Kony
Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, που με τα σχόλιά σας στο χθεσινό post (όσα ήδη γράφτηκαν κι όσα ανάλογα πιθανόν να γραφτούν) ξαναφέρνετε μια γεύση αγάπης σε αυτό το blog. Και μια και είναι γιορτές και θα έχετε χρόνο, θα σας ανεβάσω εδώ την πρώτη ταινία του «μάστορα» (έβδομη στη σειρά) που έστειλε στο Φεστιβάλ Δράμας πριν μερικά χρόνια. Ο ίδιος δεν τη γουστάρει και την έχει σχεδόν «αποκηρύξει», αλλά εμένα εξακολουθεί να μου αρέσει. Χώρια που είναι η πρώτη φορά που είχα ως ηθοποιός σκηνοθέτη το γιο μου και ως παραγωγός, υπεύθυνη παραγωγής την κόρη μου. Σταματώ εδώ, για να μην … «κατέβει» πολύ κάτω το χθεσινό post, «Τι είναι αγάπη;».
Καλή Κυριακή
Σας φιλώ πολύ
Π.
Υ.Γ. Όλο ξεχνάω να σας πω, ότι αυτό το «Π» με το οποίο υπογράφω σχεδόν όλα τα posts σε αυτό το blog, είναι σαν νόμισμα: έχει δύο όψεις. Σημαίνει και «Παραμυθάς», και «Πιλάβιος». Διαλέγετε και παίρνετε.
«Η φίλη μου η Ντόλυ»

Αυτά που βλέπετε είναι τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» που θα κυκλοφορήσουν σε καμιά σαρανταριά μέρες από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Θα γίνουν κάποιες εκδηλώσεις προς το τέλος Ιανουαρίου, που σίγουρα θα τις μάθετε. Την μία την ξέρω, θα είναι η 3η Έκθεση Παιδικού & Εφηβικού Βιβλίου από 29/1 έως 1/2. Είναι πολύ πιθανό να κάνω ειδική εκδήλωση, που θα συνδυάζει τα βιβλία, τις καινούργιες εκπομπές της Ε.Ρ.Τ. και θεατρικό παιχνίδι, το Σάββατο 30/1 ή την Κυριακή 31. (Και μια και με απείλησες Καραπιπέρη, ξυρίσου κι έλα για καμιά σκανταλιά).
Οι ιστορίες που υπάρχουν σε αυτά τα βιβλία, είναι-σχεδόν όλες- οι ιστορίες που πάνω τους γράφτηκαν τα σενάρια των εκπομπών. Οι ζωγραφιές των βιβλίων είναι της γυναίκας μου, Στεφανίας Ταπτά, και είναι πλάνα από τις εκπομπές. Συνεννοήθηκα με τον ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ και συμφωνήσαμε να σας ανεβάσω εδώ ένα παραμύθι όπως θα είναι στο βιβλίο. Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω το ίδιο και με την εκπομπή της Ε.Ρ.Τ. Έβαλα όμως κάνα δυο πλάνα παραπάνω, για χάρη σας. Η ιστορία που θα διαβάσετε, είναι από το βιβλίο «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ», και όπως όλες οι ιστορίες του Παραμυθά (όπως ξέρετε από τότε που είσαστε παιδιά) είναι και αυτή αληθινή. Πρωτοεμφανίστηκε εδώ στο blog, πριν κανένα χρόνο και είναι γραμμένη για την παραμυθομεγαλωμένη φίλη μου Ντόλυ Ζαφειροπούλου. (Χρωστάω ένα και για την Μαρίλια). Πριν περάσουμε στην ιστορία, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για ό,τι έγινε στα έξι τελευταία post. Πρώτα’ απ’ όλα να πω ότι εκείνοι που εντόπισαν ότι το διασκεδάζω, έπεσαν μέσα. Όλα άρχισαν σε μια στιγμή που είχα αρχίσει να βαριέμαι το blog και ήθελα ή κάτι να μου αναζωογονήσει το ενδιαφέρον ή να το σταματήσω. Την ίδια στιγμή, επίσης, είχε αρχίσει να μην μου αρέσουν κάποια σχόλια που γίνονταν σε βάρος φιλικών μου προσώπων στο blog. Και πάνω εκεί, έγινε αναφορά σε φαντάσματα από το παρελθόν, που ξανάρθαν στο φως. Ε, δεν ήθελα και πολύ, και έκανα αυτό που κάνω σε όλη μου τη ζωή, από τα 20 και μετά, όταν κάτι δεν μου αρέσει: δημιουργώ κρίση. (Επιτρέψτε μου να σας πω μέσα από την καρδιά μου: αν είστε μέσα σε μια οποιουδήποτε είδους σχέση ή σε μια δουλειά που κάτι δεν πάει καλά, μη φοβάστε να δημιουργήσετε κρίση. Ή θα αλλάξουν τα πράγματα ή θα τελειώσουν. Και τα δύο είναι καλύτερα από κάτι που «σέρνεται» και σαν σαράκι σου ροκανίζει την ψυχή). Κι έτσι ξεκίνησε το πανηγύρι. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, κάποιοι ήταν «υπέρ», κάποιοι ήταν «κατά» και κάποιοι, «ναι μεν αλλά». (Αυτό το τελευταίο είναι κάποιες φορές ύποπτο σύγκρουσης μεταξύ λογικής και καρδιάς ή φόβου να πάρει κανείς θέση ή επιθυμίας να έχεις «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο»). Έφυγαν όποιοι ήταν φύγουν (ελπίζω για πάντα) και να ‘μαστε πάλι εδώ ανανεωμένοι, με «ιστορίες και άλλα…» όπως λέει και το λογότυπο του blog. Και για να το κλείσω, επειδή άρχισε να γίνεται «σεντόνι»: Νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως ένα blog σαν κι αυτό, που είναι 100% προσωπικό, αφού δεν κρύβομαι πίσω από ψευδώνυμα, βάζω μέχρι και φωτογραφίες μου και της οικογένειάς μου, έχω την ατυχία να είμαι δημόσιο πρόσωπο και τα τηλέφωνά μου να υπάρχουν στον τηλεφωνικό κατάλογο, νομίζω ότι είναι αυτονόητο, λοιπόν, πως αυτό το blog είναι «σπίτι μου» και στο σπίτι του έχει κανείς το δικαίωμα να δέχεται όποιους γουστάρει. Και δεν γουστάρω ανθρώπους που έχουν τόση μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε να ενοχλούνται επειδή οι ίδιοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτι ξεχωριστό και οι άλλοι δεν τους το αναγνωρίζουν και τους «γράφουν». Επίσης, δεν γουστάρω ανθρώπους που, το ίδιο και χειρότερα, έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ώστε να θεωρούν ότι χρειάζεται να πάει σε γιατρό όποιος τους αποκαλεί «μαλάκα»!!! Χα, χα, χα… Απίστευτο αυτό το τελευταίο, ε; Χα, χα, χα… Ελπίζω, πάντως, να απαλλαχτήκαμε από την ομάδα εκείνων που δεν το παίρνουν ανάλαφρα και έχουν γίνει Ε.Λ.Π.Α. Χα, χα, χα… Εδώ σας θέλω, θαμώνες του blogouli της Άιναφετς που μιλάτε με ΚΝΗΦ και ΞΠΡΤ και τέτοια, τι θα πει «Ε.Λ.Π.Α.» ; Παρακαλώ όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο απ’ όπου το πήρα, να συγκρατηθούν και να παίξουν τίμια και να μην το μαρτυρήσουν.
Λοιπόοον… πάρτε μια βαθιά ανάσα, σβήστε τα όλα αυτά και χαλαρώστε για να διαβάσετε μια πραγματικά γλυκειά και τρυφερή περιπέτεια του «Παραμυθά», με τις ζωγραφιές της Στεφανίας και το σκηνοθετικό στήσιμο του Κωνσταντίνου ή «μάστορα».
Σας φιλώ πολύ.
Νίκος Πιλάβιος
Η φίλη μου ο Ντόλυ.
Πριν από πολύ καιρό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που από μωρό ήταν πολύ όμορφο κι επειδή ο μπαμπάς του είχε ζήσει χρόνια στην Αμερική το έβγαλε, Ντόλυ ─ δηλαδή, «Κουκλάκι». Το κοριτσάκι αυτό, όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφο, αλλά και όλο και πιο καλό και έξυπνο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε γεννηθεί και με ένα φοβερό χάρισμα: μπορούσε να στέλνει τη σκέψη της στους ανθρώπους και να την ακούνε οι άλλοι μέσα στο κεφάλι τους σαν να τους μιλάει με τηλέφωνο. Την πρώτη φορά που το κοριτσάκι το κατάλαβε αυτό, τρόμαξε! Να τι έγινε: Εκεί που έπαιζε, μια μέρα, με τις κούκλες της, ξαφνικά σκέφτηκε ότι διψάει. Κι ενώ δεν είχε πει λέξη γι’ αυτό άκουσε τη μαμά της να της λέει, «να σου φέρω νεράκι, μωρό μου;» και την είδε να σηκώνεται και να της φέρνει νερό από την κουζίνα!

Εκείνη την εποχή που η Ντόλυ ήταν μικρή, ήταν η εποχή που είχα μια εκπομπή στην τηλεόραση και είχε για τίτλο το παρατσούκλι μου: «Ο Παραμυθάς». Η μικρή Ντόλυ καθόταν κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα και μέρα, μπροστά στην τηλεόραση για να βλέπει τις ιστορίες μου. Και κάθε φορά προσπαθούσε να μου στέλνει τη σκέψη της, λέγοντας μέσα της: «θέλω να σε δω Παραμυθά, θέλω να σε δω». Αλλά, βλέπετε, η εκπομπή δεν γινόταν ζωντανά εκείνη τη στιγμή που την έβλεπε η Ντόλυ, γιατί την ετοιμάζαμε μέρες πριν, κι έτσι δεν μπορούσα «ν’ ακούσω» τη σκέψη της.
Επειδή, όμως, στη ζωή υπάρχει περισσότερη φαντασία από οπουδήποτε αλλού, κάποτε ήρθαν έτσι τα πράγματα, που άκουσα τη φωνή της Ντόλυ στο κεφάλι μου. Και να πώς έγινε. Εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά στη ζωή του μικρού κοριτσιού και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, ήρθε να μείνει στο διπλανό σπίτι μια κακιά μάγισσα, τόσο κακιά που δεν την έκανε παρέα κανείς. Η κακιά μάγισσα ζήλευε τόσο πολύ την Ντόλυ που τις νύχτες δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το κακό της. Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλα τα μαγικά της για να μην την βλέπει πια. Ένα βράδυ που όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι της Ντόλυ, μπήκε κρυφά από το παράθυρο, πλησίασε το κρεβάτι του μικρού κοριτσιού κι άρχισε τα μαγικά της… Μουρμούριζε, μουρμούριζε, μουρμούριζε κάτι ακαταλαβίστικα και ξαφνικά… βρουουουμμμ… Η Ντόλυ έγινε ένα ωραίο άσπρο άλογο. Αμέσως, πήδηξε από το παράθυρο και χάθηκε καλπάζοντας μέσα στη νύχτα… Μάταια οι γονείς της Ντόλυ έψαξαν την άλλη μέρα απελπισμένοι παντού για να τη βρουν. Τα κοριτσάκι είχε εξαφανιστεί για τα καλά. Όμως -όπως ξέρουμε εμείς- η Ντόλυ δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά απλώς είχε γίνει ένα ωραίο άσπρο άλογο που κάλπαζε όλη τη νύχτα χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι της συνέβη. Έκλαιγε, έκλαιγε κι έτρεχε καλπάζοντας, μέχρι που όταν άρχισε να ξημερώνει, βρέθηκε σε ένα ωραίο μεγάλο χτήμα, που έμοιαζε σαν αμερικάνικο ράντσο, βγαλμένο από καουμπόικη ταινία. Το κτήμα αυτό το είχε κάποιος που είχε ζήσει κι εκείνος στην Αμερική και γι’ αυτό το είχε φτιάξει έτσι που να μοιάζει με ράντσο, και του άρεσε να ντύνεται όλο το χρόνο σαν cow boy, γι’ αυτό κι όλοι τον φώναζαν, «ο Μήτσος, ο καουμπόης». Ο Μήτσος ζούσε ολομόναχος του σ’ ολόκληρο το κτήμα του, γι’ αυτό κι όταν είδε την Ντόλυ να περνάει τον φράχτη και να τον πλησιάζει, ξετρελάθηκε από τη χαρά του.

Όταν πλησίασε το άλογο, ο Μήτσος το κοίταξε προσεκτικά και μουρμούρισε: «Κορίτσι είναι. Άραγε τι όνομα να της δώσω…»
«Ντόλυ», σκέφτηκε η Ντόλυ που τον άκουσε και που παρ’ όλο που είχε γίνει άλογο καταλάβαινε την ανθρώπινη γλώσσα. Και επειδή δεν είχε χάσει και την ικανότητά της να μεταδίδει τη σκέψη της στους άλλους, ο Μήτσος ο καουμπόη, είπε, «Ντόλυ θα την βγάλω», νομίζοντας ότι σκέφτηκε μόνος του το όνομα.
Έτσι η Ντόλυ έμεινε μαζί με τον Μήτσο τον καουμπόη μέχρι να δει πώς θα μπορέσει να ξαναγίνει το ωραίο κοριτσάκι που ήταν πριν. Έκανε προσπάθειες να δώσει στον Μήτσο τον καουμπόη να καταλάβει ότι είναι κοριτσάκι, αλλά κάθε φορά που σκεφτόταν, «είμαι κορίτσι», ο Μήτσος ο καουμπόης έλεγε, «αχ να ‘χα ένα κοριτσάκι» νομίζοντας ότι αυτό το σκέφτηκε ο ίδιος.Οι μέρες περνούσαν και ο καημένος ο Μήτσος, που ήταν καλός άνθρωπος, έβλεπε την Ντόλυ να κάθεται στενοχωρημένη στα σκαλοπάτια του σπιτιού του και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να της βάλει σέλλα για να ανέβει επάνω της και ν’ αρχίσει να τη βάζει να τον πηγαίνει εδώ κι εκεί και να του κάνει διάφορες δουλειές. Έτσι, περνούσε ο καιρός, χωρίς να καταφέρνει ο Μήτσος να φτιάξει το κέφι της Ντόλυ και να τη βάλει να δουλέψει.

Ένα απόγευμα, έτυχε να περνάω πετώντας πάνω από το κτήμα του Μήτσου του καουμπόη, όταν άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου να φωνάζει, «Παραμυθά, Παραμυθά…» κοιτάζω προς το κάτω και βλέπω ένα ωραίο άσπρο άλογο να έχει ανασηκωθεί στα πίσω πόδια του και να χλιμιντρίζει. Επειδή, όπως ξέρετε, όταν φοράω το μαγικό γιλέκο μου εκτός που μπορώ να πετάω, μπορώ και να μιλάω με τα φυτά, τα ζώα και τα πράγματα, κατάλαβα ότι μου μιλάει το άλογο και κατέβηκα δίπλα του να δω τι θέλει.
«Πώς σε λένε», ρώτησα το άλογο μόλις βρέθηκα δίπλα του.«Ντόλυ», μου λέει. «Αχ, Παραμυθά, δεν ξέρεις πόσο ήθελα να σε δω από κοντά. Κάθε φορά που σε έβλεπα στην τηλεόραση σου έστελνα τη σκέψη μου, αλλά ήσουν ο μόνος που δεν την άκουγες και δεν ερχόσουν».«Άλογο και να βλέπει την εκπομπή μου στην τηλεόραση!» είπα έκπληκτος.

«Δεν είμαι άλογο, κοριτσάκι είμαι και δεν ξέρω πώς έγινε και άλλαξα».
Εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι το άλογο δεν ανοιγόκλεινε το στόμα του κι ότι μου έστελνε τις σκέψεις του. Χάιδεψα το αλογάκι στο κεφάλι κι εκείνο βούρκωσε. Και τότε κατάλαβα ότι πρέπει να είχαν κάνει μάγια στο κοριτσάκι και γι’ αυτό είχε γίνει άλογο.
«Πόσο καιρό είσαι έτσι»; ρώτησα ανήσυχος.«Τέσσερις – πέντε μήνες», μου είπε.
«Πρέπει να σε πάω αμέσως στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό να σε ξεμαγέψει, γιατί αν είσαι έτσι για επτά μήνες, μετά θα μείνεις άλογο για πάντα.Και πάνω που ετοιμαζόμουν να πάρω τη Ντόλυ και να φύγω, ακούω πίσω μου μια φωνή.«Ε, ποιος είσαι εσύ και τι θες με το άλογό μου»;
«Είμαι ο Παραμυθάς», του λέω, «κι αυτή δεν είναι άλογο, είναι κοριτσάκι που το έκανε άλογο μια κακιά μάγισσα».«Τι σαχλαμάρες είναι αυτές…» πήγε να πει ο Μήτσος, αλλά εκείνη τη στιγμή η Ντόλυ σκέφτηκε, «αλήθεια σου λέει, Μήτσο, άσε μας να φύγουμε». Ο Μήτσος νόμισε ότι το σκέφτηκε αυτός και είπε: «Κάτι μου λέει μέσα μου, ότι λες αλήθεια. Πηγαίνετε. Αλλά θέλω Ντόλυ όταν γίνεις κοριτσάκι, να ‘ρθεις να με δεις», είπε ο Μήτσος και βούρκωσε, γιατί την είχε αγαπήσει πολύ την Ντόλυ.

Χωρίς να περιμένω άλλο, βούτηξα την Ντόλυ και φύγαμε πετώντας από το κτήμα του Μήτσου του καουμπόη. Ο κόσμος από κάτω, είχε χαζέψει που έβλεπε έναν παππού να πετάει με ένα άσπρο άλογο, αλλά πρέπει να σας πω ότι εμένα μου φαινόταν πολύ ποιητική εικόνα!
Σε λίγο είμαστε στο σπίτι της Κλοκλό. Μόλις της είπα τι συνέβαινε ακούμπησε το χέρι της πάνω στο κεφάλι του αλόγου, ψιθύρισε κάτι μαγικά λόγια και… ουάου! Το άλογο εξαφανίστηκε και στη θέση του βρέθηκε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι που κοιταζόταν και δεν πίστευε στα μάτια του!

«Σ’ ευχαριστώ Παραμυθά μου, σ’ ευχαριστώ…» μου έλεγε αλλά την έκοψα λέγοντάς της: «Πρέπει να πάμε αμέσως στους γονείς σου γιατί θα είναι πολύ λυπημένοι που σε έχασαν». Ευχαρίστησα την Κλοκλό και φύγαμε αμέσως πετώντας.
Έτσι, η γλυκιά Ντόλυ, ήταν σε λίγο στην αγκαλιά των γονιών της που έκλαιγαν από χαρά που ξαναβρήκαν το κοριτσάκι τους. Η Ντόλυ διηγήθηκε την περιπέτειά της στους γονείς της και τους είπε για τον Μήτσο τον καουμπόη· τι καλά που της είχε φερθεί όταν ήταν αλογάκι, κι ότι του είχε υποσχεθεί όταν γίνει κοριτσάκι να πάει να τον δει. Έτσι την άλλη μέρα, οι γονείς της Ντόλυ την πήγαν στο χτήμα του Μήτσου, που μόλις είδε το κοριτσάκι από μακριά έτρεξε και το άρπαξε στην αγκαλιά του και το έσφιγγε σαν να ήτανε παιδί του.
Αυτή είναι η ιστορία της φίλης μου της Ντόλυ, που από τότε είμαστε δυο καλοί φίλοι έως σήμερα.
That’s My Daughter
Κάποια πονηρή αλεπού από την παρέα μας, που έχει μυριστεί ότι το «διπλόφαρδο σεντόνι» που ετοιμάζω είναι ζόρικο, μου έριξε μια πεπονόφλουδα για να γράψω κάτι άλλο. Κι εγώ, ομολογώ, «την πάτησα» ευχαριστώς, και να γιατί: Μου έστειλε ν’ ακούσω ένα τραγούδι με θέμα όσα λέει ένας μπαμπάς για την κόρη του. Το έχει γράψει και το τραγουδάει ένας συνθέτης που δεν τον είχα ξανακούσει. Τον λένε Loudon Wainwright. Καθώς το άκουγα, μου έρχονταν στο νου κάποιες φάσεις από τη ζωή μου με τη κόρη μου και διάφορες φωτογραφίες που την έχω βγάλει. Ε, δεν ήθελα και πολύ! Καθώς μου αρέσει και πολύ το μοντάζ, είπα να φτιάξω ένα videoclip. Ελπίζω να το διασκεδάσετε. Σας αντιγράφω εδώ και τα λόγια. Ελπίζω – αν δεν ξέρετε αγγλικά – να βρείτε κάποιον να σας το μεταφράσει.
Καλό βράδυ.
Σας φιλώ πολύ.
Π.
That’s my daughter in the water
Everything she sees
she says she wants.
Everything she wants
I see she gets.
That’s my daughter in the water
everything she owns I bought her
Everything she owns.
That’s my daughter in the water,
everything she knows I taught her.
Everything she knows.
Everything I say
she takes to heart.
Everything she takes
she takes apart.
That’s my daughter in the water
every time she fell I caught her.
Every time she fell.
That’s my daughter in the water,
I lost every time I fought her.
I lost every time.
Every time she blinks
she strikes somebody blind.
Everything she thinks
blows her tiny mind.
That’s my daughter in the water,
who’d have ever thought her?
Who’d have ever thought?
That’s my daughter in the water,
I lost every time I fought her
Yea, I lost every time.
Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή
Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δείξετε τόσο ενδιαφέρον για το τραγούδι του φίλου μου Γιώργου Στεφανάκη πάνω στο ποίημα του Κρισναμούρτι. Έτσι, σκέφτηκα να σας βάλω και μια ιστορία του από το ίδιο βιβλίο, που έγραψε γύρω στα τριάντα του, που είναι και η ηλικία της φωτογραφίας του, εδώ. Αντιγράφοντας την ιστορία, θυμήθηκα και κάτι που είχε πει σε μια συζήτηση περί χορτοφαγίας και το πόσο εύκολα σκοτώνουν οι άνθρωποι για τροφή ή και απλώς για διασκέδαση. Κάποιος του είπε: «Όπως θα ξέρετε, έχουν ανακαλύψει ότι και τα μαρούλια όταν τα ξεριζώνουν αφήνουν μια κραυγή πόνου, που σημαίνει ότι κι αυτά τα σκοτώνει ο άνθρωπος. Οπότε…»
Κι ο Κρισναμούρτι του απάντησε: «Ξέρετε, κύριε, κανείς έχει διάκριση και κάπου τραβάει μια γραμμή, που σημαίνει μέχρι εδώ…»
Αυτά …
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Ξέρω, ξέρω, «να-τασσάκι», άλλο ποστ/σεντόνι είχα πει ότι θα βάλω, άλλο σου είπα χτες ότι θα βάλω κι άλλο έβαλα τελικά. Ε… κάπου κανείς τραβάει μια γραμμή και ξεχωρίζει τη συνέπεια από τη νεύρωση και τον ψυχαναγκασμό να είναι χωρίς όρια και πάντα συνεπής. Χα, χα, χα… Ελπίζω να μη σας μπέρδεψα…

Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η Ζωή γέμιζε την καρδιά του χαρά. Αγαπούσε αληθινά και βαθιά τη Ζωή, οπότε αγαπούσε τα πάντα.
Ένοιωθε το ίδιο φίλος και για τον πιο απλό άνθρωπο και για τον πιο σπουδαίο. Άλλωστε και η Ζωή δεν είναι σαν το νερό που είναι εκεί για να ξεδιψάει και τον πιο σοφό και τον πιο ανόητο; Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν περιζήτητος για τη σοφή του κατανόηση και την αγάπη που έδινε απλόχερα γύρω του.
Μια μέρα, λοιπόν, που ο ουρανός ήτανε καταγάλανος κι ο ήλιος έκαιγε το χώμα, βγήκαν τα μυρμήγκια από τις υπόγειες φωλιές τους και περιπλανιόνταν στο πρόσωπο της γης, κοντά σε μια λίμνη, κι ήταν τόσα πολλά, που καθώς έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει, το μονοπάτι έμοιαζε σαν να κινείται αυτό!
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη Ζωή, με τη διαίσθηση που του χάριζε η σοφία του, είδε ότι σε κάποιον που κολυμπούσε εκείνη τη στιγμή στη χαμογελαστή, γαλάζια λίμνη σε λίγο κάτι θα συνέβαινε και θα πνιγόταν. Έτρεξε γρήγορα στο μονοπάτι, πατώντας αναγκαστικά πάνω σε μερικά μυρμήγκια, μπροστά στα απορημένα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, και πήδηξε στη λίμνη για να γλιτώσει τον κολυμβητή από το δυνατό στροβίλισμα των νερών, που άρχιζε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, και σε λίγο θα τον είχε ρουφήξει για πάντα στο βυθό. Ύστερα από μερικά λεπτά βγήκε έξω, άφησε τον άνθρωπο που παραλίγο να είχε πνιγεί στο χώμα κι απομακρύνθηκε γρήγορα χαμογελώντας.
Οι άνθρωποι που ήταν εκεί τον κοίταξαν με περιφρόνηση. Φαίνεται πως είχαν ενοχληθεί από αυτό που είδαν γιατί είπαν: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, να είναι σοφός και ν’ αγαπάει αληθινά τη Ζωή, όταν εξολοθρεύει έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα τόσα ζώα; Τι ανόητοι που είμαστε να πιστεύουμε ότι είναι σοφός και να περιμένουμε απ’ αυτόν αγάπη».
Κι εκείνος, από τότε, περιπλανιέται μόνος του στα βουνά, αγαπώντας πάντα το ίδιο τη ζωή.
Α.. πόσο λίγο αγαπάνε αληθινά οι άνθρωποι!…
Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δείξετε τόσο ενδιαφέρον για το τραγούδι του φίλου μου Γιώργου Στεφανάκη πάνω στο ποίημα του Κρισναμούρτι. Έτσι, σκέφτηκα να σας βάλω και μια ιστορία του από το ίδιο βιβλίο, που έγραψε γύρω στα τριάντα του, που είναι και η ηλικία της φωτογραφίας του, εδώ. Αντιγράφοντας την ιστορία, θυμήθηκα και κάτι που είχε πει σε μια συζήτηση περί χορτοφαγίας και το πόσο εύκολα σκοτώνουν οι άνθρωποι για τροφή ή και απλώς για διασκέδαση. Κάποιος του είπε: «Όπως θα ξέρετε, έχουν ανακαλύψει ότι και τα μαρούλια όταν τα ξεριζώνουν αφήνουν μια κραυγή πόνου, που σημαίνει ότι κι αυτά τα σκοτώνει ο άνθρωπος. Οπότε…» Κι ο Κρισναμούρτι του απάντησε: «Ξέρετε, κύριε, κανείς έχει διάκριση και κάπου τραβάει μια γραμμή, που σημαίνει μέχρι εδώ…»
Αυτά …
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Ξέρω, ξέρω, «να, τασσάκι», άλλο ποστ/σεντόνι είχα πει ότι θα βάλω, άλλο σου είπα χτες ότι θα βάλω κι άλλο έβαλα τελικά. Ε… κάπου κανείς τραβάει μια γραμμή και ξεχωρίζει τη συνέπεια από τη νεύρωση και τον ψυχαναγκασμό να είναι χωρίς όρια και πάντα συνεπής. Χα, χα, χα… Ελπίζω να μη σας μπέρδεψα… Διαβάστε την ιστορία.
Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η Ζωή γέμιζε την καρδιά του χαρά. Αγαπούσε αληθινά και βαθιά τη Ζωή, οπότε αγαπούσε τα πάντα.
Ένοιωθε το ίδιο φίλος και για τον πιο απλό άνθρωπο και για τον πιο σπουδαίο. Άλλωστε και η Ζωή δεν είναι σαν το νερό που είναι εκεί για να ξεδιψάει και τον πιο σοφό και τον πιο ανόητο; Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν περιζήτητος για τη σοφή του κατανόηση και την αγάπη που έδινε απλόχερα γύρω του.
Μια μέρα, λοιπόν, που ο ουρανός ήτανε καταγάλανος κι ο ήλιος έκαιγε το χώμα, βγήκαν τα μυρμήγκια από τις υπόγειες φωλιές τους και περιπλανιόνταν στο πρόσωπο της γης, κοντά σε μια λίμνη, κι ήταν τόσα πολλά, που καθώς έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει, το μονοπάτι έμοιαζε σαν να κινείται αυτό!
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη Ζωή, με τη διαίσθηση που του χάριζε η σοφία του, είδε ότι στον άνθρωπο που κολυμπούσε στη χαμογελαστή, γαλάζια λίμνη σε λίγο κάτι θα συνέβαινε και θα πνιγόταν. Έτρεξε γρήγορα στο μονοπάτι, πατώντας αναγκαστικά πάνω σε μερικά μυρμήγκια, μπροστά στα απορημένα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, χωρίς να έχουν «δει» αυτό που είχε «δει» εκείνος, και πήδηξε στη λίμνη για να γλιτώσει τον κολυμβητή από το δυνατό στροβίλισμα των νερών, που άρχιζε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, και σε λίγο θα τον είχε ρουφήξει για πάντα στο βυθό. Ύστερα από μερικά λεπτά βγήκε έξω, άφησε τον άνθρωπο που παραλίγο να είχε πνιγεί στο χώμα κι απομακρύνθηκε γρήγορα χαμογελώντας.
Οι άνθρωποι που ήταν εκεί τον κοίταξαν με περιφρόνηση. Φαίνεται πως είχαν ενοχληθεί από αυτό που είδαν γιατί είπαν: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, να είναι σοφός και ν’ αγαπάει αληθινά τη Ζωή, όταν εξολοθρεύει έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα τόσα ζώα; Τι ανόητοι που είμαστε να πιστεύουμε ότι είναι σοφός και να περιμένουμε απ’ αυτόν αγάπη».
Κι εκείνος, από τότε, περιπλανιέται μόνος του στα βουνά, λατρεύοντας πάντα το ίδιο τη ζωή.
Α.. πόσο λίγο αγαπάνε αληθινά οι άνθρωποι!…
«Άπονη Ζωή»

Και μετά το «ΟΙ ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ» των Jiddu Krishnamurti και Γιώργου Στεφανάκη του προηγούμενου post, σήμερα το «ΑΠΟΝΗ ΖΩΗ», των Λευτέρη Παπαδόπουλου και Σταύρου Ξαρχάκου. Γι’ αυτό μ’ αρέσει αυτό το blog: γράφω ό,τι μου κατέβει χωρίς κανείς – κανάλι ή εκδότης – να με ελέγχει, και μπορώ να λέω και τον πόνο μου, όπως θα δείτε διαβάζοντας πιο κάτω την παραλλαγή του γνωστού τραγουδιού που την έγραψα για να εξηγήσω τη φωτογραφία που βλέπετε.
Άπονη ζωή
με πέταξες στης στέγης την άκρη
με αδίκησες,
αφ’ ούτε μια στιγμή
δεν έπαψε να στάζει σαν δάκρυ
και μας πλημμύρησες.
Το κρίμα μου χοντρό:
με γέννησες φτωχό,
δίχως ένα ευρώ
για κεραμοποιό.
Άπονη ζωή
δε θέλαμε παλάτια κι αστέρια
να μας χάριζες
μια στέγη στεγνή
για μας τα ορφανά περιστέρια
να χαλάλιζες
Μας έστησε η ΕΡΤ
μας άφησε ταπί
μας άδειασε η ΕΡΤ
και να ‘μαι στη σκεπή.
Φιλιά
Π.
Υ.Γ. Αυτά παθαίνω για να μην πηγαίνω δουλειά και να μένω σπίτι!
Έκπληξη!
Σήμερα σας έχω μια έκπληξη. Η αλήθεια είναι ότι, πιο πολύ έκπληξη θα είναι για την κυρία Παραμυθά, παρά για σας. Όπως ίσως θα παρατηρήσατε τις τελευταίες μέρες, η κυρία Παραμυθά δεν κάνει σχόλια, ενώ σε ερώτηση του Γιάννη για τις παλιές ζωγραφιές του «Παραμυθά» απάντησα εγώ. Όλο αυτό έγινε επειδή η κυρία Παραμυθά, αισθάνθηκε ότι με τα πολλά σχόλιά της και το προσωπικό τους ύφος, το blog από προσωπικό του Παραμυθά, άρχισε να γίνεται οικογενειακό και θεώρησε ότι αυτό δεν είναι σωστό. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει να γράφει σχόλια – αν όχι για πάντα, τουλάχιστον για ένα διάστημα και πάντως όχι με μεγάλη συχνότητα. Επειδή, όμως, ξέρω ότι σας έχει συμπαθήσει πολύ – άλλωστε κι εσείς νομίζω ότι την συμπαθήσατε – και ότι της άρεσε πολύ να γράφει στο blog, αποφάσισα να της φτιάξω ένα δικό της blog, όπου να μπορεί να γράφει όποτε θέλει, ό,τι θέλει και όχι απλώς να σχολιάζει αλλού.
Κάθησα, λοιπόν, σχεδίασα ένα blog για εκείνη με το ψευδώνυμό της, «Άιναφετς » και παρακάλεσα να το φτιάξει η γνωστή «μάστορας», κυρία Τασσάκι, η οποία δέχτηκε αμέσως με ενθουσιασμό. Ύστερα βούτηξα από τα δικά μου αρχεία: κείμενά της από βιβλία της, φωτογραφίες της και ζωγραφιές της κι έτσι έφτιαξα δείγματα από όλες τις κατηγορίες και το βιογραφικό της. Δεν έβαλα τίποτα στην κατηγορία «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ», γιατί ξέρω ότι εκεί θα βάλει τα παραμύθια που θα μεταφράσει από τα Γαλλικά (είναι η μητρική της γλώσσα), από ένα τρομερό βιβλίο με παραμύθια (365) που αγόρασε για να τα διαβάζει στον εγγονό της. Η ζωγραφιά του blog είναι «αυτοπροσωπογραφία» της. Τα συγχαρητήριά μου, λοιπόν, στην κυρία Τασσάκι για την υπέροχη δουλειά που έκανε και ο Θεός μαζί μου που θα πρέπει να μάθω στην κυρία Παραμυθά πώς δουλεύει, γιατί δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «αστέρι στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές».
Με ένα (ή δύο) κλικ ΕΔΩ θα βρεθείτε αμέσως στο blog της Άιναφετς δηλαδή της κυρίας Παραμυθά.
Σας φιλώ.
Π.
Η Κυρία με τα Μπισκότα
Το Σαββατοκύριακο, ήμουνα στην Κω, όπου έκανα ένα σεμινάριο για θεατρικό παιχνίδι σε νηπιαγωγούς του νησιού. Στο αεροπλάνο για τη Κω την Παρασκευή το βράδυ, κάθισα σε μια θέση στο διάδρομο, στη σειρά με τα δύο καθίσματα. Καθώς τακτοποιούσα τη τσάντα μου στη καμπίνα των αποσκευών, πρόσεξα την κυρία που είχε ήδη καθίσει στη θέση δίπλα στο παράθυρο. Μου έριξε μια γρήγορη ματιά, με ένα μάλλον θλιμμένο βλέμμα, κι ύστερα γύρισε προς το παράθυρο, για να μην ξανακοιτάξει προς τη μεριά μου ποτέ, και στα 35 λεπτά του ταξιδιού. Μου έκανε εντύπωση το θλιμμένο βλέμμα της και κάθε τόσο την παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου. Ήταν ανήσυχη. Κάθε τόσο ανακαθόταν σαν να μην μπορούσε να βολευτεί στο κάθισμα. Έστρωνε τη φούστα της ή ίσιωνε τη ζακέτα της, ενώ αρνήθηκε να πάρει κάτι από εκείνα που μας πρόσφερε η αεροσυνοδός. Και καθώς είχα πια μια αίσθηση αυτής της γυναίκας δίπλα μου, ξαφνικά σκέφτηκα: «Έτσι θα πρέπει να ήταν στο αεροπλάνο η κυρία με τα μπισκότα». Η «κυρία με τα μπισκότα», ήταν η ηρωίδα μιας από τρεις υπέροχες ιστορίες που είχα ακούσει, πολλά χρόνια πριν, στη δεκαετία του ‘80 στις Ινδίες. Την είχα ξεχάσει, αλλά επειδή μου είχε κάνει πολύ εντύπωση, είχε μείνει κάπου μέσα μου γραμμένη και η κυρία δίπλα μου στο αεροπλάνο, την έφερε στην επιφάνεια. Προσπάθησα να την ξαναθυμηθώ, για να σας τη γράψω εδώ. Νομίζω ότι θα σας αρέσει. Είναι από τις ιστορίες που αρέσουν στον «μάστορα» και τις κάνει ταινίες.
Κάποιο απόγευμα, μια νεαρή όμορφη κυρία, με έναν αέρα κάπως υπεροπτικό, περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αεροδρόμιου. Επειδή το αεροπλάνο της είχε καθυστέρηση, αποφάσισε εκνευρισμένη να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα, κι ένα πακέτο μπισκότα για να ξεγελάσει την πείνα της. Βρήκε μια θέση σε ένα τριπλό κάθισμα, όπου στην άλλη άκρη του καθόταν ένας άνδρας που διάβαζε το περιοδικό του. Έβαλε μηχανικά τα γυαλιά της, άνοιξε το βιβλίο της ενώ δίπλα της, στο αδειανό μεσαίο κάθισμα ήταν το κουτί με τα μπισκότα που είχε αγοράσει. Όταν κάποια στιγμή πήρε μηχανικά, χωρίς να κοιτάξει, το πρώτο μπισκότο, είδε με την άκρη του ματιού της, τον άνδρα δίπλα της, να απλώνει το χέρι του και να παίρνει κι αυτός ένα από τα μπισκότα! Η κυρία, ένοιωσε πολύ ενοχλημένη με το θράσος του άνδρα. Δεν είπε τίποτα, αλλά σκέφτηκε, ότι ευχαρίστως θα του έδινε μια με το βιβλίο της στο χέρι του για να μην το ξανακάνει. Αλλά ο άντρας δεν σταμάτησε εκεί. Κάθε φορά που η κυρία έπαιρνε ένα μπισκότο, ο άνδρας άπλωνε το χέρι του κι έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα, πράγμα που την εξαγρίωνε όλο και πολύ, αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή. Όταν πια έμεινε μόνο ένα μπισκότο, αναρωτήθηκε τι θα έκανε αυτός ο αγενής τύπος. Και πριν προλάβει να σκεφτεί, ο άνδρας απλώνει πάλι το χέρι του, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, και δίνει το μισό στην κυρία, ενώ βάζει το άλλο μισό στο στόμα του! Ε, αυτό πήγαινε πολύ! Χωρίς να μπορεί πια να συγκρατήσει το θυμό της, τινάχτηκε επάνω, έριξε προκλητικά μια περιφρονητική ματιά στον άνδρα, και χωρίς να πάρει το μισό μπισκότο που της πρόσφερε εκείνος, έβγαλε τα γυαλιά της, έκλεισε θυμωμένα το βιβλίο της, βούτηξε τα πράγματά της και έφυγε για την αίθουσα επιβίβασης.
Λίγο αργότερα, πήρε τη θέσης της μέσα στο αεροπλάνο, κι αφού έδεσε τη ζώνη της, άνοιξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της. Μόλις έβαλε το χέρι της μέσα στην τσάντα της πάγωσε! Έσκυψε και κοίταξε. Το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό! Ένοιωσε να κοκκινίζει ολόκληρη από ντροπή! Κατάλαβε το λάθος της… Συνειδητοποίησε ότι μέσα στην αφηρημάδα της δεν είχε βγάλει τα μπισκότα από την τσάντα της και πέρασε τα μπισκότα του άνδρα για δικά της. Κι ο ξένος άνθρωπος, είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μαζί της, χωρίς να δείξει καμιά ενόχληση ή θυμό, ενώ εκείνη στην σκέψη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μαζί του εκνευρίστηκε και του φέρθηκε προσβλητικά. Και τώρα πια δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να του ζητήσει συγγνώμη ή να πάρει πίσω την προσβολή που του έκανε.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν τέσσερα πράγματα που κανείς δεν μπορεί να τα πάρει πίσω:
Την πέτρα που πέταξε με δύναμη στη θάλασσα.
Τα λόγια που είπε και πλήγωσαν κάποιον.
Μια ευκαιρία που είχε και την έχασε.
Το χρόνο που σπατάλησε στη ζωή του επιπόλαια.

Καλό ξημέρωμα.
Π.
Μια ιστορία για το φόβο
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα μικρό αγόρι σε κάποια φτωχογειτονιά μιας μεγάλης πόλης. Ζούσε μαζί με τη μητέρα του, τον πατέρα του και τις δύο μικρότερες αδελφές του. Το μικρό διαμέρισμα με τα δύο δωμάτια, όπου ζούσε αυτός και η οικογένειά του, ήταν ένα μικρό υπόγειο. Από τη μεριά τού δρόμου τα παράθυρα του σπιτιού είχαν για θέα τα πόδια των περαστικών μέχρι τον αστράγαλο. Από την μεριά της κουζίνας, όμως, το παράθυρο έβλεπε σε ένα μεγάλο κοινόχρηστο κήπο που δεν πήγαινε ποτέ κανείς – εκτός από το μικρό αγόρι.

Ο κήπος δεν ήταν περιποιημένος, αλλά έμοιαζε με ξεχασμένο παράδεισο μέσα στη μεγάλη πόλη, έτσι καθώς ήταν γεμάτος με αγριολούλουδα, μικρούς θάμνους, δυο τρία μικρά δέντρα, μια αγριοσυκιά, μία πανέμορφη μωβ βουκαμβίλια σκαρφαλωμένη στη μάντρα που χώριζε τον κήπο από τον πίσω δρόμο όπου δεν υπήρχαν ψηλά σπίτια, αλλά ένα μεγάλο άδειο οικόπεδο και τέλος έναν, τρομερό, πανύψηλο φοίνικα, που έμοιαζε εκεί σαν μετανάστης από την Αφρική. Έτσι, όταν ήσουν στον κήπο μπορούσες να βλέπεις το γαλάζιο ουρανό και τα μικρά σύννεφα που μερικές φορές έμοιαζαν στο αγόρι με παχουλά παιδάκια που κυνηγιόντουσαν και τον καλούσαν να παίξει μαζί τους. Και το μικρό αγόρι, τέντωνε τα χέρια του και φανταζόταν ότι πέταγε ψηλά για να τα συναντήσει, εκεί πάνω με την απέραντη άπλα, τη βαθιά ησυχία και το υπέροχο φως, μακριά από το στενόχωρο σκοτεινό σπίτι του και το θόρυβο της μεγάλης πόλης.

Ναι, αυτός ο κήπος ήταν ο παράδεισος για το μικρό αγόρι. Σκαρφάλωνε στην αγριοσυκιά, μάσαγε μερικούς από εκείνους τους κίτρινους μικρούς καρπούς που έπεφταν από τους φοίνικες, κυνήγαγε τις γάτες και τα πουλιά που επισκέπτονταν τον κήπο και μουρμούριζε συνέχεια, σαν να μιλούσε σε κάποια άλλα παιδιά που παίζανε μαζί του. Κι ώρες ώρες, είχε μια αίσθηση ότι ήταν πάνω σε μια μεγάλη σκηνή και τον παρακολουθούσε κόσμος και τότε μίλαγε δυνατά. «Πάλι παραμιλάς;» τον ρώταγε η μάνα του, που μερικές φορές πήγαινε να δει τι κάνει ο γιος της - που ανησυχούσε να τον βλέπει ώρες ώρες πολύ «φευγάτο» – και τον πλησίαζε χωρίς εκείνος να την πάρει χαμπάρι. Το μικρό αγόρι τρόμαζε ξαφνιασμένο και μετά γελώντας την αγκάλιαζε από τη μέση κι εκείνη του χάιδευε το κεφάλι. Πω, πω… αυτός με τη μάνα του μόνοι τους οι δυο τους στον κήπο αγκαλιά! Ε, αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία που μπορούσε να νοιώθει το μικρό αγόρι. Γι’ αυτό και ήταν κάπως σαν θαύμα, πού ξέφυγε πολύ νωρίς από την επιρροή της, πριν τα είκοσι, ενώ άλλοι φίλοι του συνέχισαν να επηρεάζονται από τις μάνες τους μέχρι που έφυγαν εκείνες από τη ζωή και ίσως και μετά.
Όπως σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και στο μικρό αγόρι άρχισαν να μπαίνουν από πολύ νωρίς διάφοροι φόβοι μέσα στην καρδιά του. Όχι οι πρακτικοί φόβοι, μην το πατήσει αυτοκίνητο, μην κάψει το χέρι του στην κουζίνα, μην βγει έξω χωρίς παλτό και κρυώσει και τέτοια. Αλλά το άλλο είδος φόβων, των ψυχολογικών, αυτών που ριζώνουν από τότε που είμαστε μικροί στην καρδιά κι όσο περνάει ο καιρός πληθαίνουν κι αλλάζουν: Ο φόβος μήπως δεν είσαι καλός μαθητής, ο φόβος μήπως δεν είσαι καλό παιδί, ο φόβος μήπως οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι από σένα, ο φόβος μήπως πάψουν να σ’ αγαπάνε οι γονείς σου, ο φόβος μήπως δεν είσαι σαν τους άλλους και σε απομονώσουν και μείνεις μόνος σου, ο φόβος τι θα πουν οι άλλοι, ο φόβος της τιμωρίας· και ο χειρότερος φόβος μήπως δεν γίνεις κάποιος σπουδαίος, που σημαίνει ότι δεν αφήνεις να ανθίσει αυτό που πραγματικά είσαι, αλλά προσπαθείς να γίνεις αυτό που άλλοι σου έχουν φυτέψει από μικρό μέσα σου ότι πρέπει να γίνεις: οι γονείς σου, οι συγγενείς σου, το σχολείο, η κοινωνία, η θρησκεία, η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η διαφήμιση… Κι έτσι το μικρό αγόρι – για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό – θα έχανε τον εαυτό του, αν δεν του συνέβαινε κάτι, τότε που ήταν ακόμα μικρός, κάτι που του έμαθε να μην φοβάται το φόβο.

Αυτή η μικρή αυλή, λοιπόν, που φάνταζε σαν παράδεισος στο μικρό αγόρι, βρισκόταν στην άλλη μεριά από το υπόγειο διαμέρισμα όπου έμενε. Για να φτάσεις στην αυλή, έπρεπε να διασχίσεις όλο το υπόγειο της πολυκατοικίας, περνώντας από ένα μακρύ σκοτεινό διάδρομο. Σ’ αυτόν το διάδρομο υπήρχαν οι αποθήκες των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και οι λάμπες που υπήρχαν στο ταβάνι ήταν πάντα καμένες γιατί σπάνια κατέβαινε κανείς εκεί κάτω. Μόνο το μικρό αγόρι πέρναγε κάθε μέρα από αυτό το διάδρομο για να πάει στην αυλή να παίξει. Ο σκοτεινός αυτός μακρύς διάδρομος, έμοιαζε με ξαπλωμένο ΗΤΑ κεφαλαίο. Στην κάτω αριστερή άκρη ήταν η πόρτα του σπιτιού του μικρού αγοριού και στην πάνω δεξιά η πόρτα της αυλής. Όταν ξεκινούσες, στην αρχή του διαδρόμου υπήρχε λίγο φως που ερχόταν από τη σκάλα της πολυκατοικίας που κατέβαινε στο υπόγειο, κι όταν έπαιρνες την τελευταία στροφή, ερχόταν λίγο φως της αυλής από την κλειστή, αλλά σαραβαλιασμένη ξύλινη πόρτα της. Το χειρότερο κομμάτι του διαδρόμου ήταν το μεσαίο, σαν να λέμε η γραμμή που ενώνει τα δύο πόδια του κεφαλαίου ΗΤΑ. Εκεί υπήρχε απόλυτο σκοτάδι! Το μικρό αγόρι δεν είχε ξαναδεί τίποτα πιο σκοτεινό μέχρι τότε στη ζωή του. Και φοβόταν πολύ το σκοτάδι. Ένοιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά του, γι’ αυτό και τα βράδια στο δωμάτιό του, η μάνα του άναβε ένα καντήλι για να έχει λίγο φως το δωμάτιο. Έτσι, όταν ήθελε να πάει στην αυλή να παίξει – συνήθως μόλις γύριζε από το νηπιαγωγείο και μετά, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού – έλεγε στη μαμά του να τον πάει. Εκείνη τον πήγαινε στην αυλή και τον άφηνε εκεί. Κι όταν το αγόρι ήθελε να γυρίσει πίσω, πήγαινε στην άλλη άκρη της αυλής όπου υπήρχε το παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού του και φώναζε τη μαμά του να τον πάρει.
Και ήρθε εκείνη η μέρα που δεν θα την ξέχναγε ποτέ στη ζωή του, σε όποια ηλικία κι αν είχε φτάσει. Ήταν Μάης κι είχε καλοκαιριάσει για καλά στην πόλη. Το μικρό αγόρι πήγαινε στην πρώτη Δημοτικού. Την τελευταία ώρα στο μάθημα, κοίταζε έξω από τα μεγάλα παράθυρα της τάξης του τον γαλάζιο ουρανό, κι ονειρευόταν πότε θα βρεθεί στην αυλή του για να παίξει. Έτσι, μόλις σχολάσανε, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του, που ήταν δυο βήματα από το σχολείο, και ζήτησε χαρούμενο στη μαμά του να τον πάει στην αυλή. Εκείνη, όμως, του απάντησε ότι δεν μπορούσε γιατί είχε αργήσει να ξεκινήσει το μαγείρεμα και δεν γινόταν να σταματήσει. Το αγόρι γκρίνιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Κάθισε σε μια καρέκλα στενοχωρημένο. Σκέφτηκε να πάει μόνο του, αλλά ένοιωσε τέτοιο φόβο να του σφίγγει το στομάχι και την καρδιά, που παράτησε αμέσως την ιδέα. Δεν πέρασαν, όμως, ούτε πέντε λεπτά κι η ιδέα να πάει μόνος του στην αυλή, ξαναγύρισε στο νου του. Κι όπως καθόταν, κάπως σαν να άρχισε να παρακολουθεί τι γινόταν μέσα του: το σφίξιμο στην καρδιά, το σφίξιμο στο στομάχι και τις σκέψεις που τρέχανε στο κεφάλι του. «Γιατί να μην πάω;» έλεγε η μία σκέψη. «Μα είναι πολύ σκοτεινά, πώς θα φτάσεις στην αυλή; Αν είχες φακό, θα πήγαινες», είπε η άλλη. «Κρίμα να μην έχω φακό», είπε μια άλλη σκέψη. «Και τι θα πάθω στο σκοτάδι», ρώτησε μια πιο θαρραλέα σκέψη. «Πα, πα, πα… ούτε να το συζητάς», είπε μια πιο φοβητσιάρα απ’ όλες σκέψη. «Μην είσαι φοβητσιάρης μωρέ! Τι θα πάθεις; Θα σε φάει μπαμπούλας;», φώναξε άλλη μια θαρραλέα σκέψη. «Μμμ… Αυτό μου το έλεγε η μαμά μου όταν ήμουν πολύ μικρός», σκέφτηκε το αγόρι. «Μην βγεις ποτέ μόνος από το σπίτι γιατί θα σε φάει μπαμπούλας». «Κι έχεις δει εσύ ποτέ κανένα μπαμπούλα», ρώτησε μία πολύ λογική σκέψη. Και τότε το μικρό αγόρι, κατάλαβε ξαφνικά, σαν να άστραψε ένα φλας φωτογραφικής μηχανής στο κεφάλι του, ότι όλες ατές οι σκέψεις που έμοιαζαν να κυνηγούν η μια την άλλη μέσα στο κεφάλια του -και οι θαρραλέες και οι φοβητσιάρες, όλες ήταν αυτός ο ίδιος. Άρα δεν υπήρχε και ένα κακό παιδί μέσα του και ένα καλό, όπως του λέγανε, όλα ήταν αυτός. Και καθώς παρακολουθούσε όλα όσα γίνονταν στο κεφάλι του, αποφάσισε να πάει μόνος του στην αυλή. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

Ο διάδρομος, σκοτεινός τον περίμενε στα δεξιά του. Προχώρησε. Ένοιωσε σαν να μπαίνει σε μια σκοτεινή σπηλιά. Η καρδιά του έτρεμε. Έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Κοίταξε πίσω του. Από ‘κει ερχόταν ακόμα το λιγοστό φως από την κεντρική σκάλα της πολυκατοικίας. Γύρισε το κεφάλι του και προχώρησε. Κι έφτασε στο πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής. Στον μεσαίο διάδρομο, όπου υπήρχε απόλυτο σκοτάδι. Φοβήθηκε πολύ. Αλλά πράγμα παράξενο, ενώ φοβόταν, δεν τον ένοιαζε που φοβόταν κι έτσι δεν έκανε πίσω. Του φάνηκε και λίγο αστείο που δεν φοβόταν να φοβάται. Κοίταξε μπροστά του, πήρε μια βαθιά ανάσα και χώθηκε στο σκοτάδι. Προχωρούσε αργά, αλλά χωρίς δισταγμό. Μέσα στη φοβερή ησυχία του υπόγειου διάδρομου, άκουγε την καρδιά του να χτυπάει. Έτσι που δεν έβλεπε τίποτα γύρω του από το πηχτό σκοτάδι που τον τύλιγε, ένοιωθε σαν να βρισκόταν στο κενό. Τότε ήταν που άκουσε ένα θόρυβο σαν θρόισμα φύλλου, κι ένοιωσε κάτι να τον ακουμπάει φευγαλέα στο δεξί του παπούτσι. Σταμάτησε. Πάγωσε ολόκληρος. Μόλις τον είχε ακουμπήσει ένα ποντίκι. Και φοβόταν τρομερά τα ποντίκια. Του ‘ρθε να φωνάξει, «μαμά», να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Αλλά να και πάλι εκείνο το περίεργο που ενώ φοβόταν, την ίδια στιγμή δεν τον ένοιαζε και που φοβόταν. Προχώρησε. Ήθελε λίγο ακόμα για να πάρει τη στροφή και να βρεθεί στον τελευταίο διάδρομο, όπου θα ερχόταν το φως από την μισοξεχαρβαλωμένη πόρτα της αυλής. «Λίγο έμεινε» σκέφτηκε, ενώ ένοιωθε τις αισθήσεις του να δουλεύουν όλες μαζί στο φουλ: Άκουγε και τον παραμικρό ήχο, μύριζε τον μουχλιασμένο αέρα του υπόγειου, κοίταγε το σκοτάδι με ένταση, γευόταν το σάλιο στο στόμα του κι έτριβε τα δάχτυλά του στο παντελόνι του, γιατί η αφή του τον έκανε να νοιώθει ότι υπάρχει. Κοίταξε πάλι πίσω του: Σκοτάδι. Κοίταξε μπροστά του: Σκοτάδι. Σήκωσε το δεξί του χέρι και ψηλάφησε τον τοίχο. Λίγα βήματα ακόμα. Και να, τα δάχτυλά του τού είπαν ότι έφτασε στο τέλος του τοίχου του μεσαίου διάδρομου. Πήρε γρήγορα τη στροφή… και να το φως της αυλής που περνούσε από τις χαραμάδες της παλιάς ξύλινης πόρτας σαν για να τον καλωσορίσει. Ασυγκράτητος πια, έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε με ορμή. Για δευτερόλεπτα έκλεισε τα μάτια του που δεν άντεχαν το δυνατό φως του ήλιου που πλημύρισε τον σκοτεινό διάδρομο και διέλυσε το σκοτάδι. Βγήκε έξω. Μόλις πάτησε στο χώμα, ένοιωθε τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα χαράς. Έτρεξε στο παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού του όπου ήταν η μάνα του και μαγείρευε. «Μαμά, μαμά…» φώναξε χαρούμενος, «κοίτα, ήρθα μόνος μου στην αυλή»! Η μάνα κοίταξε το μικρό αγόρι και του είπε κι εκείνη χαρούμενη: «Μπράβο το παιδί μου που μεγάλωσε…» Το μικρό αγόρι, ένοιωσε περήφανο με τα λόγια τής μαμάς του κι έπαιξε όσο ποτέ δεν είχε παίξει στην μικρή αυλή. Κι από εκείνη την ημέρα, πήγαινε πάντα μόνος του πια στην αυλή για να παίξει. Έκανε αυτή τη διαδρομή πολλές φορές από τότε. Αλλά από εκείνη την πρώτη φορά, του έμεινε μια αίσθηση σαν να είχε κάνει ήταν το μακρύτερο ταξίδι της ζωής του. Ένα ταξίδι που το είχε κάνει παρέα με το φόβο, χωρίς να τον φοβάται .
Έτσι, το μικρό αγόρι, χωρίς να το ξέρει, έμαθε μια μεγάλη τέχνη: την τέχνη να μην φοβάται το φόβο. Γιατί όταν δεν φοβάσαι να φοβάσαι, όταν δεν κουκουλώνεις μέσα σου το φόβο καθώς γεννιέται, αλλά τον αφήνεις να έρχεται και να φεύγει παρακολουθώντας τον και καμιά φορά προκαλώντας εσύ, πριν σε προλάβει αυτός, τότε μπορεί να έρθει μια μέρα που δεν θα φοβάσαι ποτέ τίποτα, εκτός βέβαια από πρακτικά πράγματα, που είναι φυσικό. Τότε θα έχεις τελειώσει με όλους τους ψυχολογικούς φόβους από τον πιο απλό, μέχρι το φόβο του θανάτου. Θα έχεις τελειώσει με όλους τους φόβους που γεννάνε μέσα σου από την απλή ανησυχία μέχρι τη βία και το φόνο, δηλαδή το Κακό. Γι’ αυτό και ίσως ο φόβος να είναι το μόνο που θρέφει την ύπαρξη του Κακού στον κόσμο, ίσως ο ίδιος να είναι το μόνο Κακό που υπάρχει και μάχεται το Καλό.
Καλό ξημέρωμα
Π.
Η Λιάνα Παπάκη
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τα παραμύθια που μου γράψατε μερικοί. Είναι όλα πολύ καλά, αλλά δεν μπορώ να τα χρησιμοποιήσω όπως προτείνετε μερικοί. Και στις εκπομπές και στα βιβλία μου, χρησιμοποιώ δικές μου ιστορίες για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων. Ε, και… έχω ιδέες. Μια τέτοια είναι κι αυτή που μου ήρθε από τη διεύθυνση e-mail ενός από τα κορίτσια που είναι lianaduck@… κ.λπ. Φαίνεται ότι μετά από τους τέσσερις τελευταίους μήνες που έγραψα 26 ιστορίες για τα 26 καινούργια επεισόδια για την τηλεόραση, μου έμεινε συνήθεια και ήθελα κάτι να γράψω. Έτσι έγραψα αυτό που θα διαβάσετε σήμερα, και που είναι η πρώτη hitech ιστορία του Παραμυθά. Θα μείνει σίγουρα μια από τις πιο αγαπημένες μου. Θα ήθελα να την αφιερώσω στο κορίτσι που έδωσε με τη διεύθυνσή του την ιδέα, αν και δεν το ξέρω, και στα παιδιά μου που από θεατές κάποτε των εκπομπών του Παραμυθά, σήμερα δουλεύουνε ως επαγγελματίες στην τηλεοπτική του επιστροφή.
Εκεί που καθόμουν προχθές μπροστά στο κομπιούτερ μου για να απαντήσω στα e-mails μου, μου φάνηκε ότι άκουσα κάτι σαν κάποιο παιδάκι να μιξοκλαίει. Κοίταξα γύρω μου και δεν ήταν κανείς. Πρόσεξα καλύτερα και τότε κατάλαβα ότι αυτός ο ήχος ερχόταν από το κομπιούτερ μου και μάλιστα από κάποιο e-mail! Μεγάλωσα όλα τα γράμματα και πρόσεξα ότι το κλάμα ερχόταν από μία διεύθυνση. Έσκυψα πιο πολύ και μου φάνηκε ότι είδα να πέφτουν δάκρυα από ένα @ παπάκι, ή αλλιώς το «ΑΤ» που λέμε και υπάρχει σε όλες τις διευθύνσεις e-mail! «Απίστευτο», μουρμούρισα.
«Ααααχ»… Αναστέναξε το «παπάκι».
«Καλά, θα τρελαθώ! Αυτό το «παπάκι» αναστενάζει!»
«Δεν είμαι τέτοιο παπάκι που νομίζεις, είμαι κανονικό παπάκι».
«Α, γι’ αυτό μπορούμε και μιλάμε. Κατά βάθος είσαι ζώο, κι όχι σύμβολο κομπιούτερ. Και τι θες εδώ», το ρωτάω.
«Κι εσύ πώς γίνεται και μιλάς μαζί μου», με ρωτάει.
«Έχω ένα μαγικό γιλέκο, που μου το έκανε δώρο μια νεράιδα, κι όταν το φοράω, μιλάω με τα ζώα, με τα φυτά και τα πράγματα, και με λένε Παραμυθά, αλλά πρώτη φορά μιλάω με μια διεύθυνση e-mail»!
«Δεν είμαι διεύθυνση e-mail, είμαι το παπάκι της διεύθυνσης».
«Και πώς βρέθηκες εδώ»;
«Αααχ…», αναστέναξε το παπάκι, «εμένα που με βλέπεις, ήμουν ένα πραγματικό παπάκι, που ζούσα δίπλα σε μια λίμνη μαζί με την οικογένειά μου. Το όνομά μου είναι Λιάνα.»
«Τι μου λες», είπα έκπληκτος. «Είσαι και κορίτσι, δηλαδή! Η Λιάνα το παπάκι. Και τι συνέβη κι έγινες παπάκι σε διεύθυνση e-mail»;
«Να, πριν λίγο καιρό, ήρθε μια μάγισσα δίπλα στη λίμνη μας κι έγραφε στο κομπιούτερ της. Τότε δεν ήξερα ακόμα τι είναι κομπιούτερ, κι όπως είχε το κομπιούτερ της στα γόνατά της, εγώ πήδηξα εκεί και το κουτσούλισα».
«Ωχ», είπα εγώ, καθώς φαντάστηκα τι θα έγινε μετά.
«Και μόλις το έκανα αυτό, η μάγισσα θύμωσε πάρα πολύ και μου ‘πε: «Για να τιμωρηθείς γι’ αυτό που τόλμησες να κάνεις, θα σε κάνω από αληθινό παπάκι, παπάκι σε διεύθυνση e-mail και θα μείνεις για πάντα φυλακισμένη μέσα κομπιούτερ.». και μόλις το είπε, μου έδωσε μια με το μαγικό της ραβδί στο κεφάλι μου κι έγινα παπάκι σε διεύθυνση e-mail. Έτσι από τότε, με στέλνουν μια από ‘δω και μια από ‘κει. Και δεν ξαναείδα από τότε τη μαμά μου, τον μπαμπά μου και τ’ αδέλφια μου…» είπε το παπάκι της διεύθυνσης e-mail που ήταν αληθινό παπάκι.
«Μη σε νοιάζει», λέω στο παπάκι, «τελειώσανε τα βάσανά σου». Και παίρνοντας το laptop μου, έτσι όπως ήταν ανοιχτό, στα χέρια μου, έφυγα πετώντας για το σπίτι της φίλης μου μάγισσας Κλοκλό.
«Τι έπαθες, καλέ Παραμυθά», μου λέει η Κλοκλό μόλις προσγειώθηκα στο σπίτι της. «Δουλεύεις το κομπιούτερ σου και πετώντας;»
«Όχι, Κλοκλό μου», της απαντάω, «θέλω τη βοήθειά σου για ένα παπάκι που μια μάγισσα το έκανε παπάκι διεύθυνσης e-mail».
Μόλις άκουσε την ιστορία η Κλοκλό, κούνησε το κεφάλι της και είπε: «Μμμ… Η μάγισσα Ντιλίτ! Μόνο αυτή κυκλοφορεί με laptop, και κάνει τέτοια πράγματα». Κι αμέσως μου πήρε το κομπιούτερ μου από τα χέρια, το έβαλε στα γόνατά της και είπε: «Χτύπα, χτύπα τα φτερά παπάκι, κι έβγα έξω στο καπάκι». Και μόλις το είπε αυτό, έδωσε μια κι έκλεισε με δύναμη το καπάκι του laptop μου που ήταν ανοιχτό. Και τότεεε… «τσουπ», εμφανίστηκε πάνω στο καπάκι ένα αληθινό παπάκι, που χτυπούσε τα μικρά φτερά του χαρούμενο!

Μόνο που είχε κάτι παράξενο: ήταν μπλε! «Ίσως έγινε μπλε από τον πολύ καιρό που έμεινε μέσα στο ιντερνέτ», σκέφτηκα και το ρώτησα: «Εσύ είσαι η Λιάνα το παπάκι»;
«Εγώ… εγώ…», μου απάντησε εκείνο χαρούμενο. «Δεν είμαι πια παπάκι σε διεύθυνση e-mail, αλλά αληθινό παπάκι».
«Και γιατί είσαι μπλε», το ρώτησα.
«Δεν ξέρω, έτσι γεννήθηκα».
«Καλά, έλα, τώρα», είπα, «πρέπει να σε πάω στη μαμά σου». Κι αφού ευχαρίστησα την Κλοκλό, φύγαμε πετώντας με το παπάκι για τη λίμνη που μου είπε ότι ζούσε η οικογένειά της.
Σε λίγο είμαστε στη λίμνη, κι όλη η οικογένεια έτρεξε ν’ αγκαλιάσει την Λιάνα το παπάκι. Όταν πέρασε η πρώτη συγκίνηση, πρόσεξα ότι τα αδελφάκια της Λιάνας ήταν άσπρα κι όχι μπλε όπως αυτή! Έτσι πλησίασα την κυρά πάπια και ρώτησα. «Πώς γίνεται κυρά πάπια και η Λιάνα είναι μπλε, ενώ όλα τα άλλα παιδιά σου είναι άσπρα»;
«Αχ, Παραμυθά», μου λέει εκείνη, «η Λιάνα δεν είναι παιδί μου. Εμφανίστηκε πριν λίγο καιρό από το πουθενά, εδώ δίπλα στο ποτάμι, κι έτσι όπως ήταν πεινασμένη κι έτρεμε από το κρύο, την πήρα μαζί με τα άλλα παιδιά μου κι εκείνα την αγάπησαν».
«Και δεν σου είπε, κυρά πάπια, από πού ήρθε και ποιοι είναι οι γονείς της», ρώτησα.
«Όχι», μου απάντησε η μαμά πάπια. «Όσες φορές κι αν την ρώτησα, δεν θυμάται τίποτα. Μόνο ότι την λένε Λιάνα».
Και τότε μια ιδέα μου πέρασε από το νου κι αν δεν την πραγματοποιούσα θα ‘σκαγα. Άλλωστε, όταν αρχίζει κανείς κάτι πρέπει να το πηγαίνει ως το τέλος. Έτσι, πήρα την άδεια από την κυρά πάπια και ξαναπετάξαμε μαζί με την Λιάνα το παπάκι, πίσω στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό.
«Τι έγινε πάλι Παραμυθά κι έφερες το παπάκι πίσω», με ρώτησε μόλις προσγειώθηκα μπροστά της κι εγώ της είπα:
«Κλοκλό μου, συμβαίνει κάτι παράξενο. Το παπάκι όπως βλέπεις είναι μπλε και δεν το γέννησε η κυρά πάπια που τη νομίζει μαμά του. Εμφανίστηκε στη λίμνη ξαφνικά από το πουθενά, κι όταν το ρωτήσανε από πού ήρθε δεν θυμόταν τίποτα. Μόνο ότι την λένε Λιάνα. Δεν κοιτάς στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα σου, να δούμε από πού μας ήρθε»;
Κι η Κλοκλό, ξεσκέπασε τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της που ήταν πάνω στο τραπέζι, ψιθύρισε τα μαγικά της λόγια και σε λίγο στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι κι αμέσως μετά δίπλα του μια κακάσχημη μάγισσα που του έκανε μάγια. Ύστερα η εικόνα έγινε θολή κι εξαφανίστηκε.
«Πω, πω…», έκανε η Κλοκλό. «Το παπάκι δεν είναι παπάκι. Είναι κοριτσάκι που μια κακιά μάγισσα, το έκανε παπάκι».
Γύρισα και κοίταξα τη Λιάνα το παπάκι. «Βρε Λιάνα μου», της είπα, «από τη μια μάγισσα πέφτεις στην άλλη. Έχεις μαγισσομαγνήτη»!
Κι αμέσως η Κλοκλό, έβαλε τη Λιάνα το παπάκι πάνω στο τραπέζι, πήρε το μαγικό ραβδί της, το ακούμπησε απαλά στο κεφάλι της Λιάνας και μουρμούρισε κάτι μαγικά λόγια. Και τότε… μπροστά μας εμφανίστηκε ένα πανέμορφο κοριτσάκι γύρω στα δώδεκα, με μεγάλα μπλε μάτια!
«Α, γι’ αυτό ήταν μπλε το παπάκι, πήρε το χρώμα από τα μάτια του κοριτσιού», μουρμούρισα.
Το κοριτσάκι κοιτούσε σαν χαμένο γύρω του.
«Πού είμαι; Πώς βρέθηκα εδώ», ρώτησε.
«Δεν θυμάσαι τι έχει γίνει» της λέω εγώ.
«Όχι, έπαιζα στην αυλή του σπιτιού μου και ξαφνικά βρέθηκα εδώ»!
«Πώς σε λένε, μωρό μου», τη ρώτησα.
«Λιάνα Παπάκη», μου λέει.
«Όχι, δεν είσαι πια παπάκι», της λέω, «είσαι κοριτσάκι».
«Το ξέρω», μου απαντάει εκείνο, «έτσι με λένε».
«Ε!…» έκανα εγώ σαν χαμένος. «Και τη μαμά σου και τον μπαμπά σου πώς τους λένε, τη ρώτησα.
«Μιχάλη Παπάκη και Χριστίνα Παπάκη», μου απάντησε το κοριτσάκι.
«Δηλαδή από πού είσαι», τη ρώτησα.
«Από την Κρήτη».
«Αααα…», άνοιξα δυο πήχες το στόμα μου! «Δηλαδή είσαι Κρητικιά και δεν είσαι παπάκι, αλλά Παπάκη, με ήτα».
«Ε, ναι…» μου είπε εκείνη και με κοίταξε με ένα βλέμμα σαν να μου έλεγε, «χαζός είσαι;»
Να μην σας τα πολυλογώ, καταλάβαμε ότι κοριτσάκι το έκανε για κάποιο άγνωστο λόγο η μάγισσα παπάκι, από το επίθετό της. Κι αφού η Λιάνα μας εξήγησε από ποιο χωριό της Κρήτης ήταν, την πήρα και την πήγα πετώντας εκεί, στο σπίτι της. Οι γονείς της που ήταν είχαν, όπως μου είπαν, για κανένα χρόνο χαμένη έκαναν σαν τρελοί από τη χαρά τους και μια φίλαγα κι αγκάλιαζαν τη Λιάνα και μια εμένα. Και το τι γιορτή έγινε δεν περιγράφεται. Τι πεντοζάλη, τι ρακές, τι μπαλοθιές, τι τρομερά φαγητά, πέσανε δεν περιγράφεται. Τρομερό γλέντι! Και γύρισα πίσω πετώντας την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος…

Μμμ… Σας βλέπω να χαμογελάτε πονηρά και να σκέφτεστε ότι σας είπα κάποιο παραμύθι και πού τα βρίσκω όλα αυτά, ε; Χα! Αφού σας έχω πει ότι σας λέω τις περιπέτειές μου, γιατί δε με πιστεύετε; Για πηγαίνετε ΕΔΩ με ένα κλικ, και κοιτάξτε το «ΠΙ» στον τηλεφωνικό κατάλογο της Κρητηνίας. Κι αν δεν σας φτάνει αυτό, γράψτε «Παπάκης» στο Google και θα βρείτε: και Ντίνος Παπάκης, και Δημήτρης Παπάκης, και Νίκος Παπάκης και μέχρι ποδοσφαιριστή Παπάκη στην Αθλητική Ένωση Πολυκάστρου , για να μην πω ότι θα βρείτε και Πάνο Παπάκη, στο Face Book!
Αυτά, για να μάθετε να με πιστεύετε ότι σας λέω τις περιπέτειές μου κι όχι παραμύθια.
Σας φιλώ.
Π.
Το «τσάι» του μπαμπά.
Να και μια ιστορία που μου έστειλε ο «μάστορας» και την μετέφρασα από τα αγγλικά για σας επειδή μου άρεσε πολύ. Είναι από το ημερολόγιο μιας γυναίκας, μια ανάμνηση από την νηπιακή της ηλικία. Καλά σας λέω βρε κορίτσια, «σκατούλες»… Αγόρια με κορούλες, ΠΡΟΣΟΧΗ. Χα, χα, χα…

Μια μέρα που η μητέρα μου είχε βγει έξω με τις φίλες της, είχε μείνει ο μπαμπάς μου στο σπίτι για να με προσέχει. Ήμουνα δυόμιση χρονών περίπου. Εκείνο τον καιρό κάποιος μου έχει κάνει δώρο για τα γενέθλιά μου ή για τη γιορτή μου ένα σερβίτσιο τσαγιού για τις κούκλες μου και ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα μου παιχνίδια. Εκεί που ο μπαμπάς μου ήταν στο σαλόνι και είχε στρωθεί μπροστά στην τηλεόραση για να δει τις βραδινές ειδήσεις, εγώ του πήγα ένα φλιτζάνι από το σερβίτσιο μου με «τσάι» που δεν ήταν παρά σκέτο νερό. Ο μπαμπάς μου έπινε μικρές ρουφηξιές κι έκανε ότι του άρεσε πολύ το τσάι μου. Μετά από κάμποσα φλιτζάνια που του πήγα κι εκείνος κάθε φορά μου έλεγε τι νόστιμο που ήταν το τσάι που του έφτιαξα, ακούστηκε να ανοίγει η πόρτα και να μπαίνει η μαμά μου στο χολ. Τότε ο μπαμπάς μου της είπε να κάτσει μαζί του στο σαλόνι για να με δει να του πηγαίνω το φλιτζάνι μου με το τσάι, επειδή – όπως είπε – ήταν το πιο χαριτωμένο πράγμα που είχε δει ποτέ του. Η μαμά μου περίμενε και με είδε να έρχομαι όλο σιγουριά από το χολ, να δίνω με ύφος το φλιτζάνι το «τσάι» στον μπαμπά μου, και τον παρακολούθησε να το πίνει όλο με μικρές γουλιές. Κι ύστερα, γελώντας, του είπε αυτό που μόνο μια μητέρα θα μπορούσε να ξέρει: «Καλά, τόση ώρα δεν σου πέρασε από το νου, ότι το μόνο μέρος που μπορεί να φτάσει για να πάρει νερό με το φλιτζανάκι, είναι η λεκάνη της τουαλέτας»;
Καλό ξημέρωμα.
Π.
