Γενέθλια

IMG_2822

Κατ’ αρχήν να πω ευχαριστώ πολύ σε όλους τους φίλους που από χθες που ήταν η μέρα των γενεθλίων μου μου στέλνουν τις ευχές τους με mail ή στο face book. Πάνε, λοιπόν, και τα 73 και μπήκα στα 74. Τα γενέθλια τα γιορτάσαμε πολύ μεταξύ μας -η Στεφανία, ο Κωνσταντίνος, η φίλη του η Νανά και εγώ- σε ένα πολύ ωραίο ταβερνάκι στο Καπανδρίτι. Εκτός από τη φωτογραφία, λοιπόν, σας έχω και ένα πολύ μικρό βίντεο από το σβήσιμο των κεριών τη; τούρτας. Και πάλι ευχαριστώ για τις ευχές.
Σας φιλώ
Π.

 

 

 

«Γκαστόνε»

Gastoneev.1
Όχι. Δεν είναι άλλο ένα post για το Σινέακ!  Εμένα εννοεί ο τίτλος! Ναι, αμέ…  Χα, χα, χα… Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Κατ΄ αρχήν, για τους νεώτερους, να πω ότι ο Γκαστόνε, είναι ένας από τους ήρωες του Ντίσνεϋ, στη σειρά με ήρωα τον Ντόναλντ Ντακ. Στη ζωγραφιά είναι όλα τα σχέδια που έγιναν γι’ αυτόν από το 1948 που πρωτοδημιούργηθηκε, έως το 1966   που έχουμε την τελική του έκδοση. (Μόλις σκέφτηκα ότι είμαι τρία χρόνια μεγαλύτερός του, αφού γεννήθηκα το 1943. Χα, χα, χα…) Χθες, λοιπόν, γνωρίστηκα με μία κυρία που ενδιαφερόταν για τη δουλειά του Κρισναμούρτι και ήρθε να μιλήσουμε γι΄ αυτόν. Με ρώτησε πώς έγινε και ήρθα σε επαφή με τη δουλειά του Κρισναμούρτι και τον ίδιο, κι απαντώντας της τής είπα ότι όλο αυτό καθώς και άλλα πράγματα στη ζωή μου είναι εκείνο που λέει η Αγγλική λέξη seredipity (σερεντίπιτυ), που γι΄ αυτό έχω ανεβάσει πριν καιρό ένα post , που αν θέλετε μπορείτε να το δείτε κάνοντας κλικ  ΕΔΩ. Να πω μόνο τώρα δυο λόγια για όσους δεν έχουν δει το post και δεν έχουν ξανακούσει τη λέξη «σερεντίπιτυ» που σημαίνει,  Το χάρισμα να βρίσκεις πολύτιμα  ή ευχάριστα πράγματα που δεν έψαχνες. Η λέξη αποθησαυρίστηκε στην αγγλική γλώσσα από κάποιον Oratio Walpole, το 1754, από ένα Ινδικό παραμύθι με τον τίτλο, «Οι Τρεις Πρίγκιπες από το Σερεντίπ». «Σερεντίπ» είναι το αρχαίο όνομα της Κεϋλάνης, η οποία από το 1972 ονομάζεται Σρι-Λάνκα. Το παραμύθι γράφτηκε στην Κεϋλάνη τον 5ο μ.Χ. αιώνα με τον τίτλο, «Οι τρεις πρίγκιπες από το Σερεντίπ» όπου αυτοί οι τρεις ταξιδεύοντας ανακάλυπταν συνέχεια  από σύμπτωση καλά πράγματα που δεν είχαν αναζητήσει…».  Και πάνω εκεί  που εξηγούσα τη σημασία της λέξης στην κυρία, ξαφνικά το πρόσωπό της γεμίζει με ένα χαμόγελο και -ως «παραμυθομεγαλωμένη» που ήταν –  μου λέει:  «Εγώ όταν σας έβλεπα μικρή στην τηλεόραση, σας έλεγα ‘Γκαστόνε’, χωρίς να ξέρω γιατί… έτσι…»   Ε, αυτό δεν μου το έχουν πει ποτέ! Ο ήρωας αυτός των κινουμένων σχεδίων, είναι ο ξάδερφος του Ντόναλντ Ντακ, ο  Γκαστόνε Ντακ, που ήταν ένας υπερβολικά τυχερός άνθρωπος, που του πήγαιναν πάντα όλα καλά χωρίς να κάνει τίποτα!  Βέβαια, εμένα δεν πήγε έτσι εύκολα η ζωή μου, αλλά μου έτυχαν διάφορα πολύ καλά πράγματα χωρίς να τα έχω επιδιώξει.  Τέλος πάντων, μου άρεσε και με διασκέδασε πολύ, ότι ένα κοριτσάκι της δεκαετίας του ’80, βλέποντας  τον «Παραμυθά», τον έλεγε  «Γκαστόνε», χωρίς και να ξέρει ακριβώς γιατί. Έτσι αποφάσισα να ανεβάσω αυτό το post, αφιερωμένο στον Γκαστόνε, πράγμα που δεν θα μου περνούσε ποτέ από το νου  αλλιώς, αφού είναι ένας από τους ήρωες των «Μικυμάους», που λέγαμε, που τον είχα ξεχάσει. Βρήκα κι ένα τρέιλερ, σαν βιντεοκλίπ  τραγουδιού για τον Γκαστόνε, με πλάνα από διάφορες ταινίες που «έπαιζε» με τον Ντόναλντ και σας το ανέβασα εδώ.
Καλό μήνα και καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

 

 

 

Η Λήδα

ΝΠ 002

Αυτή η φωτογραφία που βλέπετε, είναι από την πρώτη φορά που έπαιξα στη ζωή μου, σε ηλικία 8 χρονών, το 1951, στο Θέατρο Κυβέλης, στο έργο, «Η Νεράιδα του χιονιού» βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Άντερσεν. Αυτό το γλυκό και λαμπερό κορίτσι που έχω αγκαλιάσει, είναι η εξαιρετική ηθοποιός, Λήδα Πρωτοψάλτη, που κι εκείνη βγήκε σ΄ αυτό το έργο για πρώτη φορά στο θέατρο, σε ηλικία 11 χρονών. Λέω την ηλικία της γιατί την λέει και η ίδια στο βιογραφικό της, που μπορείτε αν θέλετε να το δείτε κάνοντας  κλικ   ΕΔΩ  στο web site του θεάτρου ΣΤΟΑ.
Και θα μου πείτε, «πώς σου ‘ρθε ξαφνικά να βάλεις αυτό το post»;  Εντελώς ξαφνικά μου ήρθε, κυριολεκτικά. Η ιδέα μού ήρθε από ένα ιντερνετικό περιοδικό που μου στέλνουν κάθε εβδομάδα, κι εκεί είχε την είδηση για την πρεμιέρα ενός θεατρικού έργου που παίζει η Λήδα, με μια φωτογραφία της που με συγκίνησε πολύ. Έτσι συνδύασα τους δυο μας, από φωτογραφίες μας βγαλμένες τώρα κοντά, 62 χρόνια μετά! Για δείτε.
Nikos-Leda
Ναι. Αυτοί οι δύο είναι τα δύο παιδάκια της προηγούμενης φωτογραφίας! Χα, χα, χα… και το ανάποδο: Αχ, αχ, αχ…

Και σκέφτηκα να κλείσω αυτό το post με την κεντρική σελίδα του προγράμματος αυτής της παράστασης, γιατί ανάμεσα στα ονόματα ηθοποιών που ίσως κάποιους τους ξέρετε, είναι ένα όνομα που το ξέρετε σίγουρα: της Άλκης Ζέη! Τότε ήταν ακόμα ηθοποιός, και έπαιζε το ρόλο της Κυρά Καρακάξας, όπως θα δείτε. Κάποια χρόνια αργότερα, εγκατέλειψε το θέατρο κι έγινε η σπουδαία συγγραφέας που ξέρετε. Αυτά, λοιπόν.
Καλή εβδομάδα.
Π.

ΝΠ 061.b

 

 

 

Οπτασία

Photo dad + back.2 

Πριν κάμποσες μέρες, ψάχνοντας σε μια ντουλάπα για μια βαλίτσα, έπεσα πάνω σε ένα δερμάτινο ντοσιέ  γραφείου,  του παππού μου του Νίκου – πατέρα του πατέρα μου- και μια μικρή σιδερένια ταμπέλα από την πόρτα του γραφείου του παππού μου. Μέσα σ’ αυτό το ντοσιέ, είχε κάποια ξεχασμένα πράγματά του από την Ελβετία, από τη Γενεύη, που βρισκόταν τότε – το 1918 – όλη η οικογένεια εκεί. Υπήρχαν:  μια φωτογραφία του πατέρα μου χωμένου σε μια κουφάλα δέντρου,   (αυτήν που έβαλα στην αρχή του post με αυτά που γράφει από πίσω),μια ακόμα φωτογραφία του παππού μου την ίδια μέρα που κρατάει αγκαλιά τον πατέρα μου στα τέσσερά του,  κι ένα παράξενο λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο από τον ίδιο. Το κείμενο το βρήκα παράξενο γιατί κάπως μου θύμιζε τον τρόπο που γράφω εγώ (!!!), ήταν μεταφυσικό, και γράφτηκε κάπως «προφητικά» το 1918, λίγους μήνες πριν πηδήξει ο παππούς από το μπαλκόνι και σκοτωθεί, εξαιτίας παραισθήσεων που του προξένησε ο υψηλός πυρετός που είχε πάθει από την Ισπανική γρίπη του 1918 που ήταν φοβερή επιδημία τότε και θέρισε κόσμο, καθώς δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα η ασπιρίνη. Έβαλα link πάνω στις λέξεις «Ισπανική γρίπη» , για όσους θέλουν να δουν τα εντυπωσιακά στοιχεία εκείνης της επιδημίας γρίπης σε όλη την Ευρώπη. Και μου άρεσε πολύ η ιδέα να ανεβάσω φωτογραφίες από όλα όσα σας είπα πιο πάνω, καθώς και το κείμενο που σας είπα. Αν σας κάνει κέφι δείτε τα.

Και πρώτα το ντοσσιέ>

Dossie

 

 

Η σιδερένια ταμπέλα τώρα. Το σωστό θα ήταν να λέει  «Ν.Κ. ΠΙΛΑΒΙΟΣ»  και όχι «Ν.Γ.ΠΙΛΑΒΙΟΣ». Το γιατί, όσοι δεν το έχετε διαβάσει, υπάρχει σε ένα παλιότερο post με τίτλο «Παραλίγο Γιώργος και Γεωργία», που είναι μεγαλούτσικο, αλλά έβαλα LINK για όποιον θέλει να πάει.
Ταμπέλα Ν.Γ.Π
Και να κι η φωτογραφία του παππού μου – του «παππουνίκου», που με λέει εμένα ο Αλέξανδρος  χα, χα, χα – με αγκαλιά τον πατέρα μου.

Παππούς Νίκος.Μπαμπάς 1918.B

Και τελειώνω με τη φωτογραφία του χειρόγραφου κείμενου του παππού μου και αμέσως μετά σας το έχω αντιγράψει κανονικά για να μπορεί όποιος θέλει να το διαβάσει. Αν δεν ξέρετε για τη «Μάχη του Βερντέν», πηγαίνετε ΕΔΩ.
Καλό βράδυ
Π.

ΟΠΤΑΣΙΑ.b

ΟΠΤΑΣΙΑ
Ο διαβάτης σταμάτησε… Πού βρισκόταν; Ούτε κι αυτός δεν ήξερε, μα ούτε ήθελε και να μαντέψει. Τι τον ένοιαζε άλλωστε; Άθελα τον είχαν φέρει τα βήματά του έως εκεί, κι ήρθε για να ξεχαστεί, να αναπνεύσει ελεύθερα μακριά απ’ την πολιτεία και τους ανθρώπους. Τι τον πείραζε πού βρισκόταν;… Όπου και να ‘ταν, αισθανόταν τον εαυτό του αλλόκοτα ευτυχισμένο κι αυτό του έφτανε.
Πέρα στο βουνό πρόβαλλε ο λαμπερός δίσκος της σελήνης κι η φύση φωτίστηκε ξαφνικά γύρω του, σαν ξαφνιασμένη  από την απότομη μεταβολή. Στην αρχή ζαλίστηκε κι αυτός λίγο και δεν μπόρεσε να κοιτάξει. Γρήγορα, όμως, συνήλθε  κι έστρεψε το βλέμμα του γύρω. Μια παράξενη περιέργεια είχε αντικαταστήσει τώρα την πρότερη ξενοιασιά του. Ήθελε να δει… να μάθει…  Και κοίταξε… βύθισε αχόρταγα, άπληστα τα μάτια του στα βουνά, στις πεδιάδες, στον ουρανό ακόμα,  παντού… παντού όπου θα μπορούσε να δει, να καταλάβει… Μι’ ανατριχίλα τον συγκλόνισε και αισθάνθηκε τα χέρια του να τρέμουν παγωμένα. Τίναξε δυνατά το κεφάλι του γιατί του φάνηκε πως ονειρευόταν  και ξανακοίταξε λίγο φοβισμένα, αλλά πιο σταθερά, πιο ψύχραιμα τώρα…  Όχι, δεν είχε γελαστεί, δεν είχε ονειρευτεί, το προαίσθημα που βάραινε την ψυχή του εκείνο το βράδυ το αισθάνθηκε τώρα σαν ν’ αλαφρώνει που το ‘βλεπε να γίνεται πραγματικό. Τέτοια είναι πολλές φορές  η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου .
Γύρω του, πέρα μακριά, στις κοιλάδες , στην πεδιάδα, στα βουνά, όπου μπορούσε να φτάσει η ματιά του, έβλεπε σταυρούς, μικρούς ξύλινους σταυρούς, ν’ απλώνονται ατέλειωτα, πένθιμα, χαμένοι στα βάθη του ορίζοντα… Ναι… τώρα θυμόταν… τώρα καταλάβαινε… Βρισκόταν στην κοιλάδα του Βερντέν, στην κοιλάδα που χρησίμευε για νεκροταφείο σε εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα που σκοτώθηκαν στη μεγάλη μάχη…  Και ξαφνικά ένας ανείπωτος φόβος τον κατέλαβε… Αισθάνθηκε το κεφάλι του να βουίζει και του φάνηκε πως πάγωνε ολόκληρος. Όμως δε σάλεψε, δε μπόρεσε να σαλέψει. Μία αλλόκοτη δύναμη τον κράταγε εκεί καρφωμένο, ακίνητο…
Από κάθε σταυρό, από κάθε μνήμα, φαινόταν τώρα να βγαίνει κι ένα πρόσωπο, ένα παραμορφωμένο πρόσωπο, όπου κάθε ζωή  είχε σβήσει πια για πάντα. Κι έβλεπε τώρα, εκατομμύρια, δισεκατομμύρια τέτοια φαντάσματα που πρόβαλλαν από παντού, από κάθε κομμάτι γης.

 

 

Το κλείσιμο ενός κύκλου

Γάγγης. Θρησκευτική γιορτή γυναικών

Σήμερα είναι το τελευταίο ποστ με θέμα το ταξίδι στην Ινδία. Το καθυστέρησα κάπως, γιατί ήθελα «να κάτσει» λίγο ακόμα αυτή  η ιστορία μέσα μου. Και το γράψιμο αυτών τον ποστ -σαν κάθε γράψιμο για προσωπικά πράγματα, όπως ένα ημερολόγιο- με βοήθησε πολύ να δω «απ’ έξω» τα πράγματα, χωρίς να έχουν τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής που γίνονταν κι ήμουν «μέσα» – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Όπως στη δεύτερη βαρκάδα στον Γάγγη, που πήγαινα για να δω ηλιοβασίλεμα κι έπεσα πάνω σε μια θρησκευτική γιορτή των γυναικών της Ινδίας, απ’ όπου και η φωτογραφία που βλέπετε.
Κι ας αρχίσω από αυτήν ακριβώς τη φωτογραφία. Κοιτώντας αυτές τις γυναίκες τότε, ένοιωσα τρομερή θλίψη και συμπόνοια. Νομίζω ότι  αυτό φαίνεται και στο βίντεο που μου έβγαλε ο συνοδός στη βόλτα. Τώρα, όμως, βλέποντας αυτές τις γυναίκες ένοιωσα ότι τελικά ο φόβος της τιμωρίας και η ελπίδα της ανταμοιβής, η ελπίδα για ανακούφιση από τον πόνο ή από ενοχές, είναι κάτι κοινό στους πιστούς όλων των θρησκειών. Σε όλες τις θρησκείες, οι άνθρωποι που προσεύχονται είναι για να ζητήσουν κάτι ή -το πολύ- για να ευχαριστήσουν για κάτι που ζήτησαν και τους… «δόθηκε».  Δεν έχω ακούσει να έχει κάνει κανείς προσευχή, όταν είναι όλα ξεκάθαρα μέσα του κι έξω του, και βλέπει πεντακάθαρα και ουδέτερα, τόσο τον πόνο του όσο και τη χαρά του, χωρίς κανένα φόβο ή ελπίδα – που είναι το ίδιο πράγμα. Εδώ ο Καζαντζάκης το έχει πει τέλεια: «Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος». Αμ, τι; Τυχαία τον αφόρισε η Χριστιανική Θρησκεία; Κοιτώντας, λοιπόν, αυτή τη φωτογραφία – ή βλέποντας τη σκηνή στον Γάγγη – δεν μπορεί παρά να πάει ο νους σου ότι αυτή η ιστορία του φόβου, της ελπίδας, της προσευχής και τέτοια, είναι όλα ίδια σε όλες τις θρησκείες. Κοιτάξτε αυτές τις γυναίκες  και μετά ψάξτε στο ίντερνετ και θα βρείτε δεκάδες φωτογραφίες γυναικών -και αντρών- να ανεβαίνουν σέρνοντας,  με τα γόνατα μία μεγάλη διαδρομή για την εκκλησία της Παναγίας της Τήνου. Η θλίψη, ο ανθρώπινος πόνος και η ελπίδα, είναι ίδια, η θρησκεία διαφέρει, πράγμα που δεν αλλάζει τίποτα για τον άνθρωπο.
Αλλά και σε ένα άλλο πεδίο, λίγο πιο ανάλαφρο, τα πράγματα είναι ίδια. Σε όλα τα προηγούμενα ποστ, σας έβαζα βίντεο με τις διαδρομές με ταξί στους δρόμους. Στο αεροδρόμιο, διαβάζοντας μια Αμερικάνικη εφημερίδα, έπεσα σε ένα άρθρο που άρχιζε έτσι:
ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Κοιτάζοντας χθες αυτό το απόκομμα σκέφτηκα να βγάλω το ποσοστό όσων πέθαναν από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, στην Ινδία  και πόσοι στην Ελλάδα, ανάλογα με τον πληθυσμό. Ε, δεν είναι δύσκολο, το έψαξα στο ίντερνετ και βρήκα: στην Ινδία είναι το 1,86%  και στην Ελλάδα, που δεν γίνεται αυτό το χάος όπως στους δρόμους στην Ινδία, δεν κυκλοφορούν αγελάδες και τόσα ποδήλατα και μηχανάκια, το ποσοστό είναι 3,19%, πράγμα που, όπως έλεγε το άρθρο στο ίντερνετ, την έφερνε πρώτη σε ατυχήματα από αυτοκίνητο στον κόσμο !!!

Και τώρα ας γυρίσουμε στο προσωπικό μου κομμάτι αυτού του ταξιδιού. Αν έχετε διαβάσει το πρώτο ποστ γι’ αυτό το ταξίδι θα θυμάστε, ότι πέρα από τον επαγγελματικό λόγο της παρουσίασης του βιβλίου μου, «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα», που έχει βγει και στα Αγγλικά, πήγα και γιατί έτσι μου είχε πει ο Κρισναμούρτι, ένα μεσημέρι του 1985, εκεί που τρώγαμε σ’ ένα σπίτι στην Ελβετία. Κάποια στιγμή, τον είχα ρωτήσει γιατί είχε πει κάποτε ότι αν του λέγανε ότι κάπου εκεί μιλάει ο Βούδας θα πήγαινε να τον ακούσει και θα έμενε μαζί του έως το τέλος, μου απάντησε ότι όταν θα πήγαινα τον Δεκέμβριο στην Ινδία που μας είχε καλέσει θα μου σύστηνε κάποιους Μελετητές του Βουδισμού, να μου που τα πάντα για τον Βούδα. Κάνα μισάωρο μετά από αυτό, μου είπε, ξαφνικά και στο άσχετο, σφίγγοντας μου το χέρι -«πρέπει να πάτε στο Μπενάρες, κύριε»-  επαναλαμβάνοντας το ίδιο πιο έντονα και τις τρεις φορές που τον ρώτησα, «και γιατί, κύριε;» μέχρι που τελικά μου παράτησε απότομα το χέρι, λέγοντας, «εντάξει μην πάτε». Όλο αυτό το είχα ξεχάσει, μέχρι πριν μερικά χρόνια ακούγοντας μια φίλη μου να μου λέει για το Μπενάρες που είχε πάει και είχε μια αίσθηση της ατμόσφαιρας του Βούδα εκεί, θυμήθηκα την όλη σκηνή με τον Κρισναμούρτι. Έτσι σκέφτηκα ότι μου είπε να πάω στο Μπενάρες, για να πάρω απάντηση στο ερώτημα που του είχα κάνει για τον Βούδα. Κι επειδή, από μικρό παιδί είμαι τρομερά περίεργος -έτσι βρέθηκα να τρώω και με τον Κρισναμούρτι, από την περιέργειά μου – αποφάσισα ότι με την πρώτη ευκαιρία θα πάω. Και η ευκαιρία ήρθε, όταν μου ζήτησαν από το Κέντρο Κρισναμούρτι στο  Ραζγκάτ  που είναι δίπλα στο Μπενάρες, να τους πω για το βιβλίο μου με το ερώτημά του ς για το βιβλίο μου και κάποια μαζεμένα χρήματα που πήρα από τη σύνταξή μου! Αυτό, τώρα, έγινε τη στιγμή που άρχισα να ετοιμάζω ένα βιβλίο για τον Κρισναμούρτι, με τον τίτλο, «Ποιος ή τι ήταν ο Κρισναμούρτι, από τον ίδιο». Όπως λέει κι ο τίτλος, κάνω μια επιλογή κειμένων από όσα έχει πει κατά καιρούς για τον ίδιο σε όλη του τη ζωή μέχρι λίγο πριν πεθάνει. Αυτή ήταν η πρώτη «σύμπτωση», που είχε  τελικά σχέση με το ταξίδι, γιατί ακολούθησαν κι άλλες.
Δεν θα σας παιδέψω πολύ ακόμα, με την προϋπόθεση ότι έχετε διαβάσει τα προηγούμενα ποστ για να μην λέω τώρα τα ίδια. Και πάμε κατ’ ευθείαν στο συμπέρασμα του ταξιδιού. Όταν ο Κρισναμούρτι μου είπε ότι πρέπει να πάω στο Μπενάρες, αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τον Βούδα. Μου είχε πει πριν ότι θα μου συστήσει Μελετητές του Βουδισμού για να μου πουν για τον Βούδα και τέλος. Αυτό που μου είπε μετά ήταν για να δω μ’ αυτό το ταξίδι πράγματα για μένα και -πολύ πιθανόν- κάτι για εκείνον. Κάποια χρόνια μετά από τις συναντήσεις που είχα μαζί του μέσα στο 1985, μου έμεινε μια αίσθηση ότι ο Κρισναμούρτι με νοιάστηκε όπως –όπως, όχι όσο–  κανένας άλλος άνθρωπος στη ζωή μου. Λέω, «όπως» και όχι «όσο», γιατί «πολύ» με νοιάστηκαν κι η μάνα μου κι ο πατέρας μου και κάποιοι άλλοι άνθρωποι στη ζωή μου, αλλά το «όπως», έχει να κάνει με κάτι πέρα από την καθημερινή ζωή -όχι φιλοσοφικογκουρούδικα και τέτοιες παπαριές- κάτι, λεπτό και  βαθιά εσωτερικά ανθρώπινο. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, αλλά όπως έλεγε κι ο φίλος μου ο  Άλκης ,   που κι εκείνον τον θυμήθηκα αυτόν τον καιρό, «είναι πράγματα που δεν χωράνε σε λέξεις». Ή όπως λέει ο Κρισναμούρτι, «the word is not the think». (Έβαλα λινκ του ποστ γι’ αυτόν).
Η έντονη παρότρυνση, λοιπόν, του Κρισναμούρτι να πάω στο Μπενάρες δεν ήταν για να καταλάβω κάτι για τον Βούδα. Και γιατί δεν μου απάντησε ξεκάθαρα γιατί να πάω, όταν τον ρώτησα; Θα σας αρχίσω, λοιπόν,  από την τελευταία, «σύμπτωση», την απάντηση που πήρα στο ερώτημα, χθες το βράδυ!!!  Εδώ και χρόνια, όταν βρω στο CD με την DATA που έχω με όσα έχει πει ο Κρισναμούρτι  σε όλη του τη ζωή, κάποιο κείμενο που δεν υπάρχει σε βιβλίο και μου φαίνεται ενδιαφέρον, το περνάω στο word και το τυπώνω, για να το βάλω μέσα σε ένα φάκελλο στη βιβλιοθήκη μου. Έτσι, χθες, ψάχνοντας να βρω ένα βιβλίο που ήθελα, έπεσα σε ένα τέτοιο φάκελλο, στριμωγμένο ανάμεσα στα βιβλία. Κοίταξα το κείμενο. Ήταν μια ομιλία που έκανε τον Αύγουστο του 1927, δύο χρόνια πριν φύγει από τους Θεοσοφιστές και διαλύσει το Τάγμα του Αστέρα που είχαν ιδρύσει γι’ αυτόν ως Μεσσία, όπου ανάμεσα σ’ άλλα, λέει πώς θα μιλάει από ‘κει και πέρα για εκείνον και για πράγματα ενός άλλου επιπέδου: «Θα είμαι εσκεμμένα  ασαφής, επειδή παρόλο που θα μπορούσα εύκολα να το προσδιορίσω, δεν έχω την πρόθεση να το κάνω, γιατί από τη στιγμή που προσδιορίζεις κάτι σε αυτό το πεδίο, νεκρώνεται· αν προσδιορίσεις σαφώς κάτι τέτοιο –τουλάχιστον αυτό υποστηρίζω εγώ- προσπαθείς να του δώσεις μία ερμηνεία, που στο μυαλό του άλλου θα πάρει μια οριστική μορφή κι έτσι ο άλλος θα παγιδευτεί σ’ αυτή τη μορφή,  και μετά θα πρέπει να παλέψει για να απελευθερωθεί».
Δεν ξέρω πώς το βλέπετε, αλλά για  μένα  ήταν η καλύτερη απάντηση που μπορούσα να πάρω στο ερώτημα και κάτι σαν επιβεβαίωση όσων είδα και έγιναν μέσα σε αυτό το ταξίδι. Και πάμε τώρα, από την αρχή του ταξιδιού. (Συγνώμη που δεν αναρωτιέμαι αν δεν σας ενδιαφέρουν όλα αυτά ή αν βαρεθήκατε, αλλά θεωρώ δεδομένο ότι αν βαρεθείτε θα βγείτε από το μπλογκ  και θα γλυτώσετε).
Την πρώτη μέρα που ήμουν εκεί, έκανα την βαρκάδα στον Γάγγη και τις διαδρομές με τα πόδια και το ταξί στην πόλι, που ξέρετε. Η πρώτη «σύμπτωση¨ ήταν εκείνη την πρώτη μέρα.  Καμιά φορά, λοιπόν, γίνονται κάποια πράγματα που είναι σαν να μας στέλνει η ζωή μηνύματα. Αλλά δεν τα παίρνουμε πάντα χαμπάρι. Έτσι κι εγώ δεν πήρα χαμπάρι εκείνη την ημέρα ότι η «σύμπτωση» ήταν «μήνυμα».  Έπεσα πάνω σε κηδεία δύο πτωμάτων στον Γάγγη, που -όπως μου είπε ο βαρκάρης- ήμουν πολύ… τυχερός που έτυχε να γίνει το κάψιμο/κηδεία των πτωμάτων εκείνη την ώρα. Εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα τον θάνατο του Άλκη και το ρόλο που έπαιξε στη ζωή μου. Θυμήθηκα διάφορα που έχει ο Κρισναμούρτι για το θάνατο, αλλά -θα έλεγα- με μια κατανόηση βαθύτερη. Όσα ένοιωσα εκείνη την ημέρα, για τον θάνατο και τον ανθρώπινο πόνο δεν έμοιαζε να έχουν και πολύ σχέση με το λόγο που έκανα αυτό το ταξίδι. Να, τι έγραψα στο ημερολόγιό μου το βράδυ:
Νομίζω ότι  δεν υπάρχει  άλλο μέρος στον κόσμο που να υπάρχουν ταυτόχρονα μια αίσθηση πνευματικότητας και αποχαύνωση, δυστυχία και χαρά, ομορφιά και ασχήμια στους ανθρώπους και στο τοπίο, πλούτου και αθλιότητας, σκληρότητας και συναισθηματισμού, βιαιότητας και διάχυτου ανθρώπινου πόνου, και μιας παράξενης αίσθησης, θανάτου, αλλά και κάτι πέρα απ’ αυτόν. Γυρίζοντας από βαρκάδα, μου ήρθε στο νου μία φράση από τα νιάτα μου που τη θυμάμαι ακόμα, κατά καιρούς∙  η φράση: «ο ανθρώπινος πόνος είναι απέραντος», από το θεατρικό έργο, «Ο Θεός και ο Διάβολος» του Ζαν Πωλ Σαρτρ, που είχα διαβάσει  στα 18 μου ως μαθητής της Δραματικής Σχολής!  Τώρα δεν ξέρω πώς ακριβώς συνδυάζονται αυτά τα δύο, αλλά ένοιωσα κάπως σαν να κλείνει ένας κύκλος μέσα μου, 52 χρόνια μετά!
Οι πιο σημαντικές «συμπτώσεις» ήταν της δεύτερης ημέρας, που έκανα την επίσκεψη στο χωριό που πρωτομίλησε ο Βούδας. Θεωρητικά, αφού πήγαινα για κάτι που έχει σχέση με αυτόν, η επίσκεψη στο Σαρνάθ ήταν η πιο σημαντική. Και πάλι, δεν πήρα χαμπάρι εκείνη την ημέρα ότι οι «συμπτώσεις» ήταν «μηνύματα». Όπως θα θυμάστε από το ποστ για εκείνη την επίσκεψη, το πρώτο που έγινε με το που έφτασα, ήταν η «σύμπτωση» που την ώρα που μπήκα στο πρώτο μνημείο μπήκε μαζί κι ένας πιεστικός μικροπωλητής, που μου έσπασε τα νεύρα και σηκώθηκα κι έφυγα, χωρίς να κάτσω λίγο ήσυχα εκεί. Η δεύτερη «σύμπτωση», είναι ότι την ώρα που φτάσαμε, ο κεντρικό Ναός – αξιοθέατο, ήταν κλειστός και θα ξανάνοιγε μετά δύο ώρες! Αυτά τα δύο μαζί με δυο τρία άλλα που είδα, όπως ίσως θυμάστε, με έκαναν να φύγω επιτόπου, χωρίς να πάρω τίποτα από το μέρος. Ήταν σαν κάτι να μου έλεγε, «φύγε από ‘δω, το ταξίδι δεν έχει σχέση με το Βούδα».
Την τρίτη μέρα πήγα στο Κέντρο του Ιδρύματος Κρισναμούρτι για να τους πω για το βιβλίο μου. Ο Διευθυντής του Σχολείου, με πήγε και κάναμε βόλτα σε μια διαδρομή που όπως μου είπε έκανε ο Βούδας, αλλά εγώ σκεφτόμουν ότι την διαδρομή αυτή την έκανε κι ο Κρισναμούρτι, όπως μου είχαν πει.
Την τέταρτη και τελευταία μέρα, που δεν είχα σχεδιάσει τίποτα να κάνω, όπως σας έχω πει, μου μπήκε η ιδέα να ξαναπάω βαρκάδα στον Γάγγη, αλλά για να δω ηλιοβασίλεμα. Όπως θα θυμάστε από το βίντεο που ανέβασα, μου είχαν πει λάθος ώρα κι όταν πήγα, είχε τελειώσει. Άλλο «μήνυμα» ότι κι αυτή τη φορά, δεν ήμουν εκεί για να δω ηλιοβασίλεμα! Η θρησκευτική γιορτή των γυναικών, που η φωτογραφία στην αρχή είναι από εκεί,  το πήγαινε-έλα με τα πόδια από το ταξί και προς το ταξί, όλο αυτό το θέαμα των εκατοντάδων ανθρώπων στα Γκατς μ’ έκανε να νοιώσω ότι αυτό το ταξίδι δεν ήταν απάντηση στην ερώτηση που είχα κάνει στον Κρισναμούρτι για τον Βούδα. Η παρότρυνσή του να πάω στο Μπενάρες, ήταν για να δω πράγματα για μένα, που φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα που μου το είπε, κάτι είχε πιάσει.
Σε όλη την επιστροφή του ταξιδιού, που κράτησε 28 ώρες (!) και την πρώτη εβδομάδα μετά που γύρισα, παρακολουθούσα μέσα μου αυτό που είχε γίνει. Ο Κρισναμούρτι μου είχε πει να πάω σε ένα μέρος που φαίνεται κι εκείνον τον είχε εντυπωσιάσει, όταν το επισκέφτηκε για πρώτη φορά στα 54 του. Ναι, παρόλο που ήταν Ινδός, από τη μια τον είχαν πάρει από πολύ μικρό από εκεί, κι από την άλλη έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ευρώπη. Φαίνεται πως ήξερε ότι το να πάω εκεί κάτι θα μου έκανε. Και μου έκανε. Μου έδωσε μια ησυχία μέσα μου για ό,τι έχει σχέση με τον θάνατο και σαν να μπήκαν κάποια πράματα μέσα μου στη θέση τους, κι αυτό είναι που με έκανε σαν να κλείνει ένας κύκλος στη ζωή μου, που άρχισε και τέλειωσε με μία αίσθηση του ανθρώπινου πόνου, ανεξάρτητα φύλου, φυλής και ηλικίας.
Δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να πω περισσότερα – άσε που δεν λέγονται και με λόγια. Όμως, θα κλείσω με άλλη μία  «σύμπτωση», όπως άρχισα. Μπαίνοντας στη δεύτερη εβδομάδα μετά το ταξίδι, πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη μου να πάρω ένα βιβλίο του «Παραμυθά» που ήθελα να δω, το μάτι έπεσε σε μια βιογραφία του Κρισναμούρτι. Είναι αυτή που όταν τη διάβασα το 1987 με είχε συγκινήσει, και που τώρα πια έχω καταλήξει ότι είναι εκείνη που μεταδίδει την πιο λεπτή και βαθιά αίσθηση γι’ αυτόν. Τη βιογραφία αυτή την έχει γράψει μία Ινδή, πολύ κοντινή του φίλη, η Pupul Jayakar. Από αυτή τη βιογραφία που είναι 516 σελίδες και δεν είναι πολύ γνωστή ούτε καν στην Αγγλία, έχω πάρει όλο το 23 Κεφάλαιο, που έχει τίτλο, «Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα – Γράμματα σε μια νεαρή φίλη», το μετέφρασα και έχει βγει στα ελληνικά με τίτλο το «Γράμματα σε μια νεαρή φίλη». Μόλις έπεσε το μάτι μου πάνω στο βιβλίο, σκέφτηκα να κάνω κάτι σαν παιχνίδι, που μ΄αρέσει να το κάνω με βιβλία. Το παίρνω και το ανοίγω στην τύχη και κοιτάξτε να δείτε πού έπεσα! Ήταν σαν να μου έλεγε ότι όσα είχα δει για το ταξίδι, ήταν μάλλον σωστά. Μετέφρασα τη σελίδα και σας την αντιγράφω εδώ. Είναι το 14  Κεφάλαιο του βιβλίου που έχει τίτλο, «Κάτω από τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου, τα νερά είχαν το χρώμα των φρεσκογεννημένων λουλουδιών».΄Αμέσως μετά, σας έχω ένα μικρό βίντεο, «τιμής ένεκεν»  που λένε, από το τελευταίο βράδυ μου στην Ινδία, με τους μουσικούς που άκουγα κάθε βράδυ στο εστιατόριο του Ξενοδοχείου. Ε, και λέω αυτό το ποστ, αντί να το κόψω σε δύο τρία, να το αφήσω ολόκληρο και να μην ανεβάσω κάτι άλλο όλη την εβδομάδα, για να μπορείτε, όσοι θέλετε και δεν μπορείτε να το διαβάσετε μονοκόματο, να το διαβάσετε λίγο λίγο.
Καλό βράδυ
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Το 1949 ο Κρισναμούρτι επρόκειτο να ανακαλύψει την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της Ινδίας: το μεγαλείο των ποταμών της, των βουνών της και των εξοχικών της τοπίων, αλλά και την εξαθλίωση, τη φτώχεια και τη θλίψη της· και τη σκόνη των μονοπατιών που πάνω τους περπάτησαν με γυμνά πόδια για αιώνες, σοφοί και αναζητητές. Ψηλαφούσε σε βάθος τον Ινδικό νου που κατοικεί μέσα σε αφηρημένες έννοιες και γοητεύεται από τις ιδέες· αυξανόταν έντονα η επίγνωση των σκοτεινών σκιών που χωρίζουν το ιδανικό από την πράξη.
Ταξιδεύοντας με το τραίνο από το Δελχί στο Μπενάρες, ένας επιβάτης που ήταν στο ίδιο κουπέ και ενδιαφερόταν για το θάνατο, ρώτησε τον Κρισναμούρτι για το αν είναι αλήθεια η συνέχεια μετά το θάνατο. Καθώς το τραίνο σταμάτησε σε κάποιο τοπικό σταθμό, συνέβη κάτι πολύ ενδιαφέρον. Και να πώς το περιγράφει ο ίδιος, στο βιβλίο του «Στοχασμοί πάνω στη ζωή μας».
«Το τραίνο είχε σταματήσει και ακριβώς εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα κάρο με δύο ρόδες που το τράβαγε ένα άλογο. Πάνω στο κάρο, ήταν το πτώμα ενός ανθρώπου, τυλιγμένο μ ένα πεντακάθαρο ύφασμα και δεμένο σε δυο μεγάλα φρεσκοκομμένα καλάμια πράσινου μπαμπού. Το έφερναν από κάποιο χωριό στο ποτάμι για να το κάψουν Καθώς το κάρο προχωρούσε πάνω στον ανώμαλο χωματόδρομο, το πτώμα τρανταζόταν άγρια και κάτω από το ύφασμα το κεφάλι έδειχνε να τραντάζεται περισσότερο. Στο αμάξι υπήρχε μόνο ένας επιβάτης δίπλα στον αμαξά, που πρέπει να ήταν στενός συγγενής, γιατί τα μάτια του ήταν κατακόκκινα από το πολύ κλάμα. Ό ουρανός είχε πάρει το απαλό γαλάζιο χρώμα της πρώιμης Άνοιξης, ενώ μέσα στις  βρωμιές του δρόμου έπαιζαν παιδιά  φωνάζοντας χαρούμενα. Φαίνεται πως ο θάνατος ήταν πολύ κοινό θέαμα, γιατί όλοι συνέχιζαν ατάραχοι τις δουλειές τους. Ακόμα κι ο επιβάτης που μου είπε ότι ερευνούσε το ζήτημα του θανάτου δεν πρόσεξε το κάρο με το φορτίο του».

Τελευταία βαρκάδα στον Γάγγη

Μέσα στο δωμάτιο του Ξενοδοχείου όπου έμενα στο Μπενάρες, είχε ένα πίνακα στο τοίχο – και μάλιστα με ένα φωτάκι ειδικά γι’ αυτόν – που έδειχνε δυο παιδιά που έπαιζαν στον Γάγγη.
Room painting.2

Τη μέρα που έκανα την άτυχη επίσκεψη στο χωριό του Βούδα, που σας είπα σε προηγούμενο ποστ, έμεινα περισσότερες ώρες στο δωμάτιο δουλεύοντας στο κομπιούτερ. Κάποια στιγμή, το μάτι μου έπεσε στον πίνακα κι αυτή τη φορά τον πρόσεξα καλύτερα.
Room-painting

Το ένα από τα δύο αγόρια, πέταγε με τις φούχτες νερό από το ποτάμι στο άλλο, κι εκείνο πλενόταν μ’ αυτό. Πρόσεξα ότι το νερό στον πίνακα ήταν βρώμικο. Σκέφτηκα ότι αν αυτός ο πίνακας ήταν ελληνικός, το νερό θα ήταν γαλάζιο. Και μ’ έπιασε μια λύπη για τα παιδιά αυτού του τόπου. Το ίδιο εκείνο βράδυ, είδα από το παράθυρό μου κι εκείνο το υπέροχο ηλιοβασίλεμα που έβαλα στο τέλος του βίντεο εκείνης της ημέρας. Τότε ήταν που σκέφτηκα ότι την τελευταία μέρα εκεί, που δεν είχα κανονίσει τίποτα να κάνω, θα ξαναπήγαινα βαρκάδα στον Γάγγη, αλλά αυτή τη φορά για να δω από εκει ηλιοβασίλεμα. Το άλλο πρωί, ρώτησα στη ρεσεψιόν του Ξενοδοχείου τι ώρα γίνεται το ηλιοβασίλεμα και μου είπαν στις έξι. Έτσι, έκλεισα ένα ταξί και βάρκα για το ίδιο απόγευμα στις πέντε.
Στο δρόμο η κατάσταση ήταν κολασμένη, πιο πολύ από την προηγούμενη φορά! Όπως μου εξήγησε ο Ντάντα – έτσι λέγανε τον ταξιτζή που τον είχα μόνιμο πια – εκείνη τη μέρα είχε μια θρησκευτική γιορτή για γυναίκες  στον Γάγγη και είχε φοβερή κίνηση προς τα εκεί. Έτσι, θα σας βάλω ένα ακόμα βίντεο, με μερικά σημεία από τη διαδρομή με το ταξί, για να δείτε μεγαλύτερο χάος από ό,τι έχετε δει μέχρι τώρα.

Και θα κλείσω για σήμερα, με την τελευταία βαρκάδα στον Γάγγη. Κι αυτή τη φορά, όμως, υπήρξε μια ατυχία: Το ηλιοβασίλεμα, δεν ήταν στις έξι, όπως μου είχαν πει στο Ξενοδοχείο, αλλά στις πέντε και τέταρτο. Είχε και συννεφιά, κι έτσι στις έξι παρά είκοσι που μπήκα στη βάρκα δεν υπήρχε ηλιοβασίλεμα για να δω. Όμως, αυτή τη φορά στα Γκατς, έτσι λέγονται οι σκάλες στην όχθη του Γάγγη εκεί, το θέαμα -για μένα- ήταν πολύ πιο θλιβερό από την προηγούμενη φορά! Είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι στην αθλιότητα του Μεσαίωνα και μάλιστα κάποια στιγμή, μου πέρασε από το νου ότι όπου να ‘ ναι θα πεταχτεί κανένας από εκείνους που τριγυρνάγανε τότε στους δρόμους και αυτομαστιγωνόντουσαν. Και το τρομερό είναι ότι όταν το είπα αυτό, μου απάντησαν ότι καμιά φορά έχει και κάνα τέτοιον!!!
Αν σας κάνει κέφι, δείτε τώρα το βίντεο της τελευταίας βαρκάδας στον Γάγγη, και στο επόμενο ποστ θα κλείσω το … «σήριαλ» γι΄αυτό το ταξίδι με κάποιες σκέψεις μου.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Μια άτυχη επίσκεψη

palmtree.4

Την τρίτη μέρα   του ταξιδιού μου στην Ινδία, στις 26 Σεπτεμβρίου, είχα σχεδιάσει να κάνω αυτό που μου είχε πει η φίλη μου που είχε πάει κάποια χρόνια πριν εκεί: να πάω στο Σαρνάθ, ένα μικρό χωριό, κάπου 13 χιλιόμετρα νότια του Μπενάρες.  Το χωριό αυτό είναι διάσημο γιατί είναι ένας από τους τέσσερις κύριους προορισμούς προσκυνήματος των Βουδιστών. Εκεί βρίσκεται το Πάρκο των ζαρκαδιών, όπου ο Βούδας δίδαξε για πρώτη φορά τους πέντε πρώτους μαθητές του. Σ΄αυτό το σημείο έχει χτιστεί ένα τεράστιο μνημείο, που το λένε Στούπα, από τον αυτοκράτορα Ασόκα, το 249 π.Χ.  Πρέπει να σας πω, ότι με το που άκουσα το όνομα, «Στούπα», θυμήθηκα μια φοβερή παραλία στη Μάνη, που κάναμε πολλά χρόνια πριν, όταν πηγαίναμε εκεί για διακοπές! Ίσως να την ξέρετε ή να την έχετε ακούσει αυτή την παραλία. Χα, χα, χα… Πρέπει να πω ότι το έψαξα πολύ στο ίντερνετ, αλλά δεν βρήκα καμιά σχέση ανάμεσα στην παραλία της Στούπας στη Μάνη και το Βούδα ή την Ινδία. Ψάξτε το κι άμα βρείτε τίποτα πείτε μου και μένα. Λοιπόοον…  Στην επίσκεψή μου στο Σαρνάθ, είχα σχεδιάσει να πάω πρώτα στη Στούπα γιατί είναι κοντά στην είσοδο του χωριού, μετά στον πιο διάσημο ναό του Βούδα εκεί, και στο Μουσείο του Βούδα. Έκλεισα, λοιπόν, τον ταξιτζή που είχαμε γίνει φίλοι από τις προηγούμενες επισκέψεις μου και ξεκινήσαμε για το Σαρνάθ. Αλλά η δυσφορία μου από την άτυχη αυτή επίσκεψη, άρχισε από την Στούπα. Με το που μπαίνω μέσα, μου την έπεσε ένας Ινδός που άρχισε να μου παριστάνει τον ξεναγό, ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να μου πουλήσει κάτι βιβλιαράκια με καρτποστάλ  από την περιοχή! Μου ‘σπασε τα νεύρα με τον γλύφτικο αλλά πιεστικό τρόπο του να πάρω κάρτες, πήρα μόνο ένα βιβλιαράκι για να τον ξεφορτωθώ. Γύρισα κάποια πλάνα για το βίντεο που θα δείτε, αλλά όλο αυτό μου είχε δημιουργήσει δυσφορία. Ενώ σκεφτόμουν να ανέβω στην κορφή για να δω τη θέα, γύρισα στο ταξί και του είπα να φύγουμε. Κοντά εκεί ήταν ο ναός που ήθελα να δω, αλλά ήταν κλειστός κι ας  ήταν έντεκα και μισή πρωί. Προχωρήσαμε για το Μουσείο, που ήταν μερικά χιλιόμετρα από εκεί. Κοίταζα δεξιά και αριστερά: ο δρόμος ήταν σαν να είσαι σε λαϊκή αγορά, γεμάτος μικρές άθλιες παράγκες, όπου πουλούσαν κάθε είδους και μεγέθους αγάλματος του Βούδα και διάφορα κομποσκοίνια και τέτοια. Δεν ξέρω, αλλά κι αυτό μου μεγάλωσε τη δυσφορία που με είχε πιάσει από πριν. Και καθώς πλησιάζαμε στο Μουσείο, με «αποτέλειωσε»  ο ταξιτζής λέγοντάς μου ότι πριν κατέβω πρέπει να αφήσω στο ταξί όχι μόνο την βιντεοκάμερα, αλλά και τα δύο κινητά μου. γιατί έτσι κι αλλιώς στην είσοδο του ναού, θα με ψάξουν. Προφανώς σε ένα Μουσείο δεν μπορείς να βγάζεις δικές σου φωτογραφίες. Όμως, ξαφνικά ένιωσα ότι δεν ήθελα να συνεχίσω άλλο αυτή την επίσκεψη και είπα στον ταξιτζή ότι γυρνάμε επιτόπου πίσω στο Ξενοδοχείο. Δεν είμαι ούτε Βουδιστής ούτε τίποτα, αλλά ένιωσα την ίδια δυσφορία που ένιωθα, όταν μου την πέφτανε στο  δρόμο, κάθε φορά που πηγαίναμε κάπου με τα πόδια,  διάφοροι Ινδοί που θέλανε πιεστικά να μου πουλήσουν κάτι! Μου δημιούργησε δυσφορία αυτή η αίσθηση μετατροπής του Βούδα σε αντικείμενο τουριστικής και εμπορικής εκμετάλλευσης.
Το βίντεο που σας ετοίμασα και κρατάει δυόμιση λεπτά, έχει στην αρχή, ένα γρήγορο πέρασμα με το ταξί από τον χωματόδρομο που οδηγούσε στην Στούπα, κάποια πλάνα από τη Στούπα και τέλος ένα μικρό κομμάτι από την επιστροφή στο Ξενοδοχείο, που αυτή τη φορά ήταν πάνω από μία γέφυρα και η «θέα» είναι διαφορετική από ό,τι έχετε δει τώρα στις διαδρομές μου με ταξί. Αμέσως μετά από το βίντεο, έχω ένα μικρό κείμενο του Κρισναμούρτι που μετέφρασα σήμερα (χα, χα, χα… να, σήμερα- τυχαίο; Δεν νομίζω) από το βιβλίο Η ΜΟΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ και μ’ αυτό το κείμενο έχει σχέση η ωραία φωτογραφία του φοίνικα στο ηλιοβασίλεμα που βλέπετε στην αρχή του ποστ.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

Γιατί άραγε υπάρχει τόσο λίγη ομορφιά στη ζωή μας; Γιατί είναι απαραίτητα τα μουσεία με τους πίνακες και τα αγάλματά τους για να τη συναντάμε ή γιατί χρειάζεται να ακούς μουσική και να διαβάζεις λογοτεχνικές περιγραφές για να τη νιώθεις; Το καλό γούστο μπορεί να καλλιεργηθεί ή να το έχει κανείς εκ γενετής, αλλά το καλό γούστο δεν είναι ομορφιά. Υπάρχει σε κάτι που έχει κατασκευαστεί από ανθρώπινα χέρια –στο κομψό μοντέρνο αεροπλάνο, σ’ ένα μικρό κασετόφωνο, σε κάποιο σύγχρονο ξενοδοχείο ή σε έναν αρχαίο ελληνικό ναό– υπάρχει στην ομορφιά του σχήματος, μιας πολύ περίπλοκης μηχανής ή στην καμπύλη μιας ωραίας γέφυρας πάνω από ένα βαθύ γκρεμό;

«Θέλετε, δηλαδή, να πείτε ότι δεν υπάρχει ομορφιά στα πράγματα που είναι όμορφα φτιαγμένα και που λειτουργούν τέλεια; Ότι δεν υπάρχει ομορφιά σ’ ένα υπέροχο καλλιτεχνικό δημιούργημα;»
Το αντίθετο. Φυσικά και υπάρχει. Όταν κοιτάζεις το εσωτερικό ενός ρολογιού είναι πράγματι κάτι εξαιρετικά λεπτό και υπάρχει κάποια ποιότητα ομορφιάς σ’ αυτό, όπως υπάρχει και στις αρχαίες μαρμάρινες κολώνες ή στα λόγια ενός ποιητή. Αλλά αν αυτό είναι όλο κι όλο η ομορφιά, τότε έχει να κάνει μόνο με μια επιφανειακή ανταπόκριση των αισθήσεων στο περιβάλλον. Όταν βλέπεις ένα φοινικόδεντρο μόνο του με φόντο το ηλιοβασίλεμα, είναι το χρώμα, η ηρεμία του φοινικόδεντρου, η γαλήνη του δειλινού που σε κάνει να νιώθεις την ομορφιά, ή μήπως η ομορφιά είναι σαν την αγάπη, είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από την αφή, την όραση και τις άλλες αισθήσεις; Είναι θέμα εκπαίδευσης, δηλαδή διαμόρφωσης, που σου έχει πει, «αυτό είναι όμορφο και εκείνο δεν είναι»; Ή είναι ζήτημα ήθους, συνήθειας και αισθητικής που λέει: «Αυτό είναι ελεεινό, αλλά εκείνο είναι τάξη και άνθισμα του καλού;» Εάν είναι θέμα διαμόρφωσης, τότε είναι το προϊόν κουλτούρας και παράδοσης κι επομένως δεν είναι ομορφιά. Αν η ομορφιά είναι αποτέλεσμα ή απόσταγμα της εμπειρίας, τότε για τους ανθρώπους και της Ανατολής και της Δύσης η ομορφιά εξαρτάται από την εκπαίδευση και την παράδοση. Αλλά η αγάπη, όπως και η ομορφιά, είναι ιδιοκτησία της Ανατολής ή της Δύσης, του Χριστιανισμού, του Βουδισμού ή του Ινδουισμού, ή μήπως είναι μονοπώλιο κάποιας χώρας ή μιας ιδεολογίας; Προφανώς δεν είναι τίποτα από όλα αυτά.

Η βουκαμβίλια και το γεφυράκι δεν ήταν εκεί.

Την τρίτη μέρα του ταξιδιού στην Ινδία, έκανα την επίσκεψή μου στο ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ που βρίσκεται μέσα στο χώρο του KRISHNAMURTI FOUNDATION, στο Rajghat, ένα χωριό  που βρίσκεται κάπου μισή ώρα έξω από την πόλη του Benares. Μίλησα εκεί για το βιβλίο μου «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα» που έχει βγει και στα Αγγλικά. Εντυπωσιάστηκαν από τις φωτογραφίες του Κρισναμούρτι στην Ελλάδα που δεν τις είχαν ξαναδεί, είπαμε διάφορα κι απ΄ ό,τι κατάλαβα θα το μεταφράσουν στα Ινδικά. Όμως, δεν είναι αυτό  που μου  έμεινε από την επίσκεψη εκεί.
Ίσως να έχετε αναρωτηθεί τι σχέση έχει όλο αυτό με τον τίτλο του ποστ. Καμία. Γι΄αυτό και είπα λίγο πριν πως δεν μου έμεινε από την επίσκεψη ό,τι έχει σχέση με το βιβλίο. Μου έμεινε η υπέροχη βόλτα που με πήγε ο Διευθυντής του Κέντρου, μια βόλτα που έκανε ο Κρισναμούρτι όταν έμενε εκεί και που μιλάει γι’ αυτήν στο απόσπασμα που μετέφραζα χθες (ναι, χθες!!!!) από το Η ΜΟΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, και που μ’ αυτό θα κλείσω το ποστ. Και αυτός είναι ο λόγος, που αποφάσισα να μην φτιάξω τέσσερα χωριστά βίντεο από την επίσκεψη, αλλά ένα ενιαίο. Τώρα, να πω για τον τίτλο. Όπως ίσως θα θυμάστε, έχω ανεβάσει πριν λίγο καιρό ένα ποστ με τον τίτλο, «Η βουκαμβίλια», όπου ο Κρισναμούρτι μιλάει γι’ αυτήν και βρίσκεται στο κτίριο όπου πήγα και ήθελα πάρα πολύ να τη δω από κοντά. Αλλά, δεν ήταν εκεί! Και δεν ήταν γιατί δεν είναι η εποχή που ανθίζει. Ανθίζει από τέλη Νοεμβρίου μέχρι τέλη Ιουνίου περίπου, την εποχή που ο Κρισναμούρτι πήγαινε εκεί -Δεκέμβριο με Μάρτιο- και την έβλεπε ολάνθιστη. Ένα άλλο που ήθελα να δω, ήταν το γεφυράκι της φωτογραφίας. Απ΄αυτό περνούσε ο Κρισναμούρτι (το έχω δει σε ταινία για τη ζωή του) για να κάνει τη βόλτα που περιγράφει στο κείμενο που θα βάλω πιο κάτω. Αλλά κι αυτό δεν το είδα, γιατί -όπως μου εξήγησε ο Διευθυντής του Σχολείου που με πήγε εκεί- αυτή την εποχή περνάς απέναντι με βάρκες, γιατί οι μουσώνες θα το διέλυαν το γεφυράκι αν το είχαν εκεί.

091020131633
Έτσι και το γεφυράκι μπαίνει την ίδια εποχή με την βουκαμβίλια. Η βόλτα, όμως, που κάναμε -κάπου σαράντα λεπτά περπάτημα, ήταν υπέροχη. Αυτή δεν υπάρχει στο βίντεο που θα δείτε, γιατί δεν την τράβηξα με τη βιντεοκάμερα. Δεν ήθελα να έχω το νου μου να κάνω ταινία για την βόλτα, για να την ευχαριστηθώ. Έτσι, το βίντεο αρχίζει -κλασσικά- με μερικά σημεία από τη  διαδρομή με το ταξί που είναι πιο κολασμένη από τις προηγούμενες όπως θα δείτε, συνεχίζει με το βίντεο που γύρισα μπαίνοντας με τα πόδια στο χώρο του Κέντρου για να βγάλω τη βουκαμβίλια που δεν ήταν εκεί, κάποια πλάνα απ’ αυτό και την γύρω περιοχή και συνεχίζω με την αρχή της βόλτας. Στο σημείο που βάζουν τη γέφυρα, έκλεψα από την ταινία,  τη σκηνή που την περνάει ο Κρισναμούρτι για να τη δείτε, καθώς και ένα δυο πλάνα που κοιτάζει από εκεί τον Γάγγη. Τελειώνω με την επιστροφή στο Ξενοδοχείο, που αυτή τη φορά δεν έγινε με ταξί, αλλά με ένα πράγμα ανάμεσα σε αμαξάκι και μοτοσακό – έχει τέτοια και με ποδήλατο, όπως και μεγαλύτερα σαν λεωφοριάκια –  που τα λένε «τζιγκσοου» ή «τοκτοκ», όπως τα έλεγε ο ταξιτζής. Το βίντεο κλείνει με ένα πλάνο από το ηλιοβασίλεμα που πρόλαβα να δω από το παράθυρο του Ξενοδοχείου. Μετά το βίντεο είναι το κείμενο που σας είπα.
Καλό βράδυ
Π.

Πέρασες πάνω από το ποτάμι με την μικρή ετοιμόρροπη γέφυρα, που ήταν φτιαγμένη από μπαμπού και λάσπη. Το μικρό αυτό συναντούσε το μεγάλο ποτάμι και εξαφανιζόταν μέσα στα ορμητικά νερά του. Το γεφυράκι ήταν γεμάτο τρύπες και έπρεπε να περπατάς κάπως προσεκτικά. Ανέβαινες την αμμουδερή όχθη και περνούσες μπροστά από τον μικρό ναό, ενώ, λίγο πιο κάτω, υπήρχε ένα παλιό πηγάδι, παλιό όσο και όλα τα πηγάδια της γης. Βρισκόταν στη γωνιά ενός χωριού όπου υπήρχαν πολλές αγελάδες, πολλά κατσίκια και πεινασμένοι άνδρες και γυναίκες τυλιγμένοι σε βρώμικα ρούχα, γιατί έκανε αρκετό κρύο. Ψάρευαν συνέχεια στο μεγάλο ποτάμι, αλλά παρόλα αυτά ήταν πολύ αδύνατοι, αποσκελετωμένοι, γερασμένοι πριν την ώρα τους, και κάποιοι πολύ σακατεμένοι. Στο χωριό υπήρχαν υφαντές που έκαναν ωραιότατα υφαντά και μεταξωτά σάρι, μέσα σε σκοτεινά φτωχικά δωματιάκια με μικρά παράθυρα. Ήταν μια τέχνη που την μάθαινε ο πατέρας στο γιο,  αλλά μόνο οι μεσάζοντες και οι μαγαζάτορες έβγαζαν πολλά χρήματα απ’ αυτά.
Δεν πέρασες μέσα από το χωριό, αλλά έστριψες αριστερά κι ακολούθησες ένα μονοπάτι που το θεωρούσαν ιερό, γιατί υποτίθεται ότι πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι είχε περπατήσει ο Βούδας πριν από 2.500 χρόνια και έρχονταν εκεί προσκυνητές απ’ όλη τη χώρα, για να περπατήσουν πάνω του. Αυτό το μονοπάτι περνούσε ανάμεσα από πράσινα χωράφια, πάρκα με μάνγκος και τροπικά δέντρα, και σκόρπιους ναούς. Υπήρχε ένα πανάρχαιο χωριό, ίσως πιο παλιό κι από το Βούδα, όπως επίσης και πολλοί βωμοί και χώροι όπου οι προσκυνητές μπορούσαν να περάσουν την νύχτα. Όλα ήσαν ερειπωμένα· κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται· τα κατσίκια τριγυρνούσαν παντού. Υπήρχαν μεγάλα δένδρα, κι ανάμεσά τους, ένας γέρικος φοίνικας, που στην κορφή του κάθονταν γύπες κι ένα σμήνος παπαγάλων. Τους είδες να έρχονται και να χάνονται μέσα στο πράσινο δέντρο, καθώς έγιναν το ίδιο χρώμα με τα μεγάλα φύλλα· άκουγες τα κρωξίματά μα δεν μπορούσες να τους δεις.
Κι από τις δυο πλευρές του μονοπατιού απλώνονταν χωράφια με σιτάρι και πιο πέρα έβλεπες τους χωρικούς και τον καπνό από τις φωτιές που άναβαν για να μαγειρέψουν· δεν φυσούσε καθόλου και ο καπνός πήγαινε ολόισιος προς τα πάνω. Ένας ταύρος, βαρύς, αγριωπός αλλά εντελώς άκακος, όργωνε τα χωράφια οδηγημένος από τον γεωργό, τρώγοντας τους κόκκους του σιταριού που έπεφταν στο χώμα. Είχε βρέξει την νύχτα και δεν σηκωνόταν σκόνη από το χώμα. Ο ήλιος θα ήταν καυτός στη διάρκεια της μέρας που ερχόταν, αλλά τώρα υπήρχαν πυκνά σύννεφα και ήταν ευχάριστο να περπατάς ακόμα και μέσα στην ημέρα, να μυρίζεις την καθαρή γη, να βλέπεις την ομορφιά του τόπου. Ήταν ένας πολύ παλιός τόπος, γεμάτος από γοητεία και ανθρώπινο πόνο, από τη φτώχεια του κι εκείνους τους άχρηστους ναούς. 

Η Αγελάδα και άλλα… πρωτότυπα!

Και ας κλείσουμε την πρώτη εβδομάδα… «προβολής» του σήριαλ, «Ταξίδι στην Ινδία», με μία Αγελάδα και δύο Ινδικές πρωτοτυπίες που δεν έχω ξαναδεί ποτέ, πουθενά!
Την Αγελάδα, την γράφω με κεφαλαίο «Α», γιατί δεν είναι οποιαδήποτε αγελάδα, αλλά μία ιερή Αγελάδα, απ΄ αυτές που τριγυρνάνε ελεύθερες και στους πιο κεντρικούς δρόμους της Ινδίας, έτσι όπως κυκλοφορούν, άνθρωποι, ποδήλατα και αυτοκίνητα. Στα δύο πρώτα μου ταξίδια, πριν πολλά χρόνια, στην Ινδία, μου είχε κολλήσει η επιθυμία να ακουμπήσω μια τέτοια αγελάδα. Επειδή, όμως, και τις δύο εκείνες φορές κυκλοφορούσα μόνο με ταξί, δεν το κατάφερα. Αυτή τη φορά, όμως, στο ποδαρόδρομο από τον Γάγγη στο πάρκινγκ όπου βρισκόταν το ταξί, βρέθηκε μπροστά μου μία αγελάδα, σαν να με περίμενε! Χα. χα, χα… Όχι θα την άφηνα. Την πλησίασα και… αλλά δείτε κι από μόνοι σας το βίντεο. Στην αρχή σας έχω  δύο λεπτά από το περπάτημα στο χάος του κεντρικού δρόμου του Μπενάρες.

Και τώρα η πρώτη παγκόσμια και μοναδική Ινδική πρωτοτυπία. Βλέπετε αυτή τη δέσμη με ρουπίες;
φωτογραφία0022
Είναι 4.000 ρουπίες, σε χαρτονομίσματα των 500,  φοβερό ποσό για Ινδία, αλλά για μας όχι και τόσο, γιατί οι 4.000 ρουπίες είναι 510 ευρώ. Αυτό το πακετάκι με ρουπίες, είναι το ένα από τα δύο που έκανα  στο αεροδρόμιο στο Νέο Δελχί, και μάλιστα σε παράρτημα της πολυεθνικής εταιρίας ΤΟΜΑΣ ΚΟΥΚ. Παρατηρήσατε πού είναι το περίεργο; Όπως το κοιτάτε, εκεί στα αριστερά, δίπλα στα σκούρα γράμματα, υπάρχει ένα πιαστράκι συρραπτικού. Μάλιστα. Τα χρήματα αυτής της δέσμης, όπως κι όλων που πήρα εκείνη την ημέρα, ήταν πιασμένα με συρραπτικό! Το συνειδητοποίησα, όταν κάποια στιγμή, μόλις είχα φτάσει, πήγα να τραβήξω ένα χαρτονόμισμα και δεν έβγαινε με τίποτα! Έτσι κατάλαβα ότι ήταν πιασμένα με συρραπτικό. Υποψιάστηκα γιατί, αλλά το επιβεβαίωσα στην επιστροφή, όταν ανταλάσσοντας με ευρώ τα δύο πακέτα με τις ρουπίες που δεν είχα χαλάσει, ρώτησα τον υπάλληλο της Τράπεζας γιατί ήταν πιασμένα με το συρραπτικό. Κι εκείνος, μου απάντησε χαμογελώντας πονηρά και με νόημα ότι, «από το Κεντρικό Υποκατάστημα  στην πόλη μέχρι το αεροδρόμιο, τα πακέτα, περνάνε από μερικά διαφορετικά χέρια, κι όλο και θα τραβούσε κάποιος (όλοι δηλαδή) από ένα χαρτονόμισμα, που δεν φαίνεται ότι λείπει όταν παίρνεις το πακέτο και είναι αργά όταν το ανακαλύπτεςι» ! Χα, χα, χα.. Καθώς μου το έλεγε μου έδωσε την αίσθηση έτσι που γελούσε, ότι κι αυτός θα το έκανε. Βλέπετε, το κάθε χαρτονόμισμα, 500 ρουπίες, είναι πολλά λεφτά για την Ινδία.

Και θα κλείσω αυτό το ποστ, με τη δεύτερη παγκόσμια πρωτοτυπία, το ρολόι για αναλφάβητους! Χα, χα, χα… Όχι, δεν λέγεται έτσι, εγώ του έδωσα αυτό το όνομα. Ίσως να υπάρχει κι αλλού, αλλά εγώ το είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου εκεί, κι έχω μείνει σε πολλά Ξενοδοχεία σε διάφορα μέρη στον κόσμο! Ήταν ένα ρολόι που υπήρχε δίπλα στο κρεββάτι και έδειχνε την ώρα και τη θερμοκρασία. Αλλά δεν την έδειχνε μόνο. Αν πατούσες ένα κουμπί που είχε από πάνω, στα έλεγε και τα δύο μία γυναικεία φωνή. Χα, χα, χα… Δείτε το στο βίντεο που τράβηξα. Για την ιστορία να πω μόνο, ότι η θερμοκρασία 26 βαθμούς Κελσίου που δείχνει, είναι η θερμοκρασία του δωματίου με φουλ το κλιματιστικό όλη μέρα. Έξω ήταν 47 βαθμούς!

Θα τα πούμε πάλι, με τη συνέχεια του ταξιδιού, την Τετάρτη.
Καλή εβδομάδα.
Π.

 

Βαρκάδα στον Γάγγη

Καθυστέρησα να ανεβάσω αυτό το δεύτερο ποστ από το ταξίδι που έκανα στην Ινδία, γιατί τελικά το μοντάζ των βίντεο που έχω τραβήξει έχει πιο πολύ δουλειά απ΄ ό,τι περίμενα. Αλλά θεωρώ ότι είναι καλύτερο να βλέπετε από μόνοι σας την εικόνα που έβλεπα, παρά να σας την περιγράψω γραπτά.
Την πρώτη μέρα μετά το ταξίδι, αποφάσισα να κάνω τη βαρκάδα στον Γάγγη, που μου είχαν πει ότι έχει τρομερό ενδιαφέρον. Έτσι πήγα στα  Γκατς – όπως λένε τα σημεία του Γάγγη με τις σκάλες που κατεβαίνουν οι Ινδοί και μπαίνουν στο νερό – όπου είναι μαζεμένες οι βάρκες. Έτσι, πήρα ένα ταξί από το Ξενοδοχείο για να με πάει εκεί. Η κατάσταση στο δρόμο ήταν ακόμα πιο τρελή  από την προηγούμενη, γιατί αυτή τη φορά είχαμε να διασχίσουμε το κέντρο της πόλης.

Το ταξί, όπως είδατε, μπήκε σε ένα πάρκινγκ, όπου θα με περίμενε να γυρίσω από τη βαρκάδα. Από εκείνο το σημείο και μετά δεν επιτρεπόταν η κυκλοφορία των ταξί κι έτσι ήρθε να με πάρει κάποιος τύπου ξεναγός, για να με πάει στο ποτάμι. Περπατήσαμε κάπου ένα εικοσάλεπτο. Δείτε λίγα λεπτά απ’ αυτό το περπάτημα μόνοι σας, δεν χρειάζεται να πω τίποτα!

Και θα κλείσουμε το σημερινό ποστ με τη βαρκάδα στο Γάγγη. Δεν μπορώ, όμως, να μην πω εδώ, ότι αν κανείς ξεφύγει από τη γραφικότητα και την ψυχολογία τουρίστα, το θέαμα δεν μπορεί να μην σου δημιουργήσει βαθιά λύπη και θλίψη γι’ αυτό το θέαμα ανθρώπινης δυστυχίας, που μου έφερε κάποια στιγμή στο νου, το σκοτάδι του μεσαίωνα. Το μόνο πράγμα που με διασκέδασε και με εντυπωσίασε είναι ότι ο βαρκάρης που πήρα, έτυχε (έτυχε;) να έχει δυο γιους που και οι δύο, πήγαιναν στο Σχολείο που είχε ιδρύσει ο Κρισναμούρτι στην περιοχή!

Το βίντεο σταμάτησε απότομα, γιατί και ο βαρκάρης και ο «ξεναγός» μου είπαν να κρύψω γρήγορα την κάμερα, επειδή κατέβασαν στο ποτάμι  δύο πτώματα, τυλιγμένα με μεταξωτό ύφασμα και λουλούδια, για να τα κηδέψουν, δηλαδή για να τα κάψουν και να πετάξουν τη στάχτη τους στο ποτάμι! Το μόνο που πρόλαβα είναι να τραβήξω αυτή τη φωτογραφία με το κινητό.
Η συνέχεια του ταξιδιού, στο επόμενο ποστ.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

ΚΗΔΕΙΑ.1