Κρισναμούρτι – Σεφέρης – Θοδωράκης – Μπιθικώτσης
Χα, χα, χα… Ναι, ξέρω, ο τίτλος σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι: «Μήπως λάλησε ο τύπος και έκανε αυτόν τον αχταρμά»; Όχι, εντάξει. Πλησιάζω τα εβδομήντα, αλλά δουλεύει ακόμα το μυαλό μου – κάτι ονόματα ξεχνάω, αλλά κατά τ’ άλλα εντάξει. Απλώς αυτός ο τίτλος δίνει μία πολύ καλή αίσθηση του πώς δουλεύει η σκέψη μας. Το ‘χετε παρατηρήσει ποτέ; Έχετε κάτσει ήσυχα σε μια καρέκλα και να παρακολουθείτε τις σκέψεις που έρχονται και φεύγουν, χωρίς να επεμβαίνετε κριτικάροντάς τες, αλλά να τις κοιτάτε ουδέτερα; Δεν εννοώ καμιά ανοησία του τύπου «διαλογισμός γκουρούδικου», που σημαίνει έλεγχος της σκέψης, αλλά αντίθετα, αμόλημα της σκέψης με παρακολούθησή της σαν παιχνίδι. Ε, αν το κάνετε, θα δείτε ότι γίνεται το σώσε. Ένας τέτοιο «σώσε» έγινε στο κεφάλι μου και γεννήθηκε αυτός ο τίτλος, δηλαδή αυτό το ποστ. Λοιπόοον… Πριν λίγο, δούλευα στο κομπιούτερ, μεταφράζοντας ένα κείμενο του Κρισναμούρτι, για δική μου χρήση, που έχει σχέση με το ότι: το αρνητικό πλησίασμα ενός πράγματος που σε απασχολεί, είναι η πιο θετική στάση για το τέλειωμά του. Δεν έχει προσπάθεια, γιατί δεν μπαίνει χρόνος στη μέση. Ας πούμε, η ανθρωπότητα, επειδή κατά βάθος δεν θέλει να τελειώνει με τον πόλεμο, αγωνίζεται αιώνες για την ειρήνη. Κάποτε, θα έρθει ειρήνη. Ή κάτι πιο απλό και στα καθημερινά μέτρα μας: θέλεις ν’ αδυνατίσεις και λες, «θ’ αρχίσω δίαιτα από Δευτέρα» ή πάλι, θέλεις να σταματήσεις το κάπνισμα και αγωνίζεσαι με διάφορους τρόπους, με φοβερή προσπάθεια, να κόψεις το τσιγάρο. Ενώ αν έλεγες αληθινά, βαθιά και έντιμα μέσα σου, «δεν θέλω άλλο να καπνίζω», το κάπνισμα θα σταματούσε αμέσως και χωρίς καμιά προσπάθεια. Οι παλιότεροι σ’ αυτό το blog, θα θυμάστε ίσως ότι έχω γράψει για το πώς σταμάτησα να καπνίζω, πριν 26 χρόνια, όταν είχα φτάσει να ανοίγω πέμπτο πακέτο το βράδυ, στο post, «Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ» που είχε κι ένα δεύτερο μέρος. Για όσους ενδιαφέρονται έβαλα τα link που βλέπετε. Ένα μικρό μέρος, λοιπόν, από το κείμενο του Κρισναμούρτι που μετάφραζα πριν λίγο, παρακολουθώντας και τη σκέψη μου, είναι -συμπυκνωμένο- αυτό:
«…Το βγάλσιμο από κάτι, έρχεται με πέρασμα χρόνου ή υπάρχει κάποιος άλλος παράγοντας; Προφανώς υπάρχει κάτι που δεν έχει σχέση με πέρασμα χρόνου. Νομίζω πως είναι επιθυμία, το να νομίζεις ότι μπορεί να τελειώσεις κάτι με το πέρασμα χρόνου. Είναι μια αίσθηση που σου δίνει παρηγοριά, επειδή αναβάλεις συνέχεια∙ είσαι ψυχολογικά τεμπέλης και λες, «ε, καλά, θα το κάνω αύριο, την άλλη εβδομάδα, τον άλλο μήνα, του χρόνου, στην επόμενη ζωή…». Και πώς γίνεται να βγεις έξω από το χρόνο χωρίς προσπάθεια, χωρίς να σου πάρει χρόνο; Νομίζω ότι πράγματι βγαίνεις από το χρόνο, όταν αρνηθείς το χρόνο. Να αρνηθείς όχι τον φυσικό χρόνο, αλλά τον ψυχολογικό χρόνο, τη αίσθηση του να γίνεις κάτι, να υπάρχεις διαφορετικός, να πετύχεις συγκρίνοντας… Όλα αυτά. Εάν απαλλαγείς από όλα αυτά, αν απαλλαγείς από το να γίνεις κάτι, είσαι έξω από το χρόνο. Τώρα: Αυτή η απαλλαγή δεν είναι ζήτημα θέλησης, γιατί η θέληση είναι χρόνος. Η θέληση είναι ακριβώς το «γίνομαι κάτι». Αν, λοιπόν, το κατανοήσεις αυτό πολύ καθαρά, αν το δεις πολύ καθαρά, ότι ο χρόνος φέρνει απλώς ένα άλλοθι να συνεχίζεις αυτό που κάνεις, αν το δεις έστω και διανοητικά, μετά παύεις να δρας με βάση το χρόνο. Παύεις να είσαι χρόνος. Είσαι έξω απ’ αυτόν. Γιατί το βγάλσιμο απ’ αυτόν είναι σαν… σαν… Να: προχθές έβλεπα ένα πιγκουίνο να πηδάει έξω από το νερό πάνω σε μία ψηλή εξέδρα. Το έκανε με μία και μόνο κίνηση. Είναι ακριβώς το ίδιο και μια πράξη άρνησης. Κι έτσι το αρνητικό είναι το θετικό, όχι όταν αρνηθείς κάτι λεκτικά, αλλά όταν το αρνηθείς εντελώς, με την καρδιά σου. Το θετικό είναι σαν το πήδημα έξω από το νερό, του πιγκουίνου: μια κι έξω…»
Καθώς, λοιπόν, μετάφραζα αυτό το κείμενο, σκέφτηκα πόσο παιδεύεται μια φίλη μου να κάψει το τσιγάρο εδώ και καιρό. Προσπαθεί και μια το κόβει και μια το αρχίζει, αλλά δεν τελειώνει «μια κι έξω», όπως ο πιγκουίνος του Κρισναμούρτι που πήδηξε έξω από το νερό. «Δεν υπάρχει άρνηση», σκέφτηκα. Και πάνω εκεί, η σκέψη μου πήρε στροφή και πήγε στον Σεφέρη και συγκεκριμένα σε ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματά του, των νιάτων μου, την «Άρνηση». Αυτό:
ΑΡΝΗΣΗ
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.
Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.
Ε, και μόλις το θυμήθηκα αυτό, το μυαλό μου επιτόπου παίρνει κι άλλη στροφή και θυμάμαι ότι αυτό το ποίημα το έχει κάνει τραγούδι ο Θοδωράκης και το τραγουδάει υπέροχα, με αληθινό αίσθημα, χωρίς συναισθηματισμούς, ο Μπιθικώτσης. Αυτοί είναι οι κύκλοι που παρακολούθησα να κάνει η σκέψη μου, με τελευταία αυτήν: «Ρε συ, αυτό είναι ωραίο post». Και είναι ετούτο που διαβάζετε. Ίσως να σας φανεί κι εσάς ωραίο. Κι αν σας κάνει κέφι ακούστε το τραγούδι που λέει ο Μπιθικώτσης, που το έγραψε ο Θοδωράκης πάνω σε ένα ποίημα του Σεφέρη και που μου δίνει μια αίσθηση της άρνησης για την οποία μιλάει ο Κρισναμούρτιι! Χα, χα, χα…
Σας φιλώ πολύ.
Καλό βράδυ και… καλές αρνήσεις.
Π.
Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Β΄μέρος)
Σήμερα σας έχω τη συνέχεια από την ιστορία της Αφρατούλας Μπουλούκου. Όμως, δεν σας έχω και το τέλος. Αυτή η ιστορία μου βγαίνει μεγαλύτερη απ’ όσο την υπολόγιζα κι επειδή την έχω καταβρεί γράφοντάς την θέλω να το ευχαριστηθώ έως το τέλος. Μάλιστα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι άρχισε να με τρώει η ιδέα να γράψω κι άλλες τέτοιες ιστορίες και να τις βγάλω με τον γενικό τίτλο, «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ Ιστορίες από το μέλλον». Ε; Πώς σας φαίνεται; Λοιπόοοον… Ας μην γράψω περίληψη και μεγαλώνει τζάμπα το post, αφού μπορείτε να πάτε στο προηγούμενο και να το φρεσκάρετε. Η Κλοκλό κι εγώ κοιτάζαμε πάντα στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της που μας είχε πάει 1014 χρόνια αργότερα και παρακολουθούσαμε την περιπέτεια ενός κοριτσιού, που βρέθηκε σε έναν άλλο πλανήτη.

Αφρατούλα Μπουλούκου (Β’ μέρος)
Μέσα σε τρεις μέρες, η Αφρατούλα είχε νοιώσει αδιάθετη από το φαΐ, μόνο δύο φορές, χάρη στο γερό της στομάχι που χώνευε γρήγορα και στις πολλές ασκήσεις γυμναστικής που έκανε για να το βοηθά. Πάντα, όπου κι αν βρισκόταν, κάποιο γκαρσόνι θα έκανε την εμφάνισή του για να την ρωτήσει αν θέλει τίποτα και να την βεβαιώσει ότι ένοιωθε τρομερή ευτυχία να την βλέπει να έχει τέτοια καταπληκτική όρεξη.
Κάτι πολύ παράξενο που πρόσεξε η Αφρατούλα, ήταν ότι ενώ δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι σ’ αυτό το μέρος, υπήρχαν πάρα πολλοί υπηρέτες και γκαρσόνια! Στην πραγματικότητα, υπήρχαν μόνο υπηρέτες και γκαρσόνια. Κι όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλον, σερβίριζαν με τη σειρά τους την Αφρατούλα, κι όλοι τους κάρφωναν πάνω της, την ώρα που έτρωγε, τα λαμπερά γαλάζια μάτια τους. Μερικές φορές μάλιστα, τους έπιανε να γλύφουν τα χείλια τους, καθώς κατέβαζε μια μπουκιά από κάτι πολύ νόστιμο. Αυτή όλη η ιστορία την έκανε να νοιώθει πολύ δυσάρεστα. Στην αρχή σκέφτηκε πως έπρεπε να παραπονεθεί. Αλλά δεν μπορούσε να βρει ούτε πώς θα έλεγε το παράπονό της, ούτε και σε ποιον έπρεπε να το πει. Έπειτα από λίγο, όμως, το συνήθισε αυτό το ενοχλητικό κοίταγμα κι έπαψε να του δίνει σημασία. Κι όταν κάποιος απ’ όλους αυτούς που την κοιτούσαν όταν έτρωγε της χαμογελούσε, έπειτα από κάποια νόστιμη και χορταστική μπουκιά, χαμογελούσε κι εκείνη. Oι μέρες περνούσαν και κανένας από τους άλλους νικητές του διαγωνισμού δεν είχε έρθει. Φαίνεται πως το μπέρδεμα που είχε κάνει το ταξιδιωτικό πρακτορείο στο κλείσιμο των θέσεων, ήταν χειρότερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, θα περνούσαν οι μισές διακοπές της Αφρατούλας και δεν θα είχε έρθει κανείς. Εκείνη, όμως, που ήταν πολύ ξύπνιο κορίτσι, ήθελε να μιλήσει όσο γινόταν πιο γρήγορα με κάποιον, για να συγκρίνει τις παρατηρήσεις που έκανε εκείνη για όλα αυτά που έβλεπε με τις παρατηρήσεις και κάποιου άλλου. Δεν άντεχε άλλο πια μόνη της. Ακόμα και η φαντασία που είχε στην αρχή, όταν έδινε παραγγελία για το τι θα φάει, είχε στερέψει. Έτσι, ένα μεσημέρι, άκουσε έκπληκτη τον εαυτό της να παραγγέλνει μόνο μια τυρόπιτα! Και τότε ήταν που συνάντησε τον Γουρουνάκη.

Η συνάντησή τους έγινε ύστερα από ένα ατύχημα. Η Αφρατούλα, από κάμποση ώρα, είχε βάλει στο σημάδι ένα θάμνο και του πετούσε πέτρες. Όταν ξαφνικά, ακούστηκε μια στριγκλιά πίσω από τον μεγάλο θάμνο. Έτρεξε και πίσω από τα πυκνά φυλλώματα, ανακάλυψε κάποιον που ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο γρασίδι κι έτριβε το στήθος του. Ήταν ένα αγόρι, στην ηλικία της, μαυρισμένο από τον ήλιο, που φορούσε μόνο ένα ξεχειλωμένο κοντό παντελονάκι και που ήταν απίστευτα χοντρό! Ήταν το πιο χοντρό αγόρι που είχε δει η Αφρατούλα σ’ όλη της τη ζωή! Τα μάτια του, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί πίσω από τα φουσκωμένα μάγουλά του, που κατέβαιναν και σχημάτιζαν ένα διπλό πηγούνι που έκρυβε το λαιμό του. Όλο το στήθος του τρεμούλιαζε καθώς έτριβε το σημείο που τον είχε χτυπήσει η πέτρα της Αφρατούλας και μουρμούριζε:
-Το φαντάστηκα πως θα ‘σουν εσύ, παρ’ όλο που έκανα τα πάντα μέχρι τώρα για να μη συναντηθούμε.
Η φωνή του ήταν μουντή κι όταν μίλαγε ψεύδιζε κι έμοιαζε ν’ αναπνέει με δυσκολία.
-Με συγχωρείς πολύ που σε χτύπησα, αλλά μου είχαν πει πως ήμουν ολομόναχη εδώ πέρα κι έτσι δεν πρόσεχα…
…του είπε η Αφρατούλα και παρ’ όλο που ήξερε πως αυτό που έκανε δεν ήταν ευγενικό, είχε στυλώσει τα μάτια της χωρίς να μπορεί να τα ξεκολλήσει, πάνω στη μέση τού αγοριού, που ξεχείλιζε υπερβολικά στα πλάγια, και στην κοιλιά του που πεταγόταν ψηλά. Το αγόρι που πρόσεξε το βλέμμα της, είπε:
-Την τελευταία φορά που μετρήθηκα ήταν ενάμισι μέτρο.
-Τι ήταν ενάμισι μέτρο;
-Η μέση μου. Αυτή δεν κοιτάς τόση ώρα; Δεν είναι και κανένα σπουδαίο θέαμα για ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι. Κι όταν μάλιστα δεν φοράω και τίποτ’ άλλο από πάνω… Το κακό όμως είναι ότι δεν μου κάνουν πια τα ρούχα μου. ‘Oλα μου τα πουκάμισα έχουν σκιστεί απ’ το τέντωμα και στο παντελόνι μου προσθέτω συνέχεια μπαλώματα για να φαρδαίνει. Με συγχωρείς μια στιγμή…
Το χοντρό αγόρι, τράβηξε με κόπο από κάτω του ένα κομμάτι ύφασμα που έμοιαζε με πόντσο, πέρασε το κεφάλι του από την τρύπα που είχε στη μέση και το ρούχο έπεσε πάνω του σαν τέντα.
-Σαν καλύτερα να ‘ναι τώρα, ε; Έγινα πιο εμφανίσιμος. Δεν θα ‘πρεπε ίσως να ντρέπομαι τόσο πολύ για το πάχος μου, αλλά τι να κάνω; Ντρέπομαι… Τέλος πάντων. Με λένε Αντώνη. Αντώνη Μπουμπούκη. Αλλά επειδή τρώω πολύ κι είμαι χοντρός, οι φίλοι μου με φωνάζουν «Γουρουνάκη». Χα!… Τώρα θα ‘πρεπε να με δουν… Χα… Χα…
O Γουρουνάκης γέλασε αμήχανα. Στην πραγματικότητα έδειχνε πολύ δυστυχισμένος.
-Εμένα με λένε Αμαλία Μπουλούκου, αλλά όλοι με φωνάζουν Αφρατούλα.
-Χα… Μοιάζεις με Αφρατούλα. Καλά, καλά… μην πεις τίποτα… Το ξέρω πως κι εγώ μοιάζω με γουρουνάκι.
-Μα δεν θα σου έλεγα κάτι τέτοιο…
…είπε η Αφρατούλα και σκέφτηκε πως αυτή ήταν λίγο πιο ευτυχισμένη απ’ αυτό το χοντρό αγόρι. Εκείνο, τη ρώτησε:
-Πώς κατάφεραν και σ’ έφεραν εδώ; Εμένα με παρέσυραν με ένα διαγωνισμό Διαγαλαξιακής ζωγραφικής για παιδιά. Το βραβείο ήταν ένα τζάμπα εισιτήριο, και η διαμονή σε ένα πολύ ωραίο μέρος και φαΐ, όσο ήθελα κι όποτε το ήθελα. Κέρδισα στο διαγωνισμό, λοιπόν και βρέθηκα εδώ. Πέρασαν δεκαπέντε μέρες από τότε που είχα έρθει εδώ, ώσπου να καταλάβω τι είχε γίνει… Αλλά τότε πια ήταν αργά.
Η Αφρατούλα άρχισε να κάνει τη μια ερώτηση πάνω στην άλλη. Ο Γουρουνάκης την έκοψε σηκώνοντας το χέρι του και της είπε:
-Είναι πολύ απλό. Μας έχουν απαγάγει σε έναν άγνωστο πλανήτη, που οι κάτοικοί τους είναι ίδιοι με μας στη γη.
-Αυτό είναι αδύνατο, είπε η Αφρατούλα κοιτώντας έκπληκτη τον Γουρουνάκη. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Της φαινόταν εντελώς απίθανο να τους έχουν απαγάγει. Του έριξε λοιπόν μια δύσπιστη ματιά και ξανάπε με πείσμα.
-Αυτό είναι αδύνατο!
-Να, όμως, που εσύ κι εγώ βρισκόμαστε εδώ πέρα.
-Εγώ ό,τι ώρα θέλω μπορώ να φύγω, είπε με πείσμα η Αφρατούλα.
-Για δοκίμασε, την προκάλεσε ο Γουρουνάκης. Προσπάθησε μόνο να βρεις μια έξοδο σ’ αυτό τον κήπο. Εγώ το έκανα πολλές φορές τις πρώτες μέρες που δεν είχα παχύνει τόσο πολύ από το φαΐ και μπορούσα να κινούμαι εύκολα. Δεν ξέρω πως το έχουν καταφέρει αυτό, ίσως με διάφορους καθρέφτες, αλλά απ’ οπουδήποτε κι αν πας κι οσοδήποτε κι αν προχωρήσεις κάποια στιγμή θα ξαναφτάσεις στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησες. Ίσως να σου έχει τύχει κι εσένα αυτό αλλά να μην το έχεις προσέξει.
-Δεν σε πιστεύω…
…φώναξε δυνατά η Αφρατούλα, για να τον κάνει να πιστέψει πως δεν είχε φοβηθεί, αλλά εκείνος της είπε αναστενάζοντας:
-Θα με πιστέψεις με τον καιρό.
-Μα πού βρισκόμαστε;
-Μακάρι να ‘ξερα… Είμαι, πάντως, βέβαιος πως δεν βρισκόμαστε στη γη.
-Και δεν μου λες σε παρακαλώ, ρώτησε η Αφρατούλα γιατί να θέλουν να με απαγάγουν;
- Για να τρως… Για να τρως… Όπως είδες μπορείς να φας ό,τι θελήσεις κι όποτε το θελήσεις. Δεν τους φέρνεις ποτέ σε δύσκολη θέση. Εμείς μόνο είμαστε τώρα σε δύσκολη θέση…
O Γουρουνάκης, γούρλωσε ξαφνικά τα μάτια του, κοιτώντας τρομαγμένος πίσω απ’ τη Αφρατούλα και ψιθύρισε:
-Ωχ, μας έπιασαν.
Καθώς ο Γουρουνάκης προσπαθούσε να σηκωθεί κουνώντας χέρια και πόδια, έμοιαζε σαν μεγάλη αναποδογυρισμένη χελώνα της θάλασσας. Η Αφρατούλα του άπλωσε το χέρι της για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Και τότε είδε το πανύψηλο γκαρσόνι να την κοιτάει σιωπηλό. Είχε βγάλει τη στολή του και φορούσε μια φαρδιά μαύρη ρόμπα, κεντημένη με χρυσή κλωστή, που κυμάτιζε καθώς φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι. O Γουρουνάκης μουρμούρισε:
-Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μας κοιτάζεις μ’ αυτό το ύφος. Μόλις άρχισα να της λέω γιατί είναι εδώ.
- Δηλαδή, κύριε….
-Μπορείς να με λες Άρκαν, είπε το γκαρσόνι που δεν ήταν πια ντυμένο γκαρσόνι. Δεν είναι το όνομά μου, αλλά ένας τίτλος ευγενείας που έχουμε εδώ. Κάτι ανάμεσα σαν τα δικά σας που είχατε στην αρχαιότητα στη γη, «λόρδος» και «πρίγκιπας», αλλά όχι ακριβώς.
Η Αφρατούλα, ένοιωσε να της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι απ’ το θυμό της και τον ρώτησε:
-Και τι θέλεις από μένα;
-Το μόνο που θέλω από σένα είναι να τρως με όσο γίνεται πιο πολύ ευχαρίστηση το φαγητό σου.
-Καλύτερα να της τα πεις όλα, επέμενε ο Γουρουνάκης.
-Τι άλλο μένει να της πω;
…ρώτησε απαλά με την τραγουδιστή του φωνή ο Άρκαν τον Γουρουνάκη, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του σαν ν’ απορούσε πραγματικά, και τα φαρδιά μανίκια του που απλώθηκαν μ’ αυτή την κίνηση τον έκαναν να μοιάζει με μεγάλο πουλί.
-Τι άλλο να πω; Να… Είμαι πολύ πλούσιος. Εκατό φορές πιο πλούσιος κι απ’ τον πλουσιότερο άνθρωπο που έχετε στη γη. Μπορώ να έχω ό,τι θέλω, όπου κι αν βρίσκεται στους Γαλαξίες.
-Ωραία. Και τότε τι θέλετε από μένα… κι από αυτόν;
…ξαναρώτησε εκνευρισμένη η Αφρατούλα δείχνοντας τον Γουρουνάκη.
-Αυτό που θέλω, απάντησε ο Άρκαν, είναι να χρησιμοποιήσω δύο ικανότητες που έχετε και που εγώ δεν μπορώ να αποκτήσω, ούτε με όλα τα πλούτη του σύμπαντος. Έχετε την ικανότητα να μπορείτε να μυρίζετε και το πιο σπουδαίο έχετε την ικανότητα να γεύεστε. Τα όντα αυτού του πλανήτη έχασαν τις αισθήσεις τής όσφρησης και της γεύσης από τα πρώτα κιόλας στάδια της εξέλιξής τους. Βέβαια θα μου πεις πως αυτά τα δύο πράγματα δεν έχουν καμιά σοβαρή χρησιμότητα και το μόνο που σου προσφέρουν είναι μια απλή ευχαρίστηση. Από πάντα θεωρούσαμε ότι όταν κανείς σταματάει για να μυρίσει ένα λουλούδι, χάνει πολύτιμο χρόνο που θα μπορούσε να τον είχε χρησιμοποιήσει δουλεύοντας· κι όταν δεν χάνεις άσκοπα τον καιρό σου προσπαθώντας να μαγειρέψεις νόστιμα φαγητά, αφού ότι κι αν φας είναι απλώς για να τραφείς, μπορείς να τον περάσεις κάνοντας σοβαρότερα πράγματα. Πρέπει να σου πω, λοιπόν, πως εμείς εδώ δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από τι υλικά είναι φτιαγμένο ένα φαγητό, αν είναι αλμυρό ή ανάλατο και δεν καταλαβαίνουμε καν αν είναι κρύο ή ζεστό. Κι έτσι λοιπόν, τρώμε το πρώτο πράγμα που θα βρεθεί μπροστά μας.
-Ε, και λοιπόν; Τι σχέση έχω εγώ μ’ όλα αυτά;
…ρώτησε η Αφρατούλα, που είχε αρχίσει να λυπάται λίγο τον Άρκαν, αλλά εξακολουθούσε να είναι πάντα θυμωμένη που την είχαν απαγάγει.
O Άρκαν χαμογέλασε παράξενα κι ύστερα της απάντησε, ενώ τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν παράξενα.
-Όταν μια μέρα, δεν ξέρουμε πως έγινε, χάσαμε αυτές τις αισθήσεις, παρ’ όλο που είναι στην ουσία άχρηστες, ωστόσο είναι πολύ ωραίες και θα θέλαμε να τις έχουμε. Εσύ, λοιπόν, μας χρησιμεύεις για τη γεύση που έχεις τρώγοντας. Τη γεύση αυτή, που έχεις στο στόμα σου μπορούμε να την παίρνουμε από το μυαλό σου, κοιτάζοντας στα μάτια σου. Και για να καταλάβεις καλύτερα τι θέλω να πω. Εάν εγώ, τώρα, φάω έναν κεφτέ, θα μου είναι το ίδιο σαν να τρώω άχυρα. Εάν όμως έχω τα μάτια μου καρφωμένα στα μάτια σου την ώρα που τρως ένα παγωτό, τότε θα νοιώθω όλη του τη γεύση καθώς θα βυθίζεις τα δόντια σου σ’ αυτό. Θα νοιώθω όλη την υπέροχη γεύση από την κρέμα, τη ζάχαρη και τη σοκολάτα που θα έχεις στον ουρανίσκο σου και στη γλώσσα σου. Αχ, τι υπέροχα!…. Και μια και μιλάμε για όλα αυτά μήπως θα ήθελες να σου φέρω ένα ωραίο παγωτό βανίλια σοκολάτα, με σαντιγί, βύσσινα κι αμύγδαλα και σιρόπι σοκολάτα;
-Α, ώστε γι’ αυτό κάθε φορά που τρώω κάποιος με κοιτάζει διαρκώς, είπε η Αφρατούλα κουνώντας το κεφάλι της.
-Ακριβώς. Oι φίλοι μου κι εγώ κάναμε στα ψέματα πως είμαστε γκαρσόνια κι υπηρέτες, για να μην σε βάλουμε σε υποψίες. Τώρα, όμως, που τα έμαθες όλα, θα γλυτώσουμε τουλάχιστον απ’ αυτά τα ανόητα ρούχα που αναγκαζόμαστε να φοράμε.
-Εγώ θέλω να γυρίσω σπίτι μου, είπε η Αφρατούλα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
-Μα γιατί; ‘Oλα εδώ πέρα είναι τέλεια, της είπε ο Άρκαν. Μοιραζόμαστε κάθε ευχαρίστηση. Και για τις δυο πλευρές υπάρχουν μόνο πλεονεκτήματα και καθόλου μειονεκτήματα.
-Καθόλου μειονεκτήματα, ε! Είπε ο Γουρουνάκης ειρωνικά. Ας γελάσω… Κοίταξε εμένα Αφρατούλα. Ορίστε τα πλεονεκτήματα. Αυτοί παίρνουν μόνο την ευχαρίστηση από το φαγητό, ενώ εμείς παχαίνουμε κιόλας. Κοίταξέ με. Είμαι τόσο χοντρός και βαρύς που δυσκολεύομαι να περπατήσω.
-Και εσύ πάλι, γιατί τρως τόσο πολύ, τον ρώτησε η Αφρατούλα.
-Γιατί δεν μπορώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μου είναι αδύνατον να σταματήσω να τρώω. Κάθε πρωί μόλις ξυπνήσω λέω στον εαυτό μου: «Από σήμερα θα κάνεις δίαιτα». Αλλά όταν σκέφτομαι έπειτα το παστίτσιο, το ψητό κοτόπουλο με τις τηγανιτές πατάτες· τις πάστες και τα παγωτά με την σαντιγί και τους λουκουμάδες με το μέλι, παραλύει κάθε δύναμη μέσα μου. Κι εκείνοι έρχονται κάθε τόσο και με παρασύρουν και τρώω. Εκεί που κάθομαι ξαπλωμένος και προσπαθώ να μην σκέφτομαι, αυτοί με πλησιάζουν και μου ψιθυρίζουν: «Τι θα έλεγες για μια καλοψημένη ομελέτα με πατάτες τηγανητές;» Α, είναι σατανικό!… Με κάνουν να τρώω μέχρι σκασμού. Κι εσύ κυρία μου, μην είσαι τόσο σίγουρη για τον εαυτό σου. Βάζω στοίχημα πως το μπλου-τζην σου έχει αρχίσει να σε στενεύει.
Τα μάτια του Γουρουνάκη, είχαν πλημυρίσει από δάκρυα. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως πραγματικά το μπλου-τζην της, είχαν αρχίσει να την στενεύουν. Κι εκείνο το πρωί είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά, μήπως θά ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσει να φοράει φουστάνια. Κοίταξε τον Γουρουνάκη, μ’ ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο. Άραγε θα καταντούσε σαν κι αυτόν; Πήρε, λοιπόν, ένα παγωμένο ύφος και γυρίζοντας στον Άρκαν του είπε:
-Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου.
O Άρκαν κούνησε το κεφάλι του και της είπε:
-Αυτό δεν γίνεται έχεις υπογράψει μια συμφωνία.
-Συμφωνία; Τι συμφωνία; Εγώ δεν έχω υπογράψει καμιά συμφωνία.
-Πως… Υπέγραψες την αίτηση για τον διαγωνισμό έκθεσης. Δεν διάβασες τι έλεγε ο κανονισμός; Έλεγε ότι ως τη στιγμή που θα αρνηθούμε να σου φέρουμε κάτι που θα ζητήσεις να φας, είσαι υποχρεωμένη να μένεις εδώ. Και οι Διαγαλαξιακοί Νόμοι μας επιτρέπουν να σε κρατήσουμε, ακόμα κι αν δεν θέλεις εσύ. Θα μπορέσεις να φύγεις μόνο όταν μας ζητήσεις κάτι που θα αρνηθούμε να στο δώσουμε.
Παρ’ όλο που ο Άρκαν είχε πολύ επιβλητική εμφάνιση, η Αφρατούλα είχε θυμώσει τόσο πολύ, που δεν άντεξε και του τράβηξε μια γερή κλοτσιά στο καλάμι. Εκείνος, όμως, χαμογέλασε ψυχρά στο μικρό κορίτσι που είχε γίνει κατακόκκινο από το θυμό του και είπε:
-Ξέχασα να σου πω ότι έχουμε χάσει και την αίσθηση του πόνου. Η κλοτσιά σου λοιπόν, πήγε χαμένη.
Και με χείλια σφιγμένα από το θυμό, που έμοιαζαν πια σαν μια λεπτή γραμμή, ο Άρκαν τους γύρισε την πλάτη κι άρχισε ν’ απομακρύνεται, ενώ η μαύρη χρυσοκέντητη ρόμπα του, κυμάτιζε πίσω του καθώς την φυσούσε τ’ αεράκι. Η Αφρατούλα, έξαλλη από το θυμό της, του φώναξε πίσω του καθώς την φυσούσε τ’ αεράκι.
-Μη σε νοιάζει… Το νοιώθω ότι κάτι θα γίνει και θα φύγουμε από ‘δω. Κάτι θα σκεφτώ.
Η Αφρατούλα κοιτούσε τον Άρκαν καθώς έφευγε. Εκείνος όμως συνέχισε να περπατάει, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του.
O Γουρουνάκης χτύπησε ελαφρά την Αφρατούλα στον ώμο και της είπε ειρωνικά:
-Αντί να σκεφτείς τι θα κάνεις σ’ αυτούς, δεν κατεβάζεις καμιά ιδέα για μεσημεριανό φαγητό; Τι λες; Αρχίζουμε με θαλασσινά και πεπόνι;
Η Αφρατούλα, ένοιωσε μια τρομερή επιθυμία να τον κλοτσήσει κι αυτόν στο καλάμι, όπως είχε κλοτσήσει τον Άρκαν. Εδώ έπρεπε να κάτσουν να στύψουν το μυαλό τους για να βρουν τρόπους να δραπετεύσουν κι αυτό το ανόητο παιδί, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το φαγητό!
Η Αφρατούλα αποφάσισε να μη φάει μεσημεριανό και να ψάξει να βρει μια έξοδο στο τεράστιο πάρκο, παρ’ όλο που ο Γουρουνάκης της είχε πει πως δεν υπήρχε καμιά. Έψαξε, έψαξε… έψαξε… αλλά τίποτα! Ο Γουρουνάκης είχε δίκιο: δεν υπήρχε έξοδος από το πάρκο πουθενά. Κάθε τόσο βρισκόταν πάλι στο ίδιο μέρος απ’ όπου είχε ξεκινήσει το ψάξιμο! Έτσι η Αφρατούλα κατακουρασμένη και πεινασμένη, γύρισε πίσω κι αντί να πιει μόνο το απογευματινό τσάι της, έφαγε απανωτά δυο πιάτα γαρίδες, μερικές πάστες, κάμποσες φρουτοσαλάτες και μια καλοψημένη τάρτα με μαρμελάδα. Δεν μπόρεσε ν’ αρνηθεί τα φαγητά που της πρόσφερε με χαμόγελο ο Άρκαν, που τα γαλάζια μάτια του έλαμψαν από ευχαρίστηση, όταν η Αφρατούλα του ζήτησε άλλη μια τάρτα με μαρμελάδα.
Η Κλοκλό κι εγώ, χίλια τόσα χρόνια πίσω, σηκώσαμε τα μάτια μας από τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα όπου παρακολουθούσαμε τα δύο παιδιά, απροστάτευτα σε ένα μακρινό πλανήτη, και κοιταχτήκαμε στεναχωρημένα.
- Τσ, τσ, τσ…έκανα κουνώντας το κεφάλι μου. Πώς μπλέξανε έτσι αυτά τα παιδιά; Και πώς να τους βοηθήσουμε, που είναι πάνω από 1.000 χρόνια μακριά;
- Γιατί έχεις καμιά ιδέα Παραμυθά; ρώτησε η Κλοκλό.
- Ναι, κάτι σκέφτομαι, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Γιατί ρωτά, όμως;
- Τι θα ‘λεγες αν σου πω ότι μπορείς να βρεθείς εκεί;
- Τι λες, Κλοκλό, είπα γουρλώνοντας τα μάτια μου. Και πώς θα γίνει αυτό;
- Χι, χι, χι… γέλασε η Κλοκλό, με γέλιο μάγισσας. Αυτή μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, είναι και μηχανή του χρόνου και αφού εσύ μπορείς να γίνεσαι μικρός σαν καρφίτσα, μπορώ να σε στείλω όσες χιλιάδες χρόνια θες μπροστά και όπου θες.
- Πω, πω… έκανα σαν χαμένος. Φαίνεται ότι όταν μπλέξει μία μάγισσα με την τεχνολογία, δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα!
- Έτσι είναι, είπε υπερήφανη η Κλοκλό για τη μαγική, ηλεκτρονική σφαίρα της και συνέχισε:
- Τι λες, λοιπόν, να σε πάω εκεί να βοηθήσεις αυτά τα παιδιά πριν γίνουν σαν ελέφαντες από το πάχος.
- Και βέβαια να με πας. Αλλά θέλω να τους παρακολουθήσω λίγο ακόμα, για να σιγουρευτώ γι’ αυτό που σκέφτηκα.
Έτσι, η Κλοκλό κι εγώ, ξανασκύψαμε πάνω από τη κρυστάλλινη σφαίρα για να δούμε τι γινόταν σε έναν άλλο πλανήτη, 1.014 χρόνια μακριά.
Η συνέχεια, όμως, και το τέλος της ιστορίας, στο άλλο post.
Καλό βράδυ και καλή βδομάδα.
Π.
Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Α’ μέρος)
Εδώ και καιρό, γυροφέρνω στο κεφάλι μου μια ιδέα, για να γράψω ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Περιπέτειες του Παραμυθά από το …μέλλον. Ναι, ξέρω, μου το έχουν ξαναπεί: «σουρεάλα ο παππούς»! Αλλά μια κι από αυτό εδώ το blog έχουν ξεκινήσει διάφορα τα τελευταία τρία χρόνια, λέω να δοκιμάσω κι αυτό εδώ, για να μου πείτε τη γνώμη σας.
Λοιπόοοον… Η πρώτη ιστορία έχει τίτλο, «Αφρατούλα Μπουλούκου». Ναι, ξέρω δεν μοιάζει και πολύ για science fiction ο τίτλος, αλλά περιμένετε και θα δείτε. Επειδή είναι μεγάλη η ιστορία, και για να έχουμε και λίγο σασπένς, σήμερα θα σας γράψω εδώ το πρώτο μέρος. Και επιτρέψτε μου να αφιερώσω την ιστορία της Αφρατούλας Μπουλούκου, στις μπουλούκες αφρατούλες φίλες μου – έχω τουλάχιστον τρεις.

Πριν λίγες μέρες η καλή μου φίλη η μάγισσα Κλοκλό, με φώναξε να πάω σπίτι της για να μου δείξει κάτι εντυπωσιακό. Μια και δυο, τα παρατάω όλα και φεύγω πετώντας για την Κλοκλό.
Καλώς τον Παραμυθά», μου λέει η Κλοκλό μόλις μπήκα πετώντας από το παράθυρο του σπιτιού της, που το ‘ χε αφήσει επίτηδες ανοιχτό για μένα.
«Τι τρέχει Κλοκλό, κι ήθελες να ‘ρθω τόσο γρήγορα;»
«Έχω κάτι καταπληκτικό, που θα σ’ αρέσει φοβερά! Κατάφερα κάτι απίστευτο με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου: μπορώ να βλέπω τι γίνεται στο μέλλον!»
«Δηλαδή, κάτι σαν τη μηχανή του χρόνου;» ρώτησα με θαυμασμό.
«Α-κρι-βώς, φίλε μου Παραμυθά. Η μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου είναι πια και μια κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου. Αρκεί να πω τα κατάλληλα μαγικά λόγια που σκέφτηκα, και… τσουπ: Λες και παρακολουθώ έργο στην τηλεόραση, βλέπω τι γίνεται κάπου στο μέλλον».
«Και τι βλέπεις στο μέλλον, Κλοκλό;»
«Χα! Εδώ είναι το παράξενο: βλέπω ιστορίες με παιδιά! Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά μόλις πω τα μαγικά λόγια, στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου αρχίζω να βλέπω μία ιστορία με παιδιά. Γι’ αυτό σε φώναξα, για να τις δεις εσύ που ξέρεις να διηγείσαι ωραία ιστορίες στα παιδιά και να τους τις λες μετά ή να τις κάνεις βιβλίο». Και λέγοντας αυτά η Κλοκλό, με πήρε από το χέρι και με ‘φερε στο τραπεζάκι με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.
«Για βάλε, για βάλε…» είπα μπερδεμένος από την ανυπομονησία μου λες και θα ‘βαζε κάτι στην τηλεόραση. «Ε, συγνώμη, Κλοκλό, θέλω να πω για πες τα μαγικά λόγια σου».
Ίκου, μπίκου, φλίκου,
Σφαίρα πεταξίκου,
Πεταξίκου χρόνια, μακριά,
Και δείξε μας κάτι καθαρά,
Χιλιάδες χρόνια πιο μετά.
Και τότε, είδα να γράφεται πάνω στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα ο αριθμός 3.025 μ.Χ. Κατάλαβα! Θα μας πήγαινε στο έτος 3.025! Έτσι κι έγινε. Κι είδαμε μια ιστορία καταπληκτική! Μια ιστορία για ένα μικρό, παχουλό, γλυκό κοριτσάκι που το λέγανε Αφρατούλα. Και ήρθε η ώρα να σας την πω για να την μάθετε κι εσείς. Λοιπόν…

Αφρατούλα Μπουλούκου
Πέρασαν κάμποσες μέρες προτού η Αφρατούλα Μπουλούκου καταλάβει ότι την είχαν απαγάγει. Και πραγματικά δεν υπήρχε κανένας λόγος που να την κάνει να υποψιαστεί κάτι τέτοιο. Γιατί ποιος θα ‘μπαινε στον κόπο να απαγάγει την εντεκάχρονη κόρη ενός απλού υπάλληλου του Διαστημοδρόμιου ΑΙΣΩΠΟΣ των Αθηνών, του κυρίου Αλέξανδρου Μπουλούκου, που θα του ήταν αδύνατο να πληρώσει ακόμα και τα πιο χαμηλά λύτρα για να την πάρει πίσω. Oύτε πια ήταν τόσο όμορφη που να θέλει κανείς να την κλέψει για να την κρατήσει. Με τα χοντρά πουλόβερ από τον πλανήτη Άρη – που ήταν φοβερά της μόδας το 3025 μ.Χ. στη γη - και τα κλασσικά παλιομοδίτικα μπλου τζην που φορούσε πάντα η Αφρατούλα, έμοιαζε πιο πολύ για αγόρι παρά για κορίτσι. Το πραγματικό της όνομα ήταν Αμαλία. Αλλά η μοναδική φορά που κάποιος τη φώναξε μ’ αυτό το όνομα, ήταν η ιέρεια του ναού, την ημέρα που τη βάφτισε. Λίγους μήνες αφού είχε γεννηθεί, βλέποντάς την ο πατέρας της ντυμένη για πρώτη φορά με την, ειδική για μωρά, κοκκινόασπρη αντιμικροβιακή φόρμα, έτσι παχουλή που ήταν τον έκανε να βάλει τα γέλια και να της φωνάξει τρυφερά: «Αφρατούλα μου, εσύ…». Κι από τότε, αφρατούλα ο ένας, αφρατούλα ο άλλος, στο τέλος το «Αφρατούλα» της κόλλησε για πάντα, κι ούτε που θυμόταν πια κανείς το πραγματικό της όνομα γιατί μεγαλώνοντας συνέχισε πάντοτε να ‘ναι πολύ παχουλή, και το «Αφρατούλα» τής ταίριαζε θαυμάσια, αφού έμοιαζε με εκείνα τα παραδοσιακά αφράτα τσουρέκια, που έφτιαχναν στην Αθήνα πριν από χιλιάδες χρόνια, όποτε γιόρταζαν μια γιορτή που την έλεγαν, «Πάσχα».
Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας που να ήθελε ν’ απαγάγει την Αφρατούλα με το μεγάλο στρογγυλό πρόσωπο, τους φαρδείς ώμους και τα γεροδεμένα χέρια της, που έτσι και σου έδινε σφαλιάρα ή χαστούκι – αν και ήταν μόλις έντεκα χρονών – ξεραινόσουν από τον πόνο. Κι ούτε πάλι ήταν ειδικά έξυπνη. Στο σχολείο δεν έβρισκε να υπάρχει τίποτα άλλο ενδιαφέρον, εκτός από την ώρα της γυμναστικής όπου έπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Καταλαβαίνετε τώρα την έκπληξη που ένοιωσαν όλοι, όταν με τη λίγη γραμματική που ήξερε και με την κακή ορθογραφία της, όχι μόνο δήλωσε συμμετοχή σ’ έναν Πανγαλαξιακό διαγωνισμό έκθεσης, αλλά στο τέλος κέρδισε και το πρώτο βραβείο! Το θέμα που είχε η έκθεση του διαγωνισμού ήταν: «Το φαγητό». Και η Αφρατούλα σ’ ό,τι είχε σχέση με φαγητό, ήταν αυθεντία. Ωστόσο ο δάσκαλός της δεν μπορούσε ποτέ να πιστέψει πώς μία έκθεση, που άρχιζε: «Μου αρέσουν πολύ οι κεφτέδες Κρόνου, το αρνάκι λεμονάτο αλλά πλανήτη Αφροδίτη, το παστίτσιο τέσσερις γαλαξίες, τα τιναχτά διαστημικά καλαμαράκια, οι κλασσικές τηγανητές πατάτες, οι μπριζόλες από κρέας ταύρων του πλανήτη Άρη….» και που συνεχιζόταν έτσι για τρεις ολόκληρες σελίδες χωρίς να λέει τίποτε’ άλλο, λες και ήταν κατάλογος εστιατορίου, δεν θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ο καημένος ο δάσκαλος ότι μια τέτοια μονότονη και αδιάφορη έκθεση, θα μπορούσε να κερδίσει το πρώτο βραβείο, απ’ όλο τον Γαλαξία. Και να τι ήταν το βραβείο: Oι τυχεροί νικητές του διαγωνισμού, θα έκαναν ένα μήνα διακοπές κάτω από τον ζεστό ήλιο ενός μικρού, σχεδόν άγνωστου, πλανήτη της άγονης γραμμής, του PILANIK, όπου θα έτρωγαν ό,τι ήθελαν, όσο ήθελαν και όποτε το ήθελαν. Και η Αφρατούλα Μπουλούκου, κέρδισε το πρώτο βραβείο!
Την ημέρα που έπρεπε να φύγει για τις διακοπές του βραβείου, ο πατέρας της Αφρατούλας, πήρε άδεια από τη δουλειά του και πήγε ο ίδιος την κόρη του στο Διαστημοδρόμιο, όπου μια πολύ ευγενική αεροσυνοδός της PILANIK AIRLINES, την πήρε από τον έλεγχο διαβατηρίων και την οδήγησε στο διαστημικό λεωφορείο. Εκεί, αφού της εξήγησε πώς θα κλείσει τη μαγνητική ζώνη ασφαλείας, της πρόσφερε ένα ολόγλυκο αναψυκτικό. Κι ενώ η Αφρατούλα περίμενε ν’ απογειωθεί το λεωφορείο και να τους σερβίρουν κάτι φαγώσιμο, άρχισε ξαφνικά χωρίς να νυστάζει να χασμουριέται, να νοιώθει τα βλέφαρά της βαριά και προτού αρχίσει το πρώτο της διαστημικό ταξίδι, είχε αποκοιμηθεί βαθιά.
Όταν άνοιξε τα μάτια της η Αφρατούλα, βρισκόταν ξαπλωμένη σε μια μεγάλη κρεβατοκάμαρα, πλημυρισμένη από τις χρυσές ακτίνες του ήλιου που έκαναν τα πάντα εκεί μέσα να λάμπουν. Τεντώθηκε στο κρεβάτι της, έπαιξε με τα δάχτυλα των ποδιών της και τότε κατάλαβε πως βρισκόταν σ’ ένα μέρος που το έβλεπε για πρώτη φορά, και που της ήταν εντελώς ξένο. Πέταξε από πάνω της το άσπρο μεταξωτό πάπλωμα, πήδηξε απ’ το κρεβάτι πάνω σ’ ένα χαλί από κάτασπρη παχιά γούνα και κοίταξε προσεκτικά το δωμάτιο που ήταν ολόκληρο σκεπασμένο από μάρμαρο και χρυσάφι. Εκνευρίστηκε πολύ καθώς σκέφτηκε πως με το να κοιμηθεί στο διαστημικό λεωφορείο είχε χάσει το υπέροχο φαγητό που θα πρόσφεραν την ώρα της πτήσης και που τόσο ήθελε να δοκιμάσει. Και τώρα; Πού να βρισκόταν άραγε; ‘Ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει να φωνάζει, όταν πρόσεξε πως δίπλα στο κρεβάτι κρεμόταν ένα χρυσό κορδόνι, σαν εκείνα που είχε δει στο αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, και που τα είχαν στα αρχαία σπίτια από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα, για να χτυπάνε ένα πράμα που το λέγανε «κουδούνι». Το τράβηξε μερικές φορές, ώσπου κατάλαβε ότι το μαργαριτάρι που βρισκόταν στην άκρη του κορδονιού, ήταν κουμπί. Το πάτησε με πείσμα κάμποσο και καθώς είχε αρχίσει να της περνάει ο εκνευρισμός, πήγε να κοιτάξει από το παράθυρο.
‘Έξω, κάτω από τα μάτια της, απλώνονταν κάτι πανέμορφοι κήποι. Η Αφρατούλα άνοιξε το παράθυρο και καθώς ρουφούσε τον γεμάτο όμορφες μυρωδιές αέρα, ένοιωσε πως κάποιος είχε μπει αθόρυβα στο δωμάτιο και στεκόταν πίσω της. Γύρισε απότομα και είδε μια ηλικιωμένη καμαριέρα, με κόκκινα μάγουλα που άρχισε να της μιλάει γλυκά, αλλά και με μία ανυπομονησία στη φωνή της, λες και το πιο σοβαρό πράγμα που είχε να κάνει στη ζωή της ήταν να φέρει το φαγητό της Αφρατούλας.
-Τι θα ‘θελες να φας για πρωινό χρυσό μου;
Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε η καμαριέρα. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως έτσι που τα μάγουλά της ήταν βαθουλωμένα και ζαρωμένα αλλά κόκκινα, έμοιαζε με ξεραμένο μήλο. Ύστερα την ρώτησε:
-Πώς βρέθηκα εδώ;
Η καμαριέρα χαμογέλασε μ’ ένα παράξενο ύφος και είπε:
-Σε είχε κουράσει το ταξίδι και κοιμόσουν για τα καλά, γλυκούλα μου. Εγώ η ίδια σ’ έβαλα στο κρεβάτι. Τι θα ‘θελες λοιπόν για πρωινό; Ξαναρώτησε πιο ανυπόμονα αυτή τη φορά.
Τότε η Αφρατούλα θυμήθηκε το βραβείο. Θα έτρωγε ό,τι ήθελε, όσο ήθελε κι όποτε το ήθελε. Σκέφτηκε λοιπόν λίγο κι ύστερα είπε:
- Θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι γάλα κι ένα τσουρεκάκι;
Η καμαριέρα φαίνεται πως δεν περίμενε κάτι τέτοιο, γιατί γούρλωσε τα μάτια της από έκπληξη και με φωνή όλο απογοήτευση, διαμαρτυρήθηκε.
- Είμαι βέβαιη πως θα ήθελες κάτι πολύ καλύτερο από ένα χαζό ποτήρι γάλα κι ένα μίζερο τσουρεκάκι.
Αυτή η παρατήρηση της καμαριέρας έδωσε θάρρος στη Αφρατούλα, που δεν ήθελε και πολύ άλλωστε, και αμέσως ζήτησε: «Πορτοκαλάδα, κρεμ-καραμελέ, δυο αυγά μάτια, τέσσερις φρυγανιές με βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα, ανανά, δύο πάστες σοκολάτα, γάλα με κακάο και έξι τσουρεκάκια γεμιστά με πραλίνα.
Σε λίγο της τα σερβίρισαν όλα αυτά σε μια υπέροχη βεράντα του σπιτιού, που την έλουζε ο ήλιος κι έβλεπε σ’ έναν κήπο πλημυρισμένο από κάτι παράξενα λουλούδια που θύμιζαν ψάρια, και με πολλά χαμηλά δέντρα με χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά να πετούν ανάμεσα στα κλαριά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως, η Αφρατούλα δεν ευχαριστήθηκε και πολύ το πρωινό της, γιατί η καμαριέρα έμεινε δίπλα της και την κοιτούσε στα μάτια, όση ώρα έτρωγε, όπως την κοίταγε ο σκύλος της ο Έκτωρ, κάθε φορά που έτρωγε, ζητιανεύοντας μια μπουκιά! Τα μάτια της καμαριέρας, είχαν ένα έντονο μπλε χρώμα και κοιτούσαν μ’ ένα πολύ διαπεραστικό βλέμμα. Το βλέμμα αυτό έκανε τη Αφρατούλα να νοιώθει πολύ αμήχανα, κυρίως επειδή έπειτα από κάθε χορταστική μπουκιά που έβαζε στο στόμα της, η καμαριέρα έβγαζε έξω τη γλώσσα της κι έγλυφε με τρομερή ευχαρίστηση τα χείλια της. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως η γριά καμαριέρα θα πείναγε πάρα πολύ και της πρόσφερε μια φρυγανιά με βούτυρο και μαρμελάδα. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε χαμογελώντας πικρά και με ένα πονεμένο ύφος της είπε:
- Αχ, κοριτσάκι μου, δεν θα μου έκανε τίποτα αυτό… Ενώ στ’ αλήθεια μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ να σε βλέπω να τρως με τόση όρεξη το καθετί. Μμμ… αυτός ο ανανάς έχει υπέροχη γεύση…
….πρόσθεσε η καμαριέρα, καθώς η Αφρατούλα δάγκωνε μια φέτα από τον ζουμερό ανανά ου της είχαν φέρει, ενώ στο πηγούνι της έτρεχε λίγος από τον πλούσιο χυμό κι εκείνη τον σκούπισε γρήγορα με την ανάποδη του χεριού της. Ύστερα σήκωσε τα μάτια της κι είδε την καμαριέρα να ‘ χει τα μάτια της μισόκλειστα και ν’ αναστενάζει από ευχαρίστηση. Έμοιαζε στ’ αλήθεια να ευχαριστιέται περισσότερο κι από την Αφρατούλα.
- Μπράβο… Μπράβο το καλό κορίτσι, είπε σχεδόν βογκώντας η καμαριέρα, δεν θ’ αφήσεις τίποτα μπροστά σου χρυσό μου, έτσι; Τίποτα.
Ήταν τόσο παρακλητική η φωνή της καμαριέρας που η Αφρατούλα για να την ευχαριστήσει, παρ’ όλο που πήγαινε να σκάσει, έκανε προσπάθεια και δεν άφησε τίποτα μπροστά της.
Μετά από ένα τέτοιο πρωινό, σκέφτηκε η Αφρατούλα ότι εκείνο που χρειαζόταν ήταν ένας ωραίος περίπατος στον κήπο. Περπατώντας, ύστερα από λίγο, ανάμεσα σ’ εκείνα τα υπέροχα λουλούδια και δέντρα, πρόσεξε ότι ενώ όλα έμοιαζαν τέλεια – το σπίτι, τα φαγητά, ο κήπος – εκείνη ένοιωθε μια περίεργη ανησυχία! Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Και δεν έφταιγε εκείνο το παράξενο πρωινό, δεν ήταν από βαρυστομαχιά επειδή είχε φάει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα μαζί πρωί πρωί. Oύτε πάλι της έφταιγε η γριά καμαριέρα που την κοιτούσε έτσι επίμονα όση ώρα έτρωγε. Υπήρχε κάτι άλλο που την ενοχλούσε. Κάτι που ένοιωθε ότι δεν ήταν όπως θα έπρεπε να ήταν.
Κάπου χίλια και κάτι χρόνια πίσω, η φίλη μου η μάγισσα Κλοκλό κι εγώ, παρακολουθούσαμε, μέσα στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, την Αφρατούλα να περπατάει προβληματισμένη σε εκείνο τον υπέροχο κήπο του πλανήτη PILANIK. Η Κλοκλό γύρισε και με κοίταξε.
- Τι λες Παραμυθά. Τι είναι αυτό που το προβληματίζει το κοριτσάκι;
- Εμένα, ρωτάς Κλοκλό, της είπα. Εσύ είσαι η μάγισσα. Βρες το.
- Σωστό κι αυτό, είπε η Κλοκλό και γυρίσαμε με τρομερό ενδιαφέρον τα μάτια μας στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα.
Η Αφρατούλα συνέχισε τη βόλτα της μπαίνοντας σε ένα ωραίο μικρό δάσος, ενώ χιλιάδες σκέψεις συνέχισαν να στριφογυρίζουν στο κεφάλι της, χωρίς να μπορεί να βρει τι ήταν εκείνο που την ενοχλούσε στην όλη ιστορία και της δημιουργούσε ανησυχία. Βγαίνοντας από το μικρό δάσος βρέθηκε στην κορφή ενός χαμηλού λόφου, που της θύμισε ποπό μωρού παιδιού και που ήταν σκεπασμένος με καταπράσινο απαλό γρασίδι. Ένοιωσε μια φοβερή επιθυμία να ξαπλώσει και να κατέβει το λόφο κουτρουβαλώντας σαν βαρελάκι. Της ήρθε, δηλαδή, η επιθυμία να παίξει. Και τότε κατάλαβε επιτέλους τι την ενοχλούσε. Βλέποντας αυτή την υπέροχη κατηφόρα από γρασίδι που απλωνόταν μπροστά της, σε ένα λιβάδι όπου δεν υπήρχε ψυχή, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κανένα άλλο παιδί εκτός από αυτήν εκεί. Ήταν ολομόναχη! Πού ήταν, λοιπόν, οι υπόλοιποι νικητές του διαγωνισμού από άλλα σχολεία, από άλλες πόλεις, από άλλους πλανήτες του Γαλαξία; Κι επειδή η Αφρατούλα ήταν πολύ περίεργο και θαρραλέο κορίτσι, έτρεξε αμέσως πίσω στο μεγάλο σπίτι, για να ζητήσει από κάποιον εξηγήσεις.
Καθώς η Αφρατούλα προχωρούσε στο μεγάλο χολ του σπιτιού, κοιτώντας σαν χαμένη δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας να συναντήσει κάποιον και τα βήματά της αντηχούσαν σαν να ήταν άδειο το σπίτι, εντελώς ξαφνικά έπεσε πάνω σ’ έναν πανύψηλο άντρα, που ήταν ντυμένος επίσημα στα μαύρα, κάτι σαν μαιτρ ακριβού εστιατόριου!
- Κυρία μου, της είπε ο ψηλός άντρας και υποκλίθηκε μπροστά της με μεγάλο σεβασμό, κάνοντάς την να νοιώσει πολύ άσχημα που φορούσε το τριμμένο της μπλου-τζήν. Αλλά στο κάτω-κάτω, τι άλλο μπορούσε να φορέσει κανείς στις διακοπές του; Πάντως ο ψηλός άντρας με το μαύρο κοστούμι, άκουσε πολύ προσεκτικά και ευγενικά τις ερωτήσεις που του έκανε η Αφρατούλα χωρίς να δείξει καθόλου ενοχλημένος από τα ρούχα της. Στο τέλος της απάντησε με μια τραγουδιστή φωνή.
- Ελπίζω η κυρία να μην αισθάνεται άσχημα. Πολύ φοβάμαι ότι οι υπόλοιποι νικητές του διαγωνισμού, δεν θα ‘ρθουν πριν περάσουν μερικές μέρες. Δυστυχώς έγινε μια τρομερή παρεξήγηση με τον ταξιδιωτικό μας πράκτορα και γι’ αυτό θα καθυστερήσουν λίγο.
-Θέλετε, δηλαδή, να πείτε ότι είμαι ολομόναχη σ’ αυτό το τεράστιο μέρος;.
Εκατοντάδες χρόνια πίσω στο χρόνο, η Κλοκλό κι εγώ, γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε με απορημένο βλέμμα.
- Τι να συμβαίνει άραγε, Παραμυθά;
- Δε μου λες Κλοκλό, δεν μπορείς να επέμβεις για να δούμε τι γίνεται στο τέλος;
- Ε, όχι Παραμυθά, δεν είναι βιντεοταινία ή DVD για να το τρέξουμε.
- Έχεις δίκιο Κλοκλό, της είπα και ξανακοιτάξαμε κι οι δύο την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.
Η Αφρατούλα Μπουλούκου, το εντεκάχρονο κορίτσι που είχε έρθει πρώτο στο Διαγαλαξιακό διαγωνισμό έκθεσης με θέμα το φαγητό, κοιτούσε τον πανύψηλο άντρα με τα γαλάζια μάτια και το μαύρο επίσημο κοστούμι που στεκόταν με σεβασμό μπροστά της, γεμάτη απορία. Έως εκείνη τη στιγμή της είχαν συμβεί αρκετά παράξενα πράγματα. Πρώτον, αποκοιμήθηκε στο διαστημικό λεωφορείο πριν την απογείωση. Ύστερα είχε ξυπνήσει σε μια υπέροχη κρεβατοκάμαρα από μάρμαρο, γούνες και χρυσάφι. Μετά, επειδή όπως έλεγαν οι όροι του διαγωνισμού, μπορούσε να φάει ότι θέλει, όσο θέλει και όποτε θέλει, η Αφρατούλα ζήτησε ένα σωρό νόστιμα πράγματα για πρωινό, που της τα έφεραν βέβαια αλλά όση ώρα έτρωγε, η γριά καμαριέρα που της τα είχε σερβίρει, στεκόταν δίπλα της και την κοίταζε συνέχεια στα μάτια, γλύφοντας τα χείλια της. Και τώρα, ο πανύψηλος αυτός άντρας που συνάντησε στο μεγάλο χολ του σπιτιού, της έλεγε πως οι νικητές του διαγωνισμού από τα άλλα σχολεία θα καθυστερούσαν μερικές μέρες να ‘ρθουν. Η Αφρατούλα μουρμούρισε:
-Δεν μ’ αρέσει καθόλου, να μείνω μόνη μου σ’ αυτό το τεράστιο μέρος έστω κι αν είναι για λίγες μέρες.
O πανύψηλος άντρας με το μαύρο επίσημο κοστούμι, πήρε ένα μεγαλόπρεπο ύφος και της είπε με την τραγουδιστή φωνή του:
- Μα είμαστε εμείς εδώ. Και είμαστε πάντα έτοιμοι να πραγματοποιήσουμε την παραμικρή επιθυμία της κυρίας. Και… μια και βρισκόμαστε στη μέση του πρωινού, τι θα ‘λεγε η κυρία για κάτι ελαφρύ πριν το μεσημεριανό φαγητό; Τα μάτια του ψηλού άντρα, έλαμψαν πονηρά καθώς έκανε αυτή την ερώτηση στη Αφρατούλα.
- Δηλαδή, θέλετε να πείτε πως πρέπει να φάω κάτι;
- ‘O,τι θέλει η κυρία, μουρμούρισε ο ψηλός άντρας, προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία που υπήρχε στα μάτια του, και συνέχισε:
- Θα το θεωρούσα μεγάλη μου τιμή να σερβίρω την κυρία. Μάλιστα, νομίζω ότι της κυρίας θα της άρεσε μια παγωμένη λεμονάδα και μερικές υπέροχες τρούφες.
- Πώς το ξέρετε αυτό, ρώτησε η Αφρατούλα που εκείνη τη στιγμή ένοιωσε σαν να διάβαζαν τη σκέψη της.
- Και η λεμονάδα να είναι φτιαγμένη από φρέσκα λεμόνια, ενώ οι τρούφες να έχουν από πάνω κρέμα σαντιγί, συνέχισε ο πανύψηλος άντρας με μάτια που έλαμπαν.
- Μήπως έχετε διαβάσει την έκθεση που έγραψα για το διαγωνισμό;
- Ήμουν ένα από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, άρχισε να λέει με ασυγκράτητο πάθος ο πανύψηλος άντρας. Διαβάζοντας την έκθεσή σου, συμφωνήσαμε όλοι πως έπρεπε να σε φέρουμε χωρίς καθυστέρηση κοντά μας. Εσένα, με την καταπληκτική σου παιδική όρεξη, που μπορεί…
O πανύψηλος άντρας σταμάτησε αυτόν τον αυθόρμητο χείμαρρο από λέξεις που έβγαινε από το στόμα του, ξερόβηξε με ένα ύφος καθωσπρεπισμού και ξαναπήρε την προηγούμενη, τη γεμάτη αξιοπρέπεια πόζα του, ψιθυρίζοντας τυπικά:
- Θα ήθελε μια λεμονάδα η κυρία;
- Και μερικές τρούφες με κρέμα σαντιγί, συμπλήρωσε η Αφρατούλα αναστενάζοντας στη σκέψη ότι σε λίγο θα έτρωγε ένα από τα αγαπημένα της γλυκά.
Δεν της πήρε και πολύ για να τα καταβροχθίσει όλα αυτά, και δεν της έμεινε τίποτε’ άλλο να κάνει, απ’ το να ξαπλώσει στο γρασίδι, στον ήλιο, περιμένοντας να ‘ρθει η ώρα του μεσημεριανού φαγητού.
Στις μέρες που ακολούθησαν η Αφρατούλα έκανε όλα όσα μπορεί να κάνει κάποιος που ζει μόνος του. Κολυμπούσε στη στολισμένη με νούφαρα λίμνη· κυνηγούσε πεταλούδες· σκαρφάλωνε στα δέντρα· μάζευε λουλούδια και πετούσε πέτρες βάζοντας σημάδι το καθετί. Τις φορές που ένοιωθε πολύ μοναξιά, παρηγορούσε τον εαυτό της με τη σκέψη ότι πολύ γρήγορα θα έρχονταν και οι άλλοι νικητές του διαγωνισμού. Μέχρι τότε, έτρωγε ό,τι της έκανε κέφι και σκεφτόταν κάθε φορά τι πιο παράξενο να παραγγείλει. Ανακάλυψε ότι την ευχαριστούσε να τρώει χωρίς να κρατάει τις συνηθισμένες ώρες φαγητού που έχουν οι άνθρωποι ή να αλλάζει αυτό που έπρεπε να τρώει ανάλογα με την κάθε ώρα. Έτσι έτρωγε ψητό κοτόπουλο με πατάτες τηγανητές το πρωί και γάλα με κέικ το μεσημέρι. Και πάντα, βέβαια, υπήρχαν και όλα όσα έτρωγε στα ενδιάμεσα για κολατσιό: Κάτι υπέροχα σάντουιτς με ό,τι ήθελε μέσα, κι ακόμα – όποτε το ζητούσε – υπέροχα φτιαγμένο παραδοσιακό «μαλλί της γριάς» και παγωτό χωνάκι.
Η συνέχεια, όμως, στο άλλο post.
Καλό βράδυ.
Π.
Πρόλογος για το «γάμο-post»
Παράξενη εβδομάδα!!! Όπως είναι και όλη η ζωή άλλωστε… Άρχισε με χιονοθύελλα και πολύ χιόνι που μας ανάγκασε να φύγουμε από το χωμένο στα χιόνια σπίτι μας -όλο και κάποια φωτογραφία του σπιτιού θα βάλει σήμερα στο blog της η Άιναφετς- και να μείνουμε μέχρι εχθές στην Αθήνα. Συνεχίστηκε με πολλή δουλειά για να τελειώσω -χτένισμα και συμπλήρωμα κεφαλαίων- το βιβλίο μου που κάποιοι ξέρετε, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ» , που εξαντλήθηκε και θα ξαναβγεί πάλι από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ το καλοκαίρι, με καινούργιο εξώφυλλο και τίτλο, «Τα ευτυχισμένα παιδιά, θέλουν γονείς χωρίς ‘εγώ’.» Χθες πήγα στο θέατρο (!!!) -η έκτη φορά μέσα σε 37 χρόνια – και θα τελειώσει σήμερα με την κηδεία του καλύτερου φίλου μου. (Χα, χα, χα… Όταν πήρα ένα κοινό φίλο για να του το πω, κλείνοντας μου είπε: «Άντε και στα δικά μας». «Άντε και στα δικά μας…» του είπα κι εγώ και κλείσαμε. Χα, χα, χα…
Λοιπόοοον… Σκεφτόμουν να ανεβάσω κάτι την Τρίτη για την «Ημέρα της γυναίκας», αλλά υπήρχε πολύ πίεση και δεν το έκανα. Για το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει να γράψω το post για το γάμο που το αναβάλλω τα τελευταία δύο χρόνια και που κάποτε μια κοπέλα είχε πει γι’ αυτό: «Τι θα γίνει μ’ εκείνο το γαμοpost»; Ε, λοιπόν θα μπει μέσα στο Σαββατοκύριακο. (Χα, χα, χα… Ελπίζω να το κάνω αυτή τη φορά). Σήμερα, όμως, λέω να βάλω κάτι από το post για την ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ σαν πρόλογο στο άλλο. Θα βάλω δύο φωτογραφίες που είχα βρει και είχαν σχέση με αυτά που θα έγραφα. Δεν θα βάλω πια το κείμενο, αλλά μόνο τις φωτογραφίες λέγοντας ότι η μία είναι σαν σύμβολο των γυναικών που ο γάμος τις έχει πάρει από κάτω και τραβάνε των παθών τους τον τάραχο και η άλλη συμβολίζει τις γυναίκες που έχουν παντρευτεί, αλλά «δεν μασάνε…». Θα καταλάβετε ποια φωτογραφία είναι για ποιαν και τα σχόλια δικά σας.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ
Π.
1.

2.

Μια ξύπνια γυναίκα
Δεν μ’ αφήνετε ν’ αγιάσω βρε γαμώτο. (Αλλά και το «τράβα με, κι ας κλαίω» σωστό είναι κι αυτό). Βλέποντας τα σχόλιά σας, θα ήθελα να πω ότι αυτά που έγραψα προχθές ως συνοδευτικά στο παραμύθι -ίσως δεν ήμουν πολύ σαφής- δεν τα έβαλα για να δημιουργήσω κάποια αντιπαλότητα ή ανταγωνισμό, αλλά για να πω για κάτι που είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι ότι οι γυναίκες γεννάνε παιδιά και οι άντρες όχι. Βέβαια να μείνουμε έγκυος αποκλείεται. (Μ’ αυτόν τον καημό θα πάω ρε γαμώτο, έχω τρομερή περιέργεια να δω πώς είναι. Αν υπάρχει αυτό που λένε «μετενσάρκωση», την άλλη φορά θα έρθω γυναίκα και θα κάνω πολλά παιδιά). Να μείνουμε, λοιπόν, έγκυος, αποκλείεται, αλλά θα μπορούσε κανείς να δει τι είναι εκείνο που τις κάνει πιο ξύπνιες και πιο πρακτικές, πιο προσγειωμένες στην καθημερινή ζωή. Να δει ποια είναι η αντρική διαμόρφωση –αιώνες τώρα – που έχει χώσει στο αντρικό μυαλό διάφορες ιδέες ανωτερότητας «από χέρι» για το φύλλο του, που τελικά τον κάνουν, «τρία πουλάκια κάθονται» από την πολύ αυτοπεποίθηση ή και από το αντίθετο, ενώ οι γυναίκες, μέσα στους αιώνες αντρικής καταπίεσης –από την αυστηρή μονογαμία (στην ουσία μόνο γι’ αυτές) έως την μπούργκα και την κλειτοριδοεκτομή- για να επιβιώσουν, ανέπτυξαν ικανότητες που τις έκαναν πιο ξύπνιες, τις έκαναν να είναι πιο πολύ στο παρόν, πιο πρακτικές, πιο ευέλικτες. Αυτό το βίντεο που ανέβασα, (δεν κρατάει ούτε ένα λεπτό) δείχνει ακριβώς, πώς πληρώνει ένας άντρας την πολύ του αυτοπεποίθηση από την υποτιθέμενη υπεροχή του, από μια γυναίκα ξύπνια. Και εδώ κολλάει ότι άρχισα αυτό το post λέγοντας, «δεν μ’ αφήνετε ν’ αγιάσω βρε γαμώτο». Ε, λοιπόν, για άλλη μια φορά θα κάνω μία «αταξία». Είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά, στα σχεδόν τέσσερα χρόνια του blog – δεν είναι τρία που είπα προχθές.
Σαν συμπλήρωμα (χιουμοριστικό, αλλά με πολύ νόημα) του προηγούμενου post, σκέφτηκα να ανεβάσω αυτό το βίντεο, που με τρώει εδώ και καιρό να το κάνω. Προσέξετε αυτή την εξαιρετική κοπέλα στο βίντεο. Αυτή να την έχεις πλάι σου, γυναίκα σου και μάνα των παιδιών σου, και να μη φοβάσαι τίποτα… Χα, χα, χα…
Και λέει και λίγες κουβέντες και σταράτες. Αν δεν τις πιάσετε στα αγγλικά, η πρώτη είναι: «Μου δίνετε το σουτιέν μου, σας παρακαλώ;» Και η δεύτερη, είναι: «Κούμπωσέ μου το».
Χα, χα, χα… Έχω ξεφύγει τελείως…
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.
Kony
Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, που με τα σχόλιά σας στο χθεσινό post (όσα ήδη γράφτηκαν κι όσα ανάλογα πιθανόν να γραφτούν) ξαναφέρνετε μια γεύση αγάπης σε αυτό το blog. Και μια και είναι γιορτές και θα έχετε χρόνο, θα σας ανεβάσω εδώ την πρώτη ταινία του «μάστορα» (έβδομη στη σειρά) που έστειλε στο Φεστιβάλ Δράμας πριν μερικά χρόνια. Ο ίδιος δεν τη γουστάρει και την έχει σχεδόν «αποκηρύξει», αλλά εμένα εξακολουθεί να μου αρέσει. Χώρια που είναι η πρώτη φορά που είχα ως ηθοποιός σκηνοθέτη το γιο μου και ως παραγωγός, υπεύθυνη παραγωγής την κόρη μου. Σταματώ εδώ, για να μην … «κατέβει» πολύ κάτω το χθεσινό post, «Τι είναι αγάπη;».
Καλή Κυριακή
Σας φιλώ πολύ
Π.
Υ.Γ. Όλο ξεχνάω να σας πω, ότι αυτό το «Π» με το οποίο υπογράφω σχεδόν όλα τα posts σε αυτό το blog, είναι σαν νόμισμα: έχει δύο όψεις. Σημαίνει και «Παραμυθάς», και «Πιλάβιος». Διαλέγετε και παίρνετε.
«Η φίλη μου η Ντόλυ»

Αυτά που βλέπετε είναι τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» που θα κυκλοφορήσουν σε καμιά σαρανταριά μέρες από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Θα γίνουν κάποιες εκδηλώσεις προς το τέλος Ιανουαρίου, που σίγουρα θα τις μάθετε. Την μία την ξέρω, θα είναι η 3η Έκθεση Παιδικού & Εφηβικού Βιβλίου από 29/1 έως 1/2. Είναι πολύ πιθανό να κάνω ειδική εκδήλωση, που θα συνδυάζει τα βιβλία, τις καινούργιες εκπομπές της Ε.Ρ.Τ. και θεατρικό παιχνίδι, το Σάββατο 30/1 ή την Κυριακή 31. (Και μια και με απείλησες Καραπιπέρη, ξυρίσου κι έλα για καμιά σκανταλιά).
Οι ιστορίες που υπάρχουν σε αυτά τα βιβλία, είναι-σχεδόν όλες- οι ιστορίες που πάνω τους γράφτηκαν τα σενάρια των εκπομπών. Οι ζωγραφιές των βιβλίων είναι της γυναίκας μου, Στεφανίας Ταπτά, και είναι πλάνα από τις εκπομπές. Συνεννοήθηκα με τον ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ και συμφωνήσαμε να σας ανεβάσω εδώ ένα παραμύθι όπως θα είναι στο βιβλίο. Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω το ίδιο και με την εκπομπή της Ε.Ρ.Τ. Έβαλα όμως κάνα δυο πλάνα παραπάνω, για χάρη σας. Η ιστορία που θα διαβάσετε, είναι από το βιβλίο «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ», και όπως όλες οι ιστορίες του Παραμυθά (όπως ξέρετε από τότε που είσαστε παιδιά) είναι και αυτή αληθινή. Πρωτοεμφανίστηκε εδώ στο blog, πριν κανένα χρόνο και είναι γραμμένη για την παραμυθομεγαλωμένη φίλη μου Ντόλυ Ζαφειροπούλου. (Χρωστάω ένα και για την Μαρίλια). Πριν περάσουμε στην ιστορία, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για ό,τι έγινε στα έξι τελευταία post. Πρώτα’ απ’ όλα να πω ότι εκείνοι που εντόπισαν ότι το διασκεδάζω, έπεσαν μέσα. Όλα άρχισαν σε μια στιγμή που είχα αρχίσει να βαριέμαι το blog και ήθελα ή κάτι να μου αναζωογονήσει το ενδιαφέρον ή να το σταματήσω. Την ίδια στιγμή, επίσης, είχε αρχίσει να μην μου αρέσουν κάποια σχόλια που γίνονταν σε βάρος φιλικών μου προσώπων στο blog. Και πάνω εκεί, έγινε αναφορά σε φαντάσματα από το παρελθόν, που ξανάρθαν στο φως. Ε, δεν ήθελα και πολύ, και έκανα αυτό που κάνω σε όλη μου τη ζωή, από τα 20 και μετά, όταν κάτι δεν μου αρέσει: δημιουργώ κρίση. (Επιτρέψτε μου να σας πω μέσα από την καρδιά μου: αν είστε μέσα σε μια οποιουδήποτε είδους σχέση ή σε μια δουλειά που κάτι δεν πάει καλά, μη φοβάστε να δημιουργήσετε κρίση. Ή θα αλλάξουν τα πράγματα ή θα τελειώσουν. Και τα δύο είναι καλύτερα από κάτι που «σέρνεται» και σαν σαράκι σου ροκανίζει την ψυχή). Κι έτσι ξεκίνησε το πανηγύρι. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, κάποιοι ήταν «υπέρ», κάποιοι ήταν «κατά» και κάποιοι, «ναι μεν αλλά». (Αυτό το τελευταίο είναι κάποιες φορές ύποπτο σύγκρουσης μεταξύ λογικής και καρδιάς ή φόβου να πάρει κανείς θέση ή επιθυμίας να έχεις «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο»). Έφυγαν όποιοι ήταν φύγουν (ελπίζω για πάντα) και να ‘μαστε πάλι εδώ ανανεωμένοι, με «ιστορίες και άλλα…» όπως λέει και το λογότυπο του blog. Και για να το κλείσω, επειδή άρχισε να γίνεται «σεντόνι»: Νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως ένα blog σαν κι αυτό, που είναι 100% προσωπικό, αφού δεν κρύβομαι πίσω από ψευδώνυμα, βάζω μέχρι και φωτογραφίες μου και της οικογένειάς μου, έχω την ατυχία να είμαι δημόσιο πρόσωπο και τα τηλέφωνά μου να υπάρχουν στον τηλεφωνικό κατάλογο, νομίζω ότι είναι αυτονόητο, λοιπόν, πως αυτό το blog είναι «σπίτι μου» και στο σπίτι του έχει κανείς το δικαίωμα να δέχεται όποιους γουστάρει. Και δεν γουστάρω ανθρώπους που έχουν τόση μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε να ενοχλούνται επειδή οι ίδιοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτι ξεχωριστό και οι άλλοι δεν τους το αναγνωρίζουν και τους «γράφουν». Επίσης, δεν γουστάρω ανθρώπους που, το ίδιο και χειρότερα, έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ώστε να θεωρούν ότι χρειάζεται να πάει σε γιατρό όποιος τους αποκαλεί «μαλάκα»!!! Χα, χα, χα… Απίστευτο αυτό το τελευταίο, ε; Χα, χα, χα… Ελπίζω, πάντως, να απαλλαχτήκαμε από την ομάδα εκείνων που δεν το παίρνουν ανάλαφρα και έχουν γίνει Ε.Λ.Π.Α. Χα, χα, χα… Εδώ σας θέλω, θαμώνες του blogouli της Άιναφετς που μιλάτε με ΚΝΗΦ και ΞΠΡΤ και τέτοια, τι θα πει «Ε.Λ.Π.Α.» ; Παρακαλώ όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο απ’ όπου το πήρα, να συγκρατηθούν και να παίξουν τίμια και να μην το μαρτυρήσουν.
Λοιπόοον… πάρτε μια βαθιά ανάσα, σβήστε τα όλα αυτά και χαλαρώστε για να διαβάσετε μια πραγματικά γλυκειά και τρυφερή περιπέτεια του «Παραμυθά», με τις ζωγραφιές της Στεφανίας και το σκηνοθετικό στήσιμο του Κωνσταντίνου ή «μάστορα».
Σας φιλώ πολύ.
Νίκος Πιλάβιος
Η φίλη μου ο Ντόλυ.
Πριν από πολύ καιρό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που από μωρό ήταν πολύ όμορφο κι επειδή ο μπαμπάς του είχε ζήσει χρόνια στην Αμερική το έβγαλε, Ντόλυ ─ δηλαδή, «Κουκλάκι». Το κοριτσάκι αυτό, όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφο, αλλά και όλο και πιο καλό και έξυπνο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε γεννηθεί και με ένα φοβερό χάρισμα: μπορούσε να στέλνει τη σκέψη της στους ανθρώπους και να την ακούνε οι άλλοι μέσα στο κεφάλι τους σαν να τους μιλάει με τηλέφωνο. Την πρώτη φορά που το κοριτσάκι το κατάλαβε αυτό, τρόμαξε! Να τι έγινε: Εκεί που έπαιζε, μια μέρα, με τις κούκλες της, ξαφνικά σκέφτηκε ότι διψάει. Κι ενώ δεν είχε πει λέξη γι’ αυτό άκουσε τη μαμά της να της λέει, «να σου φέρω νεράκι, μωρό μου;» και την είδε να σηκώνεται και να της φέρνει νερό από την κουζίνα!

Εκείνη την εποχή που η Ντόλυ ήταν μικρή, ήταν η εποχή που είχα μια εκπομπή στην τηλεόραση και είχε για τίτλο το παρατσούκλι μου: «Ο Παραμυθάς». Η μικρή Ντόλυ καθόταν κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα και μέρα, μπροστά στην τηλεόραση για να βλέπει τις ιστορίες μου. Και κάθε φορά προσπαθούσε να μου στέλνει τη σκέψη της, λέγοντας μέσα της: «θέλω να σε δω Παραμυθά, θέλω να σε δω». Αλλά, βλέπετε, η εκπομπή δεν γινόταν ζωντανά εκείνη τη στιγμή που την έβλεπε η Ντόλυ, γιατί την ετοιμάζαμε μέρες πριν, κι έτσι δεν μπορούσα «ν’ ακούσω» τη σκέψη της.
Επειδή, όμως, στη ζωή υπάρχει περισσότερη φαντασία από οπουδήποτε αλλού, κάποτε ήρθαν έτσι τα πράγματα, που άκουσα τη φωνή της Ντόλυ στο κεφάλι μου. Και να πώς έγινε. Εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά στη ζωή του μικρού κοριτσιού και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, ήρθε να μείνει στο διπλανό σπίτι μια κακιά μάγισσα, τόσο κακιά που δεν την έκανε παρέα κανείς. Η κακιά μάγισσα ζήλευε τόσο πολύ την Ντόλυ που τις νύχτες δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το κακό της. Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλα τα μαγικά της για να μην την βλέπει πια. Ένα βράδυ που όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι της Ντόλυ, μπήκε κρυφά από το παράθυρο, πλησίασε το κρεβάτι του μικρού κοριτσιού κι άρχισε τα μαγικά της… Μουρμούριζε, μουρμούριζε, μουρμούριζε κάτι ακαταλαβίστικα και ξαφνικά… βρουουουμμμ… Η Ντόλυ έγινε ένα ωραίο άσπρο άλογο. Αμέσως, πήδηξε από το παράθυρο και χάθηκε καλπάζοντας μέσα στη νύχτα… Μάταια οι γονείς της Ντόλυ έψαξαν την άλλη μέρα απελπισμένοι παντού για να τη βρουν. Τα κοριτσάκι είχε εξαφανιστεί για τα καλά. Όμως -όπως ξέρουμε εμείς- η Ντόλυ δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά απλώς είχε γίνει ένα ωραίο άσπρο άλογο που κάλπαζε όλη τη νύχτα χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι της συνέβη. Έκλαιγε, έκλαιγε κι έτρεχε καλπάζοντας, μέχρι που όταν άρχισε να ξημερώνει, βρέθηκε σε ένα ωραίο μεγάλο χτήμα, που έμοιαζε σαν αμερικάνικο ράντσο, βγαλμένο από καουμπόικη ταινία. Το κτήμα αυτό το είχε κάποιος που είχε ζήσει κι εκείνος στην Αμερική και γι’ αυτό το είχε φτιάξει έτσι που να μοιάζει με ράντσο, και του άρεσε να ντύνεται όλο το χρόνο σαν cow boy, γι’ αυτό κι όλοι τον φώναζαν, «ο Μήτσος, ο καουμπόης». Ο Μήτσος ζούσε ολομόναχος του σ’ ολόκληρο το κτήμα του, γι’ αυτό κι όταν είδε την Ντόλυ να περνάει τον φράχτη και να τον πλησιάζει, ξετρελάθηκε από τη χαρά του.

Όταν πλησίασε το άλογο, ο Μήτσος το κοίταξε προσεκτικά και μουρμούρισε: «Κορίτσι είναι. Άραγε τι όνομα να της δώσω…»
«Ντόλυ», σκέφτηκε η Ντόλυ που τον άκουσε και που παρ’ όλο που είχε γίνει άλογο καταλάβαινε την ανθρώπινη γλώσσα. Και επειδή δεν είχε χάσει και την ικανότητά της να μεταδίδει τη σκέψη της στους άλλους, ο Μήτσος ο καουμπόη, είπε, «Ντόλυ θα την βγάλω», νομίζοντας ότι σκέφτηκε μόνος του το όνομα.
Έτσι η Ντόλυ έμεινε μαζί με τον Μήτσο τον καουμπόη μέχρι να δει πώς θα μπορέσει να ξαναγίνει το ωραίο κοριτσάκι που ήταν πριν. Έκανε προσπάθειες να δώσει στον Μήτσο τον καουμπόη να καταλάβει ότι είναι κοριτσάκι, αλλά κάθε φορά που σκεφτόταν, «είμαι κορίτσι», ο Μήτσος ο καουμπόης έλεγε, «αχ να ‘χα ένα κοριτσάκι» νομίζοντας ότι αυτό το σκέφτηκε ο ίδιος.Οι μέρες περνούσαν και ο καημένος ο Μήτσος, που ήταν καλός άνθρωπος, έβλεπε την Ντόλυ να κάθεται στενοχωρημένη στα σκαλοπάτια του σπιτιού του και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να της βάλει σέλλα για να ανέβει επάνω της και ν’ αρχίσει να τη βάζει να τον πηγαίνει εδώ κι εκεί και να του κάνει διάφορες δουλειές. Έτσι, περνούσε ο καιρός, χωρίς να καταφέρνει ο Μήτσος να φτιάξει το κέφι της Ντόλυ και να τη βάλει να δουλέψει.

Ένα απόγευμα, έτυχε να περνάω πετώντας πάνω από το κτήμα του Μήτσου του καουμπόη, όταν άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου να φωνάζει, «Παραμυθά, Παραμυθά…» κοιτάζω προς το κάτω και βλέπω ένα ωραίο άσπρο άλογο να έχει ανασηκωθεί στα πίσω πόδια του και να χλιμιντρίζει. Επειδή, όπως ξέρετε, όταν φοράω το μαγικό γιλέκο μου εκτός που μπορώ να πετάω, μπορώ και να μιλάω με τα φυτά, τα ζώα και τα πράγματα, κατάλαβα ότι μου μιλάει το άλογο και κατέβηκα δίπλα του να δω τι θέλει.
«Πώς σε λένε», ρώτησα το άλογο μόλις βρέθηκα δίπλα του.«Ντόλυ», μου λέει. «Αχ, Παραμυθά, δεν ξέρεις πόσο ήθελα να σε δω από κοντά. Κάθε φορά που σε έβλεπα στην τηλεόραση σου έστελνα τη σκέψη μου, αλλά ήσουν ο μόνος που δεν την άκουγες και δεν ερχόσουν».«Άλογο και να βλέπει την εκπομπή μου στην τηλεόραση!» είπα έκπληκτος.

«Δεν είμαι άλογο, κοριτσάκι είμαι και δεν ξέρω πώς έγινε και άλλαξα».
Εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι το άλογο δεν ανοιγόκλεινε το στόμα του κι ότι μου έστελνε τις σκέψεις του. Χάιδεψα το αλογάκι στο κεφάλι κι εκείνο βούρκωσε. Και τότε κατάλαβα ότι πρέπει να είχαν κάνει μάγια στο κοριτσάκι και γι’ αυτό είχε γίνει άλογο.
«Πόσο καιρό είσαι έτσι»; ρώτησα ανήσυχος.«Τέσσερις – πέντε μήνες», μου είπε.
«Πρέπει να σε πάω αμέσως στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό να σε ξεμαγέψει, γιατί αν είσαι έτσι για επτά μήνες, μετά θα μείνεις άλογο για πάντα.Και πάνω που ετοιμαζόμουν να πάρω τη Ντόλυ και να φύγω, ακούω πίσω μου μια φωνή.«Ε, ποιος είσαι εσύ και τι θες με το άλογό μου»;
«Είμαι ο Παραμυθάς», του λέω, «κι αυτή δεν είναι άλογο, είναι κοριτσάκι που το έκανε άλογο μια κακιά μάγισσα».«Τι σαχλαμάρες είναι αυτές…» πήγε να πει ο Μήτσος, αλλά εκείνη τη στιγμή η Ντόλυ σκέφτηκε, «αλήθεια σου λέει, Μήτσο, άσε μας να φύγουμε». Ο Μήτσος νόμισε ότι το σκέφτηκε αυτός και είπε: «Κάτι μου λέει μέσα μου, ότι λες αλήθεια. Πηγαίνετε. Αλλά θέλω Ντόλυ όταν γίνεις κοριτσάκι, να ‘ρθεις να με δεις», είπε ο Μήτσος και βούρκωσε, γιατί την είχε αγαπήσει πολύ την Ντόλυ.

Χωρίς να περιμένω άλλο, βούτηξα την Ντόλυ και φύγαμε πετώντας από το κτήμα του Μήτσου του καουμπόη. Ο κόσμος από κάτω, είχε χαζέψει που έβλεπε έναν παππού να πετάει με ένα άσπρο άλογο, αλλά πρέπει να σας πω ότι εμένα μου φαινόταν πολύ ποιητική εικόνα!
Σε λίγο είμαστε στο σπίτι της Κλοκλό. Μόλις της είπα τι συνέβαινε ακούμπησε το χέρι της πάνω στο κεφάλι του αλόγου, ψιθύρισε κάτι μαγικά λόγια και… ουάου! Το άλογο εξαφανίστηκε και στη θέση του βρέθηκε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι που κοιταζόταν και δεν πίστευε στα μάτια του!

«Σ’ ευχαριστώ Παραμυθά μου, σ’ ευχαριστώ…» μου έλεγε αλλά την έκοψα λέγοντάς της: «Πρέπει να πάμε αμέσως στους γονείς σου γιατί θα είναι πολύ λυπημένοι που σε έχασαν». Ευχαρίστησα την Κλοκλό και φύγαμε αμέσως πετώντας.
Έτσι, η γλυκιά Ντόλυ, ήταν σε λίγο στην αγκαλιά των γονιών της που έκλαιγαν από χαρά που ξαναβρήκαν το κοριτσάκι τους. Η Ντόλυ διηγήθηκε την περιπέτειά της στους γονείς της και τους είπε για τον Μήτσο τον καουμπόη· τι καλά που της είχε φερθεί όταν ήταν αλογάκι, κι ότι του είχε υποσχεθεί όταν γίνει κοριτσάκι να πάει να τον δει. Έτσι την άλλη μέρα, οι γονείς της Ντόλυ την πήγαν στο χτήμα του Μήτσου, που μόλις είδε το κοριτσάκι από μακριά έτρεξε και το άρπαξε στην αγκαλιά του και το έσφιγγε σαν να ήτανε παιδί του.
Αυτή είναι η ιστορία της φίλης μου της Ντόλυ, που από τότε είμαστε δυο καλοί φίλοι έως σήμερα.
That’s My Daughter
Κάποια πονηρή αλεπού από την παρέα μας, που έχει μυριστεί ότι το «διπλόφαρδο σεντόνι» που ετοιμάζω είναι ζόρικο, μου έριξε μια πεπονόφλουδα για να γράψω κάτι άλλο. Κι εγώ, ομολογώ, «την πάτησα» ευχαριστώς, και να γιατί: Μου έστειλε ν’ ακούσω ένα τραγούδι με θέμα όσα λέει ένας μπαμπάς για την κόρη του. Το έχει γράψει και το τραγουδάει ένας συνθέτης που δεν τον είχα ξανακούσει. Τον λένε Loudon Wainwright. Καθώς το άκουγα, μου έρχονταν στο νου κάποιες φάσεις από τη ζωή μου με τη κόρη μου και διάφορες φωτογραφίες που την έχω βγάλει. Ε, δεν ήθελα και πολύ! Καθώς μου αρέσει και πολύ το μοντάζ, είπα να φτιάξω ένα videoclip. Ελπίζω να το διασκεδάσετε. Σας αντιγράφω εδώ και τα λόγια. Ελπίζω – αν δεν ξέρετε αγγλικά – να βρείτε κάποιον να σας το μεταφράσει.
Καλό βράδυ.
Σας φιλώ πολύ.
Π.
That’s my daughter in the water
Everything she sees
she says she wants.
Everything she wants
I see she gets.
That’s my daughter in the water
everything she owns I bought her
Everything she owns.
That’s my daughter in the water,
everything she knows I taught her.
Everything she knows.
Everything I say
she takes to heart.
Everything she takes
she takes apart.
That’s my daughter in the water
every time she fell I caught her.
Every time she fell.
That’s my daughter in the water,
I lost every time I fought her.
I lost every time.
Every time she blinks
she strikes somebody blind.
Everything she thinks
blows her tiny mind.
That’s my daughter in the water,
who’d have ever thought her?
Who’d have ever thought?
That’s my daughter in the water,
I lost every time I fought her
Yea, I lost every time.
Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή
Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δείξετε τόσο ενδιαφέρον για το τραγούδι του φίλου μου Γιώργου Στεφανάκη πάνω στο ποίημα του Κρισναμούρτι. Έτσι, σκέφτηκα να σας βάλω και μια ιστορία του από το ίδιο βιβλίο, που έγραψε γύρω στα τριάντα του, που είναι και η ηλικία της φωτογραφίας του, εδώ. Αντιγράφοντας την ιστορία, θυμήθηκα και κάτι που είχε πει σε μια συζήτηση περί χορτοφαγίας και το πόσο εύκολα σκοτώνουν οι άνθρωποι για τροφή ή και απλώς για διασκέδαση. Κάποιος του είπε: «Όπως θα ξέρετε, έχουν ανακαλύψει ότι και τα μαρούλια όταν τα ξεριζώνουν αφήνουν μια κραυγή πόνου, που σημαίνει ότι κι αυτά τα σκοτώνει ο άνθρωπος. Οπότε…»
Κι ο Κρισναμούρτι του απάντησε: «Ξέρετε, κύριε, κανείς έχει διάκριση και κάπου τραβάει μια γραμμή, που σημαίνει μέχρι εδώ…»
Αυτά …
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Ξέρω, ξέρω, «να-τασσάκι», άλλο ποστ/σεντόνι είχα πει ότι θα βάλω, άλλο σου είπα χτες ότι θα βάλω κι άλλο έβαλα τελικά. Ε… κάπου κανείς τραβάει μια γραμμή και ξεχωρίζει τη συνέπεια από τη νεύρωση και τον ψυχαναγκασμό να είναι χωρίς όρια και πάντα συνεπής. Χα, χα, χα… Ελπίζω να μη σας μπέρδεψα…

Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η Ζωή γέμιζε την καρδιά του χαρά. Αγαπούσε αληθινά και βαθιά τη Ζωή, οπότε αγαπούσε τα πάντα.
Ένοιωθε το ίδιο φίλος και για τον πιο απλό άνθρωπο και για τον πιο σπουδαίο. Άλλωστε και η Ζωή δεν είναι σαν το νερό που είναι εκεί για να ξεδιψάει και τον πιο σοφό και τον πιο ανόητο; Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν περιζήτητος για τη σοφή του κατανόηση και την αγάπη που έδινε απλόχερα γύρω του.
Μια μέρα, λοιπόν, που ο ουρανός ήτανε καταγάλανος κι ο ήλιος έκαιγε το χώμα, βγήκαν τα μυρμήγκια από τις υπόγειες φωλιές τους και περιπλανιόνταν στο πρόσωπο της γης, κοντά σε μια λίμνη, κι ήταν τόσα πολλά, που καθώς έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει, το μονοπάτι έμοιαζε σαν να κινείται αυτό!
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη Ζωή, με τη διαίσθηση που του χάριζε η σοφία του, είδε ότι σε κάποιον που κολυμπούσε εκείνη τη στιγμή στη χαμογελαστή, γαλάζια λίμνη σε λίγο κάτι θα συνέβαινε και θα πνιγόταν. Έτρεξε γρήγορα στο μονοπάτι, πατώντας αναγκαστικά πάνω σε μερικά μυρμήγκια, μπροστά στα απορημένα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, και πήδηξε στη λίμνη για να γλιτώσει τον κολυμβητή από το δυνατό στροβίλισμα των νερών, που άρχιζε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, και σε λίγο θα τον είχε ρουφήξει για πάντα στο βυθό. Ύστερα από μερικά λεπτά βγήκε έξω, άφησε τον άνθρωπο που παραλίγο να είχε πνιγεί στο χώμα κι απομακρύνθηκε γρήγορα χαμογελώντας.
Οι άνθρωποι που ήταν εκεί τον κοίταξαν με περιφρόνηση. Φαίνεται πως είχαν ενοχληθεί από αυτό που είδαν γιατί είπαν: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, να είναι σοφός και ν’ αγαπάει αληθινά τη Ζωή, όταν εξολοθρεύει έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα τόσα ζώα; Τι ανόητοι που είμαστε να πιστεύουμε ότι είναι σοφός και να περιμένουμε απ’ αυτόν αγάπη».
Κι εκείνος, από τότε, περιπλανιέται μόνος του στα βουνά, αγαπώντας πάντα το ίδιο τη ζωή.
Α.. πόσο λίγο αγαπάνε αληθινά οι άνθρωποι!…
Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δείξετε τόσο ενδιαφέρον για το τραγούδι του φίλου μου Γιώργου Στεφανάκη πάνω στο ποίημα του Κρισναμούρτι. Έτσι, σκέφτηκα να σας βάλω και μια ιστορία του από το ίδιο βιβλίο, που έγραψε γύρω στα τριάντα του, που είναι και η ηλικία της φωτογραφίας του, εδώ. Αντιγράφοντας την ιστορία, θυμήθηκα και κάτι που είχε πει σε μια συζήτηση περί χορτοφαγίας και το πόσο εύκολα σκοτώνουν οι άνθρωποι για τροφή ή και απλώς για διασκέδαση. Κάποιος του είπε: «Όπως θα ξέρετε, έχουν ανακαλύψει ότι και τα μαρούλια όταν τα ξεριζώνουν αφήνουν μια κραυγή πόνου, που σημαίνει ότι κι αυτά τα σκοτώνει ο άνθρωπος. Οπότε…» Κι ο Κρισναμούρτι του απάντησε: «Ξέρετε, κύριε, κανείς έχει διάκριση και κάπου τραβάει μια γραμμή, που σημαίνει μέχρι εδώ…»
Αυτά …
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Ξέρω, ξέρω, «να, τασσάκι», άλλο ποστ/σεντόνι είχα πει ότι θα βάλω, άλλο σου είπα χτες ότι θα βάλω κι άλλο έβαλα τελικά. Ε… κάπου κανείς τραβάει μια γραμμή και ξεχωρίζει τη συνέπεια από τη νεύρωση και τον ψυχαναγκασμό να είναι χωρίς όρια και πάντα συνεπής. Χα, χα, χα… Ελπίζω να μη σας μπέρδεψα… Διαβάστε την ιστορία.
Ο Άνθρωπος που Αγαπούσε τη Ζωή
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η Ζωή γέμιζε την καρδιά του χαρά. Αγαπούσε αληθινά και βαθιά τη Ζωή, οπότε αγαπούσε τα πάντα.
Ένοιωθε το ίδιο φίλος και για τον πιο απλό άνθρωπο και για τον πιο σπουδαίο. Άλλωστε και η Ζωή δεν είναι σαν το νερό που είναι εκεί για να ξεδιψάει και τον πιο σοφό και τον πιο ανόητο; Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ήταν περιζήτητος για τη σοφή του κατανόηση και την αγάπη που έδινε απλόχερα γύρω του.
Μια μέρα, λοιπόν, που ο ουρανός ήτανε καταγάλανος κι ο ήλιος έκαιγε το χώμα, βγήκαν τα μυρμήγκια από τις υπόγειες φωλιές τους και περιπλανιόνταν στο πρόσωπο της γης, κοντά σε μια λίμνη, κι ήταν τόσα πολλά, που καθώς έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει, το μονοπάτι έμοιαζε σαν να κινείται αυτό!
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τη Ζωή, με τη διαίσθηση που του χάριζε η σοφία του, είδε ότι στον άνθρωπο που κολυμπούσε στη χαμογελαστή, γαλάζια λίμνη σε λίγο κάτι θα συνέβαινε και θα πνιγόταν. Έτρεξε γρήγορα στο μονοπάτι, πατώντας αναγκαστικά πάνω σε μερικά μυρμήγκια, μπροστά στα απορημένα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, χωρίς να έχουν «δει» αυτό που είχε «δει» εκείνος, και πήδηξε στη λίμνη για να γλιτώσει τον κολυμβητή από το δυνατό στροβίλισμα των νερών, που άρχιζε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, και σε λίγο θα τον είχε ρουφήξει για πάντα στο βυθό. Ύστερα από μερικά λεπτά βγήκε έξω, άφησε τον άνθρωπο που παραλίγο να είχε πνιγεί στο χώμα κι απομακρύνθηκε γρήγορα χαμογελώντας.
Οι άνθρωποι που ήταν εκεί τον κοίταξαν με περιφρόνηση. Φαίνεται πως είχαν ενοχληθεί από αυτό που είδαν γιατί είπαν: «Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, να είναι σοφός και ν’ αγαπάει αληθινά τη Ζωή, όταν εξολοθρεύει έτσι εύκολα κι απερίσκεπτα τόσα ζώα; Τι ανόητοι που είμαστε να πιστεύουμε ότι είναι σοφός και να περιμένουμε απ’ αυτόν αγάπη».
Κι εκείνος, από τότε, περιπλανιέται μόνος του στα βουνά, λατρεύοντας πάντα το ίδιο τη ζωή.
Α.. πόσο λίγο αγαπάνε αληθινά οι άνθρωποι!…
«Άπονη Ζωή»

Και μετά το «ΟΙ ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ» των Jiddu Krishnamurti και Γιώργου Στεφανάκη του προηγούμενου post, σήμερα το «ΑΠΟΝΗ ΖΩΗ», των Λευτέρη Παπαδόπουλου και Σταύρου Ξαρχάκου. Γι’ αυτό μ’ αρέσει αυτό το blog: γράφω ό,τι μου κατέβει χωρίς κανείς – κανάλι ή εκδότης – να με ελέγχει, και μπορώ να λέω και τον πόνο μου, όπως θα δείτε διαβάζοντας πιο κάτω την παραλλαγή του γνωστού τραγουδιού που την έγραψα για να εξηγήσω τη φωτογραφία που βλέπετε.
Άπονη ζωή
με πέταξες στης στέγης την άκρη
με αδίκησες,
αφ’ ούτε μια στιγμή
δεν έπαψε να στάζει σαν δάκρυ
και μας πλημμύρησες.
Το κρίμα μου χοντρό:
με γέννησες φτωχό,
δίχως ένα ευρώ
για κεραμοποιό.
Άπονη ζωή
δε θέλαμε παλάτια κι αστέρια
να μας χάριζες
μια στέγη στεγνή
για μας τα ορφανά περιστέρια
να χαλάλιζες
Μας έστησε η ΕΡΤ
μας άφησε ταπί
μας άδειασε η ΕΡΤ
και να ‘μαι στη σκεπή.
Φιλιά
Π.
Υ.Γ. Αυτά παθαίνω για να μην πηγαίνω δουλειά και να μένω σπίτι!
