Συμπτώσεις!

Καλά! Μέσα σε μια εβδομάδα τέσσερις συμπτώσεις, ε δεν υπάρχει περίπτωση, θα τις ανεβάσω σε post! Δεν ξέρω πόσο μπορεί να σας ενδιαφέρουν, αλλά με διασκεδάζει πολύ να το κάνω αυτό.
Λοιπόοοοον…. Όλα άρχισαν την προ-προηγούμενη Κυριακή, στις 2 του μήνα, που μας είχε καλέσει  η μεγάλη μου αδελφή να φάμε  σπίτι της στον Άγιο Στέφανο, το Μπογιάτι όπως λεγόταν παλιά. Εκεί έχω περάσει τα περισσότερα καλοκαίρια μου,΄για τρεις μήνες κάθε καλοκαίρι, από τότε που γεννήθηκα μέχρι την εφηβεία μου, γιατί εκεί είχαν σπίτια τρεις ξαδέλφες της μάνας μου, όλες πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη. Είχαν έρθει με μια μεγάλη φουρνιά από Έλληνες και τότε το Ελληνικό Κράτος, τους έδωσε να καλλιεργούν κάποια χωράφια στο Μπογιάτι – μπάμιες και αμπέλια. Παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά -τα ξαδέλφια μου- και ζούσαν καλλιεργώντας τος μπάμιες και τα σταφύλια. Μία από τις μεγάλες μας χαρές τότε, ήταν ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών. Τι ηδονή! Ξυπόλητος να χοροπηδάω σε μια στέρνα γεμάτη σταφύλια! Καθώς, λοιπόν, καθόμαστε στη βεράντα του σπιτιού της αδελφής μου, κοίταξα το διπλανό σπίτι του ξαδέλφου μου όπου εκεί γινόταν το πατητήρι και όλες αυτές οι εικόνες μου ήρθαν στο νου. Λίγο αργότερα, στο σπίτι μας, έψαχνα κάτι παλιούς φακέλλους  για να βρω κάτι που είχα γράψει πολλά χρόνια πριν για την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή και είχα σκεφτεί να το ανεβάσω εδώ. Και ξαφνικά, πέφτω πάνω σε μια παλιά φωτογραφία, του 1948, όταν ήμουν 5 χρονών, όπου έχουμε μαζευτεί μαμάδες, θείες  και ξαδέλφια, αμέσως μετά τον τρύγο, καθώς ετοιμαζόμαστε για τον τρύγο. Και να η φωτογραφία. Αριστερά γονατιστή είναι η μητέρα μου, ενώ εγώ είμαι δεξιά, μέσα στη σκάφη με τα σταφύλια, και τη θεία και την ξαδέλφη μου τη Βούλα, να με βοηθάνε να σηκώνω ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλια. Αυτό το ξανθό μουτρωμένο κοριτσάκι δεξιά στην αγκαλιά της ξαδέλφης μου της Πόπης, είναι η αδελφή μου! Χα, χα, χα, ούτε που το θυμάμαι ότι ήταν τόσο ξανθιά!

Χτες Κυριακή,  στις έντεκα το πρωί, ήμουν στην Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο, όπου στο περίπτερο των Εκδόσεων Ψυχογιός, υπέγραφα τα βιβλία του “ΠΑΡΑΜΥΘΑ”, που αγοράζανε. Μόλις έφτασα, κάθισα πίσω από τον πάγκο με τα βιβλία και καθώς κοίταζα γύρω μου…

… το βλέμμα μου έπεσε στο απέναντι περίπτερο. Ήταν οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ.

… Άλλη σύμπτωση! Υπέγραφα βιβλία μου απέναντι σε έναν αγαπημένο συγγραφέα της εφηβείας μου, “Δάσκαλό μου”, όπως σας έχω γράψει σε ένα πολύ παλιό post  ΕΔΩ. Μ’ αυτό συγκινήθηκα πολύ…
Λίγο αργότερα, κατά τις μία, τέλειωσε η δουλειά μου και φύγαμε. Αυτή τη φορά, όμως, αντί να φύγουμε από την πλευρά της Αίγλης  όπως είχαμε έρθει, φύγαμε από την πίσω πλευρά του κτιρίου του Ζάππειου. Εκεί, όμως, ήταν κάτι που με συγκίνησε: Η είσοδος της Ραδιοφωνίας , του τότε Ε.Ι.Ρ  – δηλαδή: του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας . Την είσοδο αυτή την είχα περάσει για πρώτη φορά το 1952, όταν ήμουν 9 χρονών, για να παίξω σε ένα ραδιοφωνικό θεατρικό έργο, το ρόλο του Μπερλιόζ στην παιδική του ηλικία. Από τότε και μέχρι την μετακόμιση πια της Ε.Ρ.Τ. στην Αγία Παρασκευή, το 1971 νομίζω, ξανακατέβηκα πολλές φορές τα σκαλιά για να πάρω μέρος σε ραδιοφωνικές εκπομπές τόσο ως παιδί, όσο και ως νεαρός ηθοποιός αργότερα.

Διαβάζοντας  την μαρμάρινη πλάκα, συνειδητοποίησα πόσα χρόνια κάνω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τη δουλειά του ηθοποιού…

Και σήμερα, Δευτεριάτικα, με περίμενε και η τελευταία έκπληξη: Μιλώντας με ένα φίλο μου, μου είπε ότι του άρεσε το θεατρικό του ραδιοφώνου της Ε.Ρ.Τ. που είχε σε CD η ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ και έπαιζα κι εγώ κάνοντας τον Αφηγητή! Πήγα και το πήρα. Ειλικρινά δεν θυμάμαι με τίποτα ότι έχω κάνει αυτό το θεατρικό!!! Το μόνο σίγουρο είναι έχει ηχογραφηθεί στο στούντιο στο Ζάππειο που έβγαλα χθες τις φωτογραφίες που είδατε! Έτσι σκέφτηκα να κλείσω αυτό το post με την αρχή από αυτό το ραδιοφωνικό που την κάνω εγώ ως αφηγητής. Και για να έχει και εικόνα, γύρισα και το ραδιόφωνο του σπιτιού μας όταν ήμουν μικρός, κι έχω περάσει ώρες καθιστός μπροστά του, ακούγοντας εκπομπές.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Ένα μετάλλιο και μία έκπληξη

Μεταφράζοντας κάποιο κείμενο του Κρισναμούρτι, πριν μερικές μέρες, κόλλησα στις λέξεις  humble και humility — ταπεινός και ταπεινοφροσύνη. Όχι στη μετάφρασή τους, αλλά στην έννοια, στην αίσθηση, που εκείνος δίνει στις λέξεις, κι όχι στη λογική τους, κυριολεκτική μετάφραση. Στο κεφάλι μου, οι δύο αυτές λέξεις – έτσι όπως τις έχω μάθει από μικρός και τις χρησιμοποιώ – είναι πάνω κάτω το ίδιο. Αυτό, όμως, που λέει ο Κρισναμούρτι, το περιεχόμενο που τους δίνει είναι για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα.
Λέει: «Η ταπεινότητα, το να είσαι ταπεινός,  είναι κάτι που μπορεί να το καταφέρει, να το καλλιεργήσει κάποιος που είναι ήδη –και συνεχίζει να είναι- γεμάτος ματαιοδοξία και αλαζονεία· αλλά η ταπεινοφροσύνη δεν είναι μία ιδιότητα που μπορεί ν’ αποκτηθεί, είναι μία κατάσταση ύπαρξης: ή βρίσκεσαι ή δεν βρίσκεσαι μέσα στην ταπεινοφροσύνη. Η ταπεινοφροσύνη είναι απλότητα, αλλά η καλλιεργημένη ταπεινότητα είναι μία άλλη μορφή υλικής ευχαρίστησης…». Και καθώς είχα προβληματιστεί με αυτή τη διαφορά που την έπιανα λογικά, αλλά δεν έπιανα την αίσθησή της με την καρδιά,  θυμήθηκα ξαφνικά δύο στιγμές που υπάρχουν σε δύο βίντεο από ομιλίες του το 1985. Η μία είναι από ομιλία του στον Ο.Η.Ε και η άλλη από μία δημόσια συνάντηση με απαντήσεις σε ερωτήσεις που του έκαναν γραπτά. Σ’ αυτή τη συνάντηση ήμουν εκεί και αυτό που θα σας δείξω με διασκεδάζει πολύ, όπως με διασκεδάζει κι αυτό που θα δείτε από την ομιλία στα Ηνωμένα Έθνη. Μπορεί με τα δύο βίντεο να έπιασα την αίσθηση των δύο λέξεων, αλλά δεν παύουν να είναι και διασκεδαστικά όλα αυτά. Θα δείτε.

Το πρώτο βίντεο είναι από μία ομιλία που έδωσε ο Κρισναμούρτι στις 11 Απριλίου του 1985 – ένα μήνα πριν κλείσει τα 90 – στον Ο.Η.Ε.  στα πλαίσια του συλλόγου Pacem in Terris (Ειρήνη στη γη).  Πάντα όταν μιλούσε σε τέτοιους χώρους φορούσε κοστούμι και γραβάτα και στην περίπτωση του Ο.Η.Ε. δεν ήταν και μόνος του, αλλά ο ένας από τους τέσσερις του panel.  Ωστόσο μίλησε μόνο αυτός. Όταν τελειώνει η ομιλία του κάνουν κάποιες ερωτήσεις κι όταν τελειώνουν κι αυτές και θεωρητικά είναι να φύγει, του την έχουν… στημένη και του δίνουν ένα τιμητικό μετάλλιο για την προσφορά του στην Ειρήνη! Προσπαθεί να κρύψει την αμηχανία του για τα καλά λόγια που ακούει –μέχρι και Παγκόσμιο Διδάσκαλο τον αποκαλεί ο ομιλητής- και προσέξτε τι κάνει. Μόλις πάρει το μετάλλιο στα χέρια του, το δέχεται ευγενικά και μετά αμέσως, με τρόπο το αφήνει πάνω στο τραπέζι και πάει να την κάνει. Αλλά ο άλλος του πάνελ, το παίρνει χαμπάρι και κάνει νόημα σ’ αυτόν που του το έδωσε να του το ξαναδώσει, πράγμα που κάνει ο άλλος αμέσως φωνάζοντας και μία φωτογράφο. Παγιδευμένος ο Κρισναμούρτι βγαίνει στη φωτογραφία κι αμέσως κρατώντας σαν χαρτοπετσέτα το μετάλλιο φεύγει αμέσως ξεχνώντας και να χαιρετήσει, αλλά ο άλλος τον έχει πάρει από πίσω και γυρνάει και τον χαιρετά. Αλλά μετά, δεν τον κρατάει τίποτα! Βλέποντάς το πάλι αυτό βίντεο, καταλαβαίνω ότι η ταπεινότητα είναι μια πόζα. Αν ήταν ταπεινός, με ταπεινότητα θα το αρνιόταν, με αλαζονικό στυλ «πώς τολμάτε να μου δίνετε και μετάλλιο», πράγμα που –όποιος ξέρει όλη την ιστορία του και την πορεία του από τα 29 του έως τα 90 του – καταλαβαίνει κανείς ότι θα είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Αλλά λειτουργεί με ταπεινοφροσύνη κι αφού δεν καταφέρνει να το αφήσει με τρόπο σαν να το ξέχασε, το παίρνει και φεύγει. Δείτε το βίντεο.

Και για το δεύτερο βίντεο τώρα. Η πρώτη Δημόσια συνάντηση με απαντήσεις σε ερωτήσεις-από τις δύο προγραμματισμένες- έγινε την ίδια χρονιά, λίγους μήνες μετά, στις 17 Αυγούστου, ημέρα Τρίτη.  Το προηγούμενο   Σαββατοκύριακο είχε κάνει τις δύο πρώτες ομιλίες από τι τέσσερις που υπήρχαν στο πρόγραμμα και τη Δευτέρα που ήταν κενή, τον συναντήσαμε με τη Στεφανία, κι αφού φάγαμε το μεσημέρι μαζί του και με όλους τους άλλους στη Τραπεζαρία του Σχολείου, μετά πήγαμε στη Βιβλιοθήκη για να κανονίσουμε λεπτομέρειες για την επίσκεψή του στη Σκιάθο, που τον είχαμε καλέσει για το Σεπτέμβριο του 1986, κάτι που βέβαια δεν έγινε, αφού πέθανε το Φεβρουάριο αυτής της χρονιάς. Και στο Τραπέζι,  και μετά στη συνάντησή μας, περάσαμε καλά και γελάσαμε με διάφορα που λέγαμε. Το ίδιο απόγευμα, η Στεφανία έφυγε για Ελλάδα, γιατί ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις ενάμιση χρονώ τότε, κι εγώ έμεινα για τις υπόλοιπες τέσσερις συναντήσεις. Η πρώτη, με ερωτήσεις και απαντήσεις όπως σας είπα, ήταν την άλλη μέρα Τρίτη. Η μεγάλη τέντα ήταν φίσκα, μπροστά του ήταν όσοι κάθονταν κάτω σε μαξιλάρια, κι εγώ βρήκα μία και μοναδική άδεια καρέκλα στην πρώτη σειρά πίσω τους. Όπως θα δείτε, από τα κομμάτια που κράτησα από το βίντεο, μπαίνει, κάθεται, κάνει μια εισαγωγή κάνα δεκάλεπτο, και πριν αρχίσει να διαβάζει τις ερωτήσεις που του είχαν κάνει για να απαντήσει, περνάει ένα αεροπλάνο κι ο θόρυβός του τον κάνει να σταματήσει να μιλάει, μέχρι να περάσει. Σιωπηλός, κοιτάζει ένα γύρο μπροστά του και ξαφνικά με πιάνει το βλέμμα του και με έκπληξη που δείχνει χαρά που με είδε εκεί, χαμογελάει στα γρήγορα, κάνοντάς με και μένα να γελάσω από έκπληξη με αυτή την  αντίδρασή του, που έδειχνε την απλότητά του, (της ταπεινοφροσύνης του)  χωρίς να νοιάζεται για το ποιος είναι, τι θέση έχει εκεί και τέτοια, τύπου πόζας ταπεινότητας  γκουροδάσκαλου! Δείτε το βίντεο, έχει πλάκα, αλλά και ενδιαφέρον.
Καλή εβδομάδα
Π.

 

Η Παραμυθού

Όπως σας είχα γράψει στο προηγούμενο post, προχθές ήμουν σε μία εκδήλωση στην Κω. Είχε οργανωθεί από το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων των Παιδικών Σταθμών Δήμου Κω. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδάκια ήταν από το δυσκολότερο είδος κοινού, δηλαδή το πολύ πέντε χρονών! Ευτυχώς η κατάσταση ισορρόπησε από το άλλο είδος κοινού που ήταν οι “Παραμυθομεγαλωμένοι” γονείς τους! Γενικώς, νομίζω, ότι το ευχαριστήθηκαν όλοι. Επειδή το θέμα μου εδώ δεν είμαι εγώ, όποιος θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να τα δει γράφοντας στο Google “Παραμυθάς Κως” ή κάνοντας κλικ ΕΔΩ που υπάρχουν φωτογραφίες και βίντεο. Και θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους για αυτό το πολύ ωραίο τριήμερο που πέρασα στην Κω και ιδιαίτερα τις κυρίες του Συλλόγου που οργάνωσαν και φρόντισαν αυτή την εκδήλωση από την αρχή έως το τέλος.

Σ’ αυτή τη δεύτερη επίσκεψή μου στην Κω,δύο πράγματα μου έκαναν μεγάλη εντύπωση: Η Παραμυθού και η θέα του ξενοδοχείου μου. Θ’ αρχίσω με τη θέα. Στην προηγούμενη επίσκεψή μου στην Κω έμεινα σε ένα ξενοδοχείο, που δεν έβλεπε στη θάλασσα. Το ξενοδοχείο “Τρίτων” όπου έμεινα αυτή τη φορά είχε θέα στη θάλασσα και από τη μια άκρη της έως την άλλη, σε “απόσταση αναπνοής”, που λένε, ήταν η Τουρκία! Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά μου έκανε πολύ εντύπωση. Όχι για το ότι η θέα είχε φοβερή ομορφιά, αλλά γιατί η Τουρκία ήταν τόσο κοντά!  Γι’ αυτό και οι περισσότερες φωτογραφίες που έβγαλα ήταν αυτής της θέας. Δείτε μία.

Και το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση στην Κω, είναι η Παραμυθού. Γιατί; Επειδή η… “συνάδελφος” είναι μόλις τρεισήμισι χρονών! Η Ευαγγελία. Την γνώρισα στην ταβέρνα που βγήκαμε για φαγητό το βράδυ πριν φύγω. Την είχε φέρει η μητέρα της και ήταν το μόνο παιδάκι της παρέας, γιατί είχα παρακαλέσει, αν είναι δυνατόν, να μην έχουμε και στη ταβέρνα παιδάκια, μετά από αυτή τη μέρα που πέρασα! Ευτυχώς η μαμά της Ευαγγελίας δεν άκουσε την παράκληση, γιατί έτσι γνώρισα μία γνήσια και αληθινή Παραμυθού, κυριολεκτικά “από κούνια”.  Βέβαια, όλο το βράδυ δεν έβαλε γλώσσα μέσα. Και κάποια στιγμή, καθώς καθόμουν απέναντί της και την άκουγα, συνειδητοποίησα ότι έλεγε, κι όχι μόνο έλεγε αλλά έπαιζε κιόλας, δικά της παραμύθια! Επειδή είναι ένα πολύ μικρό παιδάκι, δεν έχει την ικανότητα να στήσει με λογικό ειρμό μια ιστορία ούτε επίσης να θυμάται από την αρχή μέχρι το τέλος ένα παραμύθι που έχει ακούσει. Αυτό, όμως, δεν είναι ικανό για να σταματήσει την γεννημένη Παραμυθού, από το να λέει παραμύθια. Έφτιαχνε κάποιο δικό της -όπως το ποτήρι με τα μουστάκια- ή κράταγε τη βάση από κάποιο παραμύθι ή απλώς ένα όνομα (προσέξτε τη Χιονάτη και τα τρία γουρουνάκια) και έφτιαχνε κάτι δικό της, που καθώς δεν μιλάει ακόμα καθαρά, τόσο μικρούλα που είναι, το αποτέλεσμα είναι εντελώς σουρεαλιστικό και υπέροχο! Παρακάλεσα τη μητέρα της να μου επιτρέψει να της γυρίσω ένα μικρό βίντεο και να το ανεβάσω στο blog μου. Δέχτηκε και την ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό. Και να ευχηθώ και στη μητέρα και στον πατέρα της Βαγγελίτσας να τη δουν, όχι όπως επιθυμούν που λένε συνήθως, αλλά να έχουν τη δύναμη να τη βοηθήσουν να πάει  εκεί που της λέει εκείνης το μέσα της, γιατί αυτό το παιδάκι έχει πολύ πράμα μέσα του και σ’ αυτή την περίπτωση είναι που ταιριάζει, 100%, αυτό που έχω πει σε συνέντευξη: «Τα ευτυχισμένα παιδιά, θέλουν γονείς χωρίς ‘εγώ’ ».  Απολαύστε τώρα την μικρότερη Παραμυθού που έχω γνωρίσει.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

 

Χρόνια πολλά Μαρία, με ένα τραγούδι

Καθώς σκεφτόμουν τι post να γράψω για τα γενέθλια της κορούλας μου, σήμερα 28 του μήνα, θυμήθηκα ένα τραγούδι που έχω συνδέσει μέσα μου μαζί της, κι έτσι αποφάσισα να φτιάξω και μια καινούργια κατηγορία posts , που την ονόμασα, “Τραγούδια που αγάπησα”. Το τραγούδι αυτό το έχω ξαναβάλει, σε παλιότερο post με τίτλο το χαϊδευτικό της, “Bibix”, που ήταν πάλι για γενέθλιά της. Αυτή τη φορά το βρήκα όχι σε βίντεο κλιπ,  αλλά με τα λόγια να περνούν στην οθόνη. Το πρώτο τραγούδι, λοιπόν, σ’ αυτή την κατηγορία, είναι το “Everybody hurts”  των REM. Το τραγούδι αυτό του 1992 (ουπς, πριν 20 χρόνια!), το πρωτάκουσα στην Αγγλία, στο σπίτι της Μαρίας στο Maidstone, το 1993, την πρώτη χρονιά που είχε μπει εκεί στο Πανεπιστήμιο. Δεν ξέρω πώς έγινε ο συνειρμός ακριβώς, αλλά με τους πρώτους στίχους του τραγουδιού που άκουσα τότε, συνδέθηκα με την εποχή που είχαμε χωρίσει με τη μητέρα της. Κάνοντας κλικ στον τίτλο εδώ, μπορείτε να δείτε ένα παλιό post το, “Αν φύγεις μπαμπά, θ’αυτοκτονήσω, που είναι σχετικό. Παρόλο που ένα πετυχημένο διαζύγιο είναι προτιμότερο από ένα αποτυχημένο γάμο, παρόλο που τα παιδιά είναι καλύτερα να μεγαλώνουν μέσα στην αλήθεια και όχι στο ψέμα,  στην ησυχία και όχι στους καυγάδες, ζωντανά και όχι συμβατικά και καθωσπρεπίστικα, ωστόσο πάντα -ακόμα κι ένα ήρεμο και ήσυχο διαζύγιο- τα πληγώνει. Ίσως όχι όσο ένας άγριος χωρισμός με καυγάδες και άλλες αθλιότητες των μεγάλων μπροστά στα παιδιά τους, αλλά πάντως πληγώνει. Όταν πρωτάκουσα αυτό το τραγούδι, θυμήθηκα την μελαγχολία που είχε η Μαρία τον πρώτο καιρό, γιατί αργότερα, όταν είδε ότι κάθε Παρασκευοσαββατοκύριακο την περνάγαμε τα δυο μας, της έφτιαξε το κέφι. Έτσι λοιπόν, αυτό το τραγούδι -στίχοι και μουσική- άγγιξε κάποιες χορδές μέσα μου, και φαίνεται πως ακόμα τις αγγίζει.  Και αποφάσισα να το ανεβάσω σήμερα εδώ σαν δώρο για τα γενέθλιά της. Είναι λίγο μελαγχολικό δώρο, αλλά τι να κάνουμε; Όλοι πληγώνουμε κάποιον κάποτε, όπως λέει και το τραγούδι. Μαζί είπα να βάλω και μια από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες της, που έχω βγάλει εγώ, λίγο πριν από εκείνη την εποχή,  στα έξι της, στην πρώτη εκδρομή που κάναμε μόνοι μας  οι δυο μας, και που -όπως φαίνεται από την έκφρασή της-  διαισθανόταν τι θα συμβεί.

Και τώρα ακούστε το τραγούδι βλέποντας και τους στίχους του. Να πάρει η ευχή! Δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσω αυτό το τραγούδι και να μην συγκινηθώ… και πολύ μάλιστα.
Φιλάκια μωρό μου και να τα εκατοστήσεις.
Ο μπαμπάς

60 χρόνια μετά, πάλι με τα παιδιά

Όπως σας έλεγα στο προηγούμενο post, η ιδέα να το γράψω μου ήρθε όταν συνειδητοποίησα ότι στα 60 χρόνια από τότε που πρωτόπαιξα στο παιδικό θέατρο, και 37 από τότε που το παράτησα, ξαναβγαίνω στο θέατρο και πάλι σε παράσταση για παιδιά. Την εβδομάδα, ανάμεσα Χριστούγεννα  και Πρωτοχρονιά, θα δώσω τέσσερις παραστάσεις με τον «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», στον κινηματογράφο ΔΑΝΑΟ.  Αυτή η παράσταση είναι συνδυασμός βιντεοταινιών και ζωντανής αφήγησης, από … τον ηθοποιό που στην τηλεόραση παίζει τον Παραμυθά και το είχα δοκιμάσει πέρσι στην “Τεχνόπολη” για το προσωπικό των Παιδικών Σταθμών του Δήμου της Αθήνας και τις οικογένειές τους. Αυτή τη φορά, όμως,  είναι κανονικές παραστάσεις για το κοινό, για παιδιά -και “παραμυθομεγαλωμένους”- με θεατρικές προδιαγραφές και εισιτήριο – ένα εισιτήριο που είναι ίδιο για παιδιά και μεγάλους και θα είναι 9 ευρώ.  Όσοι το κάνετε κέφι, πάρτε τα παιδάκια σας, τα ανιψάκια σας, τα εγγονάκια σας -ή και μόνοι σας- κι ελάτε. Στην αφίσα της παράστασης  που βλέπετε, είναι όλες οι πληροφορίες για ώρες και μέρες.
Θα τα ξαναπούμε μετά τα Χριστούγεννα.
Σας φιλώ πολύ.
Π.


Εξήντα χρόνια

Σήμερα κλείνουν 60 χρόνια από τότε που βγήκα ως ηθοποιός στο θέατρο, όπως βλέπετε πιο κάτω στο απόκομμα της εφημερίδας από εκείνη την εποχή, που αναγγέλλει την αρχή των παραστάσεων, και γι’ αυτό αποφάσισα να μου… κάνω αφιέρωμα, εδώ στο blog μου! Χα, χα, χα… Ψωνάρα ο παππούς….  Αν και έχω αφήσει το θέατρο από το 1974, οπότε ό,τι και να δείτε, δεν έχει σημασία πια, γιατί μιλάει για κάτι που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και μου είναι αδιάφορο. Η αλήθεια είναι ότι έχω ψηθεί να γράψω μια βιογραφία μου μετά τα 70, οπότε αυτό το blog μου δίνει τη δυνατότητα να τα ψάξω και ν’ αρχίσω να μαζεύω υλικό. Το, χω διασκεδάσει πολύ εδώ και δυο μέρες που ετοιμάζω αυτό το post. Έχω πολύ υλικό τελικά από φωτογραφίες και δημοσιεύματα, που τα μάζευε η μάνα μου, χωρίς να το ξέρω, μέχρι πριν μερικά χρόνια πριν πεθάνει. Ναι και το πρώτο απόκομα, από δημοσίευμα πριν 60 χρόνια.

Όπως βλέπετε – και το έχω ξαναγράψει εδώ- το πρώτο έργο ήταν “Η Νεράιδα του Χιονιού”, από το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.  Κάτι που δεν το λέει εδώ, είναι ότι μία από τις νεαρές ηθοποιούς ήταν και η Άλκη Ζέη, ηι γνωστή συγγραφέας πια, που τότε έπαιζε την ¨Κυρία Καρακάξα¨. Κι εδώ ανακάλυψα διάφορες φωτογραφίες που έχουν πλάκα, από τα έργα που έχω παίξει ως παιδί.

1951. Αυτή η πρώτη φωτογραφία, είναι από την αρχή τους έργου,”Η Νεράιδα του Χιονιού”. Ο Παππούς είναι ο Ζώρας Τσάπελης, το κορίτσι είναι η Λήδα Πρωτοψάλτη και πίσω μου η Φραντζέσκα Ιακωβίδου.

Καλοκαίρι 1953. Στο Θέατρο Βέμπο, το μιούζικαλ, (γι’ αυτό είναι όλοι με ανοιχτά στόματα, τραγουδάνε),  “Το παιδί του Δρόμου”. Το έργο αυτό ήταν μία παραλλαγή του Όλιβερ Τουίστ, του Ντίκενς, όπου έπαιζα ένα φτωχό ορφανό, τον “Νίκο”, που ένας κακός άνθρωπος τον έβαζε να κλέβει, αλλά σε ένα σπίτι που μπήκε τον κρατήσανε για πάντα κοντά τους κι έτσι  απόχτησε οικογένεια.  Από αυτή την παράσταση, είναι το δημοσίευμα που βλέπετε και που μου έκαναν εντύπωση διάφορα που λέω κάπου προς το τέλος και δεν τα θυμόμουν.

Και πάμε στην επόμενη φωτογραφία.

Εδώ με τον Λιάκο Χριστογιαννόπουλο, στο έργο, “Ο Μικρός Λόρδος” που παίχτηκε στο Θέατρο Κυβέλης, τη χειμωνιάτικη περίοδο, 1953-1954.


Σ’ αυτή τη φωτογραφία είμαι από την παράσταση, “Τα παιδικά χρόνια του Μότσαρτ” . Που παίχτηκε στο Θέατρο Κυβέλης, τη χειμωνιάτικη περίοδο, 1954-1955.

Στο ίδιο θέατρο, την περίοδο 1955 -1956, από την παράσταση, “Τα παιδικά χρόνια του Τομ Έδισσων”. Ε, μετά έναν μουσικό να μην κάνω κι ένα εφευρέτη; Το 1956, είναι η χρονιά  που οι γονείς μου με άφησαν να παίξω σε μια ταινία -πράγμα που είχαν αρνηθεί αρκετές φορές έως τότε, για να μην λαλήσω τελείως- επειδή έπαιζε η νονά μου η Κυβέλη. Σας έχω ξαναβάλει στο blog τις σκηνές που έπαιζα -έκανα τον Αλεξανδράκη μικρό- αλλά λέω αντί για link  στο παλιό post να το ξανα-ανεβάσω εδώ που είναι η θέση του.

Και συνεχίζουμε με φωτογραφίες.

Αυτή η φωτογραφία -μοναδική και  ψιλοχαλασμένη – είναι από την παράσταση “Το Όνειρο του Γιαννάκη”, που το είχε γράψει η Αντιγόνη Μεταξά, για τους παλιότερους που ίσως την έχουν ακούσει, η “θεία Λένα”. Η παράσταση είναι από την περίοδο 1956 -1957, πάντα στο Θέατρο Κυβέλης.

Χα, χα, χα… Ναι, και γάτο έχω κάνει. Είναι από την παράσταση, “Ένας παράξενος Γάτος”, το χειμώνα 1957-1958 . Ήταν ένα παιδί, που στον ύπνο του έβλεπε ότι γινόταν γάτος και ζούσε διάφορες γατίσιες περιπέτειες! Χα, χα, χα… αν βλέπουν το post κάποια κορίτσια που με έχουν πει “γατούλη”, θα δουν ότι έχουν πέσει μέσα. Χα, χα, χα…

Αυτή η φωτογραφία είναι η μοναδική από μία παράσταση που έπαιξα και δεν ήταν για παιδιά.  Ήταν το καλοκαίρι του 1958, στο θέατρο Διονύσια, στην Καλλιθέα, όπου έκανα τον “Σαχλότο”, στον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ. Η κοπέλα είναι η Βούλα Χαριλάου, μία από τα παιδιά τότε του Θιάσου Νέων που είχαν ανεβάσει την παράσταση. Άλλοι που θυμάμαι από τότε, είναι η Κάκια Αναλυτή, ο Κώστας Ρηγόπουλος , η Ελεάνα Απέργη, ο Σπύρος Καλογήρου  και ο Ορφέας  Ζάχος.


Κι εδώ είναι η τελευταία  φορά που έπαιξα στο Παιδικό Θέατρο. Είναι από την παράσταση, “Τηλέμαχος, ο γιος του Οδυσσέα”, όπου έκανα τον Τηλέμαχο! Χα, χα, χα… Μότσαρτ, Έντισον, γάτος και Τηλέμαχος!!! Χα, χα, χα… Πώς δεν έχω λαλήσει; Ή μήπως έχω; Γιατί ποιος τρελός ξέρει ότι είναι τρελός;  Τέλος πάντων. Η παράσταση αυτή έγινε, το χειμώνα 1958-1959,  στο Θέατρο Παπαϊωάννου στην Οδό Πατησίων, που κι αυτό δεν υπάρχει πια.
Τελειώσαμε. Ελπίζω να μην βαρεθήκατε, και να φτάσατε ως εδώ. Για το θέατρο ως επαγγελματίας, βαριέμαι να γράψω. Όμως, θα ήθελα να κλείσω αυτό το  post, με την τελευταία φορά που δούλεψα ως επαγγελματίας  ηθοποιός στην τηλεόραση (ο “Παραμυθάς” δεν πιάνεται), και είναι μία βιντεοσκοπημένη παράσταση που είχαμε κάνει στο θέατρο. Είναι μία σκηνή από το  έργο, “Ο Ήχος του Κώδωνος”, του Γιάννη Σκαρίμπα. Το έργο παίζεται στη Χαλκίδα, στη δεκαετία του ’50. Μία παντρεμένη γυναίκα, στοιχηματίζει με τον άντρα της ότι μπορεί να παντρευτεί όποιον θέλει κι εκείνος της υπογράφει ένα χαρτί ότι αν βρει κάποιον που να θέλει να την πάρει, θα της δώσει διαζύγιο. Εκείνη τηλεφωνεί σε κάποιον, που ήταν ερωτευμένος  μαζί της πριν παντρευτεί και της έχει δείξει ότι τη θέλει ακόμα. Αυτός ο κάποιος είναι ο Γιώργης Μουζάς,  και η γυναίκα είναι η Ιουλία, δηλαδή η Ειρήνη Εμιρζά. Η σκηνή, που κρατάει 4 λεπτά και κάτι, είναι αυτή η συνάντηση. Ελπίζω να το διασκεδάσετε. Εγώ πάντως το διασκέδασα πολύ φτιάχνοντας αυτό το ποστ. Ένα post που η ιδέα μου ήρθε όταν συνειδητοποίησα ότι τα στα 60 χρόνια από τότε που πρωτόπαιξα στο παιδικό θέατρο, και 37 από τότε που το παράτησα, ξαναβγαίνω στο θέατρο και πάλι σε παιδικό! Την άλλη εβδομάδα θα δώσω μία από τέσσερις παραστάσεις με τον “ΠΑΡΑΜΥΘΑ”, στον ΔΑΝΑΟ.  Αλλά γι’ αυτό στο άλλο  post.
Καλή εβδομάδα.
Π.

Η συκιά

Ψάχνοντας το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από την επίσκεψή μας με τη Στεφανία στην Κωνσταντινούπολη το 1993, για να τις βάλω στο post για την επέτειο του γάμου μας, βρήκα και δύο φωτογραφίες  που δεν έδειχναν κάτι που να μου θυμίζει οτιδήποτε και δεν καταλάβαινα γιατί τις είχα στο άλμπουμ. Και ξαφνικά το θυμήθηκα όλο! Είχαμε πάει δύο φορές στην Πόλη: Μία το 1985 που με είχε στείλει η Ε.Ρ.Τ. και μία το 1993, που είχαμε πάει για την επέτειο του γάμου μας. Αυτές τις δύο φωτογραφίες που μου τις είχε ζητήσει η μάνα μου -που ζούσε ακόμα τότε- και που της είχα βγάλει για χάρη της. Δυο φωτογραφίες που της προκάλεσαν σοκ  κι έμεινε άφωνη, ενώ δάκρυα κύλησαν στα μάτια της! Ας πάρω, όμως, τα πράγματα από την αρχή για να καταλάβετε. Η μητέρα μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη, από μια οικογένεια με πέντε παιδιά -τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι.Είχε γεννηθεί το 1912 και ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας.  Όταν ήταν επτά χρονών, έχασε τον πατέρα της και στα δεκατέσσερά της  έχασε και τη μητέρα της. Τότε, επειδή υπήρχαν και διωγμοί των Ελλήνων στην Τουρκία, τα τέσσερα κορίτσια αποφάσισαν να φύγουν από την Πόλη και να έρθουν να ζήσουν στην Αθήνα, μαζί με τον αδελφό τους, που είχε φύγει μερικά χρόνια πριν και είχε φτιάξει και οικογένεια. Ένα δυο χρόνια μετά, έχει βγει και η φωτογραφία που βλέπετε εδώ.

Τα χρόνια πέρασαν, η μητέρα μου παντρεύτηκε, έκανε τρία παιδιά, και δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, όταν το 1985, της είπα ότι με έστελνε η Ε.Ρ.Τ για ένα Συνέδριο στην Πόλη, μου είπε να πάω εκεί όπου έμενε, στα Ψωμαθιά , να δω τι έγινε το σπίτι της και να βγάλω καμιά φωτογραφία για να δει πώς είναι αυτό το μέρος μετά από τόσα χρόνια. Είχε φύγει από ‘κει όταν ήταν στα δεκατέσσερά της και τώρα πια είχε γίνει εβδομήντα τρία. Η επόμενη φωτογραφία είναι λίγους μήνες πριν  τα κλείσει.

Κάποτε, σε ανύποπτο χρόνο, μου είχε πει η μητέρα μου ότι μπροστά στο σπίτι της υπήρχε μια ωραία συκιά, που όταν ήταν μικρή της άρεσε να ανεβαίνει επάνω και να κάθεται με τις ώρες κοιτάζοντας τους περαστικούς, το ωραίο σπίτι που ήταν στην απέναντι μεριά του δρόμου και το τζαμί πίσω του, όπου αρκετές φορές είχε πετύχει τον Μουεζίνη να προσεύχεται. Η συκιά ήταν σχεδόν κολλητή στο σπίτι της, μια ωραία μονοκατοικία, όπως μου είχε πει, σε ένα μεγάλο οικόπεδο με δέντρα που έβλεπε στο Βόσπορο.
Τη δεύτερη μέρα που είμαστε στην Πόλη, μια ξαδέλφη μου, που ανήκε σε μία από τις δύο οικογένειες που ήταν συγγενείς τής μητέρας μου και δεν είχαν φύγει ποτέ από την Πόλη, μας πήγε κατ’ ευθείαν στο σπίτι. Το πρώτο που είδα ήταν η συκιά, που βρισκόταν ακόμα εκεί! Γέρικη και τεράστια, με κίτρινα φύλλα γιατί ήταν Νοέμβριος, αλλά ζωντανή. Κι απέναντί της, ήταν ακριβώς η ίδια θέα, ό,τι έβλεπε δηλαδή η μάνα μου, μικρό κοριτσάκι σκαρφαλωμένο στη συκιά. Η πρώτη φωτογραφία που έβγαλα, ήταν ακριβώς πίσω από τη συκιά με τη θέα μπροστά της. Είναι αυτή που βλέπετε εδώ.

Ήταν όλα όπως τα έβλεπε μικρούλα η μητέρα μου. Εκείνο που δεν ήταν καθόλου ίδιο ήταν η άλλη μεριά, πίσω από τη συκιά. Γύρισα και έβγαλα αυτή τη δεύτερη φωτογραφία που βλέπετε.

Ήταν σαν κάποιος να είχε σηκώσει το σπίτι της και τα δέντρα!  Ίσως αν είχε χτιστεί κάτι σ’ αυτό το μέρος να ήταν διαφορετική η αίσθηση. Αλλά έτσι άδειος ο τόπος, είχε κάτι μεταξύ μεταφυσικού και μακάβριου.
Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, τύπωσα τις δύο φωτογραφίες και τις της πήγα. Της έδειξα πρώτα τη φωτογραφία με τη θέα που έβλεπε όταν ήταν σκαρφαλωμένη στη συκιά, και το πρόσωπό της φωτίστηκε από χαρά, ενώ ένα “ααα!…” γεμάτο έκπληξη βγήκε από το στόμα της και για λίγο ήταν σαν έβλεπα στα μάτια της το κοριτσάκι που ήταν τότε. “Και το σπίτι μου;” με ρώτησε. Τότε της έδειξα τη δεύτερη φωτογραφία. Στην αρχή δεν κατάλαβε. Όταν όμως πρόσεξε ότι ήμουν στην άλλη άκρη και η συκιά ήταν στο βάθος, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Έφερε τις δυο της παλάμες στα χείλια της, ψιθυρίζοντας ένα αχνό, “πω, πω!…” και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, ενώ εγώ με το ένα χέρι συνέχισα να κρατάω τη φωτογραφία και με το άλλο άρχισα να της χαϊδεύω το κεφάλι.
Καλό βράδυ.
Σας φιλώ γλυκά και τρυφερά.
Νίκος.

28, 34 ή 35; Έλα ντε…

Πρέπει να ομολογήσω – όπως θα έχετε καταλάβει και από τα διάφορα posts που έχω ανεβάσει για το γάμο  – ότι δεν τον έχω και σε καμιά εκτίμηση το θεσμό. Αντιθέτως, όμως, εκείνο που θεωρώ ότι έχει σημασία, είναι η συντροφική ζωή δύο ανθρώπων, ανεξάρτητα αν έχουν παντρευτεί ή όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι τα αισθήματα που έχουν δύο άνθρωποι ο ένας  για τον άλλον κι όχι αν αυτά έχουν νομιμοποιηθεί από εκκλησίες ή Δημαρχεία. Έτσι, η σημερινή επέτειος του γάμου μας με τη Στεφανία, ε… δεν μου λέει και τίποτα. Αντίθετα, όμως, εκείνο που μου λέει -κι εκείνο που νομίζω ότι έχει περισσότερη σημασία για τους ανθρώπους- είναι η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Έτσι, από την ημέρα του γάμου μας κλείνουμε σήμερα, 4 Δεκεμβρίου, 28 χρόνια γάμου, αλλά από την πρώτη μας συνάντηση 35!  Και από τη μέρα που αρχίζει η σχέση 34. Προσωπικά, λοιπόν,  θεωρώ ότι φέτος κλείνουμε τα 35. Υπάρχει, όμως, ένα μικρό πρόβλημα: εκείνη δεν τη θυμάται με τίποτα αυτή την πρώτη συνάντηση!!! Ναι, ρε γαμώτο, δεν τη θυμάται. Ήταν τον Οκτώβριο του 1976, όταν ακόμα βρισκόμουν στον πρώτο μου γάμο, κι είχαμε  ανοίξει με τη γυναίκα μου τότε, ένα καφενείο μέσα σε ένα καινούργιο, πολυκατάστημα της εποχής στο Κολωνάκι. Στην περίοδο της προετοιμασίας όλου του χώρου, τότε, σε ένα ωραίο διώροφο κτίριο στην Τσακάλωφ, δούλευε και μία νεαρή διακοσμήτρια. Γυρνώντας  μια μέρα όλους τους χώρους για να δω πώς πηγαίνανε οι προετοιμασίες των άλλων μαγαζιών, πήγα και στο χώρο μιας φίλης μας, όπου εκεί ήταν και μια όμορφη ξανθιά κοπέλα που μου γυάλισε. Εκείνη, όμως, μου ‘ριξε μια αδιάφορη ματιά -τύπου, “τι θέλει κι αυτός ο μαλάκας τώρα, εδώ;'”και συνέχισε να μιλάει με τη φίλη μας για τη διακόσμηση οπότε, πώς να θυμάται αυτή την πρώτη μας συνάντηση. Εμένα, όμως, φαίνεται ότι κάτι μου ‘κανε, γιατί όταν 6 χρόνια αργότερα τη συνάντησα ξανά σε έναν άλλο χώρο, μόλις είχα πάρει διαζύγιο μετά από 14 χρόνια γάμου, βλέποντάς την, είπα μέσα μου: “Ρε συ, αυτή είναι η διακοσμήτρια της Τζέλας”! Το εργένικο σπίτι μου  ήταν ένα δρόμο πάνω από το δικό της και απέναντι από το εργαστήριο λιθογραφίας  που είχε τότε, ενώ συναντιόμαστε σχεδόν κάθε μέρα σε ένα “γκουρούδικο” (κούφια η ώρα…)  που πηγαίναμε τότε.  Και ήρθε η στιγμή να σας αποκαλύψω ότι τα δύο τελευταία επεισόδια με τίτλο “Η καλή Μάγισσα Άιναφετς, του Παραμυθά που παίχτηκε στο PRISMA PLUS πέρσι και φέτος, είναι η ιστορία της γνωριμίας μας με τη Στεφανία. Αν σας κάνει κέφι, αφού διαβάσετε όλο το  post, κάντε κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει στο 25 επεισόδιο κι από πάνω του θα δείτε μετά και το 26. Εκείνη, λοιπόν, ήταν στο “γκουρούδικο”  (μακριά από μας…) πολλά χρόνια πριν, αλλά εγώ λες και πήγα εκεί για να την πάρω να φύγουμε, και σε δέκα μήνες μετά τη συνάντησή μας (δεύτερη συνάντηση για μένα πρώτη για ‘κείνη) όσο χρειάστηκε δηλαδή να βγει το δικό μου διαζύγιό -εκείνη ήταν ήδη εννιά χρόνια χωρισμένη-  βρέθηκα ξανά παντρεμένος!!!!   Αυτή, λοιπόν, την 28η επέτειο γιορτάζουμε σήμερα Κυριακή, αλλά εγώ προσωπικά γιορτάζω την 35η. Κι αποφάσισα να της κάνω για δώρο, από εδώ από το blog,  μία έκπληξη: Ένα videoclip με κομμάτια από μία βιντεοταινία που νομίζαμε ότι έχει χαθεί, αλλά την ανακάλυψα προχθές! Τη βιντεοταινία αυτή την είχα τραβήξει στις 3 και 4 Δεκεμβρίου του 1993, στην Κωνσταντινούπολη, όταν πήγαμε εκεί για να γιορτάσουμε την δέκατη επέτειο του γάμου μας. Για τη Στεφανία ήταν μία πολύ συγκινητική επίσκεψη καθώς έχει ζήσει εκεί  όλη την παιδική της ηλικία, αφού ο πατέρας της είναι από εκεί και ξαναγύρναγε στην Πόλη μετά από πάρα πολλά χρόνια. Το σπίτι της μέσα στην Κωνσταντινούπολη, ήταν όπως το άφησε, απέναντι στο HILTON όπου μείναμε. (Θα την δείτε να το δείχνει, στο βίντεο). Το εξοχικό τους, ήταν δίπλα στη θάλασσα, στον Βόσπορο, σε μία περιοχή που λέγεται Καντιλί. Εκεί υπήρχαν πια μόνο μια μισογκρεμισμένη μάντρα, μια χαμένη μέσα στους θάμνους σκάλα και κάποιοι τοίχοι. Την πρώτη μέρα δεν το άντεξε και το είδαμε μόνο απ’ έξω, αλλά τη δεύτερη μπήκε και περπάτησε στο ερειπωμένο κτήμα. Για μουσική στο videoclip πήγα να βάλω ένα τραγούδι που της αρέσει, το “Μέσα στου Βοσπόρου τα στενά”, αλλά επειδή της το έχουν στείλει κάποιες φορές και το έχει ακούσει πολύ, σκέφτηκα να ανεβάσω ένα πολύ ωραίο -και όχι πολύ γνωστό- κομμάτι του Μάνου Χατζιδάκι, το “Ο Κεμάλ”, που το παίζει και ο ίδιος στο πιάνο.
Δεν ξέρω αν εσάς θα σας  πει τίποτα όλο αυτό το videoclip, αλλά εκείνη σίγουρα θα τη συγκινήσει. Άλλωστε για εκείνη το έφτιαξα.
Σας φιλώ πολύ.
Καλή εβδομάδα.
Π.


Το Τείχος του Βερολίνου. (Β΄ μέρος)

Ε, σήμερα πια θα γράψω το δεύτερο και τελευταίο μέρος του post για το Τείχος του Βερολίνου που το ξεκίνησα στις 13 Αυγούστου και το τελειώνω, παρά τρεις μέρες,  ένα μήνα μετά, και ύστερα από άλλα 8 posts! Μου βγήκε αρκετά μεγάλο, αλλά είπα να μην το σπάσω και σε τρίτο μέρος, αφού μπορείτε να το διαβάσετε και σε δόσεις από μόνοι σας.
Πριν αρχίσω το post, θα ήθελα να ανεβάσω εδώ ένα ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ 8 λεπτών, για το Τείχος του Βερολίνου, γυρισμένο πολύ καιρό πριν γκρεμιστεί  το Τείχος, όταν ακόμα η 13 Αυγούστου ήταν ημέρα πένθους για το Βερολίνο, όπως φαίνεται και στο τέλος του φιλμ. Η γλώσσα είναι Αγγλικά, αλλά δεν υπάρχουν υπότιτλοι. Είναι, όμως, εύκολο να καταλάβετε  τι λέει – αν και σημασία έχει η εικόνα, που νομίζω ότι τα λέει όλα. Δείτε το.

Αυτό φιλμ το ανακάλυψα τυχαία, ψάχνοντας για φωτογραφίες, όταν αρχίζοντας αυτό το δεύτερο μέρος, λέω: «Δεν βάζω καμιά φωτογραφία και από το…»  Κι εκείνη τη στιγμή που σκέφτηκα το όνομα  του σημείου ελέγχου του περάσματος από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο, συνειδητοποίησα  ότι δεν σας είχα πει το όνομα, που φαντάζομαι το ξέρετε:  Check point Charlie. Απ’ αυτό, λοιπόν,  πέρασα για να πάω στο θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Και η φωτογραφία που βλέπετε, είναι ακριβώς το σημείο απ’ όπου πέρασα τότε.

Και η ταμπέλα που ακολουθεί υπήρχε μπροστά από την έξοδο προς το Ανατολικό Βερολίνο, ενώ μια άλλη, που δεν κατάφερα να βρω, έγραφε: «FREEDOM MUST NOT STOP HERE» (Η Ελευθερία δεν πρέπει να σταματάει εδώ»)

Είχαμε μείνει εκεί όπου φτάνοντας σε ένα Πάρκο, διασχίζοντας την «Πόλη των Κατσούφηδων», συνειδητοποίησα ότι τότε ήταν που σκέφτηκα για πρώτη φορά την ιδέα για το επεισόδιο του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» με αυτό τον τίτλο, που με το βίντεό του έκλεισα το post. Ύστερα από λίγο, λοιπόν, έφτασα στο Θέατρο. Το κτίριο απ’ έξω ήταν ένα πολύ εντυπωσιακό παλιό κτίριο, που βλέπετε εδώ.

Είχα σκεφτεί να παρακολουθήσω μόνο τις παραστάσεις των έργων που θα τα ήξερα από την Ελλάδα γιατί δεν μιλούσα λέξη Γερμανικά. Όμως, από τα 31 θεατρικά έργα του Μπρεχτ, μόνο τα 6 είχαν μεταφραστεί –τότε – στα ελληνικά. Κι επειδή είδα ότι κάθε μέρα έπαιζε άλλο έργο κι εκείνη την ημέρα , έπαιζε ένα που δεν το ήξερα, αποφάσισα να μπω στο θέατρο κι ας μην καταλάβαινα.  Κι από μέσα το θέατρο ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο! Κι με συγκινεί, γιατί είναι από την πλευρά του ηθοποιού, είναι εκείνο που βλέπει αυτός…

Όταν άρχισε η παράσταση, δεν πέρασε πολύ ώρα και ένοιωσα μια φοβερή έκπληξη! Παρόλο που δεν ήξερα λέξη Γερμανικά, καταλάβαινα ή καλύτερα, ένοιωθα όλα όσα γίνονταν στην παράσταση και τελικά ήταν σαν να καταλάβαινα τη γλώσσα! Τόσο τέλεια παίζανε οι ηθοποιοί! Όλα όσα λέγανε στην Ελλάδα για το «αποστασιοποιημένο» παίξιμο των ηθοποιών, στο Μπρεχτικό Θέατρο, υπονοώντας ότι -σε αντίθεση με το παίξιμο-ταύτιση του ηθοποιού με τον ρόλο-  σ’ αυτό δεν υπήρχε συναίσθημα, ένοιωσα ότι έδειχναν άγνοια. Στην παράσταση που παρακολουθούσα, οι ηθοποιοί μετέδιδαν ένα βαθύ και πλούσιο συναίσθημα του ρόλου που έπαιζαν, με αποτέλεσμα να νοιώθεις ό,τι γινόταν στο έργο και ας μην ήξερες τη γλώσσα! Αυτό το παίξιμο, που τότε, στα 23 μου,  το ονόμασα, «αποστασιοποιημένα ταυτισμένο» με το ρόλο, είναι εκείνο που -πολλά χρόνια αργότερα- θα με βοηθούσε να καταλάβω, τι σημαίνει «επίγνωση χωρίς επιλογές».  Μου άρεσε τόσο πολύ η παράσταση, που όταν σηκώθηκα να πάω στο μπαρ, στο διάλειμμα, βγαίνοντας από την πλατεία, ήμουν τόσο φευγάτος, που κοιτάζοντας στον απέναντι τεράστιο καθρέφτη τον εαυτό μου ανάμεσα στον κόσμο που έβγαινε από την πλατεία, σκέφτηκα: «Μπα! Έχει κι άλλους έλληνες εδώ»! Ευτυχώς συνειδητοποίησα αμέσως ποιος ήταν ο «άλλος έλληνας» που έβλεπα, και δεν άρχισα να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά μου για να …με βρω!
Όταν τελικά τέλειωσε η παράσταση, ξεκίνησα πάλι με τα πόδια για το Ανατολικό φυλάκιο του CHECKPOINT CHARLIE, για να περάσω στο Δυτικό Βερολίνο. Εκεί προσγειώθηκα απότομα, από εκεί που με είχε ανεβάσει η παράσταση. Όταν παρέδωσα το χαρτί που είχα πάρει μπαίνοντας, ο Γερμανός αξιωματικός, μου είπε ότι, καθώς θα διασχίζω το δρόμο που οδηγούσε στο Τείχος, να περπατάω αργά μέχρι να φτάσω στο φυλάκιο του Δυτικού Βερολίνου, γιατί οι σκοπευτές  που ήταν πάνω στο φυλάκιο με το πολυβόλο στο χέρι, θα νόμιζαν ότι πάω γρήγορα για να το σκάσω από το Ανατολικό Βερολίνο και θα με πυροβολήσουν χωρίς προειδοποίηση! Κοίταξα ψηλά και τους είδα στο φυλάκιο, με τα όπλα να σημαδεύουν το δρόμο. Κι αυτή τη φορά δεν έβλεπα την ταινία, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από κρύο» με τον Ρίτσαρντ Μπάρντον, αλλά βρισκόμουν στ’ αλήθεια εγώ ο ίδιος σ’ αυτό το σημείο κι έπρεπε να το περάσω με τα πόδια.

Ξεκίνησα, χαλαρά. Έκανα μια προσπάθεια να σφυρίξω ανέμελα, αλλά δεν μου βγήκε. Κοίταξα ψηλά. Ένα όπλο, με σημάδευε και με ακολουθούσε καθώς περπατούσα. Νόμισα ότι έκανα ώρες να φτάσω στο φυλάκιο του Δυτικού  Βερολίνου, αν και  έκανα την απόσταση σε λιγότερο από 10 λεπτά!
Θυμήθηκα την ταμπέλα που είδα όταν έμπαινα, που έλεγε, «Η ελευθερία δεν πρέπει να σταματάει εδώ».  Ναι, ήταν τραγικό, να κρατάς εκατοντάδες ανθρώπους μέσα σε μια πόλη που δεν θέλουν να ζούνε άλλο σε αυτή, με την απειλή ότι αν δοκιμάσουν να φύγουν θα τους σκοτώσεις!
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που μπαινοβγήκα στο Ανατολικό Βερολίνο από το CHECKPOINT CHARLIE. Από την επόμενη μέρα και για είκοσι μέρες πέρναγα από το Δυτικό Βερολίνο στο Ανατολικό με το τραίνο και, φυσικά, γύριζα και με τον ίδιο τρόπο. Ψάχνοντας το ίντερνετ για φωτογραφίες της εποχής, έπεσα και σε ένα μικρό  βουβό φιλμ 8χιλ. που με συγκίνησε, γιατί είναι ακριβώς η εικόνα που έβλεπα από το παράθυρο του τραίνου τότε, περνώντας πάνω από το Τείχος. Δείτε το.

Δυο πράγματα έμειναν ακόμα να σας πω, που μου έκαναν εντύπωση και τα θυμάμαι από τότε: Κάθε φορά, λοιπόν, που έμπαινα στο Ανατολικό Βερολίνο, έπρεπε να αλλάζω 10 Δυτικά μάρκα με 10 Ανατολικά, γιατί στη μαύρη αγορά στο Δυτικό Βερολίνο, χαλάγανε ένα δυτικό μάρκο προς 10  ανατολικά, και φυσικά οι Ανατολικογερμανοί προσπαθούσαν να μην το αφήνουν να γίνεται όπου μπορούσαν, γιατί αυτό θα τους έφερνε πληθωρισμό. Τα δέκα μάρκα που έκανα μπαίνοντας έφταναν και περίσσευαν για το εισιτήριο του Θεάτρου, για να φάω για μεσημέρι στο καλύτερο εστιατόριο και για να βγάλω το εισιτήριο της επιστροφής, αφού εκεί όλα αυτά μαζί  έκαναν λιγότερο από πέντε μάρκα! Το κακό ήταν, ότι όταν πέρναγες από τον έλεγχο για να μπεις στο τραίνο για το Δυτικό, έπρεπε να ρίξεις σε ένα διάφανο κιβώτιο όλα τα ανατολικά μάρκα που δεν χάλασες! Αυτό γινόταν για να μην μπορείς να πας στο Δυτικό και να κάνεις μαύρη αγορά του ανατολικού μάρκου. Έτσι και δεν τα πέταγες και σε έπιαναν, είχε κατ’ ευθείαν φυλακή. Όταν γύρισα το πρώτο βράδυ, κάθισα κι έκανα λογαριασμούς  κι ανακάλυψα ότι πετώντας, στην ουσία, κάθε μέρα πέντε μάρκα περίπου, τα χρήματα που είχα δεν θα μου έφταναν για να μείνω άλλες είκοσι μέρες που είχα υπολογίσει. Σκέφτηκα να φύγω στις δέκα μέρες, αλλά ήθελα τόσο πολύ να δω όσο πιο πολλές παραστάσεις μπορούσα που αποφάσισα να μείνω. Ο μόνος τρόπος ήταν να τρώω μία φορά την ημέρα στο Ανατολικό Βερολίνο και να κόψω το φοβερό πρωινό που έπαιρνα στην Πανσιόν. Έτσι, είπα στην κυρία που είχε την Πανσιόν, ότι δεν θα ξαναπάρω πρωινό. Αγόρασα μερικά φακελάκια καφέ και μετά τη δεύτερη μέρα άρχισε… η πείνα. Επειδή έπρεπε να τρώω νωρίς το μεσημεριανό, όταν έφτανε μετά από αρκετές ώρες πίσω, πείναγα πολύ. Έτσι, για να ξεγελάω την πείνα μου, έπλενα δυο τρείς φορές πριν κοιμηθώ τα δόντια μου και έτρωγα ένα TYSAL. Αυτά ήταν κάτι σαν μεγάλες πράσινες ασπιρίνες, που τις είχα για το βήχα. Δεν υπάρχουν πια κι ούτε βρήκα τίποτα στο ίντερνετ. Το βράδυ, λοιπόν, έτρωγα ένα tysal κι έπλενα δυο τρεις φορές τα δόντια μου και ξεγελούσα την πείνα μου. Αλλά το πρωί, πείναγα σαν τρελός! Το τρίτο ή το τέταρτο πρωινό, εκεί που έπινα αργά αργά τον καφέ μου, μου μύρισαν τα ψωμάκια που έψηνε η Γερμανίδα νοικοκυρά μου, στην κουζίνα λίγο ποιο ‘κει. Συνηθισμένος από αυτό που θα γινόταν αν ήμουν στην Ελλάδα, πήγα μια βόλτα προς τα ‘κει, πιστεύοντας ότι θα με κεράσει κάτι. Μου είπε ευγενικά καλημέρα, μου χαμογέλασε ευγενικά, με ρώτησε ευγενικά τι κάνω, αλλά δεν είχε την ευγένεια (η φιλοξενία είναι ευγένεια) να με κεράσει ένα μικρό τσουρεκάκι, καθώς κοίταζα το γεμάτο καλαθάκι με μάτια που γυάλιζαν από την πείνα και λίγο ακόμα και θα έτρεχαν και τα σάλια μου. Δοκίμασα να κάνω κάποια σχόλια για τα τσουρεκάκια: τι καλοψημένα που ήταν, πόσο μ’ άρεσαν όταν έτρωγα πρωινό, ότι θα έτρωγα τώρα ένα ευχαρίστως… Τίποτα. Κουνούσε καταφατικά το κεφάλι της χαμογελώντας και λέγοντας, «Ya, ya…». Κατάλαβα ότι δεν θα μου δώσει τίποτα κι έφυγα κι ούτε ξαναδοκίμασα τίποτα στις υπόλοιπες μέρες που έμεινα εκεί. Πρώτη φορά, αντιμετώπιζα κάτι που στην Ελλάδα, αν γινόταν κάτι ανάλογο, τουλάχιστον τότε, 45 χρόνια πριν, στη χειρότερη περίπτωση θα μου πρόσφεραν ένα τσουρεκάκι, αν όχι δυο τρία, με ένα γλυκό και φιλόξενο, «πάρτε ένα… πάρτε, πάρτε, μην ντρέπεστε».
Και το δεύτερο που μου είχε κάνει εντύπωση, είναι κάτι που συνέβη λίγο πριν φύγω. Στο διάλειμμα μιας παράστασης στο  Μπερλίνερ Ανσάμπλ, γνώρισα ένα Γερμανό φοιτητή Δραματικής Σχολής  από το Αμβούργο. Στο Ανατολικό Βερολίνο, μπορούσαν να πάνε όλοι οι Γερμανοί, σαν όλους τους άλλους επισκέπτες, εκτός από εκείνους που ζούσαν στο Δυτικό Βερολίνο. Γι’ αυτό υπήρχαν οικογένειες που μετακόμιζαν σε άλλη Γερμανική πόλη, για να μπορούν να βλέπουν στενούς συγγενείς τους, που το Τείχος τους κρατούσε μακριά τους.
Ο Γερμανός φοιτητής θεάτρου, μιλούσε καλά Αγγλικά και πιάσαμε κουβέντα στο διάλειμμα, κι αποφασίσαμε να γυρίζουμε παρέα στο Δυτικό Βερολίνο για να με κεράσει κάτι σε ένα Ζαχαροπλαστείο, αφού του εξήγησα τα οικονομικά μου. Σ’ αυτό στάθηκε εντάξει, όχι σαν την Φράου Βέρνερ (κοίτα τα θυμήθηκα μηχανικά, τώρα!) , σ’ αυτό ναι, αλλά… Πήραμε το τραίνο, βγήκαμε στο κέντρο του Δυτικού Βερολίνου και με πήγε σε ένα Ζαχαροπλαστείο να πιούμε καφέ. Η συζήτηση ήταν γύρω από το θέατρο. Του είπα για τη Δραματική Σχολή που τελείωσα, του είπα για τη Σχολή που πήγαινα στο Λονδίνο, μου είπε για τη δική του και κάποια στιγμή, η συζήτηση πέρασε στο Τείχος και στο Βερολίνο και μετά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τότε είχε τελειώσει κάτι παραπάνω από 20 χρόνια, κι όχι  66 χρόνια και κάτι μέρες όπως σήμερα, και η συζήτηση έφτασε και στον Χίτλεεεερ.  (Τράβηγμα στο τέλος το «ε» σε στυλ διήγησης παραμυθιού). Το τι του «χώσαμε» δεν λέγεται. Ο ένας υπερθεμάτιζε τον άλλο να σε βρίσιμο. Και ξαφνικά, πάγωσαν τα βυζιά μου!!!  Εκεί που παραβγαίναμε σε βρίσιμο του Χίτλερ, συνειδητοποιώ  ότι εγώ τον έβριζα ως ένα κάθαρμα, μισότρελο, μεγαλομανή, ψωνάρα,  Δικτάτορα που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα, ενώ αυτός τον έβριζε επειδή έχασε τον πόλεμο και δεν κατάφερε να κάνει τη Γερμανία, την μεγαλύτερα δύναμη στον κόσμο!!! Τα ‘χασα! Επειδή είμαστε ένας Γερμανός κι ένας Έλληνας που μιλούσαν στα Αγγλικά, έκανα μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις  για να βεβαιωθώ ότι δεν είχα καταλάβει λάθος. Δεν είχα κάνει. Και πάνω εκεί που άρχισαν να γυαλίζουν τα μάτια του καθώς μου έλεγε πώς θα ήταν η Γερμανία σήμερα αν είχε νικήσει ο Χίτλερ τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έκανα ένα μορφασμό, του είπα ότι άρχισα να έχω φριχτούς πόνους στην κοιλιά μου κι ότι έπρεπε επειγόντως να γυρίσω στην Πανσιόν μου. Πριν προλάβει να μου πει τίποτα, έφυγα τρέχοντας για να μην του τα χώσω και φωνάξει τα… ΕΣ ΕΣ να με πλακώσουν. Χα, χα, χα…
Πω… πω! Τι στιγμή κι αυτή! Δεν θα τη ξεχάσω όσο ζω.
Αυτά, λοιπόν, για την επέτειο του Τείχους του Βερολίνου που άρχισα να γράφω στη επέτειο της 13 Αυγούστου. Κι όπως έγραφε κάποτε πάνω σε κάτι φλιτζάνια καφέ για δώρο, που έφτιαχνε ο Μποστ. «Χρόνια πολλά για την γιορτή σου που πέρασε. Και να κλείσω αυτό το πόστ με ένα αγαπημένο τραγούδι των νιάτων μου, το   THE WALL  των PINK FLOYD. Αν δεν ξέρετε τα λόγια, βρείτε τα στο ίντερνετ και διαβάστε τα, αξίζει. Κι αν κάποιοι από σας που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, είστε κάτω από είκοσι – ή έχετε παιδιά – φωνάξτε, όπως λέει και το τραγούδι, “Δεν τη θέλουμε την Εκπαίδευση που μας δίνετε…”
Σας φιλώ πολύ.
Π.


 

Το κορίτσι στο Βερολίνο

Ναι, ο τίτλος μοιάζει να είναι η συνέχεια του post  για το Τείχος του Βερολίνου, αλλά δεν είναι.  Είναι μια ιστορία, που έχει σχέση με μια χθεσινή είδηση.
Καλό βράδυ.
Π.

Έβλεπε ειδήσεις στην τηλεόραση  χωρίς να πολυπροσέχει, γιατί διάβαζε μαζί και εφημερίδα, όταν ξαφνικά άκουσε ότι στη Γερμανία, το Κράτος ανάγκασε τις πόρνες, κάθε βράδυ, πριν αρχίσουν  τη δουλειά τους, να πληρώνουν σε ένα αυτόματο μηχάνημα – κάτι σαν παρκόμετρο – μία προκαταβολή φόρου 6 ευρώ!  Ένοιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα, καθώς θυμήθηκε εκείνο το γλυκό κορίτσι, πολλά χρόνια πριν, μια νύχτα στο Βερολίνο, κάτι που το είχε ξεχάσει εδώ και καιρό.

Στα 23 του είχε βρεθεί στο Βερολίνο, κι ένα βράδυ, καθώς γυρνούσε στην Πανσιόν όπου έμενε, στη γωνία τον σταμάτησε ένα κορίτσι και του ζήτησε φωτιά για το τσιγάρο της. Ήταν ένα πανέμορφο γλυκό κορίτσι, γύρω στα 17 με 18, με υπέροχα πράσινα μάτια και κατάξανθα μαλλιά!  Ένοιωσε να τον γεμίζει μια παράξενη επικοινωνία μαζί της, σαν κι αυτή που νοιώθει κανείς με ανθρώπους που θα έχει μια κάποια πιο ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, γι’ αυτό και τα ‘χασε όταν κατάλαβε ότι αυτό το γλυκό κορίτσι έκανε πεζοδρόμιο!  «Μόνο με πενήντα μάρκα», του είπε στο τέλος με τα σπαστά Αγγλικά της. Δεν είχε ποτέ του τέτοιου είδους επαφή με γυναίκα, αλλά επειδή του άρεσε τρομερά, της χαμογέλασε και της είπε ότι δεν ήθελε τίποτα το σεξουαλικό από εκείνη, αλλά αν της έκανε κέφι θα ήθελε πολύ να πάνε στο Ζαχαροπλαστείο που ήταν εκεί κοντά στον κεντρικό δρόμο, και να την κεράσει ένα γλυκό. Εκείνη στην αρχή τα έχασε λίγο, αλλά μετά του είπε πολύ χαδιάρικα και γλυκά ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί πρέπει να βγάλει κάποια χρήματα όλο το βράδυ και δεν γίνεται να χάσει την ώρα της έτσι. Έσκυψε και ακούμπησε για λίγο τα χείλια του με τα δικά της και τον ξαναπροσκάλεσε να πάνε στο Ξενοδοχείο  εκεί κοντά. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να κάνει κάτι οτιδήποτε ερωτικό με χρήματα. Από νεαρό αγόρι αυτό ήταν θέμα επικοινωνίας και μόνο και τίποτα άλλο δεν του δημιουργούσε ερωτική επιθυμία. Καθώς την κοίταζε, πέρασε σαν αστραπή από τα μάτια του κάτι που είχε γίνει, δυο φορές μάλιστα, όταν ήταν νεαρό αγόρι, στα δεκαπέντε του.
Εκείνη τη εποχή, στη δεκαετία του ’50, ήταν της μόδας να αρχίζουν τα αγόρια την ερωτική τους ζωή πληρώνοντας, στα σπίτια με το κόκκινο φως απ’ έξω. Αρκετά αγόρια μάλιστα, τα πήγαινε την πρώτη φορά ο πατέρας τους! Τι αθλιότητα!  Εκείνου ο πατέρας, που δεν είχε τίποτα το πουριτανικό ή συντηρητικό στη συμπεριφορά του, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο. Του το πρότειναν, όμως, μια μέρα οι δυο κολλητοί του στο Γυμνάσιο, που είχαν πάει την προηγούμενη μέρα. Του είπαν ότι έπαιρνε πολύ λίγα χρήματα,  ότι ήταν «φοβερή γκόμενα» και τι τους έκανε, ότι «τέρμα πια το χέρι»  και άλλα τέτοια και ότι έπρεπε την άλλη μέρα που θα ξαναπήγαιναν να πάει μαζί τους. Εκείνος αυθόρμητα είπε αμέσως, «όχι», αλλά οι κολλητοί του, άρχισαν να του λένε όλα εκείνα που του ξύπνησαν τον αντρικό ανταγωνισμό που υπάρχει από νωρίς στ’ αγόρια και που πάντα έχει σχέση με το σεξουαλικό ή την εξουσία, και τελικά δέχτηκε. Την άλλη μέρα βρέθηκε μαζί τους στο μικρό ισόγειο του παλιού νεοκλασικού σπιτιού με το κόκκινο φως στην πόρτα. Ήταν κάτι σαν προθάλαμος οδοντογιατρού, με πολλές άθλιες ψάθινες καρέκλες, που άρχιζαν από την είσοδο του μεγάλου χολ και κατέληγαν δίπλα στην κρεβατοκάμαρα της κοπέλας. Με το που έκατσε ένοιωσε πολύ άσχημα και ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τόλμησε. Από το διπλανό δωμάτιο, ακουγόντουσαν οι φωνές της κοπέλας και του αγοριού που ήταν μαζί της, γιατί όλοι εκεί ήταν από 14 έως 17 το πολύ. Και κάποια στιγμή, η πόρτα άνοιξε, η κοπέλα που ήταν πολύ νόστιμη, έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο αγόρι που ήταν μέσα κι έφυγε, ενώ εκείνη γύρισε στους υπόλοιπους, άνοιξε τη λουλουδάτη ρόμπα της δείχνοντας το γυμνό κορμί της και του είπε: «Παιδιά, κοιτάξτε με, αν σας αρέσω μείνετε, αλλιώς μην πιάνετε τζάμπα τις καρέκλες». Ύστερα ξαναμπήκε στην κρεβατοκάμαρα  παίρνοντας το αγόρι που καθόταν δίπλα στην πόρτα. Εκείνος, χωρίς να κοιτάξει τους φίλους του που κάθονταν δίπλα του, σηκώθηκε γρήγορα και βγήκε αμέσως έξω από το σπίτι, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Την άλλη μέρα στο σχολείο οι φίλοι του τον «ξεφώνιζαν» συνέχεια: «Συκιά» τον ανέβαζαν «ντικιντάνγκα» τον κατέβαζαν — δυο λέξεις που χρησιμοποιούσαν τότε για τους gay άντρες.
Η ιστορία ξεχάστηκε, μέχρι που μερικούς μήνες αργότερα, οι κολλητοί του, του είπαν ότι είχε έρθει ένα φοβερό κορίτσι, που σ’ αυτήν πήγαιναν όλο μικρά αγόρια, έπαιρνε λιγότερα λεφτά και τέτοια. Πες, πες τον πείσανε και νάτος πάλι σε ένα χολ με τις κλασσικές καρέκλες και όλα να ακούγονται από τη διπλανή κρεβατοκάμαρα. Όταν βγήκε το κορίτσι, του άρεσε πολύ. Ήταν ένα πολύ όμορφο γλυκό κορίτσι, γύρω στα 18, με πράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά. Αυτή τη φορά, παρόλο που κάτι μέσα του δυσφορούσε δεν έφυγε, γιατί ντρεπόταν τους φίλους του. Προχωρούσε στην επόμενη καρέκλα, κάθε φορά που κάποιος πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα.  Έφτασε να τον χωρίζουν μόνο τρεις καρέκλες από την πόρτα. Το αγόρι που είχε μπει μέσα καθυστερούσε πολύ να βγει και ξαφνικά ακούστηκε η κοπέλα να φωνάζει εκνευρισμένη: «Άντε τέλειωνε (χ..ε) ρε παιδάκι  μου και περιμένει ένα κάρο κόσμος απ’ έξω!» . Κι εκείνος, σαν να τον τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκε από την καρέκλα του και βγήκε γρήγορα έξω από το σπίτι, αδιαφορώντας για τους φίλους του που του φώναζαν να μη φύγει. Αυτή ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά που προσπάθησε να κάνει σεξ με χρήματα.
Η νεαρή Γερμανίδα τού πίεσε ελαφρά τον μπράτσο και τον ξανάφερε στην πραγματικότητα. Όλο αυτό κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα, αλλά νόμισε ότι είχε «φύγει» πολύ ώρα. Το κορίτσι του ξαναπρότεινε να πάνε στο Ξενοδοχείο, αλλά εκείνος της απάντησε αποφασιστικά, «όχι», της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλια της κι έφυγε. Πριν στρίψει τη γωνία, γύρισε και την κοίταξε. Εκείνη ήταν εκεί ακόμα και τον παρακολουθούσε. Του χαμογέλασε, τον χαιρέτησε σηκώνοντας το χέρι της κι ύστερα έφυγε γυρίζοντάς του την πλάτη. Εκείνος, για δευτερόλεπτα, του φάνηκε σαν να τον κοίταξε το κορίτσι με τρυφερότητα και καθώς τηνέβλεπε να απομακρύνεται, ένοιωσε την καρδιά του να γεμίζει από μια απέραντη θλίψη για ‘κείνη, και τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα…

Το δελτίο ειδήσεων  στην τηλεόραση, πέρασε από την είδηση για τις «Γερμανίδες ιερόδουλες», σε μια έκτακτη είδηση, για την τελευταία επίσκεψη τις Τρόικας στην Ελλάδα.