Τέρας της φύσης
Άντε, πιάστε κι άλλον ένα «Χότζα-σφηνάκι» πριν πάω για ύπνο.Έχει ενδιαφέρον όταν μιλάς γενικόλογα και αόριστα πόση ασυννενοησία μπορεί να υπάρξει!
Καλό ξημέρωμα.
Π.
Βλέποντας ένας περαστικός το Χότζα να στέκεται έξω από ένα μαγαζί με μακριά αξύριστα γένια στο πρόσωπό του και μια λεπίδα ξυρίσματος στο χέρι, τον ρωτάει:
«Πόσο συχνά κάνεις ξύρισμα»;
«Είκοσι με τριάντα φορές την ημέρα», απαντάει ο Νασρεντίν.
«Μα εσύ είσαι τέρας της φύσης», απαντάει έκπληκτος ο περαστικός.
» Όχι, απλώς είμαι κουρέας», του λέει ο Χότζας.
Τι σου πουλάνε!
Παραμυθάκι καινούργιο και με βίντεο μάλιστα που θέλει η ΑΡΙΣΤΗ, λίγο δύσκολο για σήμερα. Αλλά και γενικότερα, αν εννοεί βίντεο του ΠΑΡΑΜΥΘΑ μια κι αυτά τα έχω βάλει όλα. Πώς το λένε; «Όλα τα σωζόμενα έργα». Αλλά για να περάσουμε μαλακά σε πιο ανάλαφρα πράγματα και με κάτι σχετικό με τις γυναίκες, για τις οποίες μίλαγαν τα δύο προηγούμενα posts, σας βρήκα μια ιστορία του Χότζα. Πριν, όμως, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για το chat room που έβαλε ο «μάστορας» στο blog το Σάββατο και μετά από καμιά ώρα βγήκε. Δεν ξέρω αν το πρόλαβε κανείς άλλος εκτός από την nelli nezi, αλλά πρέπει να σας πω ότι παρόλο που τον έπρηζα κι εγώ μαζί σας να το φτιάξει, εγώ ήμουν κι εκείνος που του είπα να το βγάλει επειγόντως. Πρώτον, η εμφάνιση ενός τέτοιου πράγματος εκεί κάτω δεξιά, μου φάνηκε ότι στην αισθητική του blog αυτού εδώ δεν ταιριάζει. Το ένοιωσα σαν ξένο σώμα. Δεύτερον, επί της ουσίας, μου αρέσει πιο πολύ η ιδέα να το κάνετε παιδική χαρά στα σχόλια και να γράφετε εκεί ό,τι σας κατέβει κι όσα θέλετε. Έτσι θα τα βλέπω κι εγώ, γιατί αποκλείεται να μπαίνω και σε chat room, καθαρά για λόγους επιπλέον χρόνου που δεν έχω, κι άρχισε να μ’ αρέσει να απαντάω και καμιά φορά. Τρίτον και πρακτικό, επειδή τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές, μπαίνω στο blog από το σπίτι μου, όπου εδώ το internet «δουλεύει με κάρβουνο», από 4 με 5 λεπτά που έκανα πριν, με το chat room χρειάζονταν 16 λεπτά! Κόλαση! Και μπαίνω 3 έως 5 φορές την ημέρα… Έτσι είπα στον «μάστορα» ότι είχε δίκιο που από την αρχή δεν του άρεσε η ιδέα και τον πίεζα μαζί σας να το κάνει, και τέλος το θέμα.
Ας πάμε τώρα στην ιστορία του Χότζα, που είναι πολύ πιο μικρή από τα προηγούμενα.
Καλό βράδυ.
Π.
Μια μέρα, ένας φίλος του Νασρεντίν, τον έπεισε να τον πάρει μαζί του σε μια επίδειξη μόδας που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του. Ο Νασρεντίν -που δεν ήξερε ακριβώς τι είναι η επίδειξη μόδας- δέχτηκε, παρακολούθησε προσεκτικά από την αρχή ως το τέλος, κι όταν βγήκαν έξω ο φίλος του τον ρώτησε πώς του φάνηκε.
«Σκέτη απάτη», απάντησε ο Χότζας αμέσως.
«Γιατί το λες αυτό», ρώτησε ο φίλος του κι ο Χότζας απάντησε:
«Σου δείχνουν όλες αυτές τις ωραίες γυναίκες και μετά προσπαθούν να σου πουλήσουν τα ρούχα τους»!!
Το φως
Το post για το τσιγάρο κοντεύει να τελειώσει. Χα, χα, χα… Ένας φίλος που μπαίνει σ’ αυτό το blog, μου είπε προχτές που μιλάγαμε στο τηλέφωνο: «Ρε συ, γιατί δεν βάζεις εκείνο το κείμενο για το πώς κόβεται το τσιγάρο; Μπας και το ξανάρχισες και κάνεις την πάπια»; Όχι, δεν το ξανάρχισα. Πρέπει να ομολογήσω ότι όταν σας πρωτόπα γι’ αυτό είχα στο νου μου να σας πω την ιστορία πώς έγινε: πώς άρχισα, πώς, πότε και γιατί το σταμάτησα και να σας πω και κάνα δυο πρακτικά κόλπα που με βοήθησαν. Καθώς τα έγραφα αυτά, άρχισα να ανακαλύπτω πράγματα που είχα δει εκείνη την περίοδο και που τα είχα ξεχάσει ή δεν τα είχα συνειδητοποιήσει. Αυτά ακριβώς, νομίζω, ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία και γενικότερο ενδιαφέρον από το κόψιμο του τσιγάρου, γιατί αφορούν κάθε είδους συνήθεια και γι’ αυτό αποφάσισα να τα γράψω. Κι επειδή είχα σταματήσει το κάπνισμα την Καθαρή Δευτέρα του 1986, δηλαδή φέτος συμπληρώνονται 22 χρόνια, σας υπόσχομαι να βάλω αυτό το κείμενο εδώ την Καθαρή Δευτέρα που μας έρχεται.
Για σήμερα, λοιπόν, μια γερή ιστορία του Χότζα. Γερή γι’ αυτό που υπονοείται στο δεύτερο επίπεδό της, πέρα από το πρώτο που είναι η αστεία πλευρά της ιστορίας. Υπονοεί την ανοησία των ανθρώπων που πιστεύουν ότι θα πάρουν την Αλήθεια έτοιμη από κάποια εξωτερική αυθεντία και δεν την αναζητούν οι ίδιοι, μόνοι τους μέσα τους και μέσα στις σχέσεις τους.
Καλό ξημέρωμα.
Π.
Κάποτε ένας γείτονας του Νασρεντίν, τον βρήκε γονατισμένο έξω από το σπίτι του να ψάχνει κάτω στο δρόμο για κάτι.
«Τι έχασες, Χότζα μου», τον ρωτάει.
«Το κλειδί μου», απαντάει ο Νασρεντίν.
Αφού τον παρακολούθησε ο γείτονας για λίγα λεπτά να ψάχνει, τον ρωτάει:
«Και πού σου έπεσε το κλειδί σου, Χότζα μου;»
«Μέσα στο σπίτι μου», απαντάει εκείνος.
«Και γιατί τότε, το ψάχνεις εδώ έξω;»
«Γιατί, εδώ έχει περισσότερο φως», απάντησε ο Χότζας.
Η σούπα της σούπας…
Τώρα, έτσι ως διάλειμμα σ’ αυτά που γράφω συνέχεια (και για το κάπνισμα παράλληλα, μη γελάτε, αλήθεια λέω) θα βάλω μια ιστορία του Χότζα που μ’ αρέσει πολύ: «η σούπα, της σούπας…». Έχετε δει όταν ορκίζεται μια καινούργια Κυβέρνηση πώς γίνεται; Από μικρό παιδί απορούσα όταν – τότε δεν υπήρχε τηλεόραση – κάθε φορά μετά από τις εκλογές κοιτούσα τη φωτογραφία της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης: Σ’ ένα τραπέζι, ένα ευαγγέλιο που πάνω του βάζουν το χέρι τους για να ορκιστούν οι Υπουργοί της πρώτης σειράς, και πίσω τους άλλες δύο ή και τρεις σειρές Υπουργών που ακουμπάνε το χέρι τους στον ώμο του μπροστινού τους. Δηλαδή, η «ιερότητα» του ευαγγέλιου περνάει από τα δάχτυλα του πρώτου στο χέρι του και φτάνει στον ώμο του, απ’ όπου περνάει στα δάχτυλα τού από πίσω του για να περάσει στο δικό του χέρι πάλι και να φτάσει στον ώμο του απ’ όπου περνάει… κ.λπ. κλπ… Κάτι σαν τον «hand down» (κληροδότηση ή μεταλαμπάδευση) των Καθολικών από τον Απόστολο Πέτρο στον Πάπα, όποιος κι όσα χρόνια μετά απ’ τον Πέτρο κι αν είναι! Για προσέξτε την ιστορία του Χότζα.
Σας φιλώ.
Π.
Μια φορά, ένας συγγενής του Νασρεντίν που είχε πάει κυνήγι, ήρθε το βράδυ για να τον δει Χότζα και του έφερε ως δώρο
μια μικρή πάπια. Χαρούμενος ο Χότζας έβαλε να μαγειρέψει αμέσως μια υπέροχη «σούπα – πάπιας» και κράτησε και τον επισκέπτη του να φάει μαζί τους. Σε λίγο, όμως, η μυρωδιά που έβγαινε από το σπίτι, έφερε κι άλλο επισκέπτη που είπε ότι είναι φίλος του συγγενή του που έφερε την πάπια και κάθισε στο τραπέζι. Τι να κάνει ο Χότζας, αραίωσε λίγο τη σούπα για να φτάσει και του έβαλε κι εκείνου ένα πιάτο. Μετά από λίγο ήρθε κι άλλος ένας που είπε ότι είναι φίλος του φίλου του συγγενή που έφερε την πάπια και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι και σερβιρίστηκε κι αυτός σούπα, αφού ο Χότζας την αραίωσε και πάλι. Στο τέλος, αφού ήρθαν κι άλλοι, και κάθε φορά αραίωνε τη σούπα ο Χότζας, άρχισε πια να εκνευρίζεται όταν ήρθε κι άλλος ένας που είπε: «Είμαι ο φίλος, του φίλου, που έχει φίλο τον φίλο τού συγγενή σου που έφερε την πάπια» και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι για φαγητό. Κάθισε όπως κι οι υπόλοιποι περιμένοντας τη σούπα του, κι ο Νασρεντίν του έφερε σε λίγο ένα πιάτο με ζεστό νερό. «Τι είναι αυτό», ρώτησε ο τελευταίος επισκέπτης. Κι ο Χότζας του απάντησε: «Είναι η σούπα της σούπας, από τη σούπα της σούπας από την πάπια, που έφερε ο συγγενής μου».
Ο λόγος της επίσκεψης
Και κρατώντας το πρόγραμμα, κάθε μέρα μέχρι την Κυριακή κι ένα άλλο post, ορίστε σήμερα και μια ιστορία του Χότζα που είχαμε καιρό.
Μια μέρα ο Νασρεντίν, που είχε ξεμείνει εντελώς από λεφτά, αποφάσισε να πάει στον πιο πλούσιο του χωριού του και να του ζητήσει δανεικά. Μια και δυο πάει στο σπίτι του πλούσιου και μόλις κάθονται στο σαλόνι του λέει χωρίς περιστροφές:
«Μου δίνεις μερικά χρήματα που χρειάζομαι;»
«Τι τα χρειάζεσαι», τον ρωτάει ο πλούσιος.
«Για να αγοράσω έναν ελέφαντα», απαντάει ο Χότζας.
«Αν δεν έχεις χρήματα, δεν θα μπορέσεις μετά να συντηρήσεις κοτζάμ ελέφαντα», του είπε σοβαρά ο πλούσιος, κι ο Νασρεντίν του απάντησε αμέσως εξίσου σοβαρά και κοφτά:
«Εγώ ήρθα εδώ για να σου ζητήσω λεφτά, όχι συμβουλές»!
Καλό Σαββατοκύριακο. Αν και θα τα ξαναπούμε κι αύριο και μεθαύριο. Ευχαριστώ για τα … πρώιμα «χρόνια πολλά» .
Φιλιά
Π.
Το σοφό σπουργίτι
Σήμερα σας είχα… «απειλήσει» ότι θα σας πω, πώς έπαψα να καπνίζω. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) ένα ξαφνικό πρόβλημα δουλειάς, δεν μου άφησε χρόνο για να το γράψω, κι έτσι θα ανεβάσω σήμερα την ιστορία του Χότζα που είχα ετοιμάσει για το γιορτινό πρόγραμμα και δεν το είχα κάνει, επειδή την αντικατέστησα ξαφνικά με το post για το τσιγάρο. Χα, χα, χα… η εκδίκηση του Χότζα ή ίσως και του τσιγάρου.
Σας φιλώ.
Π.
Μια μέρα ο Χότζας, τσάκωσε με τις ξόβεργες που είχε βάλει στο φράχτη του ένα καλοθρεμμένο σπουργίτι και
σκεφτόταν πώς θα το μαγειρέψει για να το φάει. Όμως το σπουργίτι τού μίλησε με ανθρώπινη φωνή και του είπε: «Ούτε καν να το σκεφτείς να με φας»! Ο Χότζας τα ‘χασε που ένα σπουργίτι μπορούσε να μιλάει και το είπε. «Δεν είμαι απλό σπουργίτι», του είπε τότε εκείνο, «είμαι Δάσκαλος, Χότζας δηλαδή, ανάμεσα στα πουλιά κι αν με αφήσεις ελεύθερο θα σου δώσω τρεις πολύτιμες συμβουλές».
Ο Χότζας σκέφτηκε ότι δεν συναντά κανείς πουλιά που μπορούν να μιλάνε κάθε μέρα με ανθρώπινη φωνή και ότι σίγουρα αυτό το σπουργίτι θα πρέπει να ξέρει πολλά . (Αυτό ήταν το πρώτο λάθος του, γιατί η γνώση και η ομιλία δεν πάνε απαραίτητα πακέτο· δεν σημαίνει ότι όποιος λέει κάτι έχει απαραίτητα και γνώσεις ούτε ότι όποιος έχει γνώσεις τις λέει κι όλας). Κι έτσι, του υποσχέθηκε να το αφήσει ελεύθερο αν του δώσει τις τρεις συμβουλές που του υποσχέθηκε.
«Εντάξει», είπε το σπουργίτι. «Πρώτη συμβουλή: Μην πιστεύεις ποτέ τις ανοησίες που σου λέει οποιοσδήποτε, ακόμη κι αν έχει φήμη, κύρος, δύναμη, πλούτη ή εξουσία. Αν κάποιος, λοιπόν, σου πει μια ανοησία, μην τον πιστέψεις».
«Σύμφωνοι», είπε ο Χότζας και το σπουργίτι συνέχισε:
«Δεύτερη συμβουλή: Ό,τι κι αν κάνεις, ποτέ μην προσπαθήσεις να κάνεις κάτι αδύνατο για σένα, γιατί θα αποτύχεις. Να έχεις πάντα επίγνωση μέχρι πού μπορείς να φτάσεις».
«Πολύ ωραία», είπε ο Χότζας και το σπουργίτι συνέχισε:
«Τρίτη Συμβουλή: Αν κάνεις κάτι που είναι σωστό, μην το μετανιώσεις ποτέ».
Κι έτσι ο Χότζας άφησε το σπουργίτι χαρούμενος, επειδή σκεφτόταν ότι αυτές ήταν πράγματι τρεις σοφές συμβουλές και ότι θα μπορούσε να τις πει στους μαθητές του. Αποφάσισε, μάλιστα, να τις γράψει και στον τοίχο του σπιτιού του για να τις θυμάται πάντα.
Όμως το σπουργίτι πήγε και κάθισε ψηλά στο κλαδί ενός δέντρου πάνω από τον Χότζα και άρχισε να γελάει κοροϊδευτικά. «Τι συμβαίνει;» το ρώτησε ο Χότζας.
«Έχω μέσα στο στομάχι μου ένα πολύτιμο διαμάντι. Αν με είχες σκοτώσει για να με φας, τώρα το διαμάντι θα ήταν δικό σου! Χα, χα, χα…»
Ο Χότζας θύμωσε πολύ και μετάνιωσε που άφησε το σπουργίτι να του φύγει. Αμέσως άρχισε να σκαρφαλώσει στο δέντρο για να το πιάσει. Ήταν όμως πια γέρος και το σπουργίτι ήταν πολύ γρήγορο: Κάθε φορά που το πλησίαζε εκείνο πέταγε όλο και πιο ψηλά. Στο τέλος, έφτασαν και οι δύο στην κορυφή του δέντρου, οπότε το σπουργίτι πέταξε μακριά και ο Χότζας κατάκοπος, δεν μπόρεσε να κρατηθεί γερά κι έπεσε κάτω και τσακίστηκε.
Κι ενώ βογκούσε από τους πόνους στο έδαφος, τον πλησίασε το σπουργίτι και πετώντας πάνω από το κεφάλι του, του είπε: «Γιατί πίστεψες την ανοησία που σου είπα, ότι έχω ένα διαμάντι στο στομάχι μου; Και δεν έφτανε αυτό, αλλά μετάνιωσες που με άφησες ελεύθερο, ενώ είχες κάνει κάτι σωστό. Και τέλος προσπάθησες να κάνεις κάτι αδύνατο για σένα: γέρος άνθρωπος να σκαρφαλώσεις στο δέντρο. Πριν περάσει λίγη ώρα από τη στιγμή που στις είπα, δεν ακολούθησες καμία από τις τρεις συμβουλές μου».
«Μμμμ…» βόγκηξε ο Χότζας, καθώς το σοφό σπουργίτι πέταξε μακριά.
Το περπάτημα στο νερό
Και να κι ο πρώτος «Χότζας» της χρονιάς. Είναι μια από τις λιγότερες γνωστές ιστορίες που ανακάλυψα τελευταία και γέλασα πολύ.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Ευχαριστώ πάρα πολύ για τις ευχές σας και καλώς όρισαν και τα καινούργια παιδιά που έχουν πρωτομπεί από τα Χριστούγεννα έως σήμερα.

Κάποτε, ένας νεαρός, θέλοντας να ανακαλύψει τι είναι Αλήθεια, αποφάσισε ν’ αφήσει το σπίτι του και να πάει να ζήσει πλάι σ’ ένα σεβάσμιο δάσκαλο, που δεν ήταν άλλος από τον Χότζα και που τότε ζούσε στις όχθες ενός ποταμού. Μια και δυο, πάει στο σπίτι του Χότζα. «Σε παρακαλώ, Δάσκαλε», του λέει, «επίτρεψέ μου να μείνω μαζί σου και να σε υπηρετώ για να μου διδάξεις τι είναι Αλήθεια».
Ο Χότζας, που ήταν τότε άρρωστη η γυναίκα του, δέχτηκε την προσφορά. Έτσι ο νεαρός ανέλαβε να πλένει τα ρούχα του Χότζα, να μαγειρεύει γι’ αυτόν, και να κάνει ό,τι άλλο του ζητούσε. Μετά από λίγο καιρό, η γυναίκα τού Χότζα έγινε καλά, αλλά επειδή της καλάρεσε να έχει υπηρέτη κι ο νεαρός δεν ήθελε να φύγει δεν είπε κανείς τίποτα κι όλα έμειναν όπως ήταν.
Ύστερα από πέντε χρόνια, όμως, ο νεαρός λέει στο Χότζα: «Πέρασα πέντε χρόνια μαζί σου Χότζα μου και ακόμη δεν ξέρω τι είναι η Αλήθεια. Δεν έμαθα τίποτα! Αν δεν σε πειράζει, θα φύγω για να βρω κάποιον άλλον δάσκαλο, απ’ τον οποίο θα μπορέσω ίσως να μάθω περισσότερα πράγματα».
«Δεν με πειράζει καθόλου», απαντά ο Χότζας κάνοντας νόημα στη γυναίκα του να μην πει λέξη γιατί την είδε ότι ετοιμαζόταν να κρατήσει τον νεαρό, «δεν με πειράζει καθόλου παιδί μου, είσαι ελεύθερος να φύγεις».
Έτσι ο νεαρός άρχισε να γυρνάει από ‘δω κι από κει αναζητώντας δάσκαλο. Τι Ινδίες πήγε, τι Αίγυπτο πήγε, τι Κίνα πήγε, πού θες και δεν πήγε αναζητώντας φωτισμένους δασκάλους. Και το τι: τηλεπαθητικά, τηλεκινητικά και γενικώς μεταφυσικά και παραψυχολογικά μυστικά έμαθε, δεν λέγεται! Αφού στο τέλος πια, ξέχασε και ότι εκείνο που αναζητούσε ήταν η Αλήθεια. Κι όταν πια πέρασαν άλλα πέντε χρόνια, θυμήθηκε τον πρώτο του Δάσκαλο τον Χότζα κι αποφάσισε να πάει να τον επισκεφτεί, για να τον ενυπωσιάσει.
«Τι έμαθες λοιπόν;» τον ρωτάει ο Χότζας μόλις κάτσανε να πιούνε τσάι. Και ο πρώην μαθητής του άρχισε να τού λέει ότι μπορεί να διαβάζει τη σκέψη, ότι μπορεί να λυγίζει κουτάλια, να περπατάει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, να σηκώνεται από το έδαφος και να αιωρείται στον αέρα, κι ένα σωρό άλλα.
«Αυτά είναι όλα κι όλα», ρώτησε ο Χότζας τον νεαρό μόλις σταμάτησε. Τότε ο νεαρός του λέει με φοβερή υπερηφάνεια δείχνοντας το ποτάμι που κυλούσε ήσυχα δίπλα τους: «Και μπορώ να περπατήσω πάνω στο νερό και να πάω περπατώντας στην απέναντι όχθη».
«Καλά», του λέει έκπληκτος ο Χότζας, «και σου πήρε πέντε χρόνια για να μάθεις κάτι τέτοιο; Θα μπορούσες να πάρεις τη βάρκα που είναι εκεί, και να σε πάει απέναντι σε πέντε λεπτά»!
Οι «ανόητοι»
Ε, άντε: πριν πάω για ύπνο και μια κι έχουμε καιρό να πούμε και κάτι του Χότζα, πιάστε ένα γρήγορό του. Μεγάλη δουλειά να μπορεί κανείς να κάνει χιούμορ και με τον εαυτό του και να αυτοσαρκάζεται.
Καληνύχτα.
Π.
Μια μέρα, εκεί που κουβαλούσε ο Χότζας με τον γάιδαρό του ένα πολύτιμο φορτίο με λεπτεπίλεπτα γυαλικά, κάτι δεν έκανε καλά και αδειάζουν όλα στο δρόμο και γίνονται θρύψαλα!
Αμέσως μαζεύτηκε ένα σωρό κόσμος και κοίταγε, οπότε ο Χότζας τους έβαλε τις φωνές: «Τι κοιτάτε βρε ανόητοι, δεν έχετε ξαναδεί ηλίθιο στη ζωή σας;»
Το κόστος του μαθήματος
Αποθύμησα τον Χότζα. Να μια γρήγορη ιστορία του.
Μια μ
έρα ο Νασρεντίν αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τον ελεύθερο χρόνο του και να επωφεληθεί μαθαίνοντας κάτι καινούργιο. Αφού το σκέφτηκε καλά, αποφάσισε να μάθει να παίζει κάποιο μουσικό όργανο.
Μια και δυο πάει και βρίσκει ένα δάσκαλο μουσικής.
«Πόσα θα με χρέωνες για να με μάθεις να παίζω κιθάρα»;
«Τρία ασημένια νομίσματα για τον πρώτο μήνα», απάντησε ο μουσικός, «και από ‘κει και μετά, μόνο ένα ασημένιο νόμισμα τον μήνα».
«Α, πολύ ωραία», είπε ο Χότζας. «Θα αρχίσω τα μαθήματα από τον δεύτερο μήνα».
Καλό βράδυ.
Π.
Ο Χότζας ποιητής
Έχουμε καιρό να πούμε καμιά ιστορία του Χότζα και τον αποθύμησα. Και μια και το προηγούμενο post ήταν ένα ποίημα, θα σας πω σήμερα μια ιστορία με τον Χότζα ποιητή.
Καλό βράδυ.
Π.
Ο Νασρεντίν μετακόμισε κάποτε στην Αγγλία και για μερικά χρόνια έζησε στο Λίβερπουλ. Από τις πρώτες κι όλας μέρες της εγκατάστασης του, άρχισε να γράφει ποιήματα. Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν, έγραψε εκατοντάδες ποιήματα και τόσο αυτός όσο και οι φίλοι του έκαναν τα πάντα για να αναγνωριστεί ο Νασρεντίν ως ποιητής.
Μια μέρα, πήγε να δει τον Χότζα στο σπίτι του ο φίλος του ο Αλί και τον βρίσκει καθισμένο μπροστά σ’ ένα τραπέζι να έχει ρίξει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του και να κλαίει με αναφιλητά.
«Μη στεναχωριέσαι Χότζα», του είπε ο φίλος του, «δεν μπορεί τα πράγματα να είναι τόσο άσχημα, ώστε να κλαις έτσι»!
«Κι όμως, είναι…», απάντησε ο Νασρεντίν, «γιατί μόλις ανακάλυψα ότι δεν είμαι ποιητής».
«Ε, και; Το μόνο που έχεις να κάνεις», συνέχισε ο Αλί, «είναι να παρατήσεις την ποίηση, κι αμέσως θα νοιώσεις πολύ καλύτερα».
«Ναι, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό», είπε ο Νασρεντίν ξεσπώντας σε καινούργια αναφιλητά, «γιατί μου ανακοίνωσαν ότι εκλέχτηκα, ‘Ποιητής του Αιώνα’ από την Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών. Από χθες είμαι ο πιο διάσημος ποιητής της Αγγλίας…», είπε ο Χότζας ξεσπώντας πια σε ακράτητα αναφιλητά!
