Τρεις γρήγορες ιστορίες
Και για να μη σας βάλω απότομα στα ζόρικα – έχω έτοιμο παραμυθοσεντόνι γύρω από το θάνατο – θα σας πω τρεις γρήγορες ιστορίες του Χότζα που μ’ αρέσουν πολύ.
Η πρώτη:
Μια φορά ο Χότζας είχε να μιλήσει σε μια συγκέντρωση σε κάποια γειτονική πόλη κι έφτασε λίγο καθυστερημένος, αλλά εντελώς γυμνός. Οπότε ο κόσμος άρχισε να ρωτάει γιατί είναι γυμνός κι εκείνος απάντησε: «Βιαζόμουν τόσο πολύ να ντυθώ που ξέχασα να βάλω τα ρούχα μου».
Η δεύτερη:
Σε μια συνάντηση ρώτησε κάποιος τον Νασρεντίν: «Πόσων χρονών είσαι Χότζα»;
«Πενήντα», απάντησε εκείνος.
«Το ίδιο μου είπες και πριν δυο χρόνια που συναντηθήκαμε και σε ξαναρώτησα».
Κι ο Χότζας απαντάει: «Ναι, είμαι πάντα σταθερός στις απόψεις μου».
Η τρίτη:
«Γιατί Χότζα μου, σε κάθε ερώτηση που σου κάνουν, απαντάς με μια άλλη ερώτηση;»
«Έτσι κάνω;»
Καλές διακοπές σε όσους φεύγουν. Εγώ εδώ θα ‘μαι – όπου κι αν πάω.
Σας φιλώ
Π.
Ο σοφός ομιλητής.
Στη μεγάλη αίθουσα του Δημαρχείου της πόλης όπου ζούσε ο Χότζας, ήρθε να δώσει ομιλία ένας διάσημος σοφός. Όλη η πόλη είχε μαζευτεί εκεί για να ακούσει το λόγο του σοφού και βέβαια κι ο Χότζας, που κάθισε στην πρώτη σειρά. Η ομιλία άρχισε και πολύ γρήγορα ο Νασρεντίν βαρέθηκε με τις κοινοτυπίες που άκουγε. Κάποια στιγμή, ο σοφός ομιλητής είπε: «Τι παράξενοι κι αχάριστοι που είναι οι άνθρωποι! Ποτέ τους δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα! Το χειμώνα παραπονιούνται ότι παρακάνει κρύο, ενώ το καλοκαίρι παραπονιούνται ότι παρακάνει ζέστη».
Οι ακροατές της ομιλίας κούνησαν βαθυστόχαστα το κεφάλι τους, γιατί πίστευαν ότι κάνοντάς το αυτό, συμμετείχαν στην ουσία της σοφίας του ομιλητή.
Ο Νασρεντίν χωρίς να βγει εντελώς από την αφηρημάδα του, σήκωσε τα μάτια του προς τον σοφό ομιλητή και του είπε: «Δεν έχεις προσέξει ότι για την Άνοιξη, δεν παραπονιέται κανένας»;
******
Ευχαριστώ πολύ για τις συμβουλές σας για το τι κομπιούτερ θα ‘πρεπε να πάρω. Ομολογώ ότι ο «μάστορας» και η αδελφή του με ψήνουνε εδώ και καιρό να πάρω makintosh αλλά δεν ψήθηκα ακόμα. Έτσι αγόρασα ένα laptop που δεν σας λέω τη μάρκα γιατί μόλις το άνοιξα το πρωί, μου ‘σπασαν τα νεύρα γιατί μου θύμισε μαύρο φερετράκι από έβενο με ασημένια χερούλια. Δεν πάει να ‘χει φοβερή οθόνη, τρομερές δυνατότητες, τέλειο service, μεγάφωνα με τρομερό ήχο και… και… ΔΕΝ Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!!! Στα κομπιούτερς και στ’ αυτοκίνητα πάντα μου έπαιζε κάτι σαν κεραυνοβόλος έρωτας. Εδώ, είναι κάτι σαν… συνοικέσιο! Εγώ φταίω που αγόρασα από φωτογραφία στο internet. Ευχηθείτε μου ρε μωρά μου (μέσα σας) να μου το πάρουν πίσω και να μου δώσουν κάτι άλλο... Ευτυχώς ξαναδουλεύω άνετα – με κάποιες αναβαθμίσεις – το παλιό μου κομπιούτερ κι έτσι δεν υπάρχει θέμα επαφής μας.
Καλό βράδυ
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Φταίει κι η nellinezi που με πίεζε να αγοράσω γρήγορα.
Ξιπασιά.
Είχα έτοιμα δύο «σεντόνια», αλλά – να, δεν ξέρω – μου φάνηκαν βαριά και είπα να το σκεφτώ πρώτα και να τα ξαναδώ. Ήθελα, όμως, κάτι να βάλω… βίντεο δεν μπορώ γιατί ο «μάστορας» λείπει κι έτσι μ’ έσωσε ο Χότζας για άλλη μια φορά. Εξαιρετική ιστορία.
Καλό Σαββατοκύριακο (ό,τι απόμεινε)
Σας φιλώ πολύ
Π.
Κάποτε κάλεσε τον Χότζα – μαζί με άλλους αξιωματούχους – ένας πάμπλουτος άγγλος γαιοκτήμονας, στο εξοχικό του, σε ένα τεράστιο αγρόκτημα.
Όταν όλοι οι καλεσμένοι μαζεύτηκαν στον κήπο κι έπιναν το αναψυκτικό τους, ήρθε η ώρα της ιππασίας και ο οικοδεσπότης διέταξε κι έφεραν κάμποσα άλογα μπροστά στους φιλοξενούμενους ώστε ο καθένας να διαλέξει όποιο ήθελε. Τα άλογα μπήκαν στη σειρά κι άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά στους καλεσμένους, ενώ ο σταβλάρχης του οικοδεσπότη ανάγγελλε τα άλογα ένα ένα: «Σ’ αυτό το άλογο έχει ανέβει ο Πρίγκιπας τάδε, μ’ αυτό το άλογο έχει κάνει ιππασία η κόμισσα δείνα, αυτό το άλογο είχε στην πλάτη του τον Δούκα του Blankshire…» και λοιπά.
Ο Νασρεντίν, όμως, που δεν «μάσαγε» από τέτοια, είπε με ένα αυστηρό και απαιτητικό ύφος: «Φέρτε μου, παρακαλώ, ένα άλογο που να μην το έχει καβαλήσει ποτέ κανένας».

Υπαρξιακές ερωτήσεις
Μεσάνυχτα. Πριν πάω για ύπνο – δύσκολο Σαββατοκύριακο – σκέφτηκα να βάλω ένα Χότζα για το καλή βδομάδα.
Φιλιά.
Π.
Κάποτε, ο Χότζας σταμάτησε περνώντας από μια πλατεία όπου είχε μαζευτεί κόσμος κι άκουγε ένα σοφό δάσκαλο που έκανε κήρυγμα.
«Τι είναι η ζωή και τι είναι ο θάνατος; Από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε», βροντοφώναξε ο δάσκαλος.
«Δεν ξέρω», απάντησε αυθόρμητα ο Νασρεντίν, «αλλά θα πρέπει και το «έλα» και το «πήγαινε» να είναι πολύ τρομερό».
«Γιατί το λες αυτό, Χότζα», τον ρώτησε ο πλαϊνός του.
«Επειδή με την απλή παρατήρηση, έχω δει ότι ερχόμαστε στη ζωή με το ζόρι και κλαίγοντας, και ότι όταν φεύγουμε από τη ζωή το κάνουμε επίσης με το ζόρι και κλαίγοντας».
Τέρας της φύσης
Άντε, πιάστε κι άλλον ένα «Χότζα-σφηνάκι» πριν πάω για ύπνο.Έχει ενδιαφέρον όταν μιλάς γενικόλογα και αόριστα πόση ασυννενοησία μπορεί να υπάρξει!
Καλό ξημέρωμα.
Π.
Βλέποντας ένας περαστικός το Χότζα να στέκεται έξω από ένα μαγαζί με μακριά αξύριστα γένια στο πρόσωπό του και μια λεπίδα ξυρίσματος στο χέρι, τον ρωτάει:
«Πόσο συχνά κάνεις ξύρισμα»;
«Είκοσι με τριάντα φορές την ημέρα», απαντάει ο Νασρεντίν.
«Μα εσύ είσαι τέρας της φύσης», απαντάει έκπληκτος ο περαστικός.
» Όχι, απλώς είμαι κουρέας», του λέει ο Χότζας.
Τι σου πουλάνε!
Παραμυθάκι καινούργιο και με βίντεο μάλιστα που θέλει η ΑΡΙΣΤΗ, λίγο δύσκολο για σήμερα. Αλλά και γενικότερα, αν εννοεί βίντεο του ΠΑΡΑΜΥΘΑ μια κι αυτά τα έχω βάλει όλα. Πώς το λένε; «Όλα τα σωζόμενα έργα». Αλλά για να περάσουμε μαλακά σε πιο ανάλαφρα πράγματα και με κάτι σχετικό με τις γυναίκες, για τις οποίες μίλαγαν τα δύο προηγούμενα posts, σας βρήκα μια ιστορία του Χότζα. Πριν, όμως, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για το chat room που έβαλε ο «μάστορας» στο blog το Σάββατο και μετά από καμιά ώρα βγήκε. Δεν ξέρω αν το πρόλαβε κανείς άλλος εκτός από την nelli nezi, αλλά πρέπει να σας πω ότι παρόλο που τον έπρηζα κι εγώ μαζί σας να το φτιάξει, εγώ ήμουν κι εκείνος που του είπα να το βγάλει επειγόντως. Πρώτον, η εμφάνιση ενός τέτοιου πράγματος εκεί κάτω δεξιά, μου φάνηκε ότι στην αισθητική του blog αυτού εδώ δεν ταιριάζει. Το ένοιωσα σαν ξένο σώμα. Δεύτερον, επί της ουσίας, μου αρέσει πιο πολύ η ιδέα να το κάνετε παιδική χαρά στα σχόλια και να γράφετε εκεί ό,τι σας κατέβει κι όσα θέλετε. Έτσι θα τα βλέπω κι εγώ, γιατί αποκλείεται να μπαίνω και σε chat room, καθαρά για λόγους επιπλέον χρόνου που δεν έχω, κι άρχισε να μ’ αρέσει να απαντάω και καμιά φορά. Τρίτον και πρακτικό, επειδή τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές, μπαίνω στο blog από το σπίτι μου, όπου εδώ το internet «δουλεύει με κάρβουνο», από 4 με 5 λεπτά που έκανα πριν, με το chat room χρειάζονταν 16 λεπτά! Κόλαση! Και μπαίνω 3 έως 5 φορές την ημέρα… Έτσι είπα στον «μάστορα» ότι είχε δίκιο που από την αρχή δεν του άρεσε η ιδέα και τον πίεζα μαζί σας να το κάνει, και τέλος το θέμα.
Ας πάμε τώρα στην ιστορία του Χότζα, που είναι πολύ πιο μικρή από τα προηγούμενα.
Καλό βράδυ.
Π.
Μια μέρα, ένας φίλος του Νασρεντίν, τον έπεισε να τον πάρει μαζί του σε μια επίδειξη μόδας που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του. Ο Νασρεντίν -που δεν ήξερε ακριβώς τι είναι η επίδειξη μόδας- δέχτηκε, παρακολούθησε προσεκτικά από την αρχή ως το τέλος, κι όταν βγήκαν έξω ο φίλος του τον ρώτησε πώς του φάνηκε.
«Σκέτη απάτη», απάντησε ο Χότζας αμέσως.
«Γιατί το λες αυτό», ρώτησε ο φίλος του κι ο Χότζας απάντησε:
«Σου δείχνουν όλες αυτές τις ωραίες γυναίκες και μετά προσπαθούν να σου πουλήσουν τα ρούχα τους»!!
Το φως
Το post για το τσιγάρο κοντεύει να τελειώσει. Χα, χα, χα… Ένας φίλος που μπαίνει σ’ αυτό το blog, μου είπε προχτές που μιλάγαμε στο τηλέφωνο: «Ρε συ, γιατί δεν βάζεις εκείνο το κείμενο για το πώς κόβεται το τσιγάρο; Μπας και το ξανάρχισες και κάνεις την πάπια»; Όχι, δεν το ξανάρχισα. Πρέπει να ομολογήσω ότι όταν σας πρωτόπα γι’ αυτό είχα στο νου μου να σας πω την ιστορία πώς έγινε: πώς άρχισα, πώς, πότε και γιατί το σταμάτησα και να σας πω και κάνα δυο πρακτικά κόλπα που με βοήθησαν. Καθώς τα έγραφα αυτά, άρχισα να ανακαλύπτω πράγματα που είχα δει εκείνη την περίοδο και που τα είχα ξεχάσει ή δεν τα είχα συνειδητοποιήσει. Αυτά ακριβώς, νομίζω, ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία και γενικότερο ενδιαφέρον από το κόψιμο του τσιγάρου, γιατί αφορούν κάθε είδους συνήθεια και γι’ αυτό αποφάσισα να τα γράψω. Κι επειδή είχα σταματήσει το κάπνισμα την Καθαρή Δευτέρα του 1986, δηλαδή φέτος συμπληρώνονται 22 χρόνια, σας υπόσχομαι να βάλω αυτό το κείμενο εδώ την Καθαρή Δευτέρα που μας έρχεται.
Για σήμερα, λοιπόν, μια γερή ιστορία του Χότζα. Γερή γι’ αυτό που υπονοείται στο δεύτερο επίπεδό της, πέρα από το πρώτο που είναι η αστεία πλευρά της ιστορίας. Υπονοεί την ανοησία των ανθρώπων που πιστεύουν ότι θα πάρουν την Αλήθεια έτοιμη από κάποια εξωτερική αυθεντία και δεν την αναζητούν οι ίδιοι, μόνοι τους μέσα τους και μέσα στις σχέσεις τους.
Καλό ξημέρωμα.
Π.
Κάποτε ένας γείτονας του Νασρεντίν, τον βρήκε γονατισμένο έξω από το σπίτι του να ψάχνει κάτω στο δρόμο για κάτι.
«Τι έχασες, Χότζα μου», τον ρωτάει.
«Το κλειδί μου», απαντάει ο Νασρεντίν.
Αφού τον παρακολούθησε ο γείτονας για λίγα λεπτά να ψάχνει, τον ρωτάει:
«Και πού σου έπεσε το κλειδί σου, Χότζα μου;»
«Μέσα στο σπίτι μου», απαντάει εκείνος.
«Και γιατί τότε, το ψάχνεις εδώ έξω;»
«Γιατί, εδώ έχει περισσότερο φως», απάντησε ο Χότζας.
Η σούπα της σούπας…
Τώρα, έτσι ως διάλειμμα σ’ αυτά που γράφω συνέχεια (και για το κάπνισμα παράλληλα, μη γελάτε, αλήθεια λέω) θα βάλω μια ιστορία του Χότζα που μ’ αρέσει πολύ: «η σούπα, της σούπας…». Έχετε δει όταν ορκίζεται μια καινούργια Κυβέρνηση πώς γίνεται; Από μικρό παιδί απορούσα όταν – τότε δεν υπήρχε τηλεόραση – κάθε φορά μετά από τις εκλογές κοιτούσα τη φωτογραφία της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης: Σ’ ένα τραπέζι, ένα ευαγγέλιο που πάνω του βάζουν το χέρι τους για να ορκιστούν οι Υπουργοί της πρώτης σειράς, και πίσω τους άλλες δύο ή και τρεις σειρές Υπουργών που ακουμπάνε το χέρι τους στον ώμο του μπροστινού τους. Δηλαδή, η «ιερότητα» του ευαγγέλιου περνάει από τα δάχτυλα του πρώτου στο χέρι του και φτάνει στον ώμο του, απ’ όπου περνάει στα δάχτυλα τού από πίσω του για να περάσει στο δικό του χέρι πάλι και να φτάσει στον ώμο του απ’ όπου περνάει… κ.λπ. κλπ… Κάτι σαν τον «hand down» (κληροδότηση ή μεταλαμπάδευση) των Καθολικών από τον Απόστολο Πέτρο στον Πάπα, όποιος κι όσα χρόνια μετά απ’ τον Πέτρο κι αν είναι! Για προσέξτε την ιστορία του Χότζα.
Σας φιλώ.
Π.
Μια φορά, ένας συγγενής του Νασρεντίν που είχε πάει κυνήγι, ήρθε το βράδυ για να τον δει Χότζα και του έφερε ως δώρο
μια μικρή πάπια. Χαρούμενος ο Χότζας έβαλε να μαγειρέψει αμέσως μια υπέροχη «σούπα – πάπιας» και κράτησε και τον επισκέπτη του να φάει μαζί τους. Σε λίγο, όμως, η μυρωδιά που έβγαινε από το σπίτι, έφερε κι άλλο επισκέπτη που είπε ότι είναι φίλος του συγγενή του που έφερε την πάπια και κάθισε στο τραπέζι. Τι να κάνει ο Χότζας, αραίωσε λίγο τη σούπα για να φτάσει και του έβαλε κι εκείνου ένα πιάτο. Μετά από λίγο ήρθε κι άλλος ένας που είπε ότι είναι φίλος του φίλου του συγγενή που έφερε την πάπια και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι και σερβιρίστηκε κι αυτός σούπα, αφού ο Χότζας την αραίωσε και πάλι. Στο τέλος, αφού ήρθαν κι άλλοι, και κάθε φορά αραίωνε τη σούπα ο Χότζας, άρχισε πια να εκνευρίζεται όταν ήρθε κι άλλος ένας που είπε: «Είμαι ο φίλος, του φίλου, που έχει φίλο τον φίλο τού συγγενή σου που έφερε την πάπια» και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι για φαγητό. Κάθισε όπως κι οι υπόλοιποι περιμένοντας τη σούπα του, κι ο Νασρεντίν του έφερε σε λίγο ένα πιάτο με ζεστό νερό. «Τι είναι αυτό», ρώτησε ο τελευταίος επισκέπτης. Κι ο Χότζας του απάντησε: «Είναι η σούπα της σούπας, από τη σούπα της σούπας από την πάπια, που έφερε ο συγγενής μου».
Ο λόγος της επίσκεψης
Και κρατώντας το πρόγραμμα, κάθε μέρα μέχρι την Κυριακή κι ένα άλλο post, ορίστε σήμερα και μια ιστορία του Χότζα που είχαμε καιρό.
Μια μέρα ο Νασρεντίν, που είχε ξεμείνει εντελώς από λεφτά, αποφάσισε να πάει στον πιο πλούσιο του χωριού του και να του ζητήσει δανεικά. Μια και δυο πάει στο σπίτι του πλούσιου και μόλις κάθονται στο σαλόνι του λέει χωρίς περιστροφές:
«Μου δίνεις μερικά χρήματα που χρειάζομαι;»
«Τι τα χρειάζεσαι», τον ρωτάει ο πλούσιος.
«Για να αγοράσω έναν ελέφαντα», απαντάει ο Χότζας.
«Αν δεν έχεις χρήματα, δεν θα μπορέσεις μετά να συντηρήσεις κοτζάμ ελέφαντα», του είπε σοβαρά ο πλούσιος, κι ο Νασρεντίν του απάντησε αμέσως εξίσου σοβαρά και κοφτά:
«Εγώ ήρθα εδώ για να σου ζητήσω λεφτά, όχι συμβουλές»!
Καλό Σαββατοκύριακο. Αν και θα τα ξαναπούμε κι αύριο και μεθαύριο. Ευχαριστώ για τα … πρώιμα «χρόνια πολλά» .
Φιλιά
Π.
Το σοφό σπουργίτι
Σήμερα σας είχα… «απειλήσει» ότι θα σας πω, πώς έπαψα να καπνίζω. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) ένα ξαφνικό πρόβλημα δουλειάς, δεν μου άφησε χρόνο για να το γράψω, κι έτσι θα ανεβάσω σήμερα την ιστορία του Χότζα που είχα ετοιμάσει για το γιορτινό πρόγραμμα και δεν το είχα κάνει, επειδή την αντικατέστησα ξαφνικά με το post για το τσιγάρο. Χα, χα, χα… η εκδίκηση του Χότζα ή ίσως και του τσιγάρου.
Σας φιλώ.
Π.
Μια μέρα ο Χότζας, τσάκωσε με τις ξόβεργες που είχε βάλει στο φράχτη του ένα καλοθρεμμένο σπουργίτι και
σκεφτόταν πώς θα το μαγειρέψει για να το φάει. Όμως το σπουργίτι τού μίλησε με ανθρώπινη φωνή και του είπε: «Ούτε καν να το σκεφτείς να με φας»! Ο Χότζας τα ‘χασε που ένα σπουργίτι μπορούσε να μιλάει και το είπε. «Δεν είμαι απλό σπουργίτι», του είπε τότε εκείνο, «είμαι Δάσκαλος, Χότζας δηλαδή, ανάμεσα στα πουλιά κι αν με αφήσεις ελεύθερο θα σου δώσω τρεις πολύτιμες συμβουλές».
Ο Χότζας σκέφτηκε ότι δεν συναντά κανείς πουλιά που μπορούν να μιλάνε κάθε μέρα με ανθρώπινη φωνή και ότι σίγουρα αυτό το σπουργίτι θα πρέπει να ξέρει πολλά . (Αυτό ήταν το πρώτο λάθος του, γιατί η γνώση και η ομιλία δεν πάνε απαραίτητα πακέτο· δεν σημαίνει ότι όποιος λέει κάτι έχει απαραίτητα και γνώσεις ούτε ότι όποιος έχει γνώσεις τις λέει κι όλας). Κι έτσι, του υποσχέθηκε να το αφήσει ελεύθερο αν του δώσει τις τρεις συμβουλές που του υποσχέθηκε.
«Εντάξει», είπε το σπουργίτι. «Πρώτη συμβουλή: Μην πιστεύεις ποτέ τις ανοησίες που σου λέει οποιοσδήποτε, ακόμη κι αν έχει φήμη, κύρος, δύναμη, πλούτη ή εξουσία. Αν κάποιος, λοιπόν, σου πει μια ανοησία, μην τον πιστέψεις».
«Σύμφωνοι», είπε ο Χότζας και το σπουργίτι συνέχισε:
«Δεύτερη συμβουλή: Ό,τι κι αν κάνεις, ποτέ μην προσπαθήσεις να κάνεις κάτι αδύνατο για σένα, γιατί θα αποτύχεις. Να έχεις πάντα επίγνωση μέχρι πού μπορείς να φτάσεις».
«Πολύ ωραία», είπε ο Χότζας και το σπουργίτι συνέχισε:
«Τρίτη Συμβουλή: Αν κάνεις κάτι που είναι σωστό, μην το μετανιώσεις ποτέ».
Κι έτσι ο Χότζας άφησε το σπουργίτι χαρούμενος, επειδή σκεφτόταν ότι αυτές ήταν πράγματι τρεις σοφές συμβουλές και ότι θα μπορούσε να τις πει στους μαθητές του. Αποφάσισε, μάλιστα, να τις γράψει και στον τοίχο του σπιτιού του για να τις θυμάται πάντα.
Όμως το σπουργίτι πήγε και κάθισε ψηλά στο κλαδί ενός δέντρου πάνω από τον Χότζα και άρχισε να γελάει κοροϊδευτικά. «Τι συμβαίνει;» το ρώτησε ο Χότζας.
«Έχω μέσα στο στομάχι μου ένα πολύτιμο διαμάντι. Αν με είχες σκοτώσει για να με φας, τώρα το διαμάντι θα ήταν δικό σου! Χα, χα, χα…»
Ο Χότζας θύμωσε πολύ και μετάνιωσε που άφησε το σπουργίτι να του φύγει. Αμέσως άρχισε να σκαρφαλώσει στο δέντρο για να το πιάσει. Ήταν όμως πια γέρος και το σπουργίτι ήταν πολύ γρήγορο: Κάθε φορά που το πλησίαζε εκείνο πέταγε όλο και πιο ψηλά. Στο τέλος, έφτασαν και οι δύο στην κορυφή του δέντρου, οπότε το σπουργίτι πέταξε μακριά και ο Χότζας κατάκοπος, δεν μπόρεσε να κρατηθεί γερά κι έπεσε κάτω και τσακίστηκε.
Κι ενώ βογκούσε από τους πόνους στο έδαφος, τον πλησίασε το σπουργίτι και πετώντας πάνω από το κεφάλι του, του είπε: «Γιατί πίστεψες την ανοησία που σου είπα, ότι έχω ένα διαμάντι στο στομάχι μου; Και δεν έφτανε αυτό, αλλά μετάνιωσες που με άφησες ελεύθερο, ενώ είχες κάνει κάτι σωστό. Και τέλος προσπάθησες να κάνεις κάτι αδύνατο για σένα: γέρος άνθρωπος να σκαρφαλώσεις στο δέντρο. Πριν περάσει λίγη ώρα από τη στιγμή που στις είπα, δεν ακολούθησες καμία από τις τρεις συμβουλές μου».
«Μμμμ…» βόγκηξε ο Χότζας, καθώς το σοφό σπουργίτι πέταξε μακριά.
