Μια ιστορία του Χότζα

Nasreddin_(17th-century_miniature)
Τελευταία με έχει πιάσει και κοιτάζω τις κατηγορίες των posts για να δω ποιες έχω παραμελήσει. Μια από αυτές είναι και η κατηγορία με ιστορίες του Χότζα, που την τελευταία την έχω ανεβάσει τον Φεβρουάριο του 2015. Έτσι για σήμερα, σας έχω μια ιστορία του Χότζα,  που την θυμάμαι κάθε φορά που έχω να δώσω μια ομιλία και βαριέμαι.
Καλή εβδομάδα
Π. 

Κάποτε κάλεσαν τον Χότζα, να δώσει μια ομιλία στους κατοίκους ενός γειτονικού τους  χωριού, με θέμα την Αλήθεια.  Εκείνος βαριόταν τρομερά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και πήγε.  Μόλις ανέβηκε στο βήμα, έκανε μια ερώτηση στο ακροατήριο:
«Θ’ αρχίσω με μια ερώτηση: Ξέρετε τι πρόκειται να σας πω».
Μερικοί χωρατατζήδες που ήθελαν να διασκεδάσουν, φώναξαν: «Όχι, όχι…»
«Τότε», είπε ο Χότζας με αξιοπρέπεια,  «δεν θα προσπαθήσω να διδάξω ένα τόσο απληροφόρητο ακροατήριο» και έφυγε αμέσως.
Την επόμενη εβδομάδα, αφού οι γεροντότεροι του χωριού πήραν υπόσχεση από τους ταραξίες ότι δεν θα ξανάκαναν πλάκα, παρακάλεσαν και πάλι τον Χότζα να πάει να τους μιλήσει.
Έτσι μόλις βρέθηκε  ο Χότζας πάλι στο βήμα, είπε:  «Θ’ αρχίσω με μια ερώτηση: Ξέρετε τι πρόκειται να σας πω»;
Οι άνθρωποι στο ακροατήριο ήταν αβέβαιοι για το πώς έπρεπε να αντιδράσουν, αλλά μερικοί, βλέποντας τον Χότζα που τους κοίταζε επίμονα, μουρμούρισαν διστακτικά: «Ναι… ναι…»
«Ε, τότε», είπε ο Χότζας,   «δεν υπάρχει λόγος να σας πω τίποτα» και έφυγε από την αίθουσα.
Για τρίτη φορά, όμως, μια αντιπροσωπεία από το κοντινό χωριό, και τον παρακάλεσε πιεστικά να πάει για μια ακόμα φορά.
Ο Χότζας δέχτηκε και μόλις ανέβηκε στο βήμα, ρώτησε πάλι το ακροατήριο: «Θα ήθελα να σας ρωτήσω: Ξέρετε τι πρόκειται να σας πω»;
Επειδή φαινόταν σαν να ζητούσε ειλικρινά μια απάντηση, κάποιοι φώναξαν: «Μερικοί από μας ξέρουν και οι άλλοι όχι».
«Ε, τότε», είπε ο Χότζας , «εκείνοι  που ξέρουν, να το πουν σε εκείνους που δεν το ξέρουν» και βγήκε αμέσως από την αίθουσα, αφήνοντας το ακροατήριο σύξυλο.

 

 

Το όνειρο

Nastrentin

Ταχτοποιώντας  κάτι βιβλία μου, έπεσα πάνω σε ένα ξεχασμένο βιβλιαράκι με ιστορίες του Χότζα. Έτσι για πλάκα, το άνοιξα σε μια σελίδα στην τύχη κι έπεσα πάνω σε μια μικρή ιστορία, που με έκανε να γελάσω πολύ. Κι επειδή εδώ και κάποιες μέρες σκέφτομαι ότι αυτή την κατηγορία posts την έχω παραμελήσει εδώ και καιρό, αποφάσισα να την ανεβάσω σήμερα, κι έτσι να εγκαινιάσω τον όγδοο χρόνο του blog με Χότζα.
Καλή εβδομάδα
Π.

Ένα βράδυ ο Χότζας έφαγε πολύ. Το άντερο του δεν άντε­ξε και μέσα στη νύχτα…  πριν προλάβει να σηκωθεί, άδειασε το έντερό του  στο κρεβάτι όπου κοιμόταν με την γυναίκα του.
Ξυπνάει ο καημένος και συνειδητοποιώντας το κακό που έπαθε -γιατί μύριζε και πολύ –  σκέφτεται τις φωνές που θα του  βάλει η γυναίκα του μόλις δει τα λερωμένα σεντόνια και προσπαθεί να σκαρφιστεί καμιά δικαιολογία.Κάποια στιγμή, του έρχεται μια ιδέα και  σκουντάει τη Χότζαινα που κοιμάται βαθιά δίπλα του και της λέει: «Ξύπνα, καρδούλα μου, γιατί είμαι πολύ ταραγμένος». Τρομαγμένη εκείνη από το απότομο ξύπνημα, τον ρω­τάει τι συμβαίνει.
«Είδα έναν τρομερό εφιάλτη!» της λέει.
«Για πες μου τον» τον παροτρύνει εκείνη.
«Να, ήταν, λέει, πάνω στην κορφή του μιναρέ ένα τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι ήταν μια καρέκλα και πάνω στην καρέ­κλα ήταν ένα σκαμνί». Σταματάει λίγο, την κοιτάζει να δει τι εντύπωση της κάνουν όλα αυτά και βλέποντας την να τον παρακολουθεί με προσοχή, συνεχίζει ακάθεκτος. «Πάνω λοιπόν στο σκαμνί ήταν ένα κουτί, πάνω στο κουτί ήταν στερεωμένο ένα αυγό και πάνω στο αυγό ήταν καρφωμένη μια βελόνα». Τα μάτια της Χότζαινας είχαν ανοίξει διάπλατα και τον ρωτάει με αγωνία: «Και πάνω στη βελόνα τι ήταν, Χότζα μου;»
«Πάνω στη βελόνα καθόμουν εγώ!»
«Και πώς δεν τα ΄κανες επάνω σου από το φόβο σου, Χότζα μου;»
«Αμ, πώς δεν τα ΄κανα, καλή μου! Δεν σου μυρίζουν; Τα ΄κανα  και να με συγχωρείς».

 

 

 

Το «τεστ» του Χότζα.

Ψάχνοντας σε παλαιότερα posts είδα ότι έχω πάρα πολύ καιρό να ανεβάσω Χότζα!  Πώς μου ξέφυγε έτσι; Σήμερα, λοιπόν, λέω να κλείσω τον μήνα και να ανοίξω τον καινούργιο, με μια από τις πιο αγαπημένες μου ιστορίες του, που την έχω μεταφράσει από ένα βιβλίο των «Σούφι».
Καλό βράδυ και καλό μήνα.
Π.
Υ.Γ. Τελικά κάτι που σας έγραψα χτες εδώ ότι μπαίνει link σε κάποιες άσχετες λέξεις από το πουθενά, ΑΚΥΡΟ. Μόνο σε μένα γίνεται. Καλό μήνα.

Ένας «αναζητητής» της Αλήθειας, μαθαίνοντας ότι στην πλαγιά του λόφου ενός χωριού, μένει ένας σοφός Δάσκαλος – ο Νασρεντίν  Χότζας- αποφασίζει να πάει να τον βρει. Μετά από δυσκολίες, φτάνει στην καλύβα όπου έμενε πια ο Χότζας, μια χειμωνιάτικη μέρα. Καθώς έμπαινε ο υποψήφιος μαθητής στην καλύβα, ο Χότζας τον κοίταξε και πλησίασε τις ενωμένες παλάμες του ανοιχτές, φυσώντας τες  μπροστά στο στόμα του. Ξέροντας ο υποψήφιος μαθητής  ότι και η πιο απλή πράξη ενός φωτισμένου Δάσκαλου, έχει κάποια σημασία, ρώτησε τον Χότζα:

«Γιατί φυσάς Δάσκαλε τα χέρια σου»;
«Μα για να τα ζεστάνω, φυσικά», απαντάει εκείνος.
Ύστερα από λίγη ώρα κουβέντας, επειδή είχε μεσημεριάσει, ο Χότζας φέρνει δυο κούπες με αχνιστή σούπα κι αφού κάθισε, σηκώνει τη  δική του μπροστά στο στόμα του και  τη φυσάει.
«Γιατί το κάνεις αυτό Δάσκαλε», ρωτάει ο νεοφερμένος.
«Μα για να την κρυώσω, φυσικά», απαντάει ο Χότζας.
Και τότε, ο υποψήφιος μαθητής, χαιρετάει το Δάσκαλο και σηκώνεται και φεύγει. Του ήταν αδύνατο να εμπιστευτεί για Δάσκαλο έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί την ίδια διαδικασία για να πετύχει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα: να ζεστάνει και να κρυώσει.
Καθώς ο Χότζας τον κοίταζε να φεύγει, κούνησε  το κεφάλι του, καθώς κατάλαβε γιατί έφυγε έτσι ξαφνικά ο «υποψήφιος μαθητής», μην έχοντας καταλάβει το «τεστ» που του έκανε ο Χότζας για να δει την αντίληψή του.

Η αξία της Αλήθειας

Αν και δεν  ήταν στο πρόγραμμα να ανεβάσω τίποτα σήμερα, άλλαξα γνώμη. Μετά το δεύτερο μέρος του post  για τον γάμο, πήρα κάποια σχόλια και mails που κάνουν νύξεις και για τρίτο μέρος!!!  Και καλά: οι παντρεμένοι από αυτούς είναι μαζόχες, αλλά οι ανύπαντροι; Ε, θα θέλουν να μάθουν τι τους περιμένει. Οπότε, σκέφτηκα ότι μπορεί και να τη «γλυτώσουν» με κάποιο ακόμα post, οπότε άρχισα να το δουλεύω στο κεφάλι μου. Αλλά κάτι οι Βαγγέληδες· κάτι η γαστρεντερίτιδα (όχι η δική μου, απλώς στο γάμο τα μοιράζεσαι όλα)· κάτι τα γενέθλια της εγγονής (η φωτογραφία που έβαλα δείχνει τη  μία από τις πιο γλυκές και τρυφερές παγίδες του γάμου, η άλλη είναι τα παιδιά), έμεινε έτσι πολύ πίσω το τρίτο post  για το γάμο, που θα είναι γύρω από το ψέμα  που υπάρχει σ’ αυτόν.  Σήμερα το πρωί, όμως,   μόλις ξύπνησα –ποιος ξέρει τι γινόταν στον ύπνο μου- μου ήρθε  η ιδέα να βάλω μια ιστορία του Χότζα για την Αλήθεια!   Όπως ίσως θα ξέρετε, οι ιστορίες του Χότζα έχουν δύο επίπεδα ανάγνωσης: το πρώτο είναι το χιουμοριστικό, το αστείο και το άλλο είναι εκείνο όπου κρύβονται διάφορα μηνύματα, άλλοτε ένα κι άλλοτε παραπάνω, που ο αναγνώστης ή ο ακροατής της ιστορίας μπορεί, αν τον ενδιαφέρει, να ανακαλύψει.

Μια φορά, κάποιοι «αναζητητές»  της Αλήθειας, έχοντας περάσει από διάφορους Δασκάλους, άκουσαν για τη σοφία του Χότζα και πήγαν να τον συναντήσουν.
«Τι είναι για σένα η Αλήθεια, Δάσκαλε;» τον ρώτησαν.
«Αν θέλετε να μάθετε για την Αλήθεια, θα πρέπει να πληρώσετε πολλά γι αυτήν», τους απάντησε.
«Και γιατί θα πρέπει να πληρώσουμε για κάτι σαν την Αλήθεια;» απόρησαν οι αναζητητές της.
«Δεν έχετε παρατηρήσει», είπε ο Χότζας, «ότι  η έλλειψη ενός πράγματος είναι που καθορίζει την τιμή του;»

Χα, χα, χα… Ελπίζω να «πιάσατε» και τα δύο πράγματα που δηλώνει η ιστορία.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.

Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια

Από το πρωί, από χτες το βράδυ για την ακρίβεια, δεν ξέρω ποιο από τα τρία posts που έχω σκεφτεί να ανεβάσω. Ήθελα κάποιο που να δείχνει στ’ αλήθεια πώς νοιώθω και σκέφτομαι αυτόν τον καιρό. Κι αυτό το,  «στ’ αλήθεια» μου έδωσε τη λύση: Θυμήθηκα μια ιστορία του Χότζα, που –όπως όλες του οι ιστορίες- κρύβει πίσω από το αστείο και κάτι σοβαρό, που μου έμοιασε σχετικό με αυτό που έψαχνα. Ε, και μια κι έχω καιρό ν’ ανεβάσω κάποια ιστορία του, αποφάσισα να την ανεβάσω σήμερα.
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Π.

Κάποτε κάλεσαν τον Χότζα, να μιλήσει σε μια πόλη που δεν είχε ξαναπάει. Κλεισμένος στο δωμάτιό του πριν την ομιλία, εκεί που σκεφτόταν διάφορα, συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν ήξερε ποιος πραγματικά ήταν. Βγήκε, λοιπόν, στο δρόμο κι άρχισε να κοιτάζει γύρω του, μήπως και συναντήσει κάποιον που θα τον αναγνωρίσει. Είχε πολύ κόσμο, αλλά καθώς ήταν ξένος σ’ αυτή την πόλη δεν είδε κανένα γνώριμο πρόσωπο.
Ξαφνικά, βρέθηκε μέσα σ’ ένα ξυλουργείο.
«Τι θα θέλατε να αγοράσετε», ρώτησε ο μάστορας πλησιάζοντάς τον.
«Τίποτα», απάντησε ο Χότζας.
«Ίσως θα θέλατε κάτι φτιαγμένο από ξύλο», επέμενε ο μάστορας.
«Ένα, ένα με τη σειρά», είπε ο Χότζας και συνέχισε: «Κατ΄ αρχήν, με είδες να μπαίνω στο μαγαζί σου»;
«Ναι, σε είδα», απάντησε ο μάστορας.
«Ωραία. Τώρα: με έχεις ξαναδεί ποτέ;» ρώτησε ο Χότζας.
«Ποτέ, σε όλη μου τη ζωή», απάντησε ο μάστορας.
«Και τότε, πώς ξέρεις ότι είμαι εγώ;» λέει ο Χότζας.

«Αποταύτιση από το εγώ»

Μόλις πήρα χαμπάρι ότι έχω πολύ καιρό να βάλω κάποια ιστορία του Χότζα, που είναι η αδυναμία μου, από μικρό παιδί. Ορίστε μία με θανατηφόρο χιούμορ.

Κάποτε ο Χότζας συνάντησε έναν γκουρού και πιάσανε τη συζήτηση για διάφορα θέματα αυτογνωσίας και εσωτερικής εργασίας. Και κάποια στιγμή όταν η συζήτηση ήταν γύρω από το «εγώ» του ανθρώπου και την ταύτιση που έχουν οι άνθρωπο μ’ αυτό, ο γκουρού λέει στον Χότζα: «Είμαι τόσο πολύ αποταυτισμένος από τα πάντα, που δεν σκέφτομαι ποτέ τον εαυτό μου, αλλά μόνο τους άλλους».
Κι ο Χότζας του απαντάει: «Εγώ είμαι τόσο αντικειμενικός με τα πάντα ώστε μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου σαν να είμαι κάποιος άλλος· έτσι μου επιτρέπεται να σκέφτομαι τον εαυτό μου».

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Η σωστή προϋπόθεση

Σήμερα υπάρχει μια ιστορία του Χότζα, αλλά σε videopost. Κάντε κλικ και θα τη δείτε και θα την ακούσετε από τον… Ν.Π.
Φιλιά
Π.

Το παλιό κρασί και η τιμή της Αλήθειας

Ναι και δυο ιστορίες-αστραπή του Χότζα, που τον θυμήθηκα ξαφνικά.

mulla_nasrudin_1.gif

ΤΟ ΚΡΑΣΙ
Μια φορά, ο Χότζας είχε καλέσει ένα γείτονά του για φαγητό και του πρόσφερε από ένα παλιό κρασί που είχε στο κελάρι του.
«Πολύ ωραίο κρασί, Χότζα μου» λέει ο γείτονας.
«Ναι, είναι πολύ παλιό» λέει ο Χότζας.
«Πόσο παλιό;» ξαναρωτάει ο γείτονας.
«Σαράντα χρόνων», λέει ο Χότζας.
«Μπράβο!» κάνει με θαυμασμό ο γείτονας και συνεχίζει. «Θα μου δώσεις λίγο σ’ ένα μπουκαλάκι όταν φύγω;»
«Όχι. Δεν δίνω ποτέ», απαντάει ο Χότζας.
«Γιατί Χότζα μου;» επιμένει ο γείτονας κι εκείνος του απαντάει:
«Αν ήταν να δίνω κάθε τόσο, λίγο από το κρασί μου, δεν θα είχε γίνει ποτέ σαράντα χρονών».

Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Μία ομάδα αναζητητών της Αλήθειας, ήρθε να συναντήσει το Χότζα για να ακούσει τη διδασκαλία του.
«Αν θέλετε να μάθετε για την Αλήθεια», τους λέει εκείνος, «θα πρέπει να το πληρώσετε ακριβά».
«Και γιατί θα πρέπει να πληρώσουμε ακριβά για να μάθουμε κάτι σαν την Αλήθεια», ρώτησε ένας από την ομάδα.
«Δεν έχετε προσέξει», είπε ο Χότζας «ότι η σπανιότητα ενός πράγματος είναι που καθορίζει την τιμή του;».

Καλή εβδομάδα.
Π.

Δυο ιστορίες του Χότζα.

Χαθήκαμε. Εκτός που βγήκαν κάτι δουλειές που δεν μπορούσα… να αποφύγω, συνεχίστηκε τα βασανιστήριο με τα lap top. Τις πρώτες μέρες δούλευα με το παλιό που του λείπαν διάφορα και επίσης κάθε τόσο «κατέβαζε» κάτι ενημερώσεις και μου ‘σπαγε τα νεύρα που σερνότανε. Στα μέσα της εβδομάδας πήρα καθαρισμένο και μια χαρά το lap top που είχε αρπάξει  ιούς, αλλά του λείπαν προγράμματα που θα βάλω τη Δευτέρα κι έτσι, τελικά, δούλευα και με τα δύο κομπιούτερ!!! Πριν λίγο ξεμπέρδεψα με τις δουλειές που είχα να κάνω – βασικά του «μάστορα» ήταν αλλά είπα να τον ξαλαφρώσω. (Κάτι τέτοια κάνω και με μαλώνει η αδελφή του ότι τον κακομαθαίνω).  Έλεγα να πάω για ύπνο, αλλά ξαφνικά σας αποθύμησα κι είπα να ανεβάσω κάτι. Κι επειδή η ιστορία που σκέφτομαι εδώ και μέρες να γράψω θα ήθελε κάνα τρίωρο, «έτρεξα» στον σωτήρα μου: στον Χότζα. Οπότε πιάστε δυο ιστορίες του.
Καλή εβδομάδα.
Π.

«Πιστεύω ότι έχεις δίκιο».
Κάποτε ο Χότζας διορίστηκε Πρόεδρος Δικαστηρίου. Στη  πρώτη του δίκη, ακούγοντας  τον κατήγορο να αγορεύει πολύ πειστικά, μόλις τέλειωσε η αγόρευση του είπε:   «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο». Ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου, παρακάλεσε τον Χότζα να συγκρατηθεί γιατί ακόμα δεν είχε ακουστεί η υπεράσπιση.
Λίγο αργότερα, ο Χότζας παρασυρμένος από την ευφράδεια της υπεράσπισης με το που ολοκλήρωσε ο δικηγόρος το λόγο του,  δεν κρατήθηκε και φώναξε: «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο».
Ο Εισαγγελέας δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό και είπε στον Χότζα: «Εξοχώτατε, δεν είναι δυνατόν και οι δύο να έχουν δίκιο»!
Κι ο Χότζας του απάντησε: «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο».

Πόσο πολύ μπορεί να κοροϊδεύει κανείς τον εαυτό του;
Μια μέρα, περνώντας ο Χότζας από μία λίμνη είδε κάτι πάπιες να παίζουν μέσα στη λίμνη και σκέφτηκε ότι θα ήταν νοστιμότατες αν τις έκανε σούπα. Μπήκε, λοιπόν, μέσα στη μικρή λίμνη και προσπάθησε να πιάσει κάποια απ’ αυτές, αλλά εκείνες πέταξαν μακριά. Τότε ο Χότζας, έκατσε στην άκρη της λίμνης, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί από το  δισάκι του, το έκοψε σε μπουκιές και τις έριξε στο νερό. Μόλις μούσκεψαν άρχισε να τις τρώει.
Κάποιος περαστικός που τον πρόσεξε τον ρώτησε τι είναι αυτό που κάνει, κι ο Χότζας του απάντησε:  «Τρώω σούπα από πάπια».

Το λάθος του Χάρου

Επιθύμησα και καμιά ιστορία του Χότζα. Για πιάστε μία τύπου, «μαύρο χιούμορ».
Καλή Κυριακή.

Π.

Ο Χότζας είχε πέσει στο κρεβάτι βαριά άρρωστος. Όλοι νόμιζαν πως θα πεθάνει. Η γυναίκα του ντύθηκε στα μαύρα κι άρχισε τα κλάματα και τα μοιρολόγια. Οι μαθητές του που είχαν μαζευτεί γύρω από το κρεβάτι του, τον κοίταζαν με βαθιά θλίψη. Μόνο ο Χότζας, έμενε ατάραχος και κάθε τόσο γέλαγε…
«Δάσκαλε», τον ρωτάει ένας από τους μαθητές του, «πώς γίνεται να αντιμετωπίζεις το θάνατο με τέτοια ψυχραιμία, και μάλιστα κάθε τόσο να γελάς, ενώ εμείς που δεν πρόκειται να πεθάνουμε, αγωνιούμε μήπως μας αφήσεις»;
«Πολύ απλό», απάντησε ο Χότζας. «Καθώς σας κοιτάζω ξαπλωμένος, λέω στον εαυτό μου: » Όλοι σας έχετε τόσο βαριά θλιμμένη όψη, που είμαι σχεδόν σίγουρος ότι όταν έρθει ο Άγγελος του Θανάτου, θα νομίσει ότι κάποιος από εσάς είναι που τον περιμένει και θα τον πάρει κατά λάθος, και θα μ’ αφήσει εμένα να ζήσω κι άλλο. Γι’ αυτό κάθε με πιάνουν τα γέλια…»