαυτό μου ότι κι αυτός είναι σαν παιδί μου, απλώς χειροτέρευαν τα πράγματα, αφού ήμουν μονίμως σε σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που συνέβαινε και σε κείνο που θα ‘θελα να συμ­βαίνει. Καθώς η κατάσταση μέρα τη μέρα χειροτέρευε κι η ζωή στο σπίτι άρχιζε να παρουσιάζει δείγματα… κόλασης, τα ‘βαλα κάτω κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι.

Πρώτ’ απ’ όλα, απλά και ξάστερα: γιατί αυτό το παιδί να μ’ εκνευρίζει για πράγματα που έκανε και το δικό μου παιδί, χωρίς, όμως, ν’ αντιδρώ έτσι; Μήπως είχε σημα­σία που αυτός ήταν αγόρι, ενώ η δική μου κορίτσι; (Ο «μάστορας» δεν πιανόταν γιατί ήταν ακόμα μηνών). Μήπως υπήρχε ανάμεσα μας κάποιος κρυμμένος αντα­γωνισμός σε σχέση με τη μητέρα του; Από τη μεριά του σίγουρα -και με το δίκιο του- αλλά κι από τη μεριά μου; Σιγά σιγά οι ερωτήσεις έκαναν ν’ αρχίσει ένας διάλο­γος με τον εαυτό μου, που πάνω κάτω ήταν αυτός:
–          Πότε εκνευρίζομαι;
–          Όταν κάνει κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό.
–          Εκνευρίζομαι το ίδιο και με την κόρη μου σε ανάλογες περιπτώσεις;
–          Όχι τόσο, είναι η αλήθεια.
–          Μ’ αυτόν γιατί εκνευρίζομαι περισσότερο;
–          Ίσως γιατί, επειδή δεν είναι παιδί μου, κρατιέμαι να μην του ρίξω καμιά σφαλιάρα.
–          Σφαλιάρα! Ψέματα! Είμαι εναντίον του ξύλου· δεν έχω απλώσει χέρι πάνω στο παιδί μου κάτι άλλο συμβαίνει.
–          Ίσως μ’ εκνευρίζει η ιδέα ότι, ακόμα κι αν ήθελα να του ρίξω καμία, δεν μπορώ.
–          Γιατί δεν μπορώ;
–          Εεε… δεν θα ‘ταν υπέρ μου να κάνω κάτι τέτοιο.

Σ’ αυτό το σημείο είχα νοιώσει να κρύβεται κάτι, που δεν ήθελε να βγει. Δεν μ’ άρεσε η ιδέα να πιέσω άλλο τον εαυτό μου τότε , και σταμάτησα. Άφησα τα ερωτήματα αυτά να πλανιόνται τις επόμε­νες μέρες στο κεφάλι μου, χωρίς να ξανασχοληθώ ιδιαί­τερα μαζί τους αλλά και χωρίς να τα ξεχάσω. Είναι όπως όταν φυτέψεις ένα λουλούδι σε μια γλάστρα: περιμένεις, δίχως να μπορείς να κάνεις τίποτα, ν’ ανθίσει. Έχεις το νου σου στη γλάστρα για να την ποτίζεις, αλλά δεν πας κάθε τόσο να βγάζεις από το χώμα τους σπόρους για να δεις αν άρχι­σαν να φυτρώνουν! Τ’ άφησα, λοιπόν, να κάνουν «από μόνα τους» τη δουλειά τους. Είχα δει από τότε, ότι αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος για να πάρει κανείς μια απάντηση από την καρδιά του. Πράγμα που σημαίνει ότι μ’ αυτήν κάτι μπορεί ν’ αλλάξει, ενώ με το μυαλό, όσο λογική α­πάντηση κι αν δώσει, όσο κι αν αναλύσει, ξαναπέφτεις στα ίδια και τα ίδια. Η σχέση μου με το γιο της γυναίκας μου -αν και εξωτε­ρικά δεν φαινόταν τίποτα- πήγαινε από το κακό στο χει­ρότερο. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως όποτε βρι­σκόμασταν μαζί, παρατηρούσα τη συμπεριφορά μου απέναντι του περισσότερο από πριν. Είχε περάσει κάπου ένας μήνας, όταν, ενώ παρακο­λουθούσα μία διάλεξη της οποίας δεν μ’ απασχολούσε το θέμα, μου πέρασε από το νου – σαν να έβλεπα έργο στην τηλεόραση – μια σκηνή που είχε γίνει ανάμεσα σε μένα και σ’ εκείνον μερικές μέρες πριν, Μια σκηνή απλή, γρήγορη, σαν αυτές που γίνονται κατά δεκάδες ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι. Καθώς, όμως, η σκηνή φιλτραριζόταν μέσα από τα ερωτήματα που είχαν μπει και, κυρίως, από τη δυνατή επιθυμία να γλιτώνω από τη δυσάρεστη κατάσταση μιας τέτοιας, ψυχολογικά μίζερης σχέσης, άρχισε να ξεχύνεται από μέσα μου μια καινούργια σειρά από ερωτήματα που, χωρίς να είναι τα ίδια απαντήσεις, έμοιαζε να απαντούν στα πρώτα: Ήταν αιτία της σύγκρουσης η προσπάθεια να δείξω μια άλλη συμπεριφορά απ’ αυτή που μου ερχόταν; Είχα μια εικόνα για το πώς θα ‘πρεπε να ‘μαι και προσπαθού­σα να ξεφύγω απ’ αυτό που ήμουν; Γιατί το ‘κανα αυτό; Ποιον κορόιδευα με το να παριστάνω κάτι που δεν ή­μουν; Τι φόβοι κρύβονταν πίσω από μια τέτοια ανειλι­κρινή στάση; Μήπως αυτοί οι φόβοι ήταν ίδιοι ή ανάλο­γοι με αυτού του παιδιού; Είχε ή δεν είχε αυτό το παιδί το ίδιο πρόβλημα με την κόρη μου: παιδί χωρισμένων γονιών που ξαναπαντρεύτηκαν;

Είχε πια ξεχυθεί μέσα μου ένας χείμαρρος από ερωτήματα που δεν μπορούσα να σταματήσω και που γίνονταν όλο και πιο οδυνηρά. Στο βάθος της καρδιάς μου άρχισε να αχνοφαίνεται μια καλοσύνη γι’ αυτό το παιδί, μια καλοσύνη που επρόκειτο να κάνει πολύ καλύτερη τη σχέση μας, έτσι ώστε τα ζόρια εκείνου του καιρού να είναι σήμερα – που κι αυτός είναι πατέρας – σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Καλό ξημέρωμα.
Π.

«Τα εν οίκω μη εν Δήμω»

Σε μια συζήτηση που είχα πριν δυο μέρες για το blog, μου ειπώθηκε ότι ίσως δεν θα πρέπει να γίνομαι πολύ προσωπικός, όσο γίνομαι μερικές φορές. Κι έτσι, για άλλη μια φορά αναβάλλεται το post   για το γάμο που έχω ετοιμάσει, γιατί θέλω να βάλω κάτι άλλο.
Ένα από τα παλαιότερα posts του blog με τίτλο, «Ωχ! Κά­ποιος φιλάει την κόρη μου στην παραλία!», ήταν και ένα από τα άρθρα που είχα γράψει στο ΤΗΛΕΡΑΜΑ, μετά που παραιτήθηκα από την ΕΡΤ. Όταν πρώτο-δημοσιεύτηκε εκεί τότε, καλοκαίρι του 1987, δημιούργησε – εκτός όλων των άλλων – και μια αντίδραση που δεν την περίμενα. Καθώς περιέγραφε ένα αληθινό περιστατικό, κάποια από τα πιο ηλικιωμένα μέλη της οι­κογένειας το θεώρησαν ανεπίτρεπτο και επισφράγισαν τα όσα είπαν με τη φράση: «Τα εν οίκω μη εν Δήμω». Προσπάθησα να καταλάβω τι τους έθιξε. Ποια παρα­δοσιακή αρχή είχα υπερβεί; Τι μοντέλο οικογένειας είχα σπάσει, και γιατί αυτό θεωρήθηκε κάτι σαν ιεροσυλία;
Τι κρύβεται πίσω α­πό ένα τέτοιο παραδοσιακό μοντέλο οικογένειας; Φροντίδα για την προφύλαξη των μελών της; Από τι; Γιατί αυτή η προ­σπάθεια να παρουσιάζουμε μια ωραιοποιημένη εικόνα προς τα έξω και -το χειρότερο- και προς τα μέσα; Ποιον κοροϊδεύουμε κουκουλώνοντας την αλήθεια;
Τι είναι εκείνο που κάνει δυο ανθρώπους να θεωρούν ντροπή το να μιλήσεις ανοιχτά για την πρώτη εκδήλωση της εφηβείας ενός από τα κορίτσια της οικογένειας; Κι αν συνέβαινε το ίδιο για το αγόρι, θα τους πείραζε;
Το πρώτο που βλέπει κανείς είναι ότι δεν υπάρχει εν­διαφέρον για το ίδιο το γεγονός, αφού στις μεταξύ μας συζητή­σεις σχολιάστηκε με κουτσομπολίστικη, γαργαλιστική διάθεση και γέλια, αλλά για το τι θα πει ο κόσμος. Τι θα πει ο κόσμος για όσα γίνονται σπίτι μας. Που, εντάξει,  γίνονται αλλά πρέπει να τα κρύψουμε. «Τα εν οίκω μη εν Δήμω».
Φτάνοντας σ’ αυτή την παρατήρηση και συνειδητοποι­ώντας ότι με αυτό ακριβώς το μοντέλο έχω ανατραφεί κι εγώ ο ίδιος, άρχισαν να γεννιόνται μέσα μου εικόνες, κάτι σαν τα  flash back του κινηματογράφου, εικόνες από την παιδική μου ηλικία, που είχαν σχέση με ένα μοντέλο οικογένειας σαν αυτό που γέννησε την αντίδραση που σας είπα πιο πάνω. Εικόνες κάπως θολές, ξεθωριασμένες από τα χρό­νια που πέρασαν αλλά με μια ξεκάθαρη γεύση απόκρυ­ψης και ψέματος. Εικόνες, όπου οι μεγάλοι να λένε κάτι που δεν θέλουνε ν’ ακούσουμε εμείς τα παιδιά και μας βγάζουν έξω ή να λένε κάτι που το σταματάνε ένοχα, μόλις μπούμε στο δωμάτιο. Εικόνες μιας μητέρας που χρησιμοποιεί εκατοντάδες φορές την απειλητική φράση: «Μόνο να μην το μάθει ο πατέρας σου», εν αγνοία του φυσικά, αποξενώνοντάς μας έτσι απ’ αυτόν. Μια αποξένωση που δυναμώνει από μία άλλη εικόνα: Εκείνη του πατέρα που λέει στη μητέρα να κάνει κάτι κι ενώ εκείνη συμφωνεί και το δέχεται, όταν μείνει μόνη κάνει ακριβώς το αντίθετο, ζητώντας από εμάς τα παιδιά να μην του πούμε τίποτα, καθώς έτυχε να ‘μαστε μπροστά σ’ αυτή τη σκηνή. Και άλλη μια εικόνα που επαναλαμβάνεται ατέλειωτα: τους  μεγάλους να λένε τη φράση: «Τι θα πει ο κόσμος!»
Και μεγαλώνοντας, ανακαλύπτεις ότι αυτό το, «τι θα πει ο κόσμος» θέλει να δώσει προς τα έξω την εικόνα του «πώς θα θέλαμε να είμαστε» και τού, «πώς θα έπρεπε να είμαστε». Κι αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί ένα ιδανικό που πίσω του αρχίζουμε να τρέχουμε να το πιάσουμε, φεύγοντας όλο και πιο μακριά από κείνο που πραγματικά είμαστε; Μήπως αυτό είναι η αρχή κάθε ψυχολογικής ανισορροπίας· δηλαδή, δυστυ­χίας;
Ένα τέτοιο μοντέλο ανατροφής παιδιών, λοιπόν, που δίνει σημασία στην εικόνα προς τα έξω και δεν επιτρέπει την άνθηση τού «μέσα» δεν θρέφει την υποκρισία; Την υποκρισία που αρχίζει από το άτομο, περνάει στην οικογένεια, α­πλώνεται στην κοινωνία – αφού η κοινωνία είμαστε εμείς κι όχι η αφηρημένη έννοια που νομίζουμε – που σημαίνει ότι τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια ατμό­σφαιρα εξαιρετικά βλαβερή για την ψυχή τους. Έτσι όταν  μεγαλώνουμε, έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί που τα θεωρούμε όλα αυτά φυσικά και λέμε: «Έτσι είναι η ζωή». Έτσι είναι ή εμείς – γενιές τώρα – την κάναμε έτσι;  Κι αν εμείς την κάναμε, δεν μπορούμε και να την αλλάξουμε; Αρχίζοντας ο καθένας από το σπίτι του; Από την οικογένεια του; Από τον ίδιο; Από μέσα του; Εγκαταλείποντας τη φυγή τού να κυνηγάς κάποιο δανικό απ’ έξω; Μήπως τότε θα έπαυε να υπάρχει η διαφορά ανάμεσα σε «εν οίκω» και σε «εν Δήμω»; Μή­πως τότε θα σταμάταγε η δυ­στυχία που κρύβεται μ’ επιμέλεια πίσω από τους τοίχους τόσων και τόσων σπιτιών; Η οικογενειακή δυστυχία των χαλασμένων γάμων που διαιωνίζονται, των τελειωμένων σχέσεων που είναι νεκρές και καμώνονται ότι δεν είναι, η βία των γονιών, σωματική και λεκτική – μεταξύ τους κι απέναντι στα παιδιά τους;  Μήπως θα παύαμε να θέλουμε να είμαστε ή να γίνουμε κάποιοι, αντί να είμαστε αυτό που είμαστε, ό,τι κι αν είναι αυτό και στα παλιά μας παπούτσια η γνώμη των άλλων;

Γράφοντάς το άκουγα στις ειδήσεις περί «φουσκωτών» των εισπρακτικών εταιριών των Τραπεζών και σκέφτηκα – για να τελειώσουμε με γέλιο απόψε – να κλείσω το post με κάτι πολύ προσωπικό, κλασσικό παράδειγμα του «τα εν οίκω εν Δήμω» ή αλλιώς «τα άπλυτα στη φόρα».
Εδώ και καιρό, έχω βαρέσει κανόνι (σας είχα γράψει τότε ένα post με φωτογραφία αλλά νομίσατε ότι κάνω πλάκα) σε 11 πιστωτικές κάρτες και 3 ανοιχτά δάνεια. Κι επειδή έχω την πολυτέλεια της απίστευτης ελευθερίας να μην είχα ποτέ ούτε να έχω οποιαδήποτε περιουσία, είχα την χαρά να διασκεδάζω με αυτές τις υστερικές κυρίες (ανοργασμικές όπως τις λέει μία φίλη μου – οι άντρες τις λένε αλλιώς), που με έπαιρναν διάφορες ώρες, σε όλα τα τηλέφωνα που είχα εναλλάξ και με απειλούσανε ουρλιάζοντας. Ορίστε μερικοί από τους διαλόγους που είχα:
1.
Κυρία: Ξέρετε καμία Τράπεζα να έχει χάσει ποτέ;
Εγώ: Ναι, τη δική σας, από μένα.
2.
Κυρία: Το ξέρετε ότι όταν πεθάνετε θα κληρονομήσουν τα χρέη σας τα παιδιά σας;
Εγώ: Και τι με νοιάζει εμένα τι θα κάνουν τα παιδιά μου όταν θα έχω πεθάνει;
Κυρία: Α, δεν μπορώ να μιλάω με άνθρωπο που δεν τον νοιάζουν τα παιδιά του;
Εγώ: Γιατί, εγώ σας πήρα τηλέφωνο και σας αναγκάζω να μου μιλάτε;
3.
Κυρία: Πότε σκοπεύετε να επιστρέψετε τα χρήματα που πήρατε;
Εγώ: Δεν σκοπεύω να τα επιστρέψω.
Κυρία: Κι όταν τα παίρνατε ήταν καλά;
Εγώ: Φυσικά!
Κυρία: Και τώρα γιατί δεν τα δίνετε;cannon.jpg
Εγώ: Γιατί δεν έχω λεφτά.
Κυρία: Και είναι δικαιολογία αυτή;
Εγώ: Ξέρετε καμιά καλύτερη;
Κυρία: Και μπορείτε να μου πείτε πώς ζείτε;
Εγώ: Ντύνομαι κάθε βράδυ τραβεστί και κατεβαίνω στη Συγγρού;
Κυρία: Με κοροϊδεύετε;
Εγώ: (Με γέλια) Προφανώς.
Κυρία: (Ουρλιάζοντας) Όταν θα πάτε φυλακή, θα σας κοπεί το γέλιο.
Εγώ: Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;
Κυρία: (Άγρια) Ορίστε.
Εγώ: Η σεξουαλική σας ζωή δεν θα πρέπει να είναι και πολύ πλούσια τελευταία, ε;
Και η κυρία μου το έκλεισε στα μούτρα – με το δίκιο της η κακομοίρα με την παλιοδουλειά που βρήκε να κάνει.

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ
Π.

«Γιατί, μπαμπά, θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά;»

paramithas-heretaei.jpgΕίχα σκεφτεί να βάλω αυτό το «σεντόνι» από Δευτέρα, αλλά «λυπήθηκα» το Γιάννη που μου ζητησε με το σχόλιό του να το βάλω αμέσως γιατί δεν αντέχει άλλο τη δημοσιότητα.

Θέλοντας, λοιπόν, να γράψω κάτι για το θυμό, έψαχνα πράγματα που είχα γράψει παλιότερα, κι ανακάλυψα ένα κείμενο με διάφορες σημειώσεις από όσα είχα πει στην κόρη μου – πολλά χρόνια πριν, στα δεκαπέντε της – ύστερα από την ερώτηση που μου έκανε:  «Γιατί, μπαμπά,  θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά;» Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι την ίδια ερώτηση μου την κάνετε σήμερα εσείς, βάζοντας στο «μπαμπά» ό,τι θέλετε: «Παραμυθά»,  «παππού», «φιλαράκι μου» κ.λπ.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι την κάνετε. Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ρωτήσω: Έχετε προσέξει ότι  όταν μας κάνουν κάποια παρατήρηση, θυμώνουμε – κατά κανόνα – επειδή έχουν δίκιο γι’ αυτό που μας λένε; Στην ουσία, δηλαδή, θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Αλλά γιατί; Επειδή, βασικά, έχουμε μια εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είμαστε. Ακούστε την ερώτηση, λίγο αλλαγμένη: «Γιατί θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά, όπως θα ήταν το ιδανικό να κάνω;». Με άλλα λόγια, γιατί δεν ακολουθώ στην πράξη τα ιδανικά μου;
Τώρα αυτό θα ακουστεί πολύ βαρύ, αλλά μήπως θα ήταν πιο απλό, αν δεν είχαμε καθόλου ιδανικά; Αν δεν έχεις μια ιδανική εικόνα του τι θα έπρεπε να είσαι ή τι να κάνεις, θα υπήρχε  κανένας λόγος να θυμώνεις με τον εαυτό σου; Οπότε, χωρίς την ύπαρξη του ιδανικού γιατί θα είχες ευγένεια, καλοσύνη, γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα, τόλμη, θάρρος, και λοιπά;  Αν μπορέσεις ν’ ανακαλύψεις το γιατί, έχοντας απελευθερωθεί από κάθε ιδανικό του πώς πρέπει να είναι κανείς ή να προσπαθήσει να γίνει, να φτάσει να ακολουθήσει ή να πετύχει, τότε ίσως να γεννιόταν μια συμπεριφορά εντελώς αλλιώτικη.
Γιατί, λοιπόν, έχουμε ιδανικά; Πρώτα απ’ όλα, επειδή από πάντα όλοι μας λένε από μικρά παιδιά ότι αν δεν έχουμε ιδανικά θα είμαστε άχρηστοι άνθρωποι.  Η κάθε κοινωνία, ασχέτως με το τι κοινωνικοπολιτικό ή θρησκευτικό μοντέλο ακολουθεί, θεωρεί ότι αυτό που ακολουθεί εκείνη είναι το ιδανικό,  κι εμείς που ζούμε μέσα σ’ αυτή την κοινωνία προσπαθούμε να ζούμε σύμφωνα με αυτό, έτσι δεν είναι; Τώρα:  πριν αρχίσει να ζει κανείς σύμφωνα με κάποιο ιδανικό, δεν θα έπρεπε πρώτα ν’ ανακαλύψει αν χρειάζεται ή όχι να έχεις ιδανικά; Σίγουρα, αυτό θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία για τη ζωή του από την τυφλή υπακοή και υποταγή σε αυτό που του λένε οι άλλοι, ότι πρέπει να πιστέψει, να ακολουθήσει. Αλλά μεγαλώνοντας γεμίζουμε όχι μόνο από ένα σωρό ιδανικά που μας επιβάλει το περιβάλλον όπου ζούμε, αλλά και από εκείνα που οι ίδιοι επινοούμε για τον εαυτό μας. Κι έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί το…  ιδανικό είναι να έχετε ιδανικά; Προσωπικά νομίζω, επειδή φοβόσαστε να είσαστε αυτό που είστε.
Και φοβόσαστε να είσαστε αυτό που είστε, σημαίνει ότι δεν έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, προσπαθείτε να γίνετε εκείνο που σας λέγανε από μικροί οι γονείς σας, το σχολείο σας, η κοινωνία, οι γονείς σας, η θρησκεία σας, ότι θα έπρεπε να είστε.
Τώρα: Άντε κάποτε ήσουν μικρός και ρούφαγες ανεξέλεγκτα ό,τι σου λέγανε. Αλλά όντας πια μεγάλος, γιατί να φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι, που όταν σου ξεφεύγει καμιά φορά και είσαι κάνεις κι ενοχές; Γιατί, λοιπόν, όντας ενήλικας πια κανείς, δεν ξεκινάει άφοβα να ανακαλύψει εκείνο που αληθινά είναι κι όχι να συνεχίζει να προσπαθεί να είναι εκείνο που του έχωσαν στο κεφάλι ότι θα έπρεπε να είναι; Αν δεν κατανοήσεις βαθιά αυτό που είσαι και απλώς προσπαθείς να το κάνεις να γίνει κάτι που νομίζεις ότι θα έπρεπε να είσαι, τότε δεν ζεις μια αληθινή, ισορροπημένη, υγιεινή  και δημιουργική ζωή.
Οπότε πετάξτε τα όλα τα ιδανικά. Ξέρω ότι αυτό δεν θα το ήθελε καμία εξουσία· δεν θα το ήθελαν οι κάθε είδους ηγέτες: πολιτικοί, θρησκευτικοί, «φιλοσοφικοί», στρατιωτικοί, «πνευματικοί», αλλά κυρίως οι οικονομικοί, που κρατάνε τον πλούτο συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δίνουν γι’ αντάλλαγμα ιδανικά. (Όχι, μην πάει ο νους σας πουθενά: κι ο κομμουνισμός είναι – ή μάλλον υπήρξε – εξ ίσου ιδανικό από την πίσω πόρτα). Πετάξτε τα όλα τα ιδανικά, ρίξτε τα στο ποτάμι, στο καλάθι των αχρήστων και ξεκινήστε με αυτό που είσαστε. Για να πάει κανείς μακριά ξεκινάει από κοντά. Χρησιμοποιήστε το νου σας για να ψάξετε να δείτε τι είναι αυτό που θέλετε και τι αληθινά είστε, βαθιά μέσα σας. Χρησιμοποιήστε το νου σας για να βρείτε τι πραγματικά κρύβεται σ’ αυτά, αλλά όχι σύμφωνα με τα ιδανικά σας. Χρησιμοποιείστε το νου σας για ν’ ανακαλύψετε γιατί δεν θέλετε όσα δεν θέλετε με την καρδιά σας. Χρησιμοποιείστε το νου σας για να βρείτε τι θέλετε αληθινά να κάνετε στη ζωή σας – τι θέλετε να κάνετε εσείς, όχι τι σας λένε να κάνετε η κοινωνία, η θρησκεία, η πολιτική και κάποια προσωπικά σας ιδανικά. Αν δώσετε όλο σας το είναι σ’ αυτή την έρευνα, τότε θα κάνετε κάτι αληθινά επαναστατικό· τότε θα έχετε την αυτοπεποίθηση να δημιουργήσετε, να δεχτείτε εκείνο που είσαστε και που σ’ αυτό θα βρείτε μια ενέργεια που θ’ ανανεώνεται διαρκώς. Αλλά κάνοντας το αντίθετο θα σπαταλάτε την ενέργειά σας, προσπαθώντας να γίνετε κάτι άλλο από αυτό που είστε, να γίνετε «κάποιος» ή «κάποια» που λένε.
Δεν το βλέπετε από μόνοι σας ότι είναι πραγματικά εκπληκτικό πράγμα, να μην φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι; Γιατί η ομορφιά υπάρχει σ’ αυτό που είσαι κι όχι σ’ εκείνο που νομίζεις ο ίδιος ή σου λένε οι άλλοι ότι θα ‘πρεπε να είσαι. Αν δεις ότι είσαι αδύναμος ή ότι είσαι ανόητος και κατανοήσεις την αδυναμία σου ή έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με την ανοησία σου, χωρίς να προσπαθήσεις να την αλλάξεις σε κάτι άλλο, τότε σ’ αυτό το στάδιο θα δεις ότι υπάρχει τρομερό ξαλάφρωμα, μεγάλη ομορφιά και μεγάλη νοημοσύνη. Και μετά αρχίζει ένα ταξίδι μέσα σου, που είναι πολύ μακρινό, ίσως και χωρίς τέλος.
Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Χα, χα, χα… Άλλο ένα τέτοιο να γράψω και δεν θα έχουν μείνει ούτε οι μισοί για τη συνάντηση που λέγαμε… Άσε που μπορεί να μας κλείσουν και «το μαγαζί»… Χα, χα, χα…

Τα «παραδείγματα προς μίμηση».

paramithas-heretaei.jpgΣε μερικά σχόλιά σας, φαίνεται η ανησυχία για το πώς μπορεί να μεγαλώνει κανείς ήσυχα και ήρεμα τα παιδιά του. Αυτό μου θύμισε ότι έχω καιρό να βάλω κάτι της κατηγορίας, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ. Και πριν προχωρήσω έχετε αναρωτηθεί μήπως έχετε νεύρα επειδή σας έχουν μεγαλώσει ντρεσάροντάς σας να είστε καλό παιδί, καλή μάνα, καλή νοικοκυρά, καλή σύζυγος ή αντίστοιχα, καλός πατέρας, καλός σύζυγος, καλός επαγγελματίας, επιτυχημένος, επώνυμος, με δύναμη και διάφορα άλλα; Μήπως προσπαθείτε να γίνετε κάτι που δεν είστε; Μήπως σας έχουν διαμορφώσει να κάνετε τα πράγματα από καθήκον και όχι από αγάπη, οπότε πώς να μην έχεις νεύρα; Έχετε σκεφτεί πώς γίνεται αυτή η διαμόρφωση;

– Κοίτα τι καλό παιδί που είναι ο Δημήτρης! Μακάρι να του ‘μοιαζες.
– Κοίτα πώς τρώει το φαΐ του ο Αντώνης! Έτσι πρέπει να φας κι εσύ όλο σου το φαΐ.
– Κοίτα τι ωραία που κάθεται το παιδάκι! Όχι σαν κι εσένα…
– Είδες πώς διαβάζει ο Χρήστος και δεν τεμπελιάζει, όπως εσύ;
– Μακάρι να ‘μοιαζες στον αδελφό σου αλλά, πού…
– Εγώ στην ηλικία σου έπιανα πουλιά στον αέρα…

Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Δεν μας έχουν συγκρίνει οι γονείς μας, οι συγγενείς μας κι οι δάσκαλοί μας, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο, στις ίδιες ή και σε άλλες περιπτώσεις όταν ήμαστε παιδιά, προτρέποντάς μας να μιμηθούμε το παράδειγμα που έστηναν σαν ανδριάντα μπροστά μας; Κι έτσι αργότερα, όταν ενηλικιωθήκαμε, λειτουργώντας ασυνείδητα σύμφωνα με την πλύση εγκεφάλου που μας έγινε στην παιδική ηλικία, διαμορφωμένοι πια με αυτό το μοντέλο, δεν συνεχίσαμε να συγκρίνουμε -από μόνοι μας πια- εμάς τους ίδιους με άλλους, με αποτέλεσμα να θέλουμε καλύτερα ρούχα, καλύτερο αυτοκίνητο, καλύτερη μύτη, περισσότερα μαλλιά, περισσότερο ύψος, περισσότερη εξουσία, όλο και περισσότερα λεφτά και πάει λέγοντας;
Οι περισσότεροι από μας, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, ταξική προέλευση, επίπεδο μόρφωσης, οικονομική κατάσταση, δεν συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με κάποιους άλλους, θέλοντας κάτι που έχουν αυτοί; Δεν έχουμε μέσα μας, κρυφά ή φανερά, στημένα σε ανδριάντες, «παραδείγματα προς μίμηση»; Και την ίδια ώρα, μήπως μεγαλώνουμε με τον ίδιο τρόπο και τα παιδιά μας;
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν πράγματι είναι τόσο βλαβερό -όσο υπονοώ- το να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον άλλο; Ας το δούμε.
Ο πρώτος τρόπος σύγκρισης είναι εκείνος όπου η σύγκριση γίνεται σε σχέση με κάποιον που βρίσκεται σε χειρότερη θέση από μας ή έχει περισσότερα προβλήματα από μας ή υπερτερούμε σε κάτι απ’ αυτόν; Σε τούτη την περίπτωση η σύγκριση γίνεται για να αυτοεπιβεβαιωθούμε, να αυτοδικαιωθούμε και, γενικά, για να ικανοποιήσουμε τις ματαιοδοξίες μας και τα συμπλέγματα ανωτερότητας. Δεν είναι έτσι; Πόσες φορές δεν έχουμε επιμείνει ότι έχουμε το καλύτερο αυτοκίνητο, την καλύτερη μάρκα ψυγείο, τον καλύτερο οδοντίατρο, την καλύτερη τηλεόραση, το καλύτερο βίντεο, το καλύτερο κομπιούτερ, καθώς και άλλα πολύ σοβαρότερα; Αυτός ο τρόπος σύγκρισης, τώρα, δεν είναι τόσο βλαβερός όσο είναι ενδεικτικός της ανασφάλειάς μας, της ματαιοδοξίας μας και της ανοησίας μας. Πραγματικά βλαβερός, όμως, είναι ο δεύτερος τρόπος, όπου συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον που έχει κάτι που δεν έχουμε. Και γιατί είναι βλαβερό αυτό; Ας παρακολουθήσουμε όλη τη διαδικασία.
Βλέπεις κάποιον που έχει κάτι που δεν έχεις. Αυτό μπορεί να είναι ικανότητα, χρήματα, φήμη, παρουσιαστικό, ντύσιμο, συμπεριφορά, νοοτροπία, συνήθεια, ελάττωμα, φυσικό χάρισμα, οτιδήποτε που σε γοητεύει κ.λπ. Αμέσως φαντάζεσαι τον εαυτό σου στη θέση του και γεννιέται η επιθυμία να μοιάσεις· να αποκτήσεις· «να ανέβεις»· και προσπαθείς να μιμηθείς, να πετύχεις, να «γίνεις». Τώρα, αυτή η προσπάθεια του να γίνεις κάτι δεν προϋποθέτει την άσκηση βίας, είτε προς τους άλλους, είτε προς τον ίδιο μας τον εαυτό; Η προσπάθεια να γίνεις κάτι που δεν είσαι δεν σε απομακρύνει κατά κανόνα από αυτό που είσαι; Η σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι και σ’ εκείνο που νομίζεις ότι πρέπει και προσπαθείς να γίνεις δεν δημιουργεί, φόβους, ανασφάλειες, άγχος, πίεση; Κι αυτά δεν είναι μόνιμη πηγή δυστυχίας;
Και για να το πάμε λίγο πιο πέρα: το κυνήγι ενός ιδανικού, όσο ευγενικό κι αν είναι αυτό, μήπως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια <φυγή απ’ αυτό που πράγματι συμβαίνει ή υπάρχει, ένα άλλοθι για να μην αλλάζουμε τώρα; Η ανθρωπότητα, έχει ιδανικό την ειρήνη και την κυνηγάει εδώ και αιώνες τώρα, κάνοντας πολέμους, αντί να σταματήσει αμέσως κάθε πόλεμο! Τα ιδανικά είναι άλλοθι χρόνου. Όπως το «θα κόψω το τσιγάρο αύριο».
Η συνεχής, λοιπόν, αναπαραγωγή παραδειγμάτων για μίμηση που κάνουμε στα παιδιά μας, αρχίζοντας από πολύ νωρίς με πολύ απλές και φαινομενικά αθώες συγκρίσεις, μήπως τα ξεστρατίζει από το δρόμο τού να γνωρίσουν αυτό που πράγματι είναι, από αυτό που πράγματι θέλουν, από αυτό που πράγματι μπορούν; Μήπως εμποδίζει ν’ ανθίσει ελεύθερα η όποια -μικρή ή μεγάλη, αδιάφορο- κλίση τους; Και διαμορφώνοντάς τα μ’ αυτόν τρόπο, μήπως υπογράφουμε τη δυστυχία τους και τη δική μας; Ξέρετε πόσοι επώνυμοι επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, πολιτικοί, managers και γενικώς πάμπλουτοι και επιτυχημένοι, βαράνε φανερά ή κρυφά ενέσεις, είναι χωμένοι στον αλκοολισμό, χρησιμοποιούν για φυγή το σεξ, τη θρησκεία, το κόμμα ή το ποδόσφαιρο ή πηδάνε από τα μπαλκόνια;
Για σκεφτείτε το…
Καλό Σαββατοκύριακο παιδιά.
Π.