Το παλικάρι με τη μεγάλη τύχη

Πρώτα ήταν η Πρωτομαγιά, όπου ανάμεσα στ’ άλλα που κάναμε ξεφυλλίσαμε και καμιά δεκαριά άλμπουμ με τα τρία παιδιά μας όταν ήταν μικρά. Ύστερα μου ήρθε η ιδέα να σας πω – σε όσους έχετε μικρά παιδιά – για τα παραμύθια που έλεγα στα δικά μου. Όταν αρχίζεις να λες παραμύθια στα δυο χρόνια περίπου του παιδιού, όταν αυτό το κάνεις κάθε βράδυ για 365 βράδια το χρόνο, όταν το συνεχίζεις έως τα οχτώ και για πάνω από ένα παιδιά, τι να σου κάνουν οι αδελφοί Γκριμ, ο Άντερσεν, ο Αίσωπος κ.λπ. Δεν φτάνουν ούτε για ζήτω. Έτσι είχα σκεφτεί το εξής: Έφτιαχνα κάθε βράδυ ένα παραμύθι με ήρωα το παιδί στο οποίο έλεγα το παραμύθι. Για παράδειγμα στην κόρη μου έλεγα, «μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μαρία…» και μετά η ιστορία δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μία περιγραφή της μέρας που είχε περάσει. Έτσι: και παραμύθι καινούργιο έλεγα, και τους άρεσε που ήταν ήρωες παραμυθιού και εγώ πέρναγα κι ό,τι «μήνυμα» ήθελα. Όσο για τις μέρες που ήταν ίδιες με άλλες, τότε επιστράτευα κάποιο παλιό κλασσικό παραμύθι κι έτσι «φτούρησαν» κι αυτά που έλεγε κι η μάνα μου. Καπάκι σ’ αυτό που είχα αποφασίσει να σας γράψω και τις παλιές φωτογραφίες που είχα σκαλίσει, διαβάζω σε κάποιο χθεσινό σχόλιο το εξής: «Κοίτα τώρα να δεις, άμα ο άνθρωπος έχει φαντασία μπορεί να φτιάξει παραμύθι, από ό,τι να ‘ναι!». Ε, δεν ήθελα και πολύ. Έφτιαξα ένα παραμύθι με ήρωες τα παιδιά μου – ε, λίγο κι εμένα με τη γυναίκα μου – βασισμένο σε κάποιες από τις φωτογραφίες που είδα. Ελπίζω να το διασκεδάσετε.

***

Μια φορά κι έναν καιρο, ήταν ένα παλικαράκι…

 

kotsos-1-final.jpg

… που το λέγανε – ας πούμε – Κωνσταντίνο, που είχε μια αδελφή που τη λέγανε – ας πούμε – Μαρία κι ένα μεγαλύτερο αδελφό που είχε το αυτοκρατορικό όνομα, Φρειδερίκος. Η ζωή του φύλαγε μια πολύ μεγάλη τύχη, αλλά πριν έπρεπε να περάσει πολλές ταλαιπωρίες και βάσανα.

 

 

 

mom-final.jpg

Από μικρός αναγκάστηκε να βγει στη βιοπάλη, γιατί οι γονείς του ήταν «τρία πουλάκια κάθονται». Από τη μια μεριά η μάνα του ήταν «κούκου» και νόμιζε ότι ήταν η Μαντόνα, και δεν είχε αφήσει «talent show» για «talent show», τι «Fame», τι «Dream Show», τι «So you can dance» και άλλα πολλά… Όλη μέρα γύριζε στις τηλεοράσεις και δεν φρόντιζε κανείς το σπίτι τον άντρα της και τα παιδιά της.

dad-final.jpg

Από την άλλη και ο πατέρας του, που τον έκανε πολύ μεγάλος – ας πούμε όταν ήταν γέρος με κάτασπρα μαλλιά – είχε γίνει πια «γκα-γκα» που λένε, κι όλη μέρα έλεγε παραμύθια σε παιδιά, κι όταν δεν έβρισκε παιδιά τα έλεγε σε παπαγάλους. Έτσι, τα τρία μικρά παιδιά έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν κι αυτά, αλλά και να ζήσουν τους γέρους και ημίτρελλους γονείς τους.

sister-final.jpg

Έλα, όμως που η κόρη – που είχε πάρει από τον πατέρα της – ήταν κι αυτή λίγο «λαλημένη» από μικρή και καθόταν ώρες, φευγάτη κοιτώντας στο πουθενά.

m-apple-final.jpg

Κι όταν μεγάλωσε πέρναγε τη μέρα της φυσώντας μήλα, για να γίνει – όπως έλεγε – κάποιο από αυτά πρίγκιπας και να τον παντρευτεί! Αλλά μια, δυο, τρεις, απογοητεύτηκε και σταμάτησε.

m-animals-final.jpg

Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ, όταν είδε κι απόειδε με τα μήλα, άρχισε να περιποιείται γάτους και σκύλους, μπας κι εκεί φανεί πιο τυχερή και γίνει κανένα από τα ζώα πρίγκιπας! Αλλά δεν βαριέσαι. Τα ίδια κι εκεί.

m-teacher-final.jpg

Κι έτσι, αποφάσισε ότι θα μείνει μόνη και πήγε στο Πανεπιστήμιο όπου σπούδασε «Μηλολογία». Έγινε μία επιτυχημένη Δόκτωρ Μηλολογίας, και μάλιστα λένε ότι αυτή έβγαλε το γνωστό ρητό, «ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα».

fred-1-final.jpg

Και ο Φρειδερίκος, ο μεγάλος αδελφός, είχε βίδα με τον αθλητισμό. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, το χειμώνα έκανε φιγούρες με ποδήλατα…

fred-serf-final.jpg

… ενώ τα καλοκαίρια, έτρεχε στις παραλίες για να κάνει φιγούρες με σερφ …

fred-ski-final.jpg

… και σκι που, η αλήθεια είναι, ότι ήταν πολύ καλός σε όλα αυτά. Έτσι, ο κλήρος έπεσε στο φτωχό παλικαράκι, τον Κωνσταντίνο, που αναγκάστηκε αυτός να δουλεύει από μικρός για να ζήσει τους γονείς του, να σπουδάσει την αδελφή του και ν’ αγοράζει ποδήλατα, σερφ και σκι για τον αδελφό του.

vasilis-final.jpg

Όταν αποφάσισε να δουλέψει για πρώτη φορά, ήταν γύρω στις γιορτές, κι έτσι έπιασε προσωρινά δουλειά στο Σούπερ Μάρκετ της γειτονιάς του, όπου ντύθηκε Άη-Βασίλης, και φωτογραφιζόταν με τα παιδιά που πήγαιναν μαζί με τις μαμάδες τους για ψώνια.

tracteur-final.jpg

Μετά τις γιορτές, έπιασε δουλειά σε ένα γεωργό, γιατί μένανε στην εξοχή, σε ένα χωριό που το λέγανε – ας πούμε – Καπανδρίτι. Ο γεωργός τον έμαθε να οδηγεί και του έδωσε το τρακτέρ για να οργώνει τα χωράφια του. Στην αρχή, η δουλειά αυτή του άρεσε πολύ, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα κι αναγκάστηκε να αλλάξει δουλειά.

odostro-final.jpg

Μια κι ήξερε να οδηγεί, έπιασε δουλειά σε μια τοπική τεχνική εταιρία που ασφαλτόστρωνε δρόμους και οδηγούσε τον οδοστρωτήρα της. Έλα όμως, που ήταν νευρικό παιδί και δεν άντεχε αυτό το πήγαινε – έλα σαν χελώνα. Αυτός ήταν άνθρωπος της δράσης, δεν μπορούσε να κάθεται σε ένα κάθισμα και να κάνει μισή ώρα τα πέντε μέτρα!

pirate-final.jpg

Και τότε είναι που συνάντησε ένα παλιό του φίλο που είχε γίνει πειρατής. «Έλα μαζί μου, χαζέ», του είπε ο φίλος του ο πειρατής, «και θα γίνει πάμπλουτος ώσπου να πεις κύμινο». Κι έτσι ο Κωνσταντίνος, από φουκαράς βιοπαλαιστής, έγινε φοβερός και τρομερός πειρατής! Αυτό του άρεσε πολύ! «Αυτή είναι δουλειά, για μένα», έλεγε και ξανάλεγε.

dad-lion-final.jpg

Έλα, όμως, που αυτό το επάγγελμα, έκανε τον πατέρα του να του σαλέψει εντελώς επειδή έχασε το γιο του, και τον έκανε να φύγει στη ζούγκλα για να λέει παραμύθια σε λιοντάρια κι όχι σε παπαγάλους και παιδάκια.

exerevnitis-final.jpg

Κι όταν ο Κωνσταντίνος πήρε το γράμμα της μητέρας του, που του έλεγε ότι του είχε σαλέψει του πατέρα του και πήγε στη ζούγκλα για να λέει παραμύθια σε λιοντάρια, τι να κάνει ο καημένος, παράτησε το πειρατηλίκι και έγινε εξερευνητής στη ζούγκλα για να βρει τον πατέρα του. Εκεί, επειδή έσκαγε από τη ζέστη γύρναγε γυμνός φορώντας μόνο ένα καπέλο. Κι έψαξε, έψαξε, έψαξε, λοιπόν, αλλά στο τέλος τον βρήκε τον πατέρα του!

ski-final.jpg

Γύρισαν μαζί σπίτι, αλλά ούτε κουβέντα πια για να ξαναγίνει πειρατής. Έτσι, επειδή ήταν καλοκαίρι και του άρεσε κι η θάλασσα, έγινε δάσκαλος του σκι. Κατέβαινε στην παραλία πρωί πρωί κάθε μέρα κι έκανε τον κόσμο σκι. Όταν, όμως, φθινοπώριασε, έφυγαν όλοι οι παραθεριστές και το φτωχό παλικαράκι ο Κωνσταντίνος, έμεινε χωρίς δουλειά!

sailor-final.jpg

Τι να κάνει… τι να κάνει… Ε, μια και του άρεσε η θάλασσα, μπήκε στα καράβια κι έγινε ναύτης! Βέβαια στενοχωρήθηκαν ο πατέρας του κι η μάνα του που θα τους έλειπε συχνά, αλλά τι να κάνουν; Έπρεπε να ζήσουν κι έπρεπε να σπουδάσει την αδελφή του και να αγοράζει ποδήλατα σερφ και σκι για τον αδελφό.

in-sea-final.jpg

Να, όμως, που για καλή του τύχη – πώς λένε «όλα είναι για καλό» – βούλιαξε το καράβι όπου δούλευε ναύτης! Την ώρα, όμως, που βούλιαζε το καράβι εκείνος έκανε μπάνιο στην καμπίνα του, κι έτσι όπως ήταν γυμνός, ανέβηκε γρήγορα στην επιφάνεια και τον περιμάζεψε ένα περαστικό καΐκι!

horse-final.jpg

«Τέρμα η θάλασσα», του είπαν η μητέρα του και ο πατέρας του. Κι έτσι αναγκάστηκε να μείνει πια για πάντα στη στεριά. Κι ευτυχώς που από μικρός είχε τρομερή αγάπη στα άλογα κι ήξερε τρομερή ιππασία. Δεν χρειάστηκε να ψάξει και πολύ για να βρει δουλειά. Τον ήξεραν όλοι στο χωριό, που είχε δύο σχολές ιππασίας, και τσακωνόντουσαν ποια σχολή θα τον πρωτοπάρει. Κι έτσι – είδες, άμα υπάρχει κέφι για δουλειά, κανείς δεν χάνεται – ο Κωνσταντίνος έγινε δάσκαλος ιππασίας!

singer-final.jpg

Οι μέρες περνούσαν, κι όλα ήταν τόσο ήσυχα και τακτοποιημένα που ο Κωνσταντίνος άρχισε να βαριέται- γιατί το ‘χε κληρονομήσει κι αυτό από τον πατέρα του: όταν δεν τον ενδιέφερε κάτι πολύ – κορίτσι ή δουλειά – το βαριόταν γρήγορα. Κάτι τον έτρωγε μέσα του. Κι ήταν ένα βράδυ σε μια ταβέρνα, που ανακάλυψε τι ήθελε να κάνει: Εκεί που τρώγανε, είδε στον τοίχο κρεμασμένη μια κιθάρα και θυμήθηκε πως όταν ήτανε μικρός, είχε μάθει να παίζει και να τραγουδάει. Ο καλλιτέχνης ξύπνησε μέσα του, παράτησε τη σχολή ιππασίας κι άρχισε να τραγουδάει τα βράδια στις ταβέρνες.

actor-final.jpg

Τώρα πια, όμως, το καλλιτεχνικό του πνεύμα είχε ξυπνήσει μέσα του για καλά και τίποτα δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πριν κλείσει χρόνο στην καινούργια του δουλειά, αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Δεν χρειάστηκε καν να πάει στη Δραματική Σχολή. Από μικρός ήταν τόσο καλός στο να λέει ψέματα, που με την πρώτη audition που δοκίμασε την τύχη του για να παίξει σε μια ταινία, ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ ο σκηνοθέτης κι ο παραγωγός, που του έδωσαν αμέσως τον πρώτο ρόλο, στο πλάι μιας γνωστής πρωταγωνίστριας – ας την πούμε Αλεξάνδρα – που και οι δυο μαζί έκαναν έναν πολύ επιτυχημένο καλλιτεχνικό κινηματογραφικό και τηλεοπτικό ζευγάρι για χρόνια. Εδώ, όμως, έμελλε πια να βρει το καλό παλικαράκι το δρόμο του. Κι αυτή ήταν η μεγάλη τύχη που του φύλαγε η ζωή: να βγάζει το ψωμί του κάνοντας εκείνο που αγαπάει αληθινά να κάνει. Επειδή ήταν νευρικούλης, αυταρχικούλης, αλλά είχε και φαντασία και γούστο κι έλεγε πολύ ωραία και πειστικά διάφορα ψέματα σαν να λέει αληθινές ιστορίς, είπε μια μέρα: «Γιατί να κάθομαι να μου λέει εμένα ο κάθε σκηνοθέτης τι να κάνω, χαζός είμαι; Θα γίνω σκηνοθέτης ο ίδιος.

director-final.jpg

Κι έτσι, μετά από αυτή την περιπλάνηση που κράτησε χρόνια, βρήκε αυτό που αγαπούσε πραγματικά και βαθιά να κάνει. Έγινε σκηνοθέτης.
Κι ήταν πολύ καλός σ’ αυτό, αλλά και πολύ αυστηρός. Αφού να φανταστείτε, σκηνοθετούσε πάντα κρατώντας μια βίτσα, κι άμα οι ηθοποιοί δεν παίζανε καλά, τους έδινε μια στον κώλο! Κι έτσι ήταν ευχαριστημένοι κι οι γονείς του, κι η αδελφή του κι ο αδελφός του και ο ίδιος φυσικά, κι έζησαν αυτοί καλά κι εσείς καλύτερα…

***

Ελπίζω να σας άρεσε η ιστορία που σας έφτιαξα και, κυρίως, να σας έδωσε ιδέες για να φτιάξετε κι εσείς τις ιστορίες σας – από φωτογραφίες – με ήρωες τα παιδάκια σας.
Σας φιλώ πολύ.
Καληνύχτα.
Π.

«Ωχ, κάποιος φιλάει την κόρη μου στην παραλία!»

Το βίντεο από την εκδήλωση του ΙΑΝΟΥ θα είναι έτοιμο αύριο, αλλά σήμερα θα σας βάλω τέσσερις φωτογραφίες που πήραμε από το αμοντάριστο βίντεο. Έχω, όμως, υποσχεθεί σ’ εκείνο το παιδί από σας που έχει δίδυμες κόρες (κωλόφαρδος, δεν λέω, αλλά και… ούτε «ψύλλος στον κόρφο του» όταν μπουν στην εφηβεία) να βάλω άλλο ένα κείμενο από το «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ», που κι αυτό είναι για μπαμπάδες κοριτσιών! Λοιπόοοοον…
Ήταν ένα καλοκαίρι πριν χρόνια, όταν η κόρη μου είχε κλείσει πια τα δώδεκα κι εγώ ήμουν στα 44. Σε όλες τις μέρες των διακοπών, γύρω στις έξι το απόγευμα, κατέβαινα μαζί με όλα τα παιδιά της οικογένειας και κάποιων φίλων στη θάλασσα για ένα ακόμα – απογευματινό – μπάνιο. Το ίδιο έγινε κι εκείνο το … «μοιραίο» απόγευμα, μόνο που αυτή τη φορά τα μεν μικρά παιδιά δεν ήθελαν να κατέβουν, τα δε μεγαλύτερα – δυο δικά μας κι ένας φίλος τους – είχαν μείνει συνέχεια από το πρωί στην παραλία που ήταν κάτω από το σπίτι. Καθώς κατέβαινα μια παλιά πέτρινη σκάλα με πυκνά δέντρα που έκαναν καμάρα από πάνω της και σε κρύβουν απ’ όλους στην παραλία μέχρι να πατήσεις στην άμμο, πήρε το μάτι μου – ανάμεσα από τα κλαριά του δέντρου – στη μέση της άδειας παραλίας, ένα συμπαθέστατο ζευγαράκι εφήβων που φιλιόντουσααν παθιασμένα. Δεν μπορούσα να δω τα πρόσωπά τους αλλά πρόσεξα το μαγιό της κοπέλας: ήταν η κόρη μου!!! Και το αγόρι ο γιος τής φιλικής οικογένειας που φιλοξενούσαμε, ίδιας ηλικίας με τη «δικιά μου»! Εξαιτίας αυτού ακριβώς του ιδιοκτησιακού, «η δικιά μου», μπήκαν για δευτερόλεπτα σε δοκιμασία όλες μου οι θεωρίες φιλελεύθερης ανατροφής των παιδιών, καθώς συγκρούονταν με το γεγονός που υπήρχε μπροστά μου, με την πραγματικότητα που έφερνε με σφοδρότητα στην επιφάνεια το από αιώνες διαμορφωμένο μοντέλο «αρσενικής συμπεριφοράς» ιδιοκτησίας και «πατρικής εξουσίας». Θέλετε να μάθετε τι έκανα; Θα σας πω, αλλά δεν νομίζω πως εκείνο που έχει σημασία είναι το τι έκανα αλλά το τι πέρασε από το μυαλό μου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου που μου φάνηκαν αιώνες.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι θα κατέβαινα θυμωμένος, θα έστελνα εκείνη επάνω στο δωμάτιό της και μετά θα έκανα μια… αντρική εξήγηση με το αγόρι, λέγοντάς του έμμεσα ότι αυτό δεν θα έπρεπε να ξανασυμβεί. «Τι ανοησία», σκέφτηκα κι αποφάσισα να μην το κάνω, αλλά να εμφανιστώ χωρίς να πω τίποτα και να κρατήσω μούτρα μέχρι να μου μιλήσει εκείνη για το θέμα, οπότε θα μπορούσα να αναπτύξω τις θεωρίες μου. «Ποιες θεωρίες, ρε μαλάκα;» ξανασκέφτηκα. Δεν είχα κάνει κι εγώ τα ίδια στην ηλικία της – και πολύ νωρίτερα – με κορίτσια σαν κι αυτήν; Εκείνες οι ανάλογες καλοκαιριάτικες ερωτικές ιστορίες της προεφηβικής μου ηλικίας, ήταν ή δεν ήταν από τα πιο τρυφερά πράγματα που έχω ακόμα μέσα μου; Και είναι ή δεν είναι η ερωτική εμπειρία η πιο βαθιά εμπειρία και η μόνη από πρώτο χέρι, που μπορεί να νιώσει κανείς σ’ αυτή τη ζωή; Και δεν οφείλει ένας γονιός να μεταδώσει στο παιδί του μια ευαίσθητη και ανάλογα βαθιά – κι όχι μυξοσυναισθηματική – στάση απέναντί στον έρωτα κι όχι να παίζει τον μπαμπούλα την πρώτη φορά που βλέπει μια τέτοια -τρυφερά αδέξια- εκδήλωση; Μήπως η αντίδρασή μου είχε σχέση με το «οιδιπόδειο»; (Τι παπαροταμπέλα κι αυτή όπως δεκάδες άλλες που μας έχουν κολλήσει!) Ή μήπως το αίσθημα της ιδιοκτησίας είναι μέσα μας το ίδιο για τη γυναίκα μας (ή τον άντρα μας), τη μάνα μας (ή τον πατέρα μας) και την κόρη μας (ή το γιο μας); Ή μήπως, έχουμε τέτοια ψυχολογική εξάρτηση από τα παιδιά μας, που κι η πρώτη νύξη ότι απομακρύνονται από μας μάς πειράζει;
Προσπάθησα γρήγορα να θυμηθώ – για βοήθεια – ό,τι είχα διαβάσει γύρω από την ψυχολογία των παιδιών κι όλες τις συζητήσεις που είχα κάνει τα τελευταία χρόνια με διάφορους ειδικούς, με τους οποίους συνεργαζόμουν στην τηλεόραση. Αλλά χρειαζόταν ειδικός για να μου πει ότι δεν έπρεπε να πέσω καταπάνω στα δύο παιδιά εξαγριωμένος; Χρειάζεται παιδοψυχίατρος για να μας πει ότι οι απαγορεύσεις και οι αγριάδες, που έχουν σκοπό να κάνουν το παιδί να φοβηθεί την εκδήλωση του ερωτισμού του, μόνο σε υποκρισία μπορούν να το οδηγήσουν; (Ξέρω γυναίκα της γενιάς μου που έμεινε έγκυος από «πινέλο» -συγνώμη κορίτσια- και για να μείνει παρθένα, η μάνα της έβαλε το γιατρό αντί για έκτρωση να της κάνει καισαρική τομή!!!) Κι αν αντί για την κόρη μου στην παραλία είχα δει το γιο μου, στην ανάλογη ηλικία, θα θύμωνα ή θα καμάρωνα; Ας είμαστε ειλικρινείς: θα καμάρωνα. Γιατί; Επειδή έτσι με είχε μεγαλώσει μια γυναίκα, η μάνα μου: «Α, το αγόρι είναι άλλο…».
Είναι εύκολο, ξέρετε, να πάρουμε μερικά βιβλία που έχουν γραφτεί γύρω από τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και να προσπαθούμε να εφαρμόζουμε στην πράξη αυτά που διαβάσαμε, κοροϊδεύοντας έτσι τον εαυτό μας πως κάτι κάνουμε. Επίσης μπορούμε να ζητήσουμε τη συμβουλή κάποιου ειδικού. Μήπως, όμως, όλα αυτά είναι το ίδιο ανώφελα; Μήπως δεν χρειάζεται κανενός είδους «ειδικός επί ψυχοπαιδαγωγικών θεμάτων», αλλά απλώς -σε οποιαδήποτε περίπτωση- να δείχνουμε στα παιδιά σοβαρότητα, καλοσύνη, στοργή και πραγματικό ενδιαφέρον, χωρίς κανέναν εγωκεντρισμό, έξω από κάθε ψυχαναλυτικό ή κοινωνικοθρησκευτικό παραδοσιακό μοντέλο, μήπως το μόνο που χρειάζεται είναι να δείχνουμε αληθινή φροντίδα γι’ αυτά;
Και να τι έκανα, ύστερα από τα κλάσματα δευτερολέπτου που πέρασαν όλα αυτά από το νου μου: Ξανανέβηκα σιγά σιγά προς τα πίσω όλα τα σκαλιά. Πήρα ένα κουπί της βάρκας που βρήκα στη μικρή αποθήκη και το έσπρωξα να κατρακυλήσει με κρότο στα σκαλοπάτια μέχρι την άμμο για να τους ειδοποιήσει. Ύστερα κατέβηκα κι εγώ ήσυχος στην παραλία, σαν μην τρέχει τίποτα. Με διασκέδαζε το μεγάλο ανήσυχο ερωτηματικό που είχαν στα μάτια τους και τα κατακόκκινα μάγουλά τους, καθώς προσπαθούσαν να μαντέψουν αν τους είχα δει ή όχι.
Η τελευταία πάλη που έγινε μέσα μου κι έληξε αργότερα ήταν ανάμεσα στο αν θα της πω ότι τους είχα δει ή όχι. Πίσω από τη σοβαροφανή δικαιολογία ότι έτσι θα γινόταν πιο προσεκτική σε ό,τι έκανε, υπήρχε κάτι χειρότερο κι από το να είχα κάνει φασαρία: υπήρχε η επιθυμία να της δείξω τι καταπληκτικός και προοδευτικός πατέρας που ήμουν! Τι φοβερό, αλήθεια, εκτός από τους άλλους να θέλεις ακόμα και στα μάτια του παιδιού σου να είσαι «κάποιος»!
Έτσι η πρώτη φορά που θα της λυθεί η απορία για το αν την είδα τότε ή όχι είναι τώρα, που διαβάζει αυτές τις γραμμές.

Χα, χα, χα… Το φάγατε το «σεντόνι» σας και σήμερα. Ε, άντε δείτε και τις τέσσερις φωτογραφίες από τον ΙΑΝΟ. Μπαμπάδες των μικρών κοριτσιών που βλέπουμε στις φωτογραφίες, κουράγιο.

Σας φιλώ πολύ.

Π.
ianos-0.bmpianos-4.bmp

ianos-1.bmp

ianos-3.bmp

Μόνο για … μπαμπάδες κοριτσιών

 Έχω καιρό να βάλω εδώ κάτι από τα κείμενα που έχω γράψει με τον γενικό τίτλο, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ.  Αυτό το κάνω τώρα, γιατί θα ήθελα να ψιλοαποφύγω να σας πω τίποτα για τα σχόλιά σας για την εκπομπή του ALPHA που ήμουν το πρωί, επειδή για άλλη μια φορά με έχετε συγκινήσει ιδιαίτερα, οπότε … άστε το καλύτερα. Λοιπόν…

Αν και το «μόνο» που υπάρχει στον τίτλο είναι, ίσως, λίγο υπερβολικό, ωστόσο πράγματι αυτά που θ’ ακολουθήσουν είναι, κυρίως, για μπαμπάδες και, μάλιστα, για μπαμπάδες κοριτσιών. Ή, αν θέλετε να το πλατύνουμε, είναι μόνο για άντρες και πάντως -αν και έμμεσα- οπωσδήποτε υπέρ των παιδιών. (Και των γυναικών).
Είναι μια παλιά ιστορία – περίπου 20 χρόνια παλιά – κι έχει να κάνει με την κόρη μου όταν ήταν μικρή:
Ήταν καλοκαίρι του 1987, όταν προσπαθούσα να βάλω μια καινούργια γραμμή για τηλέφωνο στο σπίτι στην εξοχή κι όλα τα παιδιά είχαν κολλήσει κυριολεκτικά επάνω μου και κοίταζαν. Εκεί που είχα απορροφηθεί σ’ αυτό που έκανα, ξαφνικά ένιωσα ένα σκληρό γυναικείο στήθος να με ακουμπάει! Τι γύρευε μια γυναίκα ανάμεσα στα παιδιά; Γύρισα… Όπα!! Ήταν η κόρη μου! Τα ‘χασα, αλλά λίγο αργότερα, στην παραλία, πρόσεξα ότι το σώμα της κόντευε να γίνει πια γυναικείο και θυμήθηκα ότι ένα χρόνο σχεδόν πριν είχε αδιαθετήσει. Τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ότι το σεξ «χτυπούσε την πόρτα» της κόρης μου.
Η κόρη μου γεννήθηκε έπειτα από τέσσερις αποτυχημένες εγκυμοσύνες, λόγω «παλίνδρομης κύησης». Η δύσκολη, ψυχολογικά και σωματικά, εγκυμοσύνη που προηγήθηκε, είχε κάνει ράκος τη μητέρα της, και σαν να μην έφτανε αυτό της «χάλασε» το γάλα μέσα στην πρώτη εβδομάδα θηλασμού, κι έτσι μαζί με την έλλειψη οποιουδήποτε που θα μπορούσε να τη βοηθήσει είχε ως αποτέλεσμα να σηκώνομαι εγώ τις νύχτες για να ταΐζω και να αλλάζω το μωρό.
Ξέρετε – ή θα μάθετε – ότι όταν τα κορίτσια λερώνονται μέσα στις πάνες, το πλύσιμό τους δεν είναι τόσο απλό, όσο των αγοριών. Σύμφωνα με τις οδηγίες που μου είχε δώσει η παιδίατρος, αφού γινόταν το αρχικό πλύσιμο, έπρεπε όλο το λεπτοκαμωμένο γεννητικό όργανο να καθαριστεί πολύ προσεκτικά, κάπως βαθύτερα με καθαριστηράκια αυτιών, για να μην πάθει ουρολοίμωξη.
Καθώς έκανα, λοιπόν, έκανα αυτή τη «δουλειά», κάθε βράδυ για τρεις μήνες περίπου, άρχισα κάποια στιγμή να σκέφτομαι τις ερωτικές σχέσεις που είχα έως τότε με τις γυναίκες, αλλά κάτω από ένα καινούργιο πρίσμα. Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε ήταν ότι αυτό το σημείο του σώματός όλων των γυναικών που είχα γνωρίσει, κάποτε βρισκόταν στην ίδια ευάλωτη, τρυφερά γυμνή, «σκατωμένη» κι ανυπεράσπιστη κατάσταση, όπως της κόρης μου κι ότι, όπως κι αυτή έτσι κι εκείνες, από τόση μικρή ηλικία, θ’ άρχιζαν να μαζεύουν από το περιβάλλον τους παρόμοιες ψυχολογικές πληγές σαν εκείνες που εγώ συνάντησα σ’ αυτές – και δεν κατανόησα.
Από ‘κει και πέρα, εκείνες οι στιγμές που τάιζα και καθάριζα το μωρό έγιναν στιγμές απολογισμού της μέχρι τότε ερωτικής μου ζωής κάτω από ένα άλλο πρίσμα. Κι αυτή η άλλου είδους επαφή με το -μέχρι τότε- αποκλειστικά και μόνο αντικείμενο των πόθων μου, των φόβων μου, αντικείμνεο ηδονής και οδύνης, έγινε αντικείμενο τρυφερότητας και στοργής, ελευθερώνοντας έτσι ένα ποτάμι από ερωτηματικά και αμφιβολίες γύρω από τη στάση που είχα στις σχέσεις μου με τις γυναίκες κι έβλεπα τον κίνδυνο να μεταφέρω αυτή τη στάση και στο παιδί μου.
Αν κανείς έχει δει ότι είναι άλλο το πραγματικό βάρος κι οι πραγματικές διαστάσεις που έχουν οι ερωτικές μας σχέσεις κι άλλο το βάρος που δίνουμε εμείς σ’ αυτές με το… «παραμύθιασμα» που κάνουμε στον άλλο ή στην άλλη και -κυρίως- σε μας τους ίδιους γι’ αυτές τις σχέσεις· αν κανείς έχει δει το ρόλο που παίζει το σεξ στη δημιουργία ψυχολογικών προβλημάτων κι έχει ν’ αναθρέψει παιδιά, τότε δεν οφείλει ν’ ασχοληθεί σοβαρά με το τι θα τους μεταδώσει γύρω απ’ αυτό το θέμα; Και, άραγε, φτάνουν τα λόγια ή αυτά είναι εύκολο να τα λέει κανείς και σημασία έχει ποια θα είναι η δική του σεξουαλική συμπεριφορά που -χωρίς λόγια- θα μεταδίδεται στο παιδί; Γιατί τα παιδιά «ρουφάνε» περισσότερο ό,τι υπάρχει στον αέρα, παρά το τι του λένε οι γονείς του.
Ό,τι και να πούμε στα παιδιά μας γύρω από τον έρωτα και τη θέση του στη ζωή, αν τα παιδιά μας μεγαλώνουν σ’ ένα σπίτι όπου στην ατμόσφαιρα υπάρχει υποκρισία γύρω από το σεξ που τη δημιουργεί το «άλλα λέω κι άλλα κάνω»,  μπορούν τα παιδιά – σε τέτοιες συνθήκες – να αναπτύξουν την ειλικρίνεια και την ευαισθησία που χρειάζεται απέναντι στο θέμα; Κι όταν λέω «ευαισθησία», δεν εννοώ γλυκανάλατους ρομαντισμούς με λιγώματα κάτω απ’ το φεγγάρι· εννοώ την ευαισθησία που μπορεί να σε κάνει να συγκινηθείς από την αληθινή ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων  – όπου κι αν τη βρεις – και να διακρίνεις ότι το σεξ είναι μια καθαρή και απλή λειτουργία  όπως της διατροφής, (όχι, όμως, όπως του κατουρήματος) που από μόνη της δεν έχει κανένα πρόβλημα, αλλά που εμείς δημιουργούμε τα προβλήματά της με τις σκέψεις, τις ιδέες, τις εμμονές και τις νευρώσεις μας γύρω απ’ αυτήν.
Νομίζω ότι μόνο μια τέτοια ευαισθησία μπορεί να σε κάνει να δεις τον έρωτα όπως πράγματι είναι και να καταλάβεις γιατί η ελληνική γλώσσα είναι σοφή που έχει δύο τελείως διαφορετικές λέξεις γι’ αυτά τα δύο τελείως διαφορετικά πράγματα: τον έρωτα και την αγάπη. Μόνο με μια τέτοια ευαισθησία, μπορεί να κάνει αυτή την δήθεν φυσική «πάλη των φύλλων» να πάψει να είναι «φυσική», να πάψει να υπάρχει, και να επιτρέψει να ανθίσει άλλο είδος ερωτικών – και συντροφικών σχέσεων ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Ξέρω, ότι αυτό τον καιρό γίνεται μπάχαλο στις σχέσεις: Διαζύγια περισσότερα από ποτέ, φοβισμένα αγόρια από την επιθετικότητα των κοριτσιών που «παίρνουν το αίμα τους πίσω» ύστερα από αιώνες αντρικής καταπίεσης. Ναι, αλλά ξέρετε, δεν μπορείς να χτίσεις πάνω σε κάτι παλιό, πρέπει πρώτα να γκρεμίσεις. Κι αυτή τη στιγμή ζούμε το γκρέμισμα. Αλλά ταυτόχρονα έχει αρχίσει να κτίζεται κάτι εξαιρετικά καλύτερο και ωραιότερο απ’ ό,τι έχουμε ζήσει. Ίσως κάποιοι από σας να έχουν ήδη αρχίσει να το ζουν. Σας το εύχομαι.

Πάλι θα με μαλώσει ο γιος μου που γράφω «σεντόνια».
Σας φιλώ.
Π.

Αν και μας «αδειάσανε», περάσαμε καλά.

Σήμερα το πρωί ήταν η εκδήλωση στο Βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, όπως πολύ σωστά είχατε ανακαλύψει και που κάποιοι από σας ήταν εκεί και ευχαριστήθηκα τρομερά που τους μίλησα – ναι, δεν ήθελα να το πω από πριν ότι θα ευχαριστιόμουν αν σας έβλεπα γιατί θα έμοιαζε σαν να σας έκανα κάποιο είδος ψυχολογικής πίεσης για να έρθετε. Υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην αρχή, γιατί ο άνθρωποι του ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ «Μικρή Μίλητος», από το «κεφάλι του ψαριού» έως την «ουρά του», παρόλο που οργάνωσαν την εκδήλωση κι είχαμε ανταλλάξει διάφορα τηλέφωνα εδώ και δυο μήνες, «μας έγραψαν κανονικότατα» και εκτός που δεν ήρθε κανένας τους, μας αδειάσανε με το να μην εμφανιστεί ποτέ το σύστημα προβολής με μεγάλη οθόνη που είχαμε συμφωνήσει, να έχει κλείσει το κινητό της η υπεύθυνη του Εκδοτικού Οίκου για να μην μπορούμε να την βρούμε, και ο εκδότης, όταν τον πέτυχαν στο τηλέφωνο, είπε ότι «πετάει» και ότι «δεν έχει ιδέα για την εκδήλωση»!!! Τι να πει κανείς… Έτσι, μία από τις κυρίες του ΙΑΝΟΥ έφερε την τηλεόραση του σπιτιού της (!!!!), εγώ – σαν από διαίσθηση – είχα φέρει το DVD PLAYER του σπιτιού μου και αγόρασα από την περιοχή κάτι καλώδια που χρειάζονταν. Έτσι, μπόρεσαν αυτά τα υπέροχα παιδάκια που ήταν εκεί να δουν κάτι και να μην βαρεθούν με κανένα ατέλειωτο «μπλα-μπλα». Δυστυχώς, το αφεντικό του blog λείπει, κι έτσι δεν μπορώ να βάλω σήμερα το βίντεο που γυρίσαμε. Από Δευτέρα, λοιπόν θα δείτε τις τρομερές φατσούλες που ήταν εκεί!
Καλό βράδυ
Σας φιλώ.
Π.

Η σαύρα

Καλό μήνα.
Καθώς σήμερα το πρωί σημείωνα διάφορα πράγματα που θέλω να βάλω στο blog, άκουσα ένα «τσικ τσικ» στο παράθυρό μου – όπως σας έχω πει μένω στην εξοχή. Σηκώνω το κεφάλι μου και τι να δω; Μια σαύρα είχε σηκώσει τα ποδαράκια της, είχε κολλήσει το πρόσωπό της στο τζάμι του παραθύρου και με κοίταγε γεμάτη περιέργεια! Ναι, περιέργεια! Έκανα όσο μπορούσα πιο απαλές κινήσεις για να μην την τρομάξω και την έβγαλα φωτογραφίες με το κινητό μου για να σας τις δείξω. Ούτε που νοιάστηκε· ανασήκωσε το λαιμό της για να δει όλο το δωμάτιο, μ’ άφησε να την βγάλω μερικές φωτογραφίες κι ύστερα χάθηκε ήσυχα μέσα στα χόρτα.

saura.jpg

Διάφοροι φίλοι μου πρότειναν σήμερα που είναι Πρωταπριλιά, να σας πω κανένα ψέμα γι’ αστείο, αλλά τους είπα ότι για μένα σήμερα είναι η γιορτή μου. Τι; Ποια γιορτή μου; Τι θα πει, «ποια γιορτή μου»; Ποιος είμαι; Ο Παραμυθάς. Τι δουλειά κάνω; Λέω παραμύθια… Έλααα… Σκεφτείτε λίγο. Παραμύθια;… Δηλαδή ψέματα. Σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουν όλοι όσοι η δουλειά τους – ανεξαρτήτως κίνητρου και στόχου – είναι να λένε ψέματα. Και μάλιστα όσο με περισσότερη ειλικρίνεια τα λένε (διότι άλλο αλήθεια κι άλλο ειλικρίνεια), τόσο πιο καλοί είναι στο επάγγελμά τους. Και ποιοι είναι; Είναι οι παραμυθάδες, οι ηθοποιοί, οι δικηγόροι και οι πολιτικοί.

Χρόνια μας πολλά.

Σας φιλώ πολύ

Π.

Πέντε πράγματα για μένα

Λοιπόοοον… Ήρθε η ώρα – λίγο καθυστερημένα, αλλά ήρθε – να παίξω το παιχνίδι που σας υποσχέθηκα, με τα πέντε πράγματα για μένα που μου πρότεινε η sitronella. Δεν συμφωνείτε όλοι να το κάνω, αλλά τα επιχειρήματα εκείνων που θέλουν με ψήσανε. Λοιπόν:

1) Γιατί έχω άσπρα μαλλιά:bluebox2.jpg Ο Παραμυθάς πρωτοεμφανίστηκε στην τηλεόραση όταν ήταν ακόμη ασπρόμαυρη, τον Οκτώβριο του 1978. Στο πρώτο δοκιμαστικό που έγινε, ήταν με τα κανονικά του μαλλιά και μουστάκι, δηλαδή μαύρα, και χωρίς γυαλιά. Ήταν μόνος μέσα σε ένα μαύρο στούντιο, για το εφέ που υπήρχε τότε το CHROMA KEY εξαφάνιζε ότι ήταν μαύρο, κι έμενε ο άνθρωπος ακριβώς όπως όταν «ξεγυρίζουμε» με το ψαλίδι μια φωτογραφία και την κολλάμε πάνω σε κάτι άλλο, όπως όταν κάνουμε κολάζ. Έτσι και στην περίπτωσή μας, εξαφανιζόταν το μαύρο στούντιο κι έμενε ένας άνθρωπος στο κενό, που η κονσόλα με το ειδικό εφφέ, τον «έπαιρνε» και τον έβαζε πάνω στο σχέδιο που ζωγραφιζόταν σε ένα ειδικό τραπέζι, στην άκρη του στούντιο, και που μία δεύτερη κάμερα το έστελνε κι αυτό στην κονσόλα, που «πάντρευε» τις δύο εικόνες, φτιάχνοντας ένα ηλεκτρονικό κολάζ. Έτσι ο Παραμυθάς, θα μπορούσε να μπαίνει σε λιβάδια, δάση, σπίτια ή στον ουρανό. Έλα, όμως, που σε εκείνο το πρώτο δοκιμαστικό δεν είχε σκεφτεί κανείς ότι μαζί με το μαύρο στούντιο θα «εξαφανιζόταν» κι ό,τι μαύρο είχε πάνω του ο Παραμυθάς. Κι έτσι, η πρώτη εικόνα του Παραμυθά, είχε μια τρύπα στο κεφάλι εξαιτίας των μαύρων μαλλιών του, δύο τρύπες στα μάτια που ήταν σκούρα καστανά, άλλες δύο στα μαύρα φρύδια, και μια τρύπα κάτω από τη μύτη όπου ήταν το μαύρο μουστάκι! Έπεσε πανικός στο στούντιο. «Ψυχραιμία», τους είπα, θα τον κάνουμε παππού κι όχι μπαμπά όπως υπολογίζαμε. Έτσι, έγιναν άσπρα τα μαλλιά, τα φρύδια και το μουστάκι, και μπήκανε και γυαλιά που καθώς γυαλίζανε δεν άφηναν τα μάτια να γίνουν τρύπα. Ένα χρόνο αργότερα, η τηλεόραση έγινε έγχρωμη, και το chroma key αντικαταστάθηκε από το BLUE BOX. Δηλαδή εξαφανιζόταν ό,τι ήταν μπλε. Αλλά ήταν πια αργά: ο Παραμυθάς ήταν πια παππούς, κι έμειναν όλα όπως ήταν, μόνο που τώρα το στούντιο ήταν όλο μπλε, όπως βλέπετε.

studio.jpg

2) Γιατί φοράω γυαλιά: Αυτό εξηγήθηκε στο προηγούμενο.

gileko.jpg 3) Γιατί φοράω το μαγικό γιλέκο: Αυτό είναι πιο απλό. Όταν σχεδιαζόταν η εκπομπή, θυμήθηκα πως είχα διαβάσει παλιότερα ότι στην Αμερική είχαν τραυματιστεί σοβαρά και σκοτωθεί δεκάδες παιδάκια που, επηρεασμένα από τις ταινίες του SUPERMAN, δοκίμασαν να πετάξουν πηδώντας από ταράτσες, μπαλκόνια και δέντρα. Αν μάθαινα ποτέ ότι είχε γίνει κάτι τέτοιο εξαιτίας του Παραμυθά, θα τρελαινόμουν. Κι έτσι, για να πετάει ο Παραμυθάς, χρειαζόταν να φοράει πάντα το μαγικό γιλέκο που «χωρίς αυτό» όπως έλεγε πάντα «δεν γινόταν τίποτα». Ποτέ δεν μ’ άρεσαν τα γιλέκα, αλλά θυμήθηκα ότι κάποτε, σε μια γιορτή μου κάποιος μου χάρισε ένα γιλέκο που δεν είχα βάλει ποτέ. Είναι αυτό το ίδιο που θα φόραγα ακόμα και σήμερα αν ήθελα να… πετάξω.

sxedio.jpg 4) Πώς γίνεται να γράφει το μαγικό μολύβι χωρίς να φαίνεται: Αν η εκπομπή γυριζόταν σήμερα θα ήταν εξαιρετικά απλό γιατί θα γινόταν με κομπιούτερ. Τότε, όμως, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, κι έτσι όλη η δουλειά γινόταν με μια πατέντα που είχε σκεφτεί ο Αλέκος ο Κυριτσόπουλος που έκανε τα σχέδια. Η πατέντα είναι το σχέδιο που βλέπετε. Ένα τραπέζι, με ένα τζάμι στη μέση που πάνω του έμπαινε ένα φτηνό απορροφητικό χαρτί, που είχε φτιαγμένα από πριν με μολύβι τα σχέδια που γίνονταν την ώρα της μαγνητοσκόπησης με μαρκαδόρους , οι οποίοι πότιζαν το χαρτί και φαίνονταν σε ένα φωτισμένο με δύο προβολείς καθρέφτη που ήταν κάτω από το τζάμι, σαν γραμμή που κινείται μόνη της. Από τον καθρέφτη έπαιρνε το σχέδιο η κάμερα που ήταν μόνιμα στημένη εκεί για αυτή τη δουλειά αποκλειστικά, και το έστελνε κι αυτό στην κονσόλα με τα εφέ.

drawing.jpg

bluebox.jpg5) Πώς γίνεται και πετάω: Χα, χα, χα… Αυτό γινόταν έτσι ακριβώς όπως λέει στο σχόλιό του ότι το έκανε κι ένας από σας: ξάπλωνα σε ένα σκαμνί. Το σκαμνί ήταν μπλε (στην αρχή ήταν μαύρο όπως είπαμε) και γι ‘αυτό εξαφανιζόταν, αφήνοντάς με στο κενό, για να με βάλει η κονσόλα πάνω στο σχέδιο που γινόταν ή ήταν έτοιμο. Εγώ έμενα ακίνητος κουνώντας μόνο χέρια και πόδια, και κουνιόταν η κάμερα πάνω στο σχέδιο, δίνοντας την εντύπωση ότι πετάω.

Αυτάααα… Αλλά υπάρχει και κάποιο έκτο. (Δεν ξέρω αν αυτό που θα σας πω είναι κείνο που υπονοεί ένα παιδί στο σχόλιό του). Αυτό που – όσα κι αν σας πω- είναι εκείνο που δεν αφήνει να χαθεί η «μαγεία», δεν χάνεται ακόμα κι αν απομυθοποιηθεί τεχνικά ο Παραμυθάς.

6) Το «μυστικό» του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ». Το μυστικό της εκπομπής είναι ότι όλοι όσοι κάναμε αυτή την εκπομπή, την ώρα που την κάναμε γινόμαστε παιδιά και την «καταβρίσκαμε». Είμαστε αθώοι και ανοικτοί. Με λίγα λόγια: αγαπούσαμε αληθινά αυτό που κάναμε, και αγαπούσαμε κι όλα τα παιδιά που φανταζόμασταν ότι θα βλέπανε αυτό που κάναμε. Αυτή η αγάπη είναι που νοιώθατε τότε μωρά μου, αυτή η αγάπη είναι που μπήκε τότε στην καρδιά σας και σας κάνει ακόμα και σήμερα να την νοιώθετε, και να με κάνετε με τα σχόλιά σας να δακρύζω, και να λέω: «Ναι, δεν έκανα λάθος τότε. Τα παιδιά ένοιωθαν την αγάπη, την τρυφερότητα, τη στοργή, την αλήθεια, που στέλναμε». Κι επιτρέψτε μου, με όλο το θάρρος, να σας πω: Αν έχετε νοιώσει την αγάπη παιδιά μην την κρύβετε τώρα που μεγαλώσατε. Μη φοβάστε. Ανοίξτε την καρδιά σας κι άστε την αγάπη να ξεχύνεται, κι ας πληγωθείτε. Μη σας νοιάζει. Μη φοβάστε να πληγώνεστε. Όλες οι αρρώστιες, όλοι οι καρκίνοι, τα εγκεφαλικά, τα εμφράγματα, όλες οι αρρώστιες, δεν είναι από πληγωμένη αγάπη, είναι από κρυμμένη, από θαμμένη, από τσιμεντωμένη αγάπη μέσα μας. Ξαμολάτε την λοιπόν… Μη φοβάστε τίποτα… Αρκεί αυτό που έχετε μέσα σας να είναι αληθινή αγάπη… Δεν εννοώ τα διάφορα συναισθήματα, αυτά είναι εύκολα, η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, είναι κατάσταση που ζεις μέσα της χωρίς να τη νοιώθεις, απλώς είσαι μέσα. Δεν την νοιώθεις. Είναι σαν τα δόντια μας που δεν τα νοιώθουμε όταν είναι υγιή, είναι εκεί και κάνουν τη δουλειά τους. Τα νοιώθουμε μόνο όταν χαλάσουν, όταν αρρωστήσουν. Τον έρωτα τον νοιώθουμε (όχι ότι δεν έχει τη θέση του στη ζωή), επειδή είναι ψιλοχαλασμένη αγάπη, αγάπη που πήρε λάθος στροφή. Γι’ αυτό η ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιεί για τον έρωτα την έκφραση, «σου πονάει το δοντάκι, ε;».
Αρκετά σας ζάλισα μωρά μου. Καληνύχτα.
Σας φιλώ πολύ.
Π

Τσα…

para.jpg

Σας την έσκασα, δεν έβαλα επεισόδιο γιατί μου την έσκασε ο γιος μου που ασχολείται με το δικό του blog. Αλλά μου υποσχέθηκε ότι αύριο θα μπει οπωσδήποτε. Καληνύχτα και καλή βδομάδα.

Φωτογραφία «καλώς σας βρήκα»

kalos-sas-vrika.jpg
Επειδή σήμερα με έχετε συγκινήσει πολύ, δεν μπορώ να γράψω τίποτα άλλο και σας δίνω αυτή την φωτογραφία για να θυμηθείτε κι άλλο τα νιάτα σας!